Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποτάμι.
Δεν ήταν από νερό. Ήταν από τραγούδια. Κυλούσε ανάμεσα
στα χρόνια, περνούσε από αυλές και καφενεία, από γιορτές και πένθη, από έρωτες
που άνθισαν και από άλλους που έμειναν μισοί. Και καθώς προχωρούσε, μάζευε τις
ζωές μας.
Σ' αυτόν τον τόπο μπορεί να έλειψαν πολλά. Υπήρξαν
εποχές που έλειψε το ψωμί, εποχές που στένεψε η ελευθερία. Το τραγούδι όμως
πάντα έβρισκε τρόπο να επιβιώνει. Σαν νερό που βρίσκει χαραμάδα στον βράχο. Δεν
ήταν ποτέ μόνο διασκέδαση. Ήταν παρηγοριά, εξομολόγηση, μνήμη. Ήταν ένας τρόπος
να αντέχουμε.
Το τραγούδι ξεκινά ως μια μελωδία στο μυαλό ενός
συνθέτη, ως λίγες λέξεις στο χαρτί ενός στιχουργού. Ύστερα φεύγει. Γίνεται
άρωμα, γίνεται πρόσωπο, γίνεται μια νύχτα που δεν ξεχάστηκε ποτέ. Γίνεται μια
αναχώρηση στο λιμάνι, μια επιστροφή τα ξημερώματα, ένα βλέμμα που κράτησε
περισσότερο από όσο άντεχε ο χρόνος.
Κάπου εκεί παύει να ανήκει στους δημιουργούς του. Ο
«αλήτης» δεν είναι πια ο αλήτης που φαντάστηκε ο στιχουργός. Ο «ξενύχτης» δεν
είναι εκείνος που είχε στο μυαλό του ο συνθέτης. Καθένας βρίσκει μέσα στους
ίδιους στίχους τη δική του ζωή. Και χιλιάδες διαφορετικές ζωές συναντιούνται
στην ίδια μελωδία.
Γι' αυτό τα μεγάλα τραγούδια δεν γερνούν. Δεν
περιγράφουν γεγονότα. Περιγράφουν ανθρώπους. Τη λαχτάρα, την απώλεια, την
προσμονή, τη μοναξιά, τον έρωτα. Όσα αλλάζουν πρόσωπα αλλά δεν αλλάζουν ποτέ
ουσία.
Γι' αυτό μπορούμε να χορεύουμε ακόμη και τη
μελαγχολία. Να δίνουμε ρυθμό στον καημό και βήμα στη σιωπή. Να μετατρέπουμε μια
προσωπική πληγή σε κοινό τραγούδι.
Και όταν, χρόνια αργότερα, ακουστεί μια παλιά μελωδία,
δεν ακούμε μόνο το τραγούδι. Ακούμε τον εαυτό μας. Εκείνον που ήμασταν τότε και
που, χωρίς να το γνωρίζουμε, ταξίδεψε μέσα στο ποτάμι των τραγουδιών.






