Σε λίγο δεν θα αγγίζουμε ο ένας τον άλλον. Θα ανταλλάσσουμε μόνο λέξεις, εικονίδια, σύντομα «είμαι εδώ» που δεν θα φτάνουν ποτέ πραγματικά πουθενά. Κι όμως, το σώμα εξακολουθεί να ζητά εκείνο το αρχαίο θαύμα, την αφή. Τα ακροδάχτυλα πάνω στο δέρμα. Τα χείλη που ακουμπούν αργά έναν λαιμό σαν να διαβάζουν μια μυστική γλώσσα. Τη σιωπηλή τρυφερότητα που δεν θορυβεί, αλλά αλλάζει τον κόσμο.
Διάβαζα τον Μπρούνο Μοντεμπέλι να περιγράφει το σώμα μιας γυναίκας σαν γη φωτισμένη από ήλιο και μπαχαρικά, κανέλλα, πιπέρι, τζίνζερ, μια επιδερμίδα που ανέδιδε θερμότητα και δροσιά μαζί. Τα δάχτυλα, έγραφε, γλιστρούσαν πάνω της σαν να γνώριζαν από πάντα τον δρόμο. Και ξαφνικά κατάλαβα κάτι σχεδόν ξεχασμένο, ότι η αφή δεν είναι μόνο πράξη επιθυμίας. Είναι πράξη αναγνώρισης.
Δεν αγγίζεις αληθινά έναν άνθρωπο όταν θέλεις να τον αποκτήσεις. Τον αγγίζεις όταν για λίγα δευτερόλεπτα αφήνεις την άμυνά σου να πέσει. Όταν τα χέρια σου δεν απαιτούν αλλά ακούν. Όταν το σώμα γίνεται μια μορφή εμπιστοσύνης.
Η εποχή μας έμαθε να φοβόμαστε την τρυφερότητα. Να τη θεωρούμε αδυναμία, υπερβολή, σχεδόν αφέλεια. Κι όμως, ίσως δεν υπάρχει τίποτα πιο επαναστατικό σήμερα από έναν άνθρωπο που παραμένει τρυφερός. Από δυο χείλη που δεν βιάζονται. Από ένα χάδι που δεν έχει σκοπό να νικήσει, αλλά να μείνει.
Γιατί τελικά το «αγγίζω» σημαίνει πάντα και «αγγίζομαι». Δεν υπάρχει άλλη αίσθηση που να δίνει και να παίρνει ταυτόχρονα τόσο βαθιά. Και ίσως η τελευταία αλήθεια που μας απέμεινε να κρύβεται ακόμη εκεί, πάνω στο δέρμα ενός άλλου ανθρώπου.
Η φωτογραφία είναι Αntoine Verglas.






