Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπλα της χωρίς να τη συναντήσουμε.
Οι χώροι λάμπουν, οι εικόνες πολλαπλασιάζονται, οι άνθρωποι φροντίζουν την παρουσία τους, οι συναντήσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Όλα μοιάζουν να βρίσκονται στη θέση τους, εκτός από εκείνο το αδιόρατο κάτι που δίνει νόημα στην παρουσία μας μέσα στον κόσμο. Η ζωή οργανώνεται με επιμέλεια, σχεδόν σκηνοθετείται, κι εμείς συχνά καταλήγουμε θεατές της.
Μάθαμε να συγχέουμε την αφθονία με την πληρότητα, την αναγνώριση με την αξία, την κίνηση με τη ζωή. Δεν μας αρκεί πια να ζούμε κάτι. Θέλουμε να φαίνεται πως το ζούμε. Η ευτυχία χρειάζεται αποδείξεις, η επιτυχία μάρτυρες και η απόλαυση μια εικόνα που να πιστοποιεί ότι πράγματι συνέβη. Κάπως έτσι, ανάμεσα σε όσα αποκτούμε και σε όσα επιδεικνύουμε, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια την εμπειρία.
Το κενό, ωστόσο, δεν κάνει θόρυβο. Μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα ακριβό δείπνο, μια επιτυχημένη δημόσια εμφάνιση, μια ζωή που προκαλεί τον θαυμασμό. Δεν φαίνεται στις φωτογραφίες, ούτε διορθώνεται με την επόμενη κατάκτηση. Είναι εκείνη η ανεξήγητη αίσθηση πως, ενώ όλα συμβαίνουν γύρω μας, κάτι ουσιαστικό εξακολουθεί να μη συμβαίνει μέσα μας.
Δεν φταίει η ομορφιά. Φταίει ίσως η απαίτησή μας να μας σώσει, να γεμίσει όσα αφήσαμε άδεια, να μετατρέψει την ύπαρξη σε κάτι άξιο θαυμασμού. Η ομορφιά, όμως, δεν είναι υπόσχεση ευτυχίας και η τελειότητα δεν εγγυάται την πληρότητα. Μπορεί να κατοικεί σε ένα παλιό κτίριο, σε ένα πρόσωπο σημαδεμένο από τα χρόνια, σε μια χειρονομία που δεν ζητά ανταπόδοση. Κάποτε, μάλιστα, η φθορά δεν την ακυρώνει. Της χαρίζει μια αλήθεια που η τελειότητα αδυνατεί να προσφέρει.
Αυτή η παράξενη συνύπαρξη της ποιητικής ομορφιάς με την ανθρώπινη κενότητα ήταν εκείνο που με εντυπωσίασε στην ταινία του Πάολο Σορεντίνο, «Η Τέλεια Ομορφιά». Πίσω από τη λάμψη της Ρώμης, τις γιορτές και την αδιάκοπη κίνηση, αναδύεται ένας κόσμος που μοιάζει να τα έχει όλα, εκτός ίσως από έναν λόγο για να τα χαρεί. Κι εκεί, μέσα στην παρακμή, η ομορφιά δεν εξαφανίζεται. Εμφανίζεται σαν μια υπενθύμιση όσων θα μπορούσαν να μας συγκινήσουν, αν δεν είχαμε τόσο απασχοληθεί με το να εντυπωσιάζουμε.
Ίσως, τελικά, η παρακμή να μην αρχίζει όταν τα πράγματα χάνουν τη λάμψη τους, αλλά όταν εμείς παύουμε να αναζητούμε το νόημά τους.
Κι όσο επιμελέστερα σκηνοθετούμε τη ζωή μας, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να μας διαφύγει η μοναδική παράσταση που δεν επαναλαμβάνεται. Κι έτσι, η ζωή γίνεται ένα θέαμα που δεν θέλουμε να χάσουμε, ακόμη κι όταν έχουμε πάψει να συμμετέχουμε.
Στιγμιότυπο από την ταινία «Η Τέλεια Ομορφιά» (La Grande Bellezza, 2013), του Πάολο Σορεντίνο.







