Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

Τα παιδιά που δεν έγιναν ταινία

Υπάρχουν τραγωδίες που γίνονται ταινίες και άλλες που μένουν σιωπή.

Το Ολοκαύτωμα έγινε βιβλία, μνημεία, κινηματογράφος. Και σωστά. Η μνήμη εκείνης της φρίκης είναι ίσως από τα ελάχιστα πράγματα που δικαιολογούν ακόμη τη λέξη πολιτισμός.

Αλλά η ιστορία έχει μια παράξενη συνήθεια. Δεν θυμάται όλους τους νεκρούς με τον ίδιο τρόπο.

Στη Γάζα, εδώ και μήνες, ο κόσμος παρακολουθεί μια καταστροφή σχεδόν σε απευθείας μετάδοση. Ολόκληρες γειτονιές σβήνουν από τον χάρτη, οικογένειες χάνονται κάτω από τα ερείπια και μια γενιά παιδιών μαθαίνει τον κόσμο μέσα από τον ήχο των βομβαρδισμών.

Οι αριθμοί είναι τρομακτικοί. Δεκάδες χιλιάδες νεκροί. Ανάμεσά τους πάνω από είκοσι χιλιάδες παιδιά. Αν σταθεί κανείς λίγο σε αυτόν τον αριθμό, παύει να είναι στατιστική. Είναι μια χαμένη πόλη παιδιών. Τα παιδιά της Γάζας που  θα μείνουν έξω από τις ταινίες της ιστορίας.

 


Και όμως ο κόσμος μοιάζει να έχει μάθει να ζει με αυτό.

Η κριτική στην πολιτική του κράτους του Ισραήλ δεν είναι αντισημιτισμός. Ο αντισημιτισμός υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες ντροπές της Ευρώπης και όποιος διαθέτει στοιχειώδη ιστορική μνήμη το γνωρίζει.

Αλλά η μνήμη δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά.

Γιατί όταν παιδιά πεθαίνουν κάτω από τα ερείπια, η ιστορία δεν ενδιαφέρεται για τις γεωπολιτικές εξηγήσεις. Θυμάται μόνο ότι κάποτε οι άνθρωποι υποσχέθηκαν πως δεν θα το επιτρέψουν ξανά.

Πίσω όμως από κάθε μεγάλο πόλεμο υπάρχει πάντα και μια μεγάλη σκιά. Στην περίπτωση αυτή, η σκιά απλώνεται πέρα από τη Μεσόγειο, φτάνει μέχρι την Ουάσιγκτον. Η πολιτική και στρατιωτική στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών υπήρξε για δεκαετίες το πιο σταθερό δίχτυ ασφαλείας του Ισραήλ. Και όταν μια υπερδύναμη στέκεται τόσο καθαρά πίσω από έναν πόλεμο, η διεθνής κοινότητα μαθαίνει εύκολα να μιλά χαμηλόφωνα.

Έτσι γεννιέται η πιο επικίνδυνη μορφή συνενοχής, η σιωπή.

Μερικές χλιαρές δηλώσεις, λίγες διπλωματικές ανησυχίες και ύστερα πάλι η κανονικότητα της παγκόσμιας πολιτικής.

Και ενώ η Γάζα ακόμη καίγεται, ο ορίζοντας του πολέμου δείχνει να ανοίγει προς μια ακόμη πιο επικίνδυνη κατεύθυνση. Η κλιμάκωση με το Ιράν δεν είναι απλώς μια νέα στρατιωτική κίνηση. Είναι μια καινούργια πληγή που ανοίγει στη Μέση Ανατολή, με το Ισραήλ να βαδίζει για άλλη μια φορά με την πολιτική και στρατηγική κάλυψη των Ηνωμένων Πολιτειών. Όταν μια σύγκρουση αρχίζει να απλώνεται έτσι, κανείς δεν ξέρει πού τελειώνει. Οι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή έχουν μια κακή συνήθεια, ξεκινούν ως επιχειρήσεις ασφαλείας και καταλήγουν να γίνονται ιστορικά τραύματα ολόκληρων λαών.

Κι έτσι ο κύκλος συνεχίζεται.

Σήμερα θύμα, αύριο θύτης. Σήμερα εκδίκηση, αύριο νέα εκδίκηση.

Αυτός ο πόλεμος δεν θα αφήσει νικητές. Θα αφήσει μόνο περισσότερα ερείπια, περισσότερο μίσος και μια ακόμη χαμένη ευκαιρία της ανθρωπότητας να αποδείξει ότι έμαθε κάτι από την ιστορία της.

Ίσως κάποτε, όταν όλα αυτά θα έχουν τελειώσει και οι ιστορικοί θα γράφουν ξανά τα βιβλία τους, να υπάρξουν και για τη Γάζα μνημεία, ταινίες και επετείοι. Ίσως τότε ο κόσμος να ανακαλύψει ξαφνικά ότι χιλιάδες παιδιά χάθηκαν μέσα σε λίγους μήνες. Αλλά για τα ίδια τα παιδιά αυτό θα είναι αργά. Δεν θα έχουν μεγαλώσει για να θυμηθούν τίποτα. Θα έχουν μείνει για πάντα κάτω από τα ερείπια μιας ιστορίας που προτίμησε να κοιτάξει αλλού. Και τότε η ανθρωπότητα θα κάνει αυτό που κάνει πάντα, θα συγκινηθεί εκ των υστέρων.

 

 

 

 

Οι χαμένοι που το ήξεραν



Ο θυμός είναι θορυβώδης. Κάνει φασαρία μέσα μας, σπρώχνει λέξεις, σηκώνει σκόνη. Η πίκρα όμως είναι αλλιώς. Έρχεται αθόρυβα. Κάθεται απέναντί σου και δεν ζητά εξηγήσεις.
Τότε αρχίζεις να καταλαβαίνεις κάτι που μοιάζει σκληρό αλλά είναι απλό. Η ζωή που ζούμε δεν έπεσε επάνω μας από τον ουρανό. Κάποτε της ανοίξαμε εμείς την πόρτα.



Ίσως με μια μικρή απόφαση. Ίσως με μια επιμονή που τότε έμοιαζε ασήμαντη. Ίσως με εκείνη τη λεπτή γραμμή που χωρίζει την αξιοπρέπεια από τον συμβιβασμό. Από εκεί ξεκίνησε η διαδρομή. Μετά πέρασαν χρόνια, το ξεκίνημα ξεχάστηκε και έμεινε μόνο το αποτέλεσμα, βαρύ σαν πέτρα.

Δεν είναι μοίρα. Είναι χαρακτήρας.
Είναι εκείνος ο εγωισμός που δεν έμαθε να γονατίζει. Είναι μια ευγένεια παλιάς κοπής που δεν χωρά εύκολα στις αγορές της εποχής. Είναι εκείνη η πεισματάρα αξιοπρέπεια που μας κάνει να αρνούμαστε τις εύκολες παρέες και τα γρήγορα χειροκροτήματα.
Κάπου εκεί το καταλαβαίνεις.
Είμαστε από χέρι χαμένοι.

Το ξέρουμε όπως το ξέρουν όσοι περπατούν νύχτα σε άδειους δρόμους. Όσοι ακούν μια βραχνή φωνή από ένα παλιό ραδιόφωνο να τραγουδά για ανθρώπους που παίζουν με σημαδεμένες τράπουλες.

Κι όμως μένουν στο τραπέζι. Την ώρα της αιχμής και κόντρα στο ρεύμα.
Ανάβουν τσιγάρο δίπλα σε φιάλες οξυγόνου. Περπατούν ξυπόλητοι πάνω στα γυαλιά των επιλογών τους. Πέφτουν από τον τέταρτο για μια αγάπη που δεν τους περίμενε ποτέ.
Χαμένοι από χέρι.
Αλλά με έναν τρόπο παράξενα γενναίοι.

Γιατί επιμένουν. Στις αρχές τους, στις ήττες τους, στην καρδιά τους. Μαζεύουν τα κουρέλια των αισθημάτων τους και τα κρατούν σαν σημαίες. Κάποιοι θα πουν πως είναι αφελείς.
Ίσως. Αλλά υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν να χαθούν στον ίσκιο ενός ονείρου, παρά να σωθούν μέσα σε μια νίκη που απαιτεί να σκύψουν το κεφάλι.

Λίγο γελασμένοι. Λίγο μαγεμένοι. Λίγο μόνοι. Αλλά όρθιοι.
Γιατί στο τέλος υπάρχει μια ήττα που σώζει τον άνθρωπο.
Και μια νίκη που τον μικραίνει

Μικρή άμυνα απέναντι στο χάος


Ξαναδιαβάζω παλιά δημοσιευμένα κείμενα σε κιτρινισμένα φύλλα εφημερίδων. Δεκαπέντε, ίσως και είκοσι χρόνια πριν. Τα διαβάζω σήμερα και μοιάζουν με μικρές φωτογραφίες μιας εποχής που πίστευε ακόμη στις βεβαιότητές της, την ώρα που ο κόσμος, σχεδόν αθόρυβα, είχε ήδη αρχίσει να ραγίζει.



Και τότε, ακόμη κι εκείνη την εποχή, οι βεβαιότητες άρχιζαν να λιώνουν.
Οι ιδεολογίες που υποσχόντουσαν τα πάντα είχαν κουραστεί. Τα δόγματα έστεκαν ακόμη όρθια, όμως έμοιαζαν με σκελετούς που τρίζουν στο σκοτάδι. Οι άνθρωποι συνέχιζαν να τα επικαλούνται, αλλά στις σιωπές τους φαινόταν ήδη η ρωγμή.

Ίσως γι’ αυτό τα παλιά εκείνα κείμενα είναι γεμάτα μικρές αμφιβολίες. Σαν να διαισθανόμασταν, ήδη, ότι ο κόσμος δεν θα έμενε για πολύ σταθερός.

Σήμερα οι ρωγμές φαίνονται καθαρότερα.
Οι πόλεμοι επιστρέφουν σαν βαριά σύννεφα στον ορίζοντα, οι κοινωνίες βαδίζουν σε έδαφος που τρέμει, και η αβεβαιότητα γλιστρά σιωπηλά σε κάθε γωνιά της καθημερινότητας.
Κι όμως, μέσα σε αυτή την αταξία, κάτι επιμένει.

Ο έρωτας.
Κάθε φορά εμφανίζεται σαν να είναι ο πρώτος. Η πείρα δεν τον συγκρατεί, δεν τον προειδοποιεί. Βουτάς στα βαθιά με την ίδια αφέλεια, σχεδόν παιδική, σαν να μην έμαθες ποτέ.

Κάθε άνθρωπος που συναντάς μετακινεί λίγο τον κόσμο σου, σαν μια ανεπαίσθητη σεισμική δόνηση που αλλάζει τον χάρτη της καρδιάς.

Και τότε οι νύχτες ανοίγουν, βαθαίνουν. Η σιωπή γίνεται πιο πυκνή, οι σκέψεις περιπλανώνται σαν χαμένο φως, και η φαντασία επιστρέφει σε παλιά παιχνίδια, όπως ένα παιδί που δεν έμαθε ποτέ να τα αποχωρίζεται.

Σε έναν κόσμο που αμφιβάλλει για όλα, ο έρωτας δεν είναι λύση.
Ίσως όμως να είναι κάτι πιο ταπεινό, πιο ανθρώπινο.
Μια μικρή άμυνα απέναντι στο χάος

Οι τόποι που θυμούνται



Υπάρχουν μέρες που ο κόσμος χαμηλώνει τη φωνή του. Δεν συμβαίνει κάτι σπουδαίο. Δεν αλλάζει τίποτα θεαματικά. Απλώς ο θόρυβος κουράζεται και κάνει ένα βήμα πίσω, σαν να παίρνει μια μικρή ανάσα πριν συνεχίσει.

Είναι οι μέρες της άνοιξης που διστάζει. Εκείνες που ο αέρας μυρίζει φως, αλλά το φως δεν έχει ακόμη αποφασίσει να εγκατασταθεί. Στην Κέρκυρα τέτοιες μέρες έχουν μια ιδιαίτερη σιωπή. Οι στέγες της πόλης φωτίζονται απαλά και η θάλασσα γύρω από το νησί μοιάζει να κρατά για λίγο την ανάσα της.



Τότε γεννιέται μια παλιά ανάγκη. Να απομακρυνθείς για λίγο από το πλήθος των πραγμάτων. Όχι για να φύγεις από τον κόσμο, αλλά για να θυμηθείς πού ακριβώς βρίσκεσαι μέσα του.

Οι άνθρωποι οργανώνουν τη ζωή σαν σχέδιο εργασίας, με στόχους, καθήκοντα και λογαριασμούς. Όμως υπάρχει και μια άλλη περιοχή της ύπαρξης, πιο σιωπηλή και πιο ειλικρινής. Εκεί όπου τίποτα δεν διοικείται και τίποτα δεν χρειάζεται να αποδειχθεί.

Εκεί βρέθηκα μια μέρα.
Σ’ έναν μικρό παλιό όρμο του νησιού, κάπου ανάμεσα σε ελιές και αλμύρα, που μοιάζει να έχει αποσυρθεί από τον χρόνο. Το παλιό καρνάγιο ακίνητο. Οι βάρκες τραβηγμένες στην άμμο σαν ζώα που κοιμούνται. Τα σπίτια γύρω γύρω στο χρώμα της ώχρας, με εκείνη την ήσυχη αξιοπρέπεια που έχουν μόνο τα πράγματα που γέρασαν χωρίς να παραδοθούν.

Τα καντούνια κρατούν ακόμη τα βήματα ανθρώπων που πέρασαν κάποτε από εδώ. Στους τοίχους μικρές πληγές από χρόνια, ανέμους και ιστορίες. Σαν να έχουν απορροφήσει τις φωνές μιας άλλης εποχής και να τις φυλάνε σιωπηλά.
Και η θάλασσα. Πάντα η θάλασσα.
Μπαίνει στον όρμο αργά, σαν να θέλει να θυμηθεί κάτι. Το κύμα αφρίζει λίγο και ύστερα σωπαίνει.

Σε τέτοιους τόπους καταλαβαίνεις πως η μοναξιά δεν είναι τιμωρία. Είναι ένας καθαρός χώρος, ένα δωμάτιο μέσα στον χρόνο όπου μπορείς να καθίσεις για λίγο χωρίς ρόλο.
Και τότε αντιλαμβάνεσαι κάτι απλό. Δεν είσαι ποτέ πραγματικά μόνος. Οι τόποι θυμούνται τους ανθρώπους τους. Και καμιά φορά, όταν επιστρέφεις, σου ψιθυρίζουν αυτά που οι άνθρωποι ξέχασαν να πουν

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Την θέλω Ολόκληρη

8 Μαρτίου σήμερα.

Και για τη γυναίκα δεν γράφονται απλώς ημερομηνίες, γράφονται εποχές.

Τι θέλω;
Την θέλω ντυμένη με το άσπρο του πάγου και το κόκκινο της φωτιάς. Όπως είναι η ζωή όταν αξίζει να τη ζεις. Με ψυχραιμία και πάθος μαζί. Με σιωπή και εξέγερση. Με εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη γαλήνη και στην καταιγίδα που κάνει τον άνθρωπο αληθινό.



Την θέλω ύμνο στην ελευθερία.
Γιατί μισές ζωές δεν φτιαχτήκαμε για να ζούμε. Κι όμως η γυναίκα έμαθε για αιώνες να χωρά σε μισούς κόσμους. Μισά δικαιώματα. Μισές λέξεις. Μισές ιστορίες που γράφτηκαν χωρίς το όνομά της.
Κι όμως στάθηκε όρθια.
Σαν μια ήσυχη επανάσταση που δεν έπαψε ποτέ.

Τι θέλω;
Την θέλω να μη κοιτάζει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια των άλλων. Να μη ζυγίζει την αξία της με τα μέτρα που έστησαν γι’ αυτήν ξένες συνειδήσεις. Να μη σκεπάζεται με το σύννεφο της ενοχής όσων δεν τόλμησαν να την πιστέψουν.
Δεν την θέλω δική μου.
Την θέλω ελεύθερη.
Και μέσα στην ελευθερία της να μπορέσουμε κάποτε να συναντηθούμε πραγματικά. Γιατί η αγάπη δεν είναι κατοχή. Είναι αναγνώριση. Είναι δύο άνθρωποι που στέκονται απέναντι ο ένας στον άλλον χωρίς φόβο και χωρίς αλυσίδες.

Όλα έχουν τον χρόνο τους. Ακόμη και οι κοινωνίες αργούν καμιά φορά να καταλάβουν το αυτονόητο. Όμως έρχεται πάντα εκείνη η στιγμή που μέσα μας μεγαλώνει ένα ερώτημα.
Ένα ώριμο γιατί.
Γιατί να ζει ακόμη κάτω από τα «πρέπει» και τα «μη»;
Γιατί να στριμώχνεται η αλήθεια της σε λίγα τετραγωνικά φόβου;
Γιατί να απολογείται για τη δύναμή της;

Τι θέλω;
Την θέλω χαρά γεμάτη. Να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει πάνω από τους μικρούς ορίζοντες που της χάραξαν άλλοι. Να πάρει πίσω τον χρόνο που της χρωστά η ιστορία.

Γιατί η γυναίκα δεν είναι μνήμη.
Είναι μέλλον.

Και αν σήμερα αξίζει να γραφτεί μια ευχή, είναι αυτή.
Να γίνει η ζωή της αυτό που της άξιζε πάντα.
Ένας ύμνος στην ελευθερία.
Και να φορά ένα κόκκινο καπέλο.
Τόσο κόκκινο, που να σκεπάζει όλο το γκρίζο του κόσμου.
Γιατί όταν μια γυναίκα γίνει πραγματικά ελεύθερη,
ο κόσμος ολόκληρος αλλάζει χρώμα.

Υ.Γ.
Η 8η Μαρτίου δεν είναι γιορτή.
Είναι μια υπενθύμιση ότι ο κόσμος θα παραμείνει μισός, όσο η γυναίκα δεν ζει ολόκληρη

Οι Χαιρετισμοί των επιθυμιών

Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής, όταν στις εκκλησίες ψάλλονται οι Χαιρετισμοί, επιστρέφει μια παλιά διαπίστωση, η απαγόρευση είναι το πιο αποτελεσματικό αφροδισιακό της ανθρώπινης φύσης. Όσο πιο αυστηρά υψώνεται το «μη», τόσο πιο επίμονα το βλέμμα ψάχνει εκεί όπου δεν επιτρέπεται.



Το σκέφτηκα ξανά πριν χρόνια, διαβάζοντας, το κείμενο με τίτλο «άκρως σεξιστικό», του Οδυσσέα Ιωάννου. Το διάβασα με εκείνη τη μυστική ανακούφιση που νιώθεις όταν κάποιος άλλος γράφει αυτό που έχεις ήδη ζήσει. Γιατί πολύ πριν από αυτό είχα γράψει τη «Μεγάλη Παρασκευή των παθών και του πάθους». Δύο διαφορετικές φωνές που συναντιούνται, χωρίς να το γνωρίζουν, στο ίδιο προαύλιο εκκλησίας. Εκεί όπου η κατάνυξη συναντά την άνοιξη με τρόπο επικίνδυνο.

Στους Χαιρετισμούς, παιδί ακόμη, χανόμουν συχνά από το χέρι της μητέρας μου. Περιπλανιόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα σε ψιθύρους και μυρωδιές λιβανιού, ώσπου το βλέμμα μου σταματούσε πάντα στο ίδιο πράγμα. Σε κάποιο φόρεμα που άνοιγε λίγο περισσότερο από όσο επέτρεπε η περίσταση.

Ο Μάρτης είχε ήδη μαλακώσει τον αέρα. Τα πρώτα ντεκολτέ εμφανίζονταν με εκείνη τη δειλή αθωότητα που κρύβει μέσα της όλη την υπόσχεση της άνοιξης. Άσπρα μπράτσα, λαιμοί σαν τρεχούμενα νερά, γάμπες σφιγμένες από τη γόβα. Μικρές λεπτομέρειες που μπορούσαν να αποσπάσουν ακόμη και έναν άγιο από τη σκέψη του.

Η εκκλησία έψελνε για το θείο πάθος. Κι εγώ, ένας καλοντυμένος πιτσιρικάς με μάτια βουλιμικά, ανακάλυπτα σιγά σιγά το άλλο πάθος, εκείνο που γεννιέται αθόρυβα μέσα στο σώμα.
Θυμάμαι μια Μεγάλη Παρασκευή των παιδικών μου χρόνων. Το «Ω γλυκύ μου έαρ» κυλούσε σαν μέλι μέσα στη σιωπή. Αν υπήρχε τότε ένα τζουκ μποξ που να παίζει εκείνο το τροπάριο, θα ξόδευα όλο το χαρτζιλίκι μου για να το ακούω ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για να περιφέρομαι μέσα σε εκείνη τη γλυκιά ζάλη της άνοιξης και της πρώτης επιθυμίας.

Στον Επιτάφιο το φως του κεριού έκανε πάντα το ίδιο παράξενο παιχνίδι. Τα μάτια άναβαν και έσβηναν, τα χείλη λαμπύριζαν στιγμιαία, τα μαλλιά γίνονταν μικρές φλόγες μέσα στο σκοτάδι. Και τα κορίτσια συνοψίζονταν σε αυτό που πραγματικά είναι, μια αέναη εναλλαγή φωτός και σκιάς, υποσχέσεων και ηδονών που ακόμη δεν έχουν συμβεί.

Κάπου εκεί θυμάμαι πάντα και εκείνη τη σκανδαλιστική εικόνα του κειμένου του Ιωάννου, έναν μικρό Χριστούλη χαμένο μέσα σε ένα βαθύ ντεκολτέ, σαν να ζητά να τον κατεβάσουν για λίγο από τον σταυρό του.

Ίσως γιατί ακόμη και οι Θεοί γνωρίζουν κάτι που οι άνθρωποι παριστάνουν ότι ξεχνούν.
Ότι την ώρα που ψάλλεται το «Ω γλυκύ μου έαρ», η καρδιά δεν πενθεί μόνο.
Μερικές φορές, μέσα στην ίδια ανάσα της προσευχής, αρχίζει και να ερωτεύεται.
Και έτσι, κάθε χρόνο στους Χαιρετισμούς, συμβαίνει το ίδιο μικρό θαύμα.

Η εκκλησία μιλά για σταυρούς και θυσίες. Κι όμως, κάπου εκεί ανάμεσα στο λιβάνι και στα κεριά που τρεμοπαίζουν, η άνοιξη κάνει πάντα τη δική της λειτουργία. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό. Ότι ακόμη και μπροστά στον σταυρό, ο άνθρωπος θα βρει πάντα τον τρόπο να κοιτάξει λίγο πιο κάτω.

Και πως ακόμη και μέσα στη σιωπή των Χαιρετισμών, κάπου βαθιά μέσα του, ψάλλεται μια άλλη λειτουργία.
Η λειτουργία της άνοιξης. Και της επιθυμίας.



Κάθε χρόνο η Άνοιξη φτάνει με τον ίδιο τρόπο, σχεδόν αθόρυβα, σαν μια υπόσχεση που επιμένει να δοκιμάζει την τύχη της. Φέρνει φως, χρώματα, μικρές εκρήξεις ζωής στα δέντρα και στους κήπους. Κι όμως, κάθε χρόνο ο κόσμος καταφέρνει να τη διαψεύσει.

Για άλλη μια φορά η Άνοιξη δεν κατόρθωσε να πείσει για τις λουλουδιαστές προθέσεις της. Τα χρώματά της ξεθώριασαν γρήγορα μπροστά στο σκοτεινό κόκκινο των πληγών. Σαν να μην αρκούν τα άνθη, σαν να μην φτάνει το φως, όταν οι ειδήσεις γεμίζουν με τις ίδιες εικόνες, τις ίδιες σκιές πολέμου, τις ίδιες λέξεις που επαναλαμβάνονται με τρομακτική ευκολία.



Ο κόσμος μοιάζει να μπαίνει στην άνοιξη όπως μπαίνει σε μια αίθουσα αναμονής. Περιμένοντας κάτι να αλλάξει, χωρίς να αλλάζει τίποτα.
Όλου του κόσμου τα μπουκέτα μπορούν άραγε να κρύψουν τ’ αγκάθια της μνήμης; Μπορούν όλα των ποταμών τα νερά να ξεπλύνουν την αλμύρα των δακρύων; Οι εποχές προχωρούν, αλλά η ανθρώπινη ιστορία μοιάζει να κινείται σε έναν κύκλο που δεν λέει να σπάσει.

Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη του ίδιου δράματος. Οι πόλεμοι αλλάζουν τόπους και σημαίες, αλλά η ανθρώπινη απώλεια παραμένει η ίδια. Οι ηγέτες μιλούν για ισορροπίες, για στρατηγικές, για αναγκαίες αποφάσεις. Και κάπου, πάντα λίγο πιο μακριά από τα μικρόφωνα, άνθρωποι χάνουν σπίτια, παιδιά, πατρίδες.

Χρόνια τώρα σκάβουμε επί τόπου. Στο ίδιο μαύρο χώμα.
Ο λάκκος μεγαλώνει και εμείς τον βαθαίνουμε, σαν να μην καταλαβαίνουμε ότι κάποια στιγμή θα μας χωρέσει όλους.
Για πολύ καιρό όλα αυτά έμοιαζαν σχεδόν με κωμωδία. Με εκείνη τη γελοία σοβαρότητα των ισχυρών που μιλούν για ειρήνη ενώ προετοιμάζουν τον επόμενο πόλεμο. Σήμερα όμως τα γέλια κόπηκαν. Οι λέξεις λιγόστεψαν. Η πραγματικότητα ανέβηκε μόνη της στη σκηνή και μας θύμισε πως η τραγωδία δεν είναι θέαμα, είναι εμπειρία.

Ίσως γι’ αυτό η ποίηση δυσκολεύεται να μιλήσει για την άνοιξη. Γιατί κάθε φορά που πάει να ανθίσει, συναντά μπροστά της τη σκιά της ανθρώπινης ιστορίας.
Και τότε θυμάσαι εκείνους τους στίχους της Κική Δημουλά, που μοιάζουν να χωρούν μέσα τους αυτή τη διάψευση:

«Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.
Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.
Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
να τ’ αποτελειώνω».

Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ακριβής εικόνα της εποχής μας.
Η άνοιξη συνεχίζει να έρχεται.
Αλλά ο κόσμος μοιάζει να ζει σε μια εποχή που δεν ανθίζει.

Τα παιδιά που δεν έγιναν ταινία

Υπάρχουν τραγωδίες που γίνονται ταινίες και άλλες που μένουν σιωπή. Το Ολοκαύτωμα έγινε βιβλία, μνημεία, κινηματογράφος. Και σωστά. Η μνήμ...