Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Το φεγγάρι που δεν βυθίστηκε

Δεν θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι κάθε 15 Ιουνίου. Τον συναντώ στις ενδιάμεσες ώρες. Εκεί όπου η μέρα δεν είναι πια μέρα και η νύχτα δεν έχει ακόμη αποφασίσει να κατέβει.


Οι μουσικές του μιλούσαν για την απογύμνωση. Για εκείνη τη στιγμή που ο άνθρωπος αφήνει πίσω του τα παράσημα και τα προσωπεία, βγάζει το καλό του παλτό των φόβων του και στέκεται γυμνός κάτω από το φως ενός φεγγαριού, που δεν τον κρίνει. Μόνο τον φωτίζει.



Για εκείνα τα αδιόρατα σημεία που παύει να υπερασπίζεται τον εαυτό του. Για τη στιγμή που αφήνει κάτω τις πανοπλίες του και μένει μόνο με όσα πραγματικά τον αποτελούν. Με τους φόβους του, τις απώλειές του, τις επιθυμίες του, τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες του. Απογυμνωμένος.

Οι μουσικές του δεν γερνούν. Κατοικούν στην κρυφή θάλασσα που κουβαλά ο καθένας μας. Εκεί όπου φυλάσσονται τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Οι έρωτες που δεν ολοκληρώθηκαν. Οι άνθρωποι που έφυγαν χωρίς να φύγουν.

Ο ίδιος απεχθανόταν την αναμνησιολογία. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που δεν χωρούν σε επετείους. Δεν επιστρέφουν μία φορά τον χρόνο για να τους αποτίσουμε φόρο τιμής. Κυκλοφορούν ανάμεσά μας καθημερινά.

Σκέφτομαι συχνά πως οι μεγάλοι δημιουργοί δεν μας χαρίζουν απαντήσεις. Μας χαρίζουν καθρέφτες. Κι ο Χατζιδάκις υπήρξε ένας καθρέφτης σπάνιος. Όχι από εκείνους που δείχνουν το πρόσωπο. Από εκείνους που αποκαλύπτουν το βάθος.

Γι' αυτό και τριάντα δύο χρόνια μετά εξακολουθεί να μας συντροφεύει, μέσα από την ανάγκη μας να παραμείνουμε άνθρωποι σε έναν κόσμο που συχνά μας προτιμά θωρακισμένους.

Κι όταν η νύχτα απλώνεται πάνω από τη θάλασσα και τα φώτα της στεριάς αρχίζουν να τρεμοσβήνουν, μου έρχεται συχνά εκείνη η εικόνα που άφησε πίσω του. Ένα κίτρινο ποτάμι. Ένα φεγγάρι που κάποιος προσπαθεί να αγκαλιάσει.
Ίσως τελικά να μην το αγκάλιασε ποτέ.

Ίσως να έγινε ο ίδιος φεγγάρι.
Και από τότε να φωτίζει αθόρυβα τις ρωγμές μας.
Για να μη φοβόμαστε την απογύμνωση.
Γιατί η απογύμνωση δεν είναι απώλεια.
Είναι επιστροφή.
Είναι ο δρόμος από τη μία θάλασσα προς την άλλη.

Ανάμεσα στο φως του φεγγαριού και στη σιωπή μιας μελωδίας, εξακολουθεί ακόμη να κατοικεί ο Μάνος Χατζιδάκις. Όχι ως ανάμνηση, αλλά ως η υπενθύμιση ότι μόνο όταν απογυμνωνόμαστε από όσα μας βαραίνουν, μπορούμε πραγματικά να συναντήσουμε τον εαυτό μας. 

Η άλλη θάλασσα



Προτιμώ τις ρωγμές από τους τοίχους. Όχι επειδή οι τοίχοι δεν έχουν χρησιμότητα. Κάποια στιγμή όλοι χτίσαμε έναν. Κι όσοι δεν χτίσαμε τοίχους, φορέσαμε πανοπλίες. Είναι οι άμυνες που αποκτάμε όταν η ζωή μάς διδάσκει ότι δεν είναι κάθε χέρι ασφαλές και δεν είναι κάθε βλέμμα φιλικό.



Το παράξενο είναι πως ύστερα από χρόνια ξεχνάμε γιατί τις φορέσαμε. Οι μάχες τελειώνουν, οι αντίπαλοι χάνονται, όμως εμείς εξακολουθούμε να κουβαλάμε το μέταλλο πάνω μας. Κι έτσι συχνά οι άμυνες που κάποτε μας προστάτευσαν γίνονται εκείνες που μας απομονώνουν.

Γι’ αυτό αγαπώ τις ρωγμές. Γιατί από εκεί περνά το απρόβλεπτο. Ένας άνθρωπος. Μια κουβέντα. Μια σιωπή που δεν βαραίνει. Ένα φως που δεν ζήτησε άδεια για να μπει.

Ίσως γιατί οι πιο σπουδαίες συναντήσεις δεν αρχίζουν όταν δύο άνθρωποι γνωρίζονται. Αρχίζουν όταν κάποιος τολμά να εμφανιστεί χωρίς τις άμυνές του. Όχι τέλειος, όχι δυνατός, όχι νικητής. Απλώς αληθινός. Με τις ατέλειες, τις ανασφάλειες και τα μικρά του ναυάγια. Εκείνη τη στιγμή δεν ζητά κατανόηση. Προσφέρει εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη είναι ίσως η πιο σπάνια μορφή τρυφερότητας.

Η ζωή δεν συμβαίνει μέσα στις βεβαιότητές μας αλλά στις μικρές χαραμάδες που αφήνουμε ανοιχτές.

Σκέφτομαι καμιά φορά πως ο χρόνος μοιάζει με τη θάλασσα. Δεν τον βλέπεις να εργάζεται κι όμως αλλάζει τα πάντα. Μετακινεί ακτές, σβήνει πατημασιές, λειαίνει πέτρες. Κάνει ξένες τις παλιές φωτογραφίες και μακρινούς τους ανθρώπους που κάποτε γνώριζαν ακόμη και τις σιωπές μας.

Ίσως γι’ αυτό να μην υπάρχει στ’ αλήθεια το «επιστρέφω». Δεν επιστρέφουμε. Απλώς συναντάμε ξανά τα ίχνη μας. Και αυτή η συνάντηση έχει πάντα κάτι από συγκίνηση και κάτι από πένθος.

Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι αφήνουν τα μικρά τους παράπονα στη θάλασσα. Λέξεις που άργησαν. Τρυφερότητες που αναβλήθηκαν. Συναντήσεις που δεν έγιναν. Συναισθήματα που έμειναν να περιμένουν μια καλύτερη στιγμή και βρήκαν απέναντί τους τον χρόνο.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι ο καθένας κουβαλά μια δεύτερη ζωή. Μια κρυφή επικράτεια πίσω από την καθημερινότητα. Μια άλλη θάλασσα.

Εκεί φυλάγονται οι φόβοι, οι επιθυμίες, οι μνήμες, οι άνθρωποι που έφυγαν και όσοι δεν ήρθαν ποτέ. Εκεί κατοικεί ό,τι δεν ξοδεύτηκε, ό,τι δεν ειπώθηκε, ό,τι περίμενε περισσότερο απ’ όσο άντεχε.

Ίσως η αληθινή οικειότητα να μην είναι να γνωρίζεις τα γεγονότα της ζωής ενός ανθρώπου. Είναι να σου εμπιστεύεται τη χώρα της σιωπής του. Τη μικρή εκείνη απογύμνωση που προηγείται κάθε αληθινής εγγύτητας.

Και ίσως η μεγαλύτερη μοναξιά να μην είναι η απουσία ανθρώπων. Ίσως η μεγαλύτερη μοναξιά να είναι να κουβαλάς μέσα σου μια ολόκληρη θάλασσα ζωής και να μη βρίσκεται κανείς να καθίσει για λίγο στην όχθη της.

Γι’ αυτό, όσο περνούν τα χρόνια, προτιμώ όλο και περισσότερο τις ρωγμές από τους τοίχους.
Όχι γιατί οι ρωγμές είναι ασφαλείς. Αλλά γιατί μόνο από εκεί μπορεί να φανεί η θάλασσα.

Η θάλασσα που κρύβουμε πίσω από τις άμυνές μας.

Και καμιά φορά, μόνο από εκεί μπορεί να βρει τον δρόμο της προς μια άλλη θάλασσα.

Δεν είναι επανάληψη



Υπάρχουν πράγματα που επιστρέφουν στη ζωή μας και άλλοι τα λένε συνήθεια. Εγώ τα λέω καταφύγια.

Ένα τραγούδι που επιστρέφει ξανά και ξανά στη ζωή σου. Ένα βιβλίο που ανοίγεις ξανά σε σελίδες ήδη υπογραμμισμένες. Ένα ταγκό που χορεύεις ενώ τα βήματα έχουν χάσει τη νεανική τους σιγουριά. Δεν είναι επανάληψη. Είναι μια συνάντηση με κάποιον που υπήρξες.

Πριν κλείσω τα είκοσι διάβασα το «Έγκλημα και Τιμωρία». Σήμερα το ξαναδιαβάζω. Δεν βρήκα το ίδιο βιβλίο. Ούτε τον ίδιο αναγνώστη. Ανάμεσα στις δύο αναγνώσεις μεσολάβησαν χρόνια, πρόσωπα, αποχωρισμοί, διαψεύσεις. Το βιβλίο έμεινε στη θέση του. Εγώ μετακινήθηκα.

Το ίδιο συμβαίνει με τα τραγούδια. Οι νότες μένουν ίδιες, αλλάζουν όμως οι άνθρωποι που τις ακούν. Κάποτε τραγουδούσαμε τον έρωτα. Ύστερα τη νοσταλγία. Αργότερα τις απώλειες. Το τραγούδι παρέμεινε το ίδιο. Εμείς αλλάζαμε νόημα στους στίχους του.

Ο χρόνος βγάζει εύκολα τους γύψους. Τα κατάγματα κάποτε δένουν. Εκείνα όμως που δεν φαίνονται στις ακτινογραφίες έχουν δικό τους ωράριο επούλωσης. Ίσως γι’ αυτό αγαπώ τις καταιγίδες. Τις μπόρες που σκοτεινιάζουν τον ουρανό, τους ανέμους που λυγίζουν τα δέντρα, τη θάλασσα όταν σηκώνεται όρθια και διεκδικεί πίσω τη στεριά.

Κάποιος μου είπε κάποτε πως τα εξωτερικά καιρικά φαινόμενα κρατούν σε ισορροπία τον καιρό που κουβαλάμε μέσα μας. Μου άρεσε αυτή η σκέψη. Γιατί μεγαλώσαμε. Αλητέψαμε. Λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν. Γελάσαμε όταν ήμασταν λυπημένοι και κρύψαμε δάκρυα πίσω από αστεία.

Κι όμως, κάποια πράγματα εξακολουθούν να μας περιμένουν υπομονετικά. Ένα βιβλίο στο ράφι. Μια μελωδία στο ραδιόφωνο. Μια φωνή που νόμιζες πως είχε χαθεί και ξαφνικά επιστρέφει από τα βάθη του χρόνου.

Γι’ αυτό δεν είναι επανάληψη.
Είναι επιβεβαίωση.
Ότι κάτω από τις ηλικίες που αλλάζουν, κάτω από τα κοστούμια που μας φόρεσε ο καιρός, εξακολουθεί να υπάρχει ένας πυρήνας που αντιστέκεται.

Και ίσως η μνήμη να είναι ακριβώς αυτό.
Η επιμονή ορισμένων τραυμάτων, ορισμένων τραγουδιών και ορισμένων ανθρώπων να παραμένουν ζωντανοί, όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν ήδη περάσει.

Η φωτογραφία είναι του Χάρη Χατζισταματίου

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Βιογράφοι του εαυτού τους

Τους συναντώ χρόνια τώρα. Άλλοτε στα πράσινα, άλλοτε στα κόκκινα, άλλοτε στα μπλε. Αλλάζουν χρώματα όπως αλλάζουν κοστούμια. Ανάλογα με την εποχή, ανάλογα με τον άνεμο. Κι όταν τα κοστούμια παλιώνουν, αλλάζουν και τις αναμνήσεις τους. Εκείνο που μένει πάντα ίδιο είναι η αγωνία να διασώσουν τον μύθο τους.



Δεν ζουν πια μέσα στη ζωή τους. Ζουν μέσα στη βιογραφία τους.
Τους ακούς να μιλούν και νομίζεις πως υπήρξαν πάντα στην πρώτη γραμμή των γεγονότων. Πάντα γενναίοι, πάντα διορατικοί, πάντα στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Λες και η ζωή τους υπήρξε μια αδιάκοπη ακολουθία δικαιώσεων.

Ο χρόνος όμως έχει ένα κακό συνήθειο. Δεν ξεχνά. Μπορεί να θολώνει τις λεπτομέρειες, αλλά κρατάει τον πυρήνα. Και ο πυρήνας είναι συχνά πολύ πιο ταπεινός από τον μύθο που κατασκευάζεται αργότερα.

Κοιτάζω αυτούς τους ανθρώπους και αναρωτιέμαι αν πράγματι ξεπούλησαν τον εαυτό τους, όπως συνηθίζουμε να λέμε.
Η λέξη προϋποθέτει πως κάποτε υπήρξε κάτι πολύτιμο προς πώληση.

Μα τι γίνεται όταν οι ιδέες ήταν εξαρχής αξεσουάρ; Όταν οι βεβαιότητες φοριούνταν όπως φοριούνται τα σακάκια, ανάλογα με την περίσταση; Τι ακριβώς πρόδωσε τότε κανείς;
Ίσως γι’ αυτό με δυσκολεύει η κατηγορία. Δεν είμαι βέβαιος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ξεπούλησαν κάτι. Πολλές φορές μου δίνουν την εντύπωση πως απλώς συνέχισαν να είναι αυτό που ήταν ανέκαθεν.

Δεν πρόδωσαν τα πιστεύω τους. Δεν εγκατέλειψαν κάποιο μεγάλο όραμα. Απλώς ακολούθησαν τον δρόμο που είχαν χαράξει από την αρχή, έναν δρόμο στρωμένο με μικρούς συμβιβασμούς, προσεκτικές σιωπές και βολικές μετακινήσεις.

Ο χρόνος δεν τους άλλαξε. Τους αποκάλυψε.
Και το παρελθόν παραμένει εκεί. Όχι σαν δικαστής, αλλά σαν ουλή. Από εκείνες που δεν παύουν ποτέ να υπάρχουν, ακόμη κι όταν παύουν να φαίνονται. Κι έτσι τους βλέπεις να επιστρέφουν ξανά και ξανά στις ίδιες ιστορίες, να προσθέτουν νέα παράσημα σε παλιές αφηγήσεις, ελπίζοντας πως κάποτε ο μύθος θα νικήσει την αλήθεια.

Μόνο που η αλήθεια έχει μεγαλύτερη αντοχή από τον μύθο. Περιμένει υπομονετικά. Και στο τέλος μένει πάντα μόνη της στο δωμάτιο.

Με το "Σου"

 Τις αποστρέφομαι τις γενικεύσεις. Κυρίως όταν αφορούν τις γυναίκες. Κι όμως, υπάρχουν νύχτες που σε παρασύρουν να τις διαπράξεις.



Νύχτες ασέληνες, από εκείνες που οι σκιές μοιάζουν πιο αληθινές από τα πρόσωπα. Τότε είναι εύκολο να πιστέψεις πως οι γυναίκες έρχονται για να σου πάρουν κάτι. Λίγη ελευθερία, λίγο χρόνο, λίγη από τη ζωή σου. Σε τυλίγουν αθόρυβα, μέχρι να ξεχάσεις πού τελειώνεις εσύ και πού αρχίζει η δική τους παρουσία.

Το πρωί όμως έρχεται πάντα η διάψευση.
Έρχεται ένας στίχος του Ρίτσου, μια ανάμνηση που αρνείται να υπηρετήσει τον θυμό, και τότε καταλαβαίνεις πως οι γενικεύσεις είναι η γλώσσα της πληγής. Όχι της αλήθειας.

Η αλήθεια μιλάει στον ενικό.
Σου θυμίζει πρόσωπα. Όχι γυναίκες. Έναν έρωτα. Όχι τους έρωτες. Μια συγκεκριμένη στιγμή που ακόμη επιμένει να επιστρέφει, ενώ όλα τα υπόλοιπα έχουν φύγει.

Και κάπου εκεί εμφανίζεται το «σου». Η πιο τρυφερή και ταυτόχρονα η πιο απαιτητική λέξη της γλώσσας.
Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος γίνεται «σου», γεννιέται κι ένας φόβος. Όχι ο φόβος της απώλειας. Ο φόβος πως τίποτα όμορφο δεν κρατά για πάντα. Κι έτσι αρχίζεις να μετράς. Μέρες, καλοκαίρια, αποστάσεις, σιωπές.

Χρόνια ολόκληρα νόμιζα πως αυτό που πονά είναι η φυγή. Δεν είναι. Αυτό που πονά είναι η επιθυμία να σταματήσει ο χρόνος τη δουλειά του. Κι όμως, όσα αξίζουν δεν χάνονται.
Παραμένουν μέσα μας με άλλον τρόπο. Σαν αλάτι στο δέρμα μετά τη θάλασσα. Σαν μια μελωδία που επιστρέφει από το πουθενά. Σαν εκείνο το τελευταίο φως που επιμένει στον ορίζοντα ενώ ο ήλιος έχει ήδη χαθεί.

Γι' αυτό δεν με τρομάζουν πια όσα έφυγαν.
Με τρομάζει μόνο να περάσουν από τη ζωή μου χωρίς να αφήσουν ίχνος.
Η ελευθερία αρχίζει τη στιγμή που το «σου» παύει να σημαίνει κατοχή και γίνεται ευγνωμοσύνη.
Για όσους πέρασαν. Για όσους έμειναν. Για όσους εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας χωρίς να μας ανήκουν.

Όπως οι μεγάλες θάλασσες. Οι μεγάλοι έρωτες.
Και οι μεγάλες αλήθειες.

Η φωτογραφία είναι από την ταινία του Πολάνσκι " Τα μαύρα φεγγάρια του Έρωτα"

Εκείνο το απόγευμα που δεν ξαναγίνεται

Ο χρόνος έχει μια αμείλικτη ακρίβεια. Δεν επιστρέφει ποτέ για να διορθώσει. Επιστρέφει μόνο για να αποκαλύψει.

Υπάρχουν καλοκαίρια που δεν ανήκουν στο παρόν, αλλά επιμένουν να ζουν μέσα μας σαν σταματημένα απογεύματα. Μια παραλία, ένας Αύγουστος, μια σιωπηλή πρόσκληση που δεν βρήκε τότε την απάντησή της. Τίποτα μεγάλο. Και όμως, εκεί κρύφτηκε μια ολόκληρη ζωή.



Τα χρόνια προχώρησαν με την ψευδαίσθηση της συνέχειας. Η ζωή άνοιξε κύκλους και, με μια παράξενη επιμονή, ξανάφερε μπροστά το σχεδόν ίδιο σκηνικό. Τα ίδια πρόσωπα, οι ίδιες διαδρομές, ο ίδιος μήνας, το ίδιο φως. Μόνο που τίποτα δεν ήταν πια το ίδιο.

Γιατί ο χρόνος δεν επαναλαμβάνει. Αναπαριστά.
Και κάθε αναπαράσταση φέρει μέσα της το κενό όσων χάθηκαν.

Πενθώ τη στιγμή που έχασα, σε εκείνον τον χρόνο, σε εκείνον τον τόπο, με εκείνα τα νιάτα. Στην ίδια παραλία, με την ίδια γυναίκα, τον ίδιο μήνα και το ίδιο απόγευμα, χρόνια αργότερα, η ζωή επανέφερε το ίδιο σχεδόν σκηνικό. Ήταν όμως μια άλλη στιγμή. Ανίκανη να καλύψει την απώλεια. Η ιστορία επαναλήφθηκε, αυτή τη φορά σαν φάρσα.

Εκεί αποκαλύπτεται το αμετάκλητο. Δεν χάνουμε τους ανθρώπους. Χάνουμε τις στιγμές που τους άνηκαν όταν όλα ήταν ακόμη ανοιχτά. Χάνουμε το φως που δεν επιστρέφει με τις ίδιες γωνίες, την αθωότητα που δεν ξαναφοριέται, τη βεβαιότητα πως ο κόσμος χωράει σε μια παραλία.

Η ζωή δεν θεραπεύει. Αναδιατάσσει.
Και στο τέλος αφήνει μέσα μας ένα μόνο σταθερό σημείο: εκείνο το απόγευμα που δεν ξαναγίνεται ποτέ, αλλά εξακολουθεί να μας ορίζει.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Επικίνδυνος αριθμός

Το άκουσα σε μια ραδιοφωνική εκπομπή. «Ο πιο επικίνδυνος αριθμός είναι το δύο».

Ακολούθησε μια μικρή παύση και μετά ήρθε η εξήγηση.
«Το τέλειο άλλοθι της εποχής είναι το "δεν έχω ιδέα". "Δεν ξέρω τι μου λες". "Πώς το ερμήνευσες έτσι;". Μια βόλτα στο πουθενά κάναμε, εσύ γιατί ζωγράφισες δεσμούς;»



Ίσως γιατί μέσα σε λίγες λέξεις περιέγραφε μια ολόκληρη εποχή. Μια εποχή που διψά για συντροφιά αλλά τρομάζει στη θέα της ευθύνης. Που επιθυμεί την εγγύτητα, αρκεί να μη ζητά συνέχεια. Που θέλει το συναίσθημα ελαφρύ, χωρίς βάρος, χωρίς συνέπειες, χωρίς αύριο.

Το ένα είναι ασφαλές. Δεν απολογείται. Δεν εξηγεί. Δεν χρωστά χρόνο σε κανέναν.
Το δύο όμως είναι μια δύσκολη υπόθεση.
Το δύο ζητά χώρο μέσα στη ζωή σου. Ζητά να μοιραστείς χρόνο, συνήθειες, σιωπές. Ζητά να παραδεχθείς ότι κάποιος άλλος απέκτησε θέση στις σκέψεις σου.
Και αυτό φαίνεται πως γίνεται όλο και πιο τρομακτικό.

Πέρασαν εξήντα και πλέον χρόνια από τότε που πέθανε ο Αϊνστάιν, άκουσα να λέει η φωνή του ραδιοφώνου, κι όμως το άτομο εξακολουθεί να διασπάται.
Χαμογέλασα.
Όχι για τη φυσική. Για τους ανθρώπους.
Για τις σχέσεις που διαλύονται πριν προλάβουν να αποκτήσουν όνομα. Για τις αποστάσεις που βαφτίζονται ελευθερία. Για τις συναντήσεις που ζητούν όλα τα προνόμια της οικειότητας, αλλά καμία από τις ευθύνες της.

Κι όμως, η ζωή δεν προχωρά με τη λογική. Αν προχωρούσε, κανείς δεν θα ερωτευόταν, κανείς δεν θα εμπιστευόταν, κανείς δεν θα άφηνε μια ηλιόλουστη μέρα του Ιούνη να του ανατρέψει τα σχέδια.

Προχωρά με εκείνη την παράξενη απειρία που επιμένουμε να κουβαλάμε, ακόμη κι όταν τα χρόνια μάς διδάσκουν το αντίθετο. Με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά η διαδρομή δεν θα είναι μια βόλτα στο πουθενά.
Κι έτσι συνεχίζουμε.
Να συναντιόμαστε.
Να παρεξηγούμαστε.
Να φεύγουμε.
Να επιστρέφουμε.
Να ορκιζόμαστε πως δεν θα ξανακάνουμε το ίδιο λάθος και ύστερα να το επαναλαμβάνουμε με αξιοθαύμαστη συνέπεια.

Γιατί βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε κάτι που η λογική αδυνατεί να εξηγήσει.
Πως η ζωή μπορεί να αντέξει το ένα.
Αλλά μόνο στο δύο αποκτά ιστορία.

Το φεγγάρι που δεν βυθίστηκε

Δεν θυμάμαι τον Μάνο Χατζιδάκι κάθε 15 Ιουνίου. Τον συναντώ στις ενδιάμεσες ώρες. Εκεί όπου η μέρα δεν είναι πια μέρα και η νύχτα δεν έχει α...