Μετά από τριάντα τρία χρόνια σε αυτή τη στήλη, η δυσκολία μου εκφραστώ δεν πηγάζει από κούραση, αλλά από μια βαθιά πνευματική απογοήτευση. Είναι η οδυνηρή στιγμή που συνειδητοποιείς πως το πολιτικό τοπίο δεν είναι πια πεδίο συγκρούσεων, αλλά μια έρημος από πρόσωπα άχρωμα και άοσμα. Η «αηδία» που νιώθω δεν είναι πια έκρηξη, είναι μια παγερή ουδετερότητα απέναντι σε μια εξουσία που στερείται εσωτερικού βάρους.
Κάποτε η οργή ήταν
καύσιμο. Έδινε ρυθμό στη φράση, αιχμή στη σκέψη, έδινε λόγο να επιμείνεις, να
σταθείς απέναντι, να γράψεις. Δεν ήταν
ευχάριστη, αλλά ήταν ζωντανή. Σήμερα, η οργή έχει κουραστεί. Έχει χάσει το
βάρος της, σαν λέξη που ειπώθηκε τόσες φορές ώστε έμεινε χωρίς αντίκρισμα. Δεν
θυμώνω πια όπως παλιά. Δεν αξίζει.
Το πολιτικό τοπίο δεν με
εξοργίζει πια. Με αδειάζει. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να κινούνται μέσα σε
έναν χώρο αποστειρωμένο, όπου οι λέξεις δεν έχουν βάρος και οι πράξεις δεν
αφήνουν ίχνος. Τίποτα δεν αιφνιδιάζει, τίποτα δεν συγκρούεται πραγματικά. Μια
διαρκής ανακύκλωση ρόλων, προσώπων, υποσχέσεων. Σαν να έχει χαθεί ακόμη και η
ικανότητα του λάθους να σοκάρει. Δεν υπάρχει σύγκρουση, μόνο επανάληψη. Δεν
υπάρχει ευθύνη, μόνο διαχείριση της εικόνας.
Και αυτή η απουσία δεν
είναι ουδέτερη. Είναι μια φθορά αθόρυβη. Γιατί όταν παύεις να θυμώνεις, δεν
σημαίνει ότι συμφιλιώθηκες. Σημαίνει ότι απομακρύνθηκες. Ότι κάτι μέσα σου
έκρινε πως δεν αξίζει ούτε καν η αντίδραση. Εκεί, η πολιτική δεν απορρίπτεται,
απλώς ακυρώνεται.
Η δημοκρατία δεν
κινδυνεύει μόνο από την ένταση, αλλά και από την έλλειψή της. Από τη στιγμή που
δεν γεννά ούτε σύγκρουση ούτε προσδοκία, αλλά μια επίπεδη συνήθεια. Ένα τοπίο
χωρίς αιχμές, όπου όλα περνούν και τίποτα δεν μένει.
Κι εγώ, που έμαθα να
γράφω κάθε μέρα, να πειθαρχώ στη λέξη, βρίσκομαι μπροστά σε μια σιωπή που δεν
μοιάζει με επιλογή. Το χρονογράφημα δεν στερεύει από θέματα, στερεύει από
ανάγκη. Και αυτό είναι πιο ανησυχητικό.
Το πιο
τρομακτικό, όμως, είναι πώς αυτή η πνευματική ξηρασία αντανακλάται στην τοπική
μας κοινωνία. Η πόλη μας, που κάποτε έσφυζε από αυθεντικές ανησυχίες, μοιάζει
να υιοθετεί το ίδιο μοντέλο της «διαχείρισης του τίποτα». ». Η τοπική εξουσία
συχνά εγκλωβίζεται σε έναν στείρο ναρκισσισμό, όπου η εικόνα υποκαθιστά την
ουσία και οι δημόσιες σχέσεις το όραμα
Ίσως, τελικά, αυτό να
είναι το πιο ειλικρινές κείμενο που μπορώ να γράψω σήμερα. Ίσως τελικά να μην
είναι η οργή που χάθηκε. Ίσως να είναι η πίστη ότι μπορεί να αλλάξει κάτι μέσα
από αυτήν. Αυτή η πνευματική «ανοσμία» είναι που με
πονάει περισσότερο. Όταν το καθημερινό χρονογράφημα, που κάποτε ήταν άσκηση
σκέψης και πάθους, καταλήγει να αναμετράται με το κενό, τότε η πένα στεγνώνει.
Πώς να γράψεις για το τίποτα; Πώς να βρεις λέξεις για μια πραγματικότητα που
δεν έχει πια ούτε ηθικό έρμα ούτε αισθητική; Πώς να γράψεις για το «καλό» ή το
«κακό», όταν όλα έχουν βυθιστεί σε μια γκρίζα ζώνη αδιαφορία.
Και η αδιαφορία δεν κάνει
θόρυβο. Δεν προκαλεί, δεν συγκρούεται, δεν ζητά. Απλώς απλώνεται. Και στο
τέλος, δεν είναι η εξουσία που σε έχει κουράσει. Είναι που δεν βρίσκεις πια
λόγο να της αντισταθείς. Κι αυτό, ίσως, είναι η πιο ήσυχη μορφή ήττας.






