Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Από την Ανάσταση στην Αρένα



Το βράδυ της Ανάστασης στην Κέρκυρα, εκεί όπου θα έπρεπε να μείνει μόνο το φως και η κοινή χαρά μιας πόλης, κυριάρχησε τελικά ένα στιγμιότυπο λίγων δευτερολέπτων. Η άρνηση του Δημάρχου Στέφανου Πουλημένου να κάνει δήλωση σε συγκεκριμένο τηλεοπτικό μέσο, μετατράπηκε μέσα σε λίγες ώρες σε καύσιμη ύλη για έναν ορυμαγδό χυδαιότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε τροφή για τη γνώριμη ψηφιακή αρένα.



Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή. Το ερώτημα δεν είναι αν είχε δίκιο ή άδικο ο Δήμαρχος. Ίσως η αντίδρασή του να ήταν ατυχής, ίσως υπερβολική, ίσως ανθρώπινα στιγμιαία. Οι δημόσιοι άνθρωποι κρίνονται και σωστά κρίνονται. Όμως άλλο η κριτική και άλλο η δημόσια διαπόμπευση.

Γιατί εδώ δεν είδαμε απλώς μια ερώτηση σε πολιτικό πρόσωπο. Είδαμε έναν θεσμικό παράγοντα, με κεντρικό ρόλο στην οργάνωση της βραδιάς, να αντιμετωπίζεται σαν τυχαίος περαστικός. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια ύφους. Είναι ουσία στάσης.

Στον μικρόκοσμο μιας επαρχιακής πόλης, τα τηλεοπτικά κανάλια δεν λειτουργούν ποτέ σε κενό αέρος. Δεν είναι ουδέτερες αίθουσες ενημέρωσης. Έχουν σχέσεις, εξαρτήσεις, συμπάθειες και αντιπάθειες. Όλοι γνωρίζουν ποιος βρίσκεται κοντά σε ποιον, ποιος σιωπά όταν πρέπει να μιλήσει και ποιος φωνάζει όταν τον εξυπηρετεί ο θόρυβος. Σήμερα με τους μεν, αύριο με τους δε, ανάλογα με τις περιστάσεις και τα μικροσυμφέροντα της στιγμής.
Ας ειπωθούν επιτέλους ορισμένες αλήθειες που χρόνια ψιθυρίζονται. Μέρος των τοπικών μέσων λειτουργεί συχνά με επιλεκτικές ευαισθησίες.
Ασφαλώς δεν είναι όλα τα μέσα ίδια. Υπάρχουν άνθρωποι που τιμούν τη δημοσιογραφία με σοβαρότητα και επαγγελματισμό.

Και ύστερα ήρθε το πιο σκοτεινό στάδιο. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί όπου κάθε γεγονός παραδίδεται στο ένστικτο του όχλου. Εκεί όπου ο καθένας γίνεται δικαστής χωρίς γνώση, εισαγγελέας χωρίς ευθύνη και δήμιος χωρίς συνέπειες. Εκεί όπου η χυδαιότητα βαφτίζεται άποψη και η κακία παρουσιάζεται ως ελευθερία λόγου.

Μέσα σε λίγα λεπτά, άνθρωποι κρυμμένοι πίσω από οθόνες άρχισαν να εκτοξεύουν δηλητήριο. Όχι για μια πολιτική επιλογή, αλλά για την προσωπικότητα και το ήθος ενός ανθρώπου. Μια αμήχανη στιγμή αρκούσε για να ισοπεδωθούν διαδρομές ετών. Αυτή δεν είναι κριτική. Είναι ανθρωποφαγία με ψηφιακά εργαλεία.

Ο Δήμαρχος μπορεί να έκανε λάθος. Άλλο το λάθος και άλλο η απόλαυση της εξόντωσης. Το «μήνυμα της Ανάστασης» που επικαλέστηκε η δημοσιογράφος, πράγματι δεν έφτασε σε όλους: σίγουρα δεν έφτασε σε όσους χρησιμοποίησαν το περιστατικό για να ξεράσουν χολή, ούτε σε εκείνους που θεωρούν ότι η δημοσιογραφία είναι εργαλείο εξόντωσης των «μη αρεστών».

Η κοινωνία δεν θα κριθεί από το αν συμφωνεί με έναν Δήμαρχο ή με ένα κανάλι. Θα κριθεί από το αν μπορεί ακόμη να ξεχωρίζει την ενημέρωση από την εκμετάλλευση, την κριτική από την εκδίκηση, τον δημόσιο λόγο από τον όχλο. Γιατί όταν η είδηση γίνεται αρένα, τραυματίζεται η ίδια η αξιοπρέπεια της δημόσιας ζωής.

Η φωτογραφία είναι από το "Πρώτο Θέμα"

Όταν οι καμπάνες φωνάζουν


Δεν ήταν ποτέ υπόθεση ενός.
Ούτε γράφτηκαν για να έχουν υπογραφή, γράφτηκαν για να έχουν αντίκτυπο.
Πριν από μια δεκαετία, δύο κείμενα, σε διαφορετικές στιγμές, αλλά με την ίδια αγωνία, επιχείρησαν το ίδιο πράγμα, να πουν δυνατά αυτό που η πόλη ψιθύριζε. Το ένα της Αλίκης, το άλλο, δικό μου. Δυο φωνές, ίδιο σημείο εκκίνησης, μια αίσθηση ότι κάτι πρέπει να αρχίσει να μετακινείται. Εγκαίρως. Ίσως επειγόντως…
Τότε ήμασταν οι δυο μας. Και ίσως γι’ αυτό τα γραπτά μας ήταν έντονα. Όχι για να ενοχλήσουν. Μα για να διακόψουν τη βολική σιωπή που όλα τα χωρούσε – γιγάντιες χρωματιστές στάμνες, φολκλορικές εμφανίσεις, ατμόσφαιρα μπουζουκιών στο Λιστόν - και τίποτα δεν υπερασπιζόταν - ήθη, κατάνυξη, συναίσθημα, αγάπη. Και να πουν ξεκάθαρα ότι η μαγεία του Κερκυραϊκού Πάσχα δεν είναι δεδομένη, ότι μπορεί να αλλοιωθεί, να εκπέσει, να μετατραπεί σε κάτι που μοιάζει, αλλά δεν είναι.
Σήμερα, ευτυχώς, δεν μιλάμε πια μόνοι.
Όλο και περισσότεροι Κερκυραίοι, καθένας με τον τρόπο του και τη φωνή του, εκφράζουν την ίδια ανησυχία. Άλλοι ήπια, άλλοι αυστηρότερα, όλοι όμως με την ίδια αγωνία ότι το πολύτιμο, κοινό μας βίωμα γλιστρά, όχι απότομα αλλά αθόρυβα και ύπουλα.
Αυτή είναι μεγάλη παρηγοριά μέσα στην αγωνία μας.
Ότι όσα γράψαμε και από κάποιους τότε θεωρήθηκαν υπερβολικά ή γκρινιάρικα, αναγνωρίζονται. Το πιο σημαντικό, ότι η αγωνία για το Κερκυραϊκό Πάσχα γίνεται πια υπόθεση πολλών, πάρα πολλών.
Δεν είναι τυχαίο πως ακόμη και ο Δήμαρχος ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει δημόσια για τη διατήρηση της παράδοσης και να θίξει την τάση της εμπορευματοποίησης. Και όταν η κοινή αγωνία αποκτά δημόσιο βάρος, το ζήτημα έχει περάσει πια στο κέντρο.
Δυστυχώς , τίποτα δεν έχει διασφαλιστεί.
Το Κερκυραϊκό Πάσχα συνεχίζει να κινδυνεύει από την υπερβολή της εικόνας, και την απώλεια του μέτρου. Γιατί από τη στιγμή που το βίωμα γίνεται θέαμα, η συμμετοχή μετατρέπεται σε κατανάλωση και η παράδοση υπηρετεί την αγορά. Αν δεν ανακοπεί αυτή η λογική, τότε το Πάσχα θα γίνει καρναβάλι. Όχι με στολές, αλλά με ρόλους. Όχι με μάσκες, αλλά με πρόσωπα που έχουν ξεχάσει τι γιορτάζουν.

Η Κέρκυρα δεν ήταν ποτέ κραυγαλέα. Ήταν υπαινικτική. Δε φώναζε, σήμαινε. Δεν επιδεικνυόταν. Ήταν. Αυτό το είναι της κινδυνεύει τώρα να χαθεί (και όχι μόνον το Πάσχα), όχι ως μορφή αλλά ως τρόπος που ζητά κι άλλο κόσμο, κι άλλη φήμη και δε ζητά αυτό που πραγματικά χρειάζεται: μέτρο. Γιατί δεν έχει ανάγκη πιο πολύ θέαμα, αλλά πιο πολλή σιωπή.
Τα δύο παλιά κείμενά μας, με τα σημερινά που γράφονται, τα ενώνει η ευθύνη. Η ευθύνη της υπεράσπισης μιας συνθήκης που αυθεντικά χαρακτηρίζεται από σιωπή, μέτρο, συναίσθημα, φυσικότητα. Η ανάγκη να προστατευτεί αυτό που δεν μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πρέπει να την υπηρετήσουμε εμείς. Εμείς που ξέρουμε ότι δε δημιουργήθηκε από τον λαό και τον κλήρο της Κέρκυρας για να εντυπωσιάσει, αλλά για να βιωθεί συλλογικά, συνεννοημένα, σχεδόν συνωμοτικά.
Σήμερα που είμαστε πολλοί, δεν έχουμε πια καμία δικαιολογία να πάψουμε να αντιστεκόμαστε, στην εμπορευματοποίηση του Κερκυραϊκού Πάσχα
Οι καμπάνες δε χτυπούν, φωνάζουν. Θα τις ακούσουμε ή θα πνίξουμε την φωνή του κινδύνου, μέσα στον θόρυβο μιας ακόμη «επιτυχημένης» χρονιάς;

Η ανοχή που σκοτώνει...



Υπάρχουν εποχές που η Ιστορία δεν γράφεται, ουρλιάζει. Και στιγμές που η σιωπή των “πολιτισμένων” χωρών γίνεται πιο εκκωφαντική από τις σειρήνες του πολέμου.



Το Ιράν φλέγεται μέσα σε μια παράνοια που δεν προσποιείται καν τη λογική. Φυσικά και δεν συμφωνούμε με το θεοκρατικό καθεστώς του, είναι αυταρχικό και καταπιεστικό. Αλλά αυτό δεν δικαιολογεί τίποτα από όσα ακολουθούν. Το να αντιστέκεσαι σε έναν αυταρχισμό δεν σημαίνει ότι νομιμοποιείς μια άλλη βαρβαρότητα. Δεν υπάρχουν “ναι μεν, αλλά” όταν αιωρείται η λέξη εξόντωση.

Κι όμως, εκεί οδηγούμαστε. Σε έναν δημόσιο λόγο που ξεγλιστρά από την πολιτική στην απειλή. Σε μια ρητορική σαν κι εκείνη του Τραμπ, που αφήνει να αιωρείται ότι ένας λαός μπορεί να επιστρέψει στη λίθινη εποχή, ότι ο πολιτισμός του μπορεί να αφανιστεί. Και το πιο ανησυχητικό δεν είναι η πρόκληση, αλλά η εξοικείωση. Οι λέξεις αυτές ακούγονται χωρίς το σοκ που θα έπρεπε να προκαλούν.

Ένας κόσμος που υποτίθεται πως έμαθε, παρακολουθεί ξανά την απειλή της ολοκληρωτικής καταστροφής σαν να είναι ακόμη ένα δελτίο ειδήσεων. Κι εμείς μετράμε ανακοινώσεις, ζυγίζουμε λέξεις, κατασκευάζουμε ουδετερότητες.

Η φρίκη δεν είναι πια το γεγονός, είναι η ανοχή του.

Η Γάζα δεν είναι υποσημείωση. Ο Λίβανος δεν είναι παράπλευρη απώλεια. Και όσοι κρατούν την εξουσία δεν είναι έξω από το κάδρο. Το πρόβλημα δεν είναι ποιος έχει δίκιο, αλλά ότι κανείς δεν έχει όριο. Η ηθική έγινε εργαλείο, το δίκαιο επιλογή, ο άνθρωπος αριθμός.

Δεν είναι θέμα γεωγραφίας, είναι θέμα καθρέφτη. Κάθε φορά που σωπαίνουμε, κάτι μέσα μας πεθαίνει αθόρυβα.

Ίσως αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο της εποχής μας, όχι ότι υπάρχουν τέρατα, αλλά ότι μάθαμε να ζούμε μαζί τους.

Υπάρχει επιλογή. Αλλά κοστίζει.
Και το τίμημα είναι να πεις καθαρά, αυτό είναι έγκλημα.

Αλλιώς, ας το παραδεχτούμε, ο πολιτισμός δεν καταστρέφεται από τους “τρελούς”, αλλά από τους λογικούς που τους ανέχονται.

Για μας δεν θα σημάνει



Το Πάσχα δεν έρχεται, αναδύεται.
Από ρωγμές του χρόνου, από παλιές αυλές, από φωνές που δεν τελείωσαν ποτέ. Δεν είναι αυτό που θα ζήσουμε, είναι αυτό που επιμένει να επιστρέφει. Ένα υπόλοιπο φωτός μέσα στη φθορά.
Θα ειπωθεί ξανά, σχεδόν χαμηλόφωνα, «προσδοκώ ανάσταση νεκρών».

Και η φράση θα σταθεί ανάμεσά μας, όχι σαν βεβαιότητα, αλλά σαν μια βαθιά ανθρώπινη αμηχανία. Ποιοι να επιστρέψουν, άραγε, και σε ποιον κόσμο να σταθούν, έναν κόσμο που δεν πρόλαβε να τους χωρέσει ζωντανούς.
Αν υπήρχε δικαίωμα επιλογής, θα ήμουν φειδωλός.

Θα καλούσα πίσω μόνο τους ανολοκλήρωτους. Εκείνους που έφυγαν πριν προλάβουν να υπάρξουν. Τα πρόσωπα που δεν βρήκαν καθρέφτη, τα σώματα που δεν γνώρισαν αφή. Τους νέους που δεν ερωτεύτηκαν, που δεν αγάπησαν, που δεν αγαπήθηκαν. Που από φιλί γνώρισαν μόνο της μάνας τους, κρύο, ακίνητο, τελευταίο.

Οι άλλοι, ας μείνουν.
Όχι από σκληρότητα, αλλά από σεβασμό. Έκαναν τον κύκλο τους, όπως μπόρεσαν, όπως άντεξαν. Ας αναπαυθούν από την ανάγκη της επιστροφής.

Κι εμείς, τη νύχτα που ο αέρας μυρίζει λιβάνι και μνήμη, θα σκύψουμε.
Όχι μόνο για τους νεκρούς που χάσαμε, αλλά για εκείνους που κουβαλάμε. Για τις ζωές που δεν έγιναν, για τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν. Κυρίως για τους μέσα μας νεκρούς, που δεν έχουν μνήμα, μόνο παρουσία.

Γι’ αυτό σας λέω, το Πάσχα δεν είναι γιορτή, είναι υπενθύμιση.
Ακόμη κι αν ο κόσμος στενεύει, ακόμη κι αν η εποχή έμαθε να πουλά ακόμη και το φως, κάτι επιμένει να ξεφεύγει.
Μια μυρωδιά που δεν τιμολογείται.
Ένα κερί που καίγεται χωρίς απόδειξη.
Μια σιωπή που δεν μπαίνει σε συσκευασία.
Και τότε καταλαβαίνεις πως ό,τι αξίζει, δεν διακινείται.
Μεταδίδεται.

Και το προσκλητήριο;
Όχι, δεν θα σημάνει για μας. Τον διανύσαμε τον κύκλο μας, τον φθείραμε, τον επαναλάβαμε.
Αν υπάρξει ανάσταση, θα αφορά εκείνους που δεν πρόλαβαν.
Εμείς θα σταθούμε λίγο πιο πίσω από το φως, σιωπηλοί, να θυμόμαστε. Να κρατάμε ό,τι απέμεινε. Όχι σαν ελπίδα, αλλά σαν μια μνήμη που ακόμη αναπνέει.

«Σε ποιον σταυρό να ακουμπήσω απόψε»

Μεγάλη Εβδομάδα, μα οι λέξεις έχουν αρχίσει να φθείρονται πριν από εμάς. Τα έθιμα στέκονται στη θέση τους, ευπρεπή και επαναλαμβανόμενα, την ώρα που η πραγματικότητα ξεχειλώνει έξω από κάθε τελετουργία.



Γιατί αυτή η εβδομάδα δεν έρχεται μόνη. Σέρνει πίσω της τον βόμβο του πολέμου, την αγωνία της ακρίβειας, τη σιωπή της φτώχειας, τα βήματα των ανθρώπων που μετακινούνται χωρίς να φτάνουν πουθενά. Και τότε ο Γολγοθάς παύει να είναι σύμβολο. Γίνεται συνήθεια. Μπαίνει στα σπίτια, κάθεται στο τραπέζι, κοιτάζει κατάματα την ανάγκη.

Δεν είναι τα Πάθη που βαραίνουν τον άνθρωπο. Είναι εκείνη η λεπτή, σχεδόν αόρατη ντροπή του να χρειάζεσαι. Να μετράς, να στερείσαι, να σωπαίνεις για να μη φανεί το κενό.
Κι όμως, κάτι μέσα σου αντιστέκεται. Επιμένει να θέλει ζωή. Όχι μεγάλη, ούτε ένδοξη. Μια ζωή που δεν χωρά σε κουτιά, που δεν υπακούει σε τακτοποιήσεις. Μια ζωή που αφήνει τα αισθήματα να κυκλοφορούν ελεύθερα, να εκτίθενται στο φως, να πληγώνονται.

Και τότε αρχίζει η σύγχυση.
Πού να γείρεις απόψε;
Στην εύκολη προδοσία που πάντα βρίσκει άλλοθι ή στον σιωπηλό σταυρό που δεν εξηγείται;
Ποια θλίψη να διαλέξεις, τη δική σου ή των άλλων;
Η προδοσία δεν φωνάζει. Ψιθυρίζει. Κρύβεται στις λεπτομέρειες, σε μια φωνή που αλλάζει τόνο, σε μια απουσία που δεν ομολογείται. Είναι μικρή, αλλά αφήνει πίσω της βάρος δυσανάλογο.

Το καταλαβαίνεις. Δεν είναι κάθε ανηφόρα Γολγοθάς.
Δεν είναι κάθε ξύλο σταυρός.
Αλλά υπάρχουν κάτι μικρές ρωγμές, σχεδόν ανεπαίσθητες, που σε διαπερνούν ολόκληρο.

Λένε πως μας σώζει ένα θαύμα. Μα τα θαύματα μοιάζουν όλο και περισσότερο με ιστορίες που εφευρίσκουμε για να αντέχουμε.
Κι έτσι μένεις εδώ, λίγο πριν το φως, να μετράς το σκοτάδι σου.
Και να ψάχνεις, αθόρυβα, κάπου να ακουμπήσεις.
Δεν θα σε σώσει η Ανάσταση αν δεν αντέχεις τη Μεγάλη Πέμπτη σου.
Και δεν είναι όλες οι πληγές ιερές. Μερικές είναι απλώς ανοιχτές

«Ένα τίποτα, όλα»


Στην αιχμηρή άκρη της ύστερης νεωτερικότητας, εκεί που οι άνθρωποι μετρούν την ύπαρξη με αλγόριθμους επιτυχίας και ψηφιακά είδωλα, μια φράση του Νίκου Ξυδάκη στάζει σαν μέλι σε πληγή: «Τι λείπει από μια γυναίκα; Το ζακετάκι».



Δεν είναι ρούχο, είναι το υφαντό της ψυχής, πλεγμένο με την κλωστή μιας αρχέγονης ανάγκης που η εποχή μας βάφτισε «αδυναμία».

Σήμερα, η γυναίκα της χειραφέτησης περπατά σε γυάλινα γραφεία, κατακτά απάτητες κορυφές, ισορροπεί ανάμεσα σε οθόνες και ρόλους, αλώβητη, αυτόνομη, θωρακισμένη. Όμως, πίσω από τα τέλεια φίλτρα και την ατσαλάκωτη εικόνα της επάρκειας, παραμονεύει μια παγωνιά. Μια βουβή δίψα για το ακερδές.

Της λείπει το «τίποτα» που τα περιέχει όλα. Ένα φευγαλέο άγγιγμα στους ώμους, μια κίνηση που δεν ζητά αντίδωρο και δεν υπογράφει συμβόλαια ανταλλαγής. Σε έναν κόσμο που όλα τιμολογούνται, εκείνη αναζητά το στοιχειώδες: να αγαπηθεί χωρίς όρους. Όχι ως τρόπαιο, όχι ως σύμμαχος, αλλά ως ύπαρξη που κουράστηκε να κρατά τον κόσμο στις πλάτες της και ζητά μια στιγμή να γείρει.

Κι ο άνδρας; Στέκει συχνά μετέωρος, εγκλωβισμένος ανάμεσα σε παλιά φαντάσματα και νέους φόβους. Διστάζει να πλησιάσει, φοβούμενος μήπως η τρυφερότητα εκληφθεί ως εισβολή ή η φροντίδα ως υποτίμηση. Όταν όμως τολμά να απλώσει αυτό το νοητό «ζακετάκι», συμβαίνει η μικρή, καθημερινή ανάσταση. Ακούει τον βαθύ, λυτρωτικό στεναγμό της, αυτόν που καμία οθόνη δεν μπορεί να καταγράψει και τότε η δική του αγωνία λιώνει. Ξεθαρρεύει μια σταλιά.

Η τρυφερότητα δεν είναι υποταγή, είναι η ύψιστη μορφή ελευθερίας. Είναι η στιγμή που η παγωνιά του κυνισμού υποχωρεί μπροστά στη ζεστασιά μιας ανιδιοτελούς χειρονομίας.

Στην εποχή της ταχύτητας και της αποξένωσης, το «ζακετάκι» παραμένει το πιο πολύτιμο κειμήλιο. Είναι η απόδειξη πως, όσο κι αν αλλάξει ο κόσμος, η καρδιά θα αναζητά πάντα εκείνο το ανεπαίσθητο άγγιγμα που μας ψιθυρίζει πως, επιτέλους, δεν είμαστε μόνοι στην ανηφόρα. Και ίσως, μέσα σε αυτό το τίποτα, να κρύβεται το μόνο «όλα» που μας απέμεινε.

Σε ύψος που δεν γράφεται


Έβαλα ένα ποτό και βγήκα στο μπαλκόνι.
Ο αέρας δεν ερχόταν. Ο ουρανός είχε ήδη φτάσει πριν από μένα. Χαμηλός, βαρύς, σχεδόν απειλητικός, σαν να κουβαλούσε κάτι που δεν του ανήκε. Έγερνε πάνω στα κάγκελα, έμπαινε μέσα στον χώρο μου, μετρούσε την ανάσα μου. Για μια στιγμή σκέφτηκα να του μιλήσω, χωρίς ευγένειες, «λίγο πίσω, δεν χωράμε και οι δύο».



Κρατούσα το ποτήρι σαν μικρή άδεια παραμονής μέσα στη μέρα.
Κάθε γουλιά άφηνε ένα ίχνος, όχι στο σώμα, στο μυαλό.
Σαν να κατέβαινε λίγο το φως και να ανέβαινε κάτι πιο αληθινό, πιο αδέξιο.

Σκέφτομαι συχνά όλα αυτά τα κείμενα που γράφω. Τα καθημερινά, τα ανήσυχα, τα δήθεν ήσυχα. Σαν να τα αφήνω κάθε φορά μισά, σαν να τους λείπει το βάρος μιας πράξης. Όχι θεατρικής, όχι εντυπωσιακής, κάτι πιο απλό και πιο δύσκολο, να σταθείς απέναντι στη ζωή χωρίς πρόβα. Γιατί οι λέξεις, όταν δεν πληρώνονται με ζωή, αρχίζουν και ελαφραίνουν επικίνδυνα. Και τότε δεν σε κρατούν, σε παρασύρουν.

Όχι, δεν είναι σκοτάδι αυτό.
Είναι μια καθαρότητα που πονάει λίγο περισσότερο.
Φοβάμαι εκείνη τη στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει και κατοικεί μέσα στις φράσεις του. Που στήνει έναν κόσμο από χαρτί και πείθεται ότι είναι στέρεος. Που μιλάει για ζωή αντί να τη διακινδυνεύει. Ένας κόσμος χωρίς γρατζουνιές, χωρίς λάθη, χωρίς εκείνο το μικρό ρίγος που σε κρατάει ζωντανό. Και τότε όλα μοιάζουν σωστά, αλλά τίποτα δεν είναι αληθινό.
Η ζωή δεν γράφεται.
Η ζωή συμβαίνει και σε διακόπτει.

Γι’ αυτό, κάθε φορά που τελειώνω ένα κείμενο, το αφήνω πίσω μου σαν άδειο ποτήρι. Δεν το κοιτάζω δεύτερη φορά. Δεν του ζητάω να με δικαιώσει. Σηκώνομαι και φεύγω, σαν να μην ειπώθηκε τίποτα.

Δεν θα πετάξω μέσα από λέξεις.
Δεν θα αρκεστώ σε μια προσομοίωση που ξέρει μόνο να με καθησυχάζει.

Θα βγω έξω, εκεί που ο αέρας δεν συγχωρεί τα ψέματα.
Εκεί που το ύψος δεν χαρίζεται, κατακτιέται.
Κι αν είναι να πέσω, θα πέσω δοκιμάζοντας.
Όχι περιγράφοντας.
Γιατί κάποια στιγμή, οι λέξεις τελειώνουν.
Και τότε, μένεις μόνος με το σώμα σου και το ρίσκο σου.
Και τότε, αν είσαι τυχερός,
θα νιώσεις να ανοίγουν μέσα σου φτερά.
Όχι αυτά που γράφονται.
Αυτά που σε σηκώνουν ψηλά.

Από την Ανάσταση στην Αρένα

Το βράδυ της Ανάστασης στην Κέρκυρα, εκεί όπου θα έπρεπε να μείνει μόνο το φως και η κοινή χαρά μιας πόλης, κυριάρχησε τελικά ένα στιγμιότυπ...