Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Η κόπωση της οργής


Μετά από τριάντα τρία χρόνια σε αυτή τη στήλη, η δυσκολία μου εκφραστώ  δεν πηγάζει από κούραση, αλλά από μια βαθιά πνευματική απογοήτευση. Είναι η οδυνηρή στιγμή που συνειδητοποιείς πως το πολιτικό τοπίο δεν είναι πια πεδίο συγκρούσεων, αλλά μια έρημος από πρόσωπα άχρωμα και άοσμα. Η «αηδία» που νιώθω δεν είναι πια έκρηξη, είναι μια παγερή ουδετερότητα απέναντι σε μια εξουσία που στερείται εσωτερικού βάρους.


Κάποτε η οργή ήταν καύσιμο. Έδινε ρυθμό στη φράση, αιχμή στη σκέψη, έδινε λόγο να επιμείνεις, να σταθείς απέναντι, να γράψεις.  Δεν ήταν ευχάριστη, αλλά ήταν ζωντανή. Σήμερα, η οργή έχει κουραστεί. Έχει χάσει το βάρος της, σαν λέξη που ειπώθηκε τόσες φορές ώστε έμεινε χωρίς αντίκρισμα. Δεν θυμώνω πια όπως παλιά. Δεν αξίζει.

Το πολιτικό τοπίο δεν με εξοργίζει πια. Με αδειάζει. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να κινούνται μέσα σε έναν χώρο αποστειρωμένο, όπου οι λέξεις δεν έχουν βάρος και οι πράξεις δεν αφήνουν ίχνος. Τίποτα δεν αιφνιδιάζει, τίποτα δεν συγκρούεται πραγματικά. Μια διαρκής ανακύκλωση ρόλων, προσώπων, υποσχέσεων. Σαν να έχει χαθεί ακόμη και η ικανότητα του λάθους να σοκάρει. Δεν υπάρχει σύγκρουση, μόνο επανάληψη. Δεν υπάρχει ευθύνη, μόνο διαχείριση της εικόνας.

Και αυτή η απουσία δεν είναι ουδέτερη. Είναι μια φθορά αθόρυβη. Γιατί όταν παύεις να θυμώνεις, δεν σημαίνει ότι συμφιλιώθηκες. Σημαίνει ότι απομακρύνθηκες. Ότι κάτι μέσα σου έκρινε πως δεν αξίζει ούτε καν η αντίδραση. Εκεί, η πολιτική δεν απορρίπτεται, απλώς ακυρώνεται.

Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από την ένταση, αλλά και από την έλλειψή της. Από τη στιγμή που δεν γεννά ούτε σύγκρουση ούτε προσδοκία, αλλά μια επίπεδη συνήθεια. Ένα τοπίο χωρίς αιχμές, όπου όλα περνούν και τίποτα δεν μένει.

Κι εγώ, που έμαθα να γράφω κάθε μέρα, να πειθαρχώ στη λέξη, βρίσκομαι μπροστά σε μια σιωπή που δεν μοιάζει με επιλογή. Το χρονογράφημα δεν στερεύει από θέματα, στερεύει από ανάγκη. Και αυτό είναι πιο ανησυχητικό.

Το πιο τρομακτικό, όμως, είναι πώς αυτή η πνευματική ξηρασία αντανακλάται στην τοπική μας κοινωνία. Η πόλη μας, που κάποτε έσφυζε από αυθεντικές ανησυχίες, μοιάζει να υιοθετεί το ίδιο μοντέλο της «διαχείρισης του τίποτα». ». Η τοπική εξουσία συχνά εγκλωβίζεται σε έναν στείρο ναρκισσισμό, όπου η εικόνα υποκαθιστά την ουσία και οι δημόσιες σχέσεις το όραμα

Ίσως, τελικά, αυτό να είναι το πιο ειλικρινές κείμενο που μπορώ να γράψω σήμερα. Ίσως τελικά να μην είναι η οργή που χάθηκε. Ίσως να είναι η πίστη ότι μπορεί να αλλάξει κάτι μέσα από αυτήν. Αυτή η πνευματική «ανοσμία» είναι που με πονάει περισσότερο. Όταν το καθημερινό χρονογράφημα, που κάποτε ήταν άσκηση σκέψης και πάθους, καταλήγει να αναμετράται με το κενό, τότε η πένα στεγνώνει. Πώς να γράψεις για το τίποτα; Πώς να βρεις λέξεις για μια πραγματικότητα που δεν έχει πια ούτε ηθικό έρμα ούτε αισθητική; Πώς να γράψεις για το «καλό» ή το «κακό», όταν όλα έχουν βυθιστεί σε μια γκρίζα ζώνη αδιαφορία.

 

Και η αδιαφορία δεν κάνει θόρυβο. Δεν προκαλεί, δεν συγκρούεται, δεν ζητά. Απλώς απλώνεται. Και στο τέλος, δεν είναι η εξουσία που σε έχει κουράσει. Είναι που δεν βρίσκεις πια λόγο να της αντισταθείς. Κι αυτό, ίσως, είναι η πιο ήσυχη μορφή ήττας.

Η άνοιξη που δεν ειπώθηκε ποτέ



Υπάρχει κάτι που επιμένει.
Σαν άνοιξη που δεν ήρθε στην ώρα της, μα δεν έπαψε ποτέ να υπόσχεται.



Χρόνια τώρα το κουβαλώ, όχι ως σκέψη ολοκληρωμένη, αλλά ως παλμό. Ένα «κάτι θέλω να πω» που δεν ανήκει σε πρόσωπα, ούτε σε στιγμές. Ανήκει σε μια εποχή που έμαθε να μιλά με μισές λέξεις και να σωπαίνει εκεί που όφειλε να σταθεί.

Ζούσαμε σαν να παρακολουθούμε.
Σαν να μην μας αφορά.
Μια σκηνή φωτισμένη, ρόλοι πρόχειροι, γέλια εύκολα. Κι εμείς, βολεμένοι θεατές, χειροκροτούσαμε από συνήθεια. Μέχρι που το γέλιο έσπασε. Όχι από αστείο, αλλά από βάρος.
Και τότε οι λέξεις κρύφτηκαν.

Το «κάτι θέλω να πω» έγινε ρωγμή.
Έγινε η στιγμή που ο ενικός δεν αντέχει πια χωρίς τον πληθυντικό. Που η ευθύνη δεν διαχέεται, αλλά επιστρέφει. Ονομαστική. Σχεδόν σωματική.

Δεν υπάρχουν πια ορισμοί που να χωρούν αυτό που ζούμε. Μόνο εικόνες που ραγίζουν. Μόνο αισθήσεις που επιμένουν να δείχνουν πως το έδαφος κάτω από τα πόδια μας δεν ήταν ποτέ τόσο σταθερό όσο πιστεύαμε.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την αστάθεια, κάτι στέκεται.
Όχι ως βεβαιότητα, αλλά ως ανάγκη.
Το «κάτι» δεν έχει μορφή ακόμη.
Δεν έχει γίνει λόγος.
Έχει όμως ανάσα.

Κάποτε τους ανεβάσαμε στη σκηνή για να γελάσουμε. Ίσως γιατί το γέλιο ήταν πιο εύκολο από την κρίση. Εκείνοι δεν άργησαν να αλλάξουν το έργο. Και η φάρσα έγινε κάτι άλλο. Κάτι που δεν παρακολουθείς από απόσταση, αλλά το διασχίζεις.
Και κάπου εκεί, η παιδικότητα σταματά να είναι αθώα.

Όταν γίνεται βάρος στις πλάτες των παιδιών.
Η απόσταση ανάμεσα στην ήττα και τη νίκη δεν μετριέται. Διανύεται. Με μικρά βήματα που δεν φαίνονται, αλλά αλλάζουν τη φορά των πραγμάτων.

Το «κάτι θέλω να πω» δεν είναι δισταγμός.
Είναι αρχή.
Η μαγιά πριν τον λόγο.
Η σιωπή πριν τη φωνή.

Να δούμε τον κόσμο αλλιώς. Όχι μέσα από τα φίλτρα που μας καθησυχάζουν, αλλά μέσα από τα μάτια που μένουν ανοιχτά, όσο κι αν κουράζονται. Μέσα από τα μάτια των παιδιών που περιπλανώνται σε έναν αόρατο, παγκόσμιο χώρο και φτιάχνουν κοινότητες χωρίς σύνορα και χωρίς άλλοθι.

Να τον δούμε μαζί.
Όχι ως ιστορία που συμβαίνει, αλλά ως ευθύνη που μοιράζεται.
Και ίσως τότε,
το «κάτι» να βρει επιτέλους τη φωνή του. 

Το Θερμοκήπιο της Εξουσίας

Και επειδή μιλάμε για τον τόπο, η πολιτική ηγεσία κουβαλά μια παλιά, σχεδόν κληρονομική παθογένεια. Μαθαίνει να ζει μέσα σε θερμοκήπιο. Να αναπνέει αέρα ελεγχόμενο, να ακούει ήχους φιλτραρισμένους, να κινείται σε θερμοκρασίες ασφαλείς. Έτσι χάνει την αίσθηση του καιρού, και στο τέλος του ίδιου του χρόνου



Το μικροκλίμα αυτό στάθηκε πολλές φορές ο αόρατος κυβερνήτης της μικρής μας πόλης. Όχι οι μεγάλες ιδέες, ούτε τα σχέδια που ανοίγουν δρόμους, ούτε η τόλμη που λερώνει τα χέρια της στο έργο. Μα η κλεισούρα, η αυτάρκεια, η τέχνη να περνούν οι μέρες χωρίς να ανοίγει κανείς το παράθυρο.

Έξω έχει λιακάδα. Μα πώς να τη δουν με κλειστά παντζούρια; Ο ορίζοντας γίνεται το ταβάνι του γραφείου τους. Οι τοίχοι παίρνουν τη θέση του κόσμου. Το δέρμα αλλάζει χρώμα, γίνεται κάτι ανάμεσα σε μούχλα και σκιά.

Κι όμως, μέσα σε τέτοιους χώρους γεννιούνται συχνά οι μεγαλύτερες ψευδαισθήσεις. Πιστεύεις πως είσαι βασιλιάς επειδή κανείς δεν σε διαψεύδει. Οι αυλοκόλακες ξέρουν καλά τη δουλειά τους. Σε γεμίζουν αέρα κοπανιστό, γυαλίζουν το στέμμα σου, φουσκώνουν τα φτερά σου. Το λάθος αρχίζει όταν πιστέψεις πως μπορείς να πετάξεις.

Η πτώση τότε είναι βέβαιη. Και κανένα πέλαγος δεν θα πάρει το όνομά σου. γιατί η θάλασσα αναγνωρίζει μόνο όσους ταξίδεψαν.

Αν δεν ανοίξεις το παράθυρο να πέσει φως στον απέναντι τοίχο, δεν θα δεις ποτέ τη σκόνη που σε σκεπάζει. Ούτε τα παράσιτα που τρέφονται από τη σιωπή σου. Δεν θα ακούσεις τις αλήθειες του πραγματικού κόσμου, που συχνά βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά, μα για σένα μοιάζει άλλη ήπειρος.

Κι όμως, η έξοδος είναι απλή. Δύο βήματα ως την πόρτα. Ένα χέρι στο χερούλι. Μια στροφή αριστερά.

Και μετά, ζωή.
Εκεί όπου οι άνθρωποι δεν χειροκροτούν από υποχρέωση. Εκεί όπου η φύση δεν συνωμοτεί υπέρ κανενός. Εκεί όπου ο άνεμος μπαίνει απρόσκλητος και ξεσκονίζει τις βεβαιότητες. Εκεί όπου τα όνειρα, πληγωμένα μα ανυπότακτα, επιμένουν να ανθίζουν μέσα στις ρωγμές.

Όποιος βγει έξω, ίσως σωθεί. Όποιος μείνει μέσα, θα κυβερνά μόνο τη σκόνη του.

Η φωτογραφία από τη θεατρική παράσταση "το Θερμοκήπιο" του Χάρολντ Πίντερ 

Η μέρα που ξημέρωσε σκοτάδι



Ήμουν μικρό παιδί, όμως θυμάμαι. Κάποιες αυγές δεν φέρνουν φως. Φέρνουν έναν ήχο βαρύ, μια σιωπή αφύσικη, ένα βάρος που κάθεται πάνω στις πόλεις πριν ακόμη ανοίξουν τα παράθυρα. Υπάρχουν πρωινά που δεν αρχίζουν, αλλά διακόπτουν. Η 21η Απριλίου 1967 ήταν ένα τέτοιο πρωινό.



Ξημέρωσε σαν όλες τις άλλες μέρες, μα έφερε μαζί της τη νύχτα. Οι δρόμοι γέμισαν ερπύστριες, τα σπίτια φόβο, οι άνθρωποι ψιθύρους. Η Δημοκρατία δεν έπεσε με έναν θόρυβο θεαματικό. Έσβησε μέσα σε διαταγές, συλλήψεις, εξορίες, βασανιστήρια και στη βεβαιότητα όσων πίστεψαν πως μπορούν να κρατήσουν μια χώρα δεμένη στο χέρι τους.

Η χούντα δεν κατέλυσε μόνο το Σύνταγμα. Επιχείρησε να λυγίσει την ψυχή της κοινωνίας. Να κάνει τον πολίτη υπήκοο, τη σκέψη ενοχή, την ελευθερία αδίκημα. Να μάθει τους ανθρώπους να σωπαίνουν πριν ακόμη φοβηθούν. Κάθε δικτατορία δεν φυλακίζει μόνο σώματα. Φυλακίζει ορίζοντες.

Κι όμως, μέσα στο σκοτάδι, υπήρξαν σπίθες. Άνθρωποι γνωστοί και άγνωστοι, νέοι, εργάτες, φοιτητές, δάσκαλοι, καλλιτέχνες, απλοί πολίτες, που αρνήθηκαν να συνηθίσουν το κλουβί. Πλήρωσαν με φυλακή, με εξορία, με βασανιστήρια, κάποιοι με τη ζωή τους. Χάρη σε αυτούς, η Ελλάδα κράτησε μέσα της μια κρυφή αναπνοή ελευθερίας, ώσπου να γίνει ξανά φως.

Γι’ αυτό η 21η Απριλίου δεν είναι μόνο ανάμνηση. Είναι ένας καθρέφτης στραμμένος στο σήμερα. Η Δημοκρατία δεν χάνεται μόνο με τανκς. Φθείρεται από την αδιαφορία, τη δημαγωγία, την περιφρόνηση των θεσμών, την ανοχή στο ψέμα, τη συνήθεια στην αυθαιρεσία. Οι εχθροί της δεν φορούν πάντα στολή, συχνά φορούν κανονικότητα.

Και έτσι επιστρέφουμε στην αρχή. Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν περνούν, γιατί μας ζητούν να μείνουμε άγρυπνοι. Να θυμόμαστε πως το σκοτάδι δεν έρχεται πάντα απότομα, έρχεται και αθόρυβα. Και πως η ελευθερία δεν χαρίζεται ποτέ, μόνο φυλάσσεται. 

Ο τελευταίος αιρετικός

 


Χθες γιορτάσαμε τον άπιστο Θωμά. Μα ορισμένες μορφές δεν ανήκουν σε μία ημέρα του ημερολογίου. Επιστρέφουν κάθε φορά που η κοινωνία πνίγεται από βεβαιότητες και κάθε φορά που ένας άνθρωπος τολμά να ρωτήσει.



Ο Θωμάς δεν υπήρξε αρνητής. Υπήρξε ο πρώτος που ζήτησε απόδειξη. Ο προστάτης των ελεύθερων ανθρώπων. Εκείνος που στάθηκε απέναντι στο πλήθος και πρόφερε τη φράση που πάντα τρομάζει τις εξουσίες, «δείξε μου».

Δεν αρνήθηκε το θαύμα. Αρνήθηκε την ευκολία. Δεν πολέμησε την πίστη. Πολέμησε την τύφλωσή της. Δεν ύψωσε λάβαρο επανάστασης. Ύψωσε το δάχτυλο της απορίας. Και αυτό στάθηκε αρκετό για να στιγματιστεί στους αιώνες. Γιατί οι κοινωνίες συγχωρούν τον φανατισμό ευκολότερα απ’ όσο συγχωρούν την αμφιβολία.

Τα δόγματα δεν χτίζονται πάνω στην αλήθεια. Χτίζονται πάνω στην ανάγκη των ανθρώπων να μη σκέφτονται. Είναι αναπαυτικές φυλακές, καλοστρωμένα κελιά, όπου παραδίδεις την κρίση σου για να αγοράσεις λίγη ασφάλεια. Και κάθε εποχή στήνει τα δικά της ιερατεία. Άλλοτε φορούν ράσα, άλλοτε κοστούμια, άλλοτε τηλεοπτικά χαμόγελα. Μα η απαίτηση μένει ίδια, πίστευε, υπάκουε, σώπα.

Η μεγάλη τραγωδία δεν είναι πως λείπει η γνώση. Είναι πως περισσεύει η βεβαιότητα. Στο όνομά της κάηκαν άνθρωποι, σφαγιάστηκαν λαοί, εξοντώθηκαν ιδέες, ταπεινώθηκαν ζωές. Όποιος πιστεύει πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, αργά ή γρήγορα θα θελήσει να τη φορέσει με τη βία και στους άλλους.

Η αμφιβολία, αντίθετα, είναι ταπεινή. Δεν κραυγάζει, ρωτά. Δεν καταδικάζει, ερευνά. Δεν υπόσχεται παραδείσους, ανοίγει παράθυρα. Είναι το πρώτο βήμα της γνώσης και το τελευταίο καταφύγιο της ελευθερίας.

Γι’ αυτό οι σύγχρονοι Θωμάδες είναι μόνοι. Ζουν στην εξορία της μειοψηφίας. Δεν ανήκουν σε κοπάδια, δεν χειροκροτούν με εντολή, δεν γονατίζουν μπροστά σε έτοιμες αλήθειες. Πληρώνουν ακριβά το δικαίωμα να σκέφτονται. Μα κρατούν ζωντανό κάτι που οι πολλοί έχουν ήδη ανταλλάξει, την πνευματική τους αξιοπρέπεια.

Και όσο για το καλό και το κακό, ποιος τα μετρά; Υπάρχουν αρετές που μυρίζουν ιδιοτέλεια και αμαρτίες που γεννήθηκαν από δίψα ζωής. Υπάρχουν τίμιοι άνθρωποι χωρίς ψυχή και αμαρτωλοί με καρδιά. Υπάρχουν νόμιμοι κλέφτες και παράνομοι ευεργέτες. Η ζωή δεν χωρά σε κατηγορίες γραφείου.

«Ξημερώνουμε γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές». Σε έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες, εμπόρους ηθικής, επαγγελματίες σωτήρες και πολίτες που έμαθαν να φυτρώνουν αντί να ζουν. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούν πια στη συκιά. Οδηγούν στα πάνελ, στα αξιώματα, στις δημόσιες σχέσεις.

Γι’ αυτό ο Θωμάς δεν γιορτάζεται μόνο μία Κυριακή. Γιορτάζεται κάθε φορά που κάποιος αρνείται να παραδώσει το μυαλό του. Και ίσως, τελικά, οι άπιστοι να είναι οι μόνοι που πήραν στα σοβαρά την αλήθεια.

Η φωτογραφία είναι του Χάρη Χατζησταματίου 

Η Φωνή πάνω στις Ρωγμές



Στο προηγούμενο κείμενο έγραψα πως μου αρκεί η θέση.
Η θέση να μιλώ χωρίς άδεια, να διαφωνώ χωρίς εξάρτηση, να υπερασπίζομαι τον τόπο χωρίς αντάλλαγμα.



Σήμερα προσθέτω κάτι ακόμη.
Καμιά θέση δεν έχει αξία αν δεν συνοδεύεται από φωνή.
Δεν χρειάζεται μικρόφωνο για να ακουστείς.
Χρειάζεται λόγος.
Και κάτι ακόμη πιο σπάνιο, να μη φοβάσαι τη σιωπή που προηγείται όταν λες μια αλήθεια.

Η δημόσια φωνή δεν είναι παραχώρηση κανενός γραφείου, ούτε φέρει τη μελάνη επίσημων σφραγίδων. Σφυρηλατείται στην άρνηση της υποτέλειας. Κερδίζεται κάθε φορά που η λέξη γίνεται αγκάθι στην αυτάρεσκη ευπρέπεια. Κάθε φορά που το βλέμμα σκίζει τη βιτρίνα και βλέπει την πραγματικότητα κάτω από τα συνθήματα.

Γιατί υπάρχουν λέξεις που φορούν στολή και υπηρετούν την περίσταση. Και υπάρχουν λέξεις που περπατούν ξυπόλυτες, υπηρετώντας την αλήθεια.

Στην Κέρκυρα, έναν τόπο που η ομορφιά του τον καταδίκασε να θεωρείται δεδομένος, η ευθύνη δεν είναι θεωρία. Είναι καθημερινή δοκιμασία. Τη βλέπεις στα καντούνια που κουράστηκαν να περιμένουν φροντίδα, στις πλατείες που γερνούν κάτω από την προχειρότητα, στα μνημεία που δεν τα νικά ο χρόνος αλλά η αδιαφορία.

Η πόλη μιλά ακόμη κι όταν δεν την ακούμε. Μιλά με τις ρωγμές των τοίχων της, με την ασχήμια που αφήσαμε να ριζώσει, με το νερό που λείπει, με τους δρόμους που ασφυκτιούν, με τα σκουπίδια που επιστρέφουν σαν κακή συνήθεια, με τα σπίτια που έπαψαν να κατοικούνται και έγιναν προϊόντα περαστικής χρήσης, με την ηχορύπανση που παίρνει πια μεγάλες διαστάσεις στο ιστορικό κέντρο και μετατρέπει την καθημερινότητα σε διαρκή πολιορκία των αισθήσεων.

Η συμμετοχή δεν είναι κομματικό καθήκον. Είναι πολιτική πράξη. Να φροντίζεις το κοινό όπως θα φρόντιζες το σπίτι σου. Να απαιτείς ποιότητα ζωής όχι ως χάρη, αλλά ως δικαίωμα. Η δημοκρατία δεν είναι προβολείς, αλλά ο δύσκολος διάλογος της ευθύνης.

Δεν θέλω να φωνάξω πιο δυνατά από τους άλλους. Οι εποχές γέμισαν κραυγές που ακούγονται πολύ και λένε λίγο. Θέλω μόνο να μη σωπάσουμε όσοι πιστεύουμε ακόμη πως η καθημερινότητα είναι πολιτική πράξη. Πως η αισθητική είναι μορφή ηθικής. Πως ο σεβασμός στον τόπο είναι τρόπος να σέβεσαι και τον εαυτό σου.

Δεν ζητώ χώρο. Ζητώ προσοχή.
Δεν ζητώ χειροκρότημα. Ζητώ εγρήγορση.
Δεν ζητώ συμφωνία. Ζητώ να μείνει ζωντανό το δικαίωμα της διαφωνίας.

Γιατί οι κοινωνίες δεν φθείρονται μόνο από όσους κάνουν λάθος. Φθείρονται περισσότερο από όσους συνηθίζουν το λάθος και το ονομάζουν κανονικότητα.

Κι αν κάτι αξίζει να υπερασπιστεί κανείς χωρίς αξίωμα, είναι ακριβώς αυτό, το δικαίωμα να ενοχλείς την αδράνεια, να ταράζεις τη βολή, να θυμίζεις πως τίποτε δημόσιο δεν ανήκει στους λίγους. 

Χωρίς αξίωμα...με θέση

Με ρώτησε ένας φίλος αν συμμετέχω ενεργά σε κάποιον κομματικό μηχανισμό.

Όχι, του είπα. Και μέσα σε αυτό το «όχι» χωρούσαν χρόνια, διαψεύσεις, πρόσωπα, αίθουσες, χειροκροτήματα που δεν άξιζαν ούτε τον θόρυβό τους.



Τις φιλοδοξίες για αξιώματα τις άφησα νωρίς πίσω. Εκεί όπου άλλοι είδαν σκαλοπάτια, εγώ είδα τοίχους. Εκεί όπου υπόσχονταν συμμετοχή, συνάντησα μηχανισμούς. Εκεί όπου διακήρυσσαν ιδέες, είδα καριέρες.

Με κούρασαν οι ατελείωτες συνεδριάσεις όπου ο χρόνος ξοδευόταν χωρίς αποτέλεσμα. Οι διάλογοι που δεν οδηγούσαν πουθενά. Οι άνθρωποι που μιλούσαν για προσφορά ενώ σχεδίαζαν διαδρομές προσωπικής ανέλιξης. Η πολιτική ως δημόσια εικόνα, ως τεχνική παρουσίας, ως άσκηση δημοσίων σχέσεων.

Ύστερα ήρθε η μεγάλη μετάλλαξη. Η πολιτική έγινε εικόνα. Η τηλεόραση, ύφος. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, υποκατάστατο σκέψης. Το σύνθημα νίκησε την ιδέα και η ατάκα έθαψε το επιχείρημα.

Κυρίως όμως με κούρασε η απομάκρυνση από τον σκοπό. Όταν η πολιτική παύει να υπηρετεί την κοινωνία και αρχίζει να υπηρετεί τον εαυτό της, τότε οι πολίτες μένουν μόνοι.
Δεν αποχώρησα από τα κοινά. Επέλεξα άλλον τρόπο παρουσίας.
Τον δρόμο της καθημερινής γραφής. Της δημόσιας παρέμβασης. Της επιμονής να μπαίνουν στο τραπέζι όσα βολεύει να μένουν στο σκοτάδι. Η ποιότητα ζωής, οι υποδομές, ο πολιτισμός, και ειδικότερα η αισθητική της πόλης μου, η ιστορική μνήμη, η ευθύνη απέναντι στην τοπική κοινωνία της Κέρκυρας.

Γιατί ένας τόπος δεν αλλάζει μόνο με αποφάσεις γραφείου. Αλλάζει και με λόγο που ενοχλεί. Με κριτική που επιμένει. Με ανθρώπους που δεν σιωπούν.
Γι’ αυτό λέω πως δεν μου έλειψε ποτέ το αξίωμα. Δεν το ζήτησα ξανά, δεν το νοστάλγησα.

Μου αρκεί η θέση.
Η θέση να μιλώ χωρίς άδεια. Να διαφωνώ χωρίς εξάρτηση. Να υπερασπίζομαι τον τόπο χωρίς αντάλλαγμα. Να στέκομαι απέναντι από κάθε καρέκλα όταν αυτή ξεχνά γιατί υπάρχει.

Και επειδή οι εποχές γέμισαν εύκολες βεβαιότητες, θυμάμαι τον Νίκο Καρούζο: "Μη με διαβάζετε όταν έχετε δίκιο".

Γιατί τίποτε δεν βλάπτει περισσότερο μια κοινωνία από εκείνους που είναι πάντοτε βέβαιοι πως τη σώζουν.

Η κόπωση της οργής

Μετά από τριάντα τρία χρόνια σε αυτή τη στήλη, η δυσκολία μου εκφραστώ   δεν πηγάζει από κούραση, αλλά από μια βαθιά πνευματική απογοήτευσ...