Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Αχ χρόνε…

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα. Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στον δικό του κόσμο, έναν κόσμο που τον αντάμωσε στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Νεράιδες, ξωτικά και αερικά, ίσκιοι, Μώροι και Τζαμώροι, βρικόλακες, διάβολοι και τριβόλοι, πλάσματα του καλού και του κακού, αποτελούσαν πλέον μέλη της οικογένειάς του.


Τα σπίτια του χωριού, εκτεθειμένα στους αέρηδες, ένιωθαν τα καιρικά φαινόμενα βαθιά στο πετσί τους. Στην ύπαιθρο ο χειμώνας είναι πιο σκληρός από τον χειμώνα της πόλης. Έφυγαν και οι τελευταίοι θαμώνες από το καφενείο της πλατείας, ο κυρ Σπύρος όμως δεν ένιωθε μόνος. Στον δικό του κόσμο είχε τους φίλους του, τον προστάτευαν και τους προστάτευε. Αερικό κι αυτός, ήρωας μέσα στους ήρωες της φαντασίας του, θα συνέχιζε τις σκοτεινές επιτόπιες διαδρομές του, χωρίς να λογαριάζει τον χρόνο.

Εκείνο το βράδυ, σπάνιο για την περιοχή, η υγρασία δεν επισκέφτηκε το χωριό. Ο κυρ Σπύρος έβαλε όρο στη «Μπρίσκουλα».

«Άλλη μια στροφή», είπε, «αύριο θα σηκωθώ στις 5».

Μετά και την τελευταία στροφή, έφυγε βιαστικά για το σπίτι του. Το πρωινό λεωφορείο, που θα τον πήγαινε στην πόλη, όπου δούλευε στο εργοστάσιο «Δεσύλλα», έφευγε στις 7. Δύο ώρες ήταν αρκετές για να ικανοποιήσει το πάθος του. Μανιώδης κυνηγός, έπρεπε να δώσει παρουσία σχεδόν κάθε πρωί στο «κατέβασμα» της μπεκάτσας.

Με το πρώτο «ντριν» του ρολογιού, πετάχτηκε από τον καναπέ της κουζίνας και, με νυσταγμένες κινήσεις, φορτώθηκε τη δίκαννη «Μπερέτα» του, ζώστηκε τη φυσιγγιοθήκη και ανηφόρησε στον απέναντι λόφο. Τέτοιο ήταν το πάθος του, που ακόμα και τη συνήθεια του πρωινού καφέ την είχε μεταθέσει για τον γυρισμό.

Το φεγγάρι είχε πάρει επίκαιρη θέση, ολόγιομο και ζωντανό, θαρρείς πως είχε βγει ο ήλιος. Ο καθαρός καιρός αναδείκνυε όλη τη λαμπρότητά του. Πέρασε τον τράφο, περπατώντας με όλη εκείνη τη συνωμοτικότητα που χαρακτηρίζει τα βήματα του κυνηγού, και βρέθηκε στην απέναντι πλαγιά.

Οι πυκνοφυτεμένες κερκυραϊκές ελιές σκέπαζαν τον ουρανό, σχηματίζοντας ένα νοητό τόξο προστασίας. Προορισμός του η «Βίγκλα», εκεί ήταν το πόστο του. Δύο διαλεγμένες πέτρες, στη γέρικη ρίζα μιας ελιάς, τον περίμεναν κάθε πρωί. Γύρω τους αποτσίγαρα και άδεια φυσίγγια.

Η νύχτα ήταν κρύα, όσο όμως περπατούσε δεν το ένιωθε. Ο ξηρός καιρός ήταν δώρο Θεού σε μια περιοχή που μούλιαζε στην υγρασία. Αυτή τη διαδρομή την έκανε από μικρό παιδί. Μπορούσε και με κλειστά τα μάτια να φτάσει στον προορισμό του.

Εκατό μέτρα από το πόστο του, κοντοστάθηκε.

Μια πελώρια ομπρέλα σκέπασε τον ουρανό.

Τη γαλήνη της νύχτας τάραξε ένας παρατεταμένος κρότος, που όμοιό του δεν είχε ξανακούσει. Η παλιά φιλαρμονική σε πλήρη σύνθεση, ο θόρυβος της μπεκάτσας, μοναχικό βιολί μπροστά του.

Δύο τεράστια φτερά άνοιξαν και έκλεισαν, φέρνοντας στο νου του τον Νουρέγιεφ, όταν μεσουρανούσε.

Σταυροκοπήθηκε σαστισμένος.

Στα χρόνια που κυνηγούσε δεν είχε αντικρίσει ποτέ του τέτοιο θέαμα. Ένα τεράστιο πουλί, βγαλμένο από τα παιδικά παραμύθια, κάτι σαν αετός, φαίνεται πως κουράστηκε σε κείνο το κλωνάρι και άλλαξε θέση. Ακόμη και στις πιο άγριες περιοχές του νησιού, σπάνια έκαναν την εμφάνισή τους τέτοιου είδους πουλιά.

Ο κυρ Σπύρος δεν μπόρεσε να πιστέψει στα μάτια του. Τα γεράκια, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δέσποζαν βαλσαμωμένα σε εμφανή σημεία των σαλονιών των δεινών κυνηγών του χωριού, έμοιαζαν ασήμαντα μπροστά στη μεγαλοπρέπεια του δικού του αντιπάλου.

Ανάμεσα στα κλαδιά τώρα ξεχώριζε ένας σκοτεινός όγκος, σε σχετικά μικρή απόσταση από το σημείο όπου ήταν αποσβολωμένος. Δεν χρειάστηκε να σκεφτεί πολύ. Άλλωστε, το ένστικτο είναι εκείνο που μετράει σ’ έναν δεινό κυνηγό.

Έβαλε τα μονόβολα φυσίγγια στην Μπερέτα του. Τα είχε μαζί του μήπως και πέσει πάνω σε αγριογούρουνο, που είχε ρίξει ο κυνηγετικός σύλλογος στην περιοχή. Δεν χρειάστηκε να σημαδέψει. Ένας αρχάριος θα μπορούσε να πετύχει διάνα.

Του έριξε δύο «σμπάρα».

Ο θόρυβος που ακολούθησε κατά τη διάρκεια της πτώσης ήταν τα πιο ευτυχισμένα δευτερόλεπτα της κυνηγετικής του πορείας.

Τα φτερά του μπερδεύτηκαν στα κλαδιά της ελιάς, το βάρος όμως ήταν μεγάλο και ακολούθησε τη φυσική του διαδρομή. Το πουλί, λαβωμένο αλλά με πολλές δυνάμεις, κυλίστηκε στο έδαφος. Δεν μπορούσε να πετάξει μακριά. Περπατούσε και πετούσε πάνω στα δίχτυα ελαιοσυλλογής, περισσότερο με εκείνες τις δυνάμεις που κρύβει κάθε ζωντανός οργανισμός όταν έρθει η δύσκολη στιγμή.

Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας», μεθυσμένος από το πάθος του, συνέχισε να γεμίζει το όπλο του και να ρίχνει. Αυτός και το τεράστιο πουλί, σε μια μάχη άνιση.

Ο κυνηγός όμως δεν μπορεί να σκεφτεί εκείνη τη στιγμή. Το μυαλό του κάνει μηχανικά τις απαραίτητες κινήσεις, που χρόνια τώρα έχουν αποθηκευτεί στη μνήμη του, όπως του οδηγού που πατάει φρένο ή γκάζι.

Η τελευταία επαφή, μια λυπημένη, θολή ματιά του θηράματος.

Αυτός όμως ήταν εν βρασμώ ψυχής. Έτσι, η λύπη δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Συνέχισε να ρίχνει.

Για να ολοκληρώσει το έργο, ξόδεψε πάνω από δέκα τουφεκιές.

Το πουλί, τσακισμένο από τα σκάγια, παράτησε κάθε μορφή αντίστασης. Περίμενε ανήμπορο τη χαριστική βολή. Από απόσταση αναπνοής δέχτηκε και το τελευταίο χτύπημα.

Τα πόδια του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή το κρατούσαν περήφανο σε όλη τη διάρκεια της μάχης, δεν άντεξαν. Για πρώτη φορά και τελευταία έβλεπε τον κόσμο από κάτω. Είχε συνηθίσει, βλέπετε, να καμαρώνει επάνω στις ψηλές κορφές.

Ο κυρ Σπύρος πλησίασε διστακτικά. Ακόμα και νεκρό, ένα τέτοιο πουλί σου προκαλεί δέος. Άπλωνε και δεν άπλωνε το χέρι του. Δεν είχε πιστέψει ότι ήταν αυτός ο νικητής.

Όταν δεν είχε πλέον καμία αμφιβολία, έκανε την αποφασιστική κίνηση.

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, μια αστραπή έκανε τη νύχτα μέρα, φανερώνοντας όλο το μεγαλείο του ηττημένου.

Ο κυρ Σπύρος τραβήχτηκε.

Ακολούθησε μία από κείνες τις βροντές που, όσες φορές κι αν τις ακούσεις, πάντα σε τρομάζουν. Ο τρόμος ήρθε μαζί με κάποιες ενοχές, που, παρότι είχε τις δικαιολογίες, εκείνη τη στιγμή δεν μπόρεσε να τις εμποδίσει.

Οι πρώτες βρόχινες σταγόνες άρχισαν να πέφτουν κατακόρυφα. Δευτερόλεπτα απέμεναν για να ξεσπάσει η μπόρα.

Αποκαμωμένος από τη μάχη, και με το πάθος εξασθενημένο μαζί με τα υδάτινα χαστούκια, δεκάδες ερωτηματικά του τρυπούσαν τον εγκέφαλο.

Οι ιστορίες της γιαγιάς του ανασύρθηκαν από τα συρτάρια της μνήμης του.

«Ενόχλησα τον Θεό ή τον διάβολο;» ψιθύρισε. «Ποιος να το έστειλε ετούτο το παράξενο πουλί;»

Οι παιδικές δοξασίες ξαναζωντάνεψαν μέσα του. Ο Μώρος και ο Τζαμώρος, που ήταν κλειδωμένοι στο μεγάλο κατώι του «Μπογιάγου», τα αερικά και τα ξωτικά, οι Ίσκιοι και οι Νεράιδες, ήταν εκεί και τον περιτριγύριζαν.

Η μανία του για το κυνήγι, ετούτη τη φορά, δεν του βγήκε σε καλό.

Σήκωσε το τεράστιο πουλί και έτρεξε στο καλύβι του «Ντούγια», που ήταν λίγο πιο κάτω. Η βροχή είχε δυναμώσει. Παρέα τώρα με το μεγάλο του κατόρθωμα περίμενε να κοπάσει λίγο, για να επιστρέψει στο χωριό.

Τις κακές σκέψεις που του βασάνισαν για λίγο το μυαλό τις διαδέχτηκε μια έντονη ανυπομονησία. Βιαζόταν να πάει στο καφενείο του «Μαντούκη», που ανοίγει πρώτο για τους πρωινούς καφέδες, να διηγηθεί την περιπέτειά του και να δείξει με καμάρι το σπουδαίο κυνήγι του.

«Μπόρα ήταν και πέρασε», έδιωξε τους παιδικούς φόβους και καμάρωνε πλέον για το κατόρθωμά του.

Θα το βαλσάμωνε, για να του θυμίζει εκείνες τις ξεχωριστές στιγμές της δράσης του.

Η επιστροφή ήταν κουραστική. Το βρεγμένο πουλί έγινε ασήκωτο. Πέρασε «τα μαρτύρια του Χριστού» μέχρι να φτάσει στην πλατεία.

Το χωριό ακόμα κοιμόταν και το καφενείο δεν είχε ανοίξει.

Παραξενεύτηκε.

«Θα συμβαίνει κάτι στον Μαντούκη», σκέφτηκε.

Κάθισε σε ένα παγκάκι στην άκρη της πλατείας και περίμενε την αυγή να ξεπροβάλει από το λιβάδι του «Ρόπα», που απλωνόταν μπροστά του.

Άναψε ένα τσιγάρο. Άναψε δεύτερο.

Μα η αυγή εκείνη την ημέρα δεν είχε σκοπό να βγει.

Ούτε και οι εργάτες έκαναν την εμφάνισή τους.

Παράξενο.

Το χωριό λες και είχε πεθάνει.

Λες και μόνος αυτός, με το σκοτωμένο του αετό, ήταν ζωντανός. Αυτό ήθελε να πιστεύει πως ήταν, δεν είχε ξαναδεί αετό.

Κοίταξε το πουλί και το χάιδεψε.

Αυτή τη στιγμή της ερημιάς του θα προτιμούσε να είναι ζωντανό.

Με βιαστικά βήματα κατευθύνθηκε προς το σπίτι του.

Το σκοτάδι και η ησυχία βασίλευαν.

Λίγο πριν φτάσει στην εξώπορτα, η αγωνιώδης κραυγή από ένα νυχτοπούλι, που είχε τη φωλιά του στο ερειπωμένο διπλανό τριώροφο, του επανέφερε όλες εκείνες τις κακές σκέψεις.

Θανατοπούλι το λένε στο χωριό και καλό είναι να μην τ’ ακούσεις.

Επιτέλους έφτασε στο σπίτι του.

Άναψε βιαστικά τα φώτα.

Ο κούκος του ρολογιού στο σαλόνι πρέπει να έχει τρελαθεί.

«Χάλασε κι αυτό», είπε.

Τρεις φορές κελάηδησε.

Πήγε στην κουζίνα για να φτιάξει καφέ.

Το ξυπνητήρι!

«Δεν μπορεί να χάλασε κι αυτό».

3 ακριβώς!

Ένα ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του.

Όλα αυτά του συνέβησαν στα βαθιά μεσάνυχτα.

Όλα αυτά σε ώρες απαγορευμένες για τις συνήθειες του χωριού.

Και τότε η εξήγηση ήταν μπροστά του.

Είχε βάλει λάθος ώρα στο ξυπνητήρι.

Δώδεκα αντί για πέντε.

Τρεις ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που σηκώθηκε από τον καναπέ μέχρι τη στιγμή που γύρισε στο σπίτι του.

Κι όμως, οι ερωτήσεις είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν άλλη μορφή.

Ποιος ήταν αυτός που του οδήγησε το χέρι και έβαλε λάθος ώρα στο ξυπνητήρι;

Ποιος τον οδήγησε στην ερημιά τα μεσάνυχτα;

Γιατί ξέχασε το ρολόι του;

Γιατί βρέθηκε στον δρόμο του αυτό το παράξενο πουλί;

Γιατί τη στιγμή που το άγγιξε έγινε χαλασμός κόσμου, ενώ ο καιρός, όταν ξεκίνησε, δεν προμήνυε τέτοια εξέλιξη;

Θέλει πολύ ο άνθρωπος να τρελαθεί;

Την άλλη μέρα ο κυρ Σπύρος έτρεξε στα μοναστήρια του χωριού, άναψε κεριά και κανδήλια, έκανε τάματα, μα τις συμπτώσεις δεν μπόρεσε ποτέ να τις κατανοήσει.

Τώρα, στις σκοτεινές επιτόπιες διαδρομές του, τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, παρέα με τα παράλογα όνειρά του και τον αετό βαλσαμωμένο να δεσπόζει στο σαλόνι του σπιτιού του, πάνω από τα εικονίσματα, και να έχει γίνει ο κύριος ο Θεός του, περνάει το υπόλοιπο του βίου του, δίνοντας ένα διαφορετικό χρώμα στη μονότονη ζωή του χωριού.

Ό,τι συμβαίνει γι’ αυτόν έχει μια εξήγηση.

Μια εξήγηση που την αναζητά στο σκοτάδι, στις υπερφυσικές δυνάμεις που καθορίζουν πλέον τη ζωή του.

Ο κυρ Σπύρος είχε βγει εκείνη τη νύχτα για κυνήγι.

Και γύρισε κυνηγημένος.

Από ένα πουλί που έγινε η εξήγησή του για όλα.

Από μια νύχτα που, για εκείνον, δεν ξημέρωσε ποτέ.

Αρμένης Νίκος
Μαθητής Λυκείου

 

 

Οι Απέναντι

 


Κάτι έχει αλλάξει ανάμεσά μας. Το βλέπεις στον δρόμο, στο τραπέζι μιας παρέας, στην οθόνη του κινητού. Μια κουβέντα αρκεί. Μια διαφορετική άποψη.


Και ξαφνικά, απέναντι. Σαν να ζούμε όλοι με το δάχτυλο στη σκανδάλη.

Οι πολιτικοί υπογράφουν συμφωνίες με ένα άγραφο πρώτο άρθρο: να τις ξεχάσουν μόλις στεγνώσει το μελάνι.
Κι εμείς υπογράφουμε καθημερινά τις δικές μας, με τους ανθρώπους μας. Τις σκίζουμε με την πρώτη διαφωνία.

Η πολιτική έγινε προσωπική υπόθεση. Η διαφωνία προσβολή. Ο άλλος απέκτησε πρόσωπο εχθρού.
Δεξιοί απέναντι σε δεξιούς, αριστεροί απέναντι σε αριστερούς, φίλοι απέναντι σε φίλους.

Η διχόνοια βρήκε καινούργιο σπίτι. Το κινητό. Μπαίνει στην τσέπη μας το πρωί και βγαίνει από εκεί όλη μέρα θυμωμένη.

Ο Σολωμός το είπε: «Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή…» Εμείς της δώσαμε Wi-Fi.

Κι ύστερα η ζωή συνεχίζεται μέσα σε μικρά, καθημερινά χαρακώματα. Στο σπίτι. Στη δουλειά. Στην παρέα. Στο διαδίκτυο.
Ο καθένας με τη σημαία του.
Ο καθένας με την οργή του.
Ο καθένας βέβαιος πως έχει δίκιο.

Ο Νίκος Ξυδάκης γράφει:
«Γίναμε μια κοινωνία απειλούμενων ατόμων».
Αυτό είμαστε.
Φοβόμαστε για τη θέση μας, το εισόδημά μας, την ασφάλειά μας, ακόμη και για τη μικρή αλήθεια που κουβαλάμε σαν ιδιοκτησία.

Ο φόβος χρειάζεται έναν απέναντι. Και η βεβαιότητα σφραγίζει την πόρτα.
Σταματάς να ακούς.
Σταματάς να καταλαβαίνεις.
Σταματάς να συναντάς.

Αυτός είναι ο σημερινός μας εμφύλιος. Χωρίς όπλα.
Με λέξεις.
Κι ανάμεσά μας μένει ένας δρόμος άδειος.
Εκεί όπου θα μπορούσε να βρίσκεται ο άλλος. 

Η ΚΟΡΝΙΖΑ


«Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει / σε μια φωτογραφία της στιγμής…»


Ακούω τη «Μαρκίζα» του Μάνου Ελευθερίου και αυτές τις μέρες οι στίχοι της συναντούν έναν ολόκληρο κόσμο από παλιές φωτογραφίες.

Το διαδίκτυο γέμισε ξαφνικά με τα ’80s.

Πρόσωπα νεότερα, μαλλιά που έχουν πια τη δική τους ιστορία, ρούχα που, με την αλαζονεία της μόδας, ξαναγύρισαν, αυτοκίνητα, παραλίες, εκδρομές, παρέες, καλοκαίρια.

Μια ολόκληρη εποχή ξεπηδά από συρτάρια και παλιά άλμπουμ και ξαναμπαίνει στις οθόνες μας.

Χαίρομαι γι’ αυτό.

Μου αρέσουν οι παλιές φωτογραφίες. Πάντα μου άρεσαν.

Έχουν πάνω τους τη διαδρομή τους.

Το χαρτί έχει χάσει τη φρεσκάδα του, οι άκρες έχουν κιτρινίσει, τα χρώματα έχουν ξεθωριάσει, μικρές γραμμές και τσακίσματα διασχίζουν την επιφάνειά τους.

Κάποιες κρατούν ακόμη εκείνη την παράξενη μυρωδιά των παλιών συρταριών και των άλμπουμ που έμεναν κλειστά για χρόνια και ανοίγουν ξαφνικά ένα απόγευμα.

Τις κοιτάζω και έχω την αίσθηση πως διαβάζω.

Μόνο που εδώ διαβάζω πρόσωπα.

Ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα, ένα χέρι στον ώμο, μια παρέα στριμωγμένη μπροστά στον φακό, όπως ακριβώς βρέθηκε εκεί.

Ένα παιδί που κοιτάζει σοβαρά την κάμερα, γιατί τότε τα παιδιά δεν είχαν ακόμη μάθει να ποζάρουν σαν influencers.

Ένας άνθρωπος που ζούσε μια συνηθισμένη μέρα και σήμερα, χωρίς να το ξέρει, έχει γίνει κομμάτι μιας εποχής.

Αυτό κάνουν οι παλιές φωτογραφίες.

Παίρνουν το συνηθισμένο και του δίνουν δεύτερη ζωή.

Και έχουν ακόμη κάτι που αγαπώ πολύ.

Μια μικρή αλητεία.

Τότε τραβούσαμε μία φωτογραφία.

Άντε δύο.

Τρεις αν ήμασταν αποφασισμένοι να εξαντλήσουμε την τεχνολογία.

Η μηχανή είχε φιλμ. Κάθε κλικ μετρούσε.

Δεν υπήρχε delete, ούτε «κάτσε να τη δω», ούτε «βγάλε άλλη μία γιατί σε αυτή είμαι χάλια».

Υπήρχε μόνο η φωτογραφία που θα εμφανιζόταν αργότερα, μαζί με την αγωνία μήπως κάποιος είχε κλείσει τα μάτια.

Και φυσικά, κάποιος είχε.

Κάποιος κοιτούσε αλλού, κάποιος έβγαινε μισός, κάποιος είχε ένα δάχτυλο μπροστά στον φακό.

Κι όμως, αυτές οι φωτογραφίες μοιάζουν περισσότερο με τη ζωή.

Σήμερα φωτογραφίζουμε τα πάντα.

Το φαγητό, τον καφέ, τον δρόμο, τη θάλασσα, το ηλιοβασίλεμα, τον εαυτό μας από δεκαεπτά γωνίες.

Κρατάμε εκατοντάδες εικόνες για να διαλέξουμε εκείνη τη μία που θα μοιάζει τέλεια.

Κι έτσι φτάσαμε στην εποχή της εικονικής πραγματικότητας.

Έχουμε εικόνες για τα πάντα και όλο και λιγότερες στιγμές που πραγματικά κατοικούμε.

Φωτογραφίζουμε το τραπέζι πριν φάμε,

τη θάλασσα πριν βουτήξουμε,

το ηλιοβασίλεμα πριν σηκώσουμε τα μάτια να το δούμε.

Η ζωή περνάει μπροστά από την οθόνη μας

και εμείς κρατάμε το αρχείο της.

Οι παλιές φωτογραφίες είχαν άλλη τύχη.

Είχαν θέση.

Στο άλμπουμ, στο συρτάρι, στην κορνίζα, πάνω σε ένα έπιπλο.

Τις συναντούσες.

Σε περίμεναν.

Σήμερα οι εικόνες πολλαπλασιάζονται με τέτοια ταχύτητα, ώστε η μία σκεπάζει την άλλη.

Χιλιάδες κλικ στοιβάζονται μέσα στα κινητά μας και χάνονται ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα.

Έχουμε περισσότερες εικόνες από ποτέ και όλο και πιο δύσκολα κρατάμε μια στιγμή.

Βλέπω αυτές τις μέρες ανθρώπους να ανεβάζουν φωτογραφίες από τα ’80s και κάτω από την εικόνα αρχίζει αμέσως η αναγνώριση.

«Ποιος είναι αυτός;»

«Πού τραβήχτηκε;»

«Θυμάσαι εκείνο το καλοκαίρι;»

«Κοίτα πώς ήμασταν τότε!»

Και ξαφνικά εμφανίζονται ονόματα, φίλοι, έρωτες, ταξίδια, σπίτια, γειτονιές, άνθρωποι που έφυγαν.

Μια φωτογραφία ανοίγει μια ολόκληρη συζήτηση.

Η μνήμη κρατάει λεπτομέρειες.

Ένα πουκάμισο, ένα αυτοκίνητο, το χτένισμα μιας γυναίκας, το βλέμμα ενός φίλου, τη θέση που καθόσουν στο τραπέζι, το χρώμα ενός τοίχου, τον άνθρωπο που στεκόταν δίπλα σου και τότε πίστευες πως θα είναι εκεί για πάντα.

Κοιτάζω σήμερα τα παιδιά μου στις παλιές φωτογραφίες, μικρά.

Σήμερα είναι άνδρες.

Οι δυο φωτογραφίες τους βρίσκονται ακόμη πάνω σε ένα έπιπλο του σπιτιού μου, μέσα στις κορνίζες τους.

Τις βλέπω περνώντας.

Κάποιες φορές στέκομαι λίγο περισσότερο.

Εκείνες οι δυο φωτογραφίες έχουν μείνει στη θέση τους όλα αυτά τα χρόνια.

Μια φωτογραφία πάνω σε ένα έπιπλο δεν χρειάζεται να την αναζητήσεις.

Σε περιμένει.

Κοιτάζω τα παιδιά μου όπως ήταν τότε και για λίγα δευτερόλεπτα βρίσκομαι ξανά εκεί.

Εγώ είμαι πάλι εκεί.

Εκείνα είναι πάλι μικρά.

Η φωτογραφία κάνει κάτι που η ζωή αδυνατεί να κάνει.

Κρατάει τους ανθρώπους στη στιγμή που τους αγάπησες.

Γι’ αυτό μου αρέσει που το διαδίκτυο γέμισε ξανά με τα ’80s.

Ας ανεβαίνουν οι παλιές φωτογραφίες.

Ας γράφουν από κάτω τα ονόματα.

Ας γελούν με τα μαλλιά, τα ρούχα και όλα εκείνα που κάποτε θεωρούσαμε υπέροχα.

Ας ψάχνουν μέσα σε μια εικόνα έναν άνθρωπο που τους λείπει.

Ας ξανανοίγουν οι παλιές ιστορίες.

Γιατί κάθε παλιά φωτογραφία είναι μια μικρή εξέγερση.

Στέκεται απέναντι στον χρόνο και του λέει:

Προχώρα όσο θέλεις. Εγώ αυτή τη στιγμή δεν στη δίνω.

Το χαρτί παλιώνει.

Η φωτογραφία μένει.

Και ο χρόνος, όσο κι αν προχωράει, έχει ακόμη ένα αδύναμο σημείο.

Μια φωτογραφία στην κορνίζα. 

Ο εχθρός του εχθρού μου


Ο εχθρός του εχθρού μου δεν είναι φίλος μου.

Το μάθαμε σαν πολιτικό αξίωμα. Με τα χρόνια κατάλαβα πως είναι περισσότερο ένας κανόνας ζωής.

Υπάρχουν στιγμές που το τοπίο θολώνει. Οι βεβαιότητες μικραίνουν, οι άνθρωποι αλλάζουν θέση και ξαφνικά βρίσκεσαι να συνομιλείς με εκείνον που μέχρι χθες στεκόταν απέναντί σου.

Κάνεις έναν συμβιβασμό. Μετά έναν ακόμη. Και συνεχίζεις.
Σαν να φοράς τα ίδια στενά παπούτσια και να λες πως θα τα συνηθίσεις. Μόνο που τα πόδια θυμούνται. Και κάποια βράδια, όταν όλα ησυχάζουν, θυμάσαι κι εσύ.

Τότε έρχεται η ερώτηση. «Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς;»
Μπορούσε. Απλώς εκείνη τη στιγμή το τίμημα της ελευθερίας έμοιαζε μεγαλύτερο από το τίμημα του συμβιβασμού.

Εκεί βρίσκεται η παγίδα. Ο συμβιβασμός έρχεται ντυμένος λογική. Μιλάει για ανάγκη, για συγκυρίες, για δύσκολους καιρούς. Υπόσχεται πως όλα είναι προσωρινά.
Και ύστερα μένει. Μένει στις αποφάσεις μας, στις σχέσεις μας, στον τρόπο που κοιτάζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη.

Το ίδιο συμβαίνει και στην πολιτική. «Πολέμα τον εχθρό σου διαμέσου του εχθρού σου». Μια μεγάλη κουβέντα.
Οι μεγάλες κουβέντες όμως αντέχουν όταν περνούν και από τη δεύτερη σκέψη.

Γιατί μετά τη νίκη απέναντι στον κοινό εχθρό, ο προσωρινός σύμμαχος μπορεί να μείνει δίπλα σου για χρόνια.
Κι εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα.

Πάντα με τρόμαζαν οι άνθρωποι που αλλάζουν εύκολα πρόσωπο ανάλογα με την εποχή. Μια προβιά όταν χρειάζεται. Μια λεοντή όταν βολεύει.

Ένα άλλοθι για κάθε περίσταση. Η ζωή έχει μνήμη. Κι εμείς έχουμε ακόμη καλύτερη. Μπορεί να ξεγελάσουμε τους άλλους.
Τον εαυτό μας τον ξεγελάμε πολύ δυσκολότερα.

Εδώ βρίσκεται τελικά η ουσία. Το θέμα είναι η ζωή μας. Ο άνθρωπος που κρατάμε δίπλα μας από συνήθεια. Η δουλειά που συνεχίζουμε από φόβο.
Η σχέση που έχει τελειώσει μέσα μας και περιμένει το θάρρος μιας λέξης. Η σιωπή που βαφτίσαμε ψυχραιμία. Η ανοχή που βαφτίσαμε ωριμότητα.

Η τελική ετυμηγορία έρχεται πάντα αργά. Όταν οι άλλοι έχουν φύγει από το δωμάτιο και μένεις εσύ με όσα διάλεξες. Εκεί μένει μόνο το πρόσωπό σου απέναντι στο πρόσωπό σου. Γιατί δεύτερη ζωή δεν υπάρχει.

Και κάπου εδώ επιστρέφω στον Πωλ Μπόουλς.
Στο «Τσάι στη Σαχάρα» υπάρχει μια σκέψη που σε σταματά.
Η ζωή μοιάζει απέραντη επειδή δεν γνωρίζουμε πόσο μας απομένει. Κι όμως, όλα συμβαίνουν λίγες φορές.

Ένα απόγευμα των παιδικών μας χρόνων. Ένας άνθρωπος που αγαπήσαμε. Μια πανσέληνος.
Κι αυτά τα λίγα, κάποτε, είναι ολόκληρη η ζωή μας.

Γι' αυτό, πριν κάνουμε τον επόμενο συμβιβασμό, ας αναρωτηθούμε τι ακριβώς ανταλλάσσουμε.
Λίγη προσωρινή ησυχία με μια αληθινή στιγμή της ζωής μας;
Την ελευθερία μας με την ασφάλεια μιας εύκολης επιλογής;

Τα στενά παπούτσια δεν ήταν ποτέ το πρόβλημα. Η διαδρομή ήταν δική μας.
Και τα βήματα επίσης. 

Ποιος Είσαι;

«Πρώτα ο τίτλος και η στολή, μετά ο άνθρωπος».

Έτσι λειτουργούν τα πράγματα σε μια κοινωνία που έχει μάθει να μετράει τους ανθρώπους από την ιδιότητά τους. Πρόεδρος, Δήμαρχος, δημοσιογράφος, γιατρός, καθηγητής, επιχειρηματίας. Ο τίτλος προηγείται, η στολή επιβάλλεται και ο άνθρωπος περιμένει τη σειρά του.

Εκεί αρχίζει το μεγάλο παιχνίδι του φαίνεσθαι.


Μερικοί άνθρωποι έχουν μεγάλη ανάγκη να φαίνονται. Να δείχνουν σπουδαιότεροι, σημαντικότεροι, ισχυρότεροι. Να τους προσέχουν όταν μπαίνουν σε έναν χώρο, να αλλάζει λίγο η φωνή των άλλων όταν τους προσφωνούν. Έμαθαν να ζουν μέσα στην εικόνα τους.

Στην Αμερική η γνωριμία μπορεί να αρχίσει με το «What do you do?». Εδώ προσθέσαμε στον τίτλο και τη στολή, την καρέκλα, το αξίωμα. Και κάπου ανάμεσα, πόσα βγάζεις.

Σαν να φτιάχνουμε έναν άνθρωπο από την ταμπέλα του.
Και όταν η εικόνα χρειάζεται προστασία, υπάρχει πάντα το κουτσομπολιό για τον άλλον. Ένα σχόλιο στον καφέ, μια κουβέντα στην παρέα, μια πληροφορία που κανείς δεν ξέρει από πού ξεκίνησε. Και μετά η πληροφορία γίνεται βεβαιότητα.

Έτσι ταξιδεύει η συκοφαντία στις μικρές κοινωνίες. Γρήγορα, από στόμα σε στόμα, μέχρι να φτάσει στον άνθρωπο που αφορά.
Κι εκεί εμφανίζεται το πραγματικό ερώτημα.
«Εσύ ποιος είσαι;»

Όταν κάποιος προσπαθεί να σε μικρύνει με τα λόγια του, στο τέλος μένει αυτό που είσαι. Η ζωή σου, η δουλειά σου, οι άνθρωποί σου, ο τρόπος που στέκεσαι απέναντι στους άλλους.

Ο τίτλος βοηθάει. Η στολή βοηθάει. Η καρέκλα βοηθάει. Το χρήμα επίσης. Ο άνθρωπος όμως; Εκεί χρειάζεται κάτι άλλο. Αυτό που κουβαλάς όταν κλείσει η πόρτα και μείνεις μόνος.

Και αυτό το «Ποιος είσαι;» μου ήρθε σήμερα το πρωί πολύ πιο κοντά. Με πήρε τηλέφωνο μια φίλη μου. «Ξέρεις τι λένε για μένα;»

«Τι λένε;»
Άρχισε να μου τα λέει. Ποιος είπε τι, πού ειπώθηκε, ποιος το μετέφερε. Ήταν θυμωμένη, πληγωμένη και έτοιμη να απαντήσει σε όλους.

Την άκουσα μέχρι το τέλος. Ύστερα της είπα: «Πιες τον καφέ σου». «Εσύ μου λες να κάτσω ήσυχη; Εδώ μιλάνε για μένα».

«Ακριβώς. Μιλάνε για σένα. Εσύ όμως ξέρεις ποια είσαι».

«Και τι να κάνω;» «Πιες τον καφέ σου και άσε τους να μιλάνε».

Εκεί τελείωσε η κουβέντα.
Κάποια στιγμή πρέπει να αποφασίσεις πόσο χώρο θα δώσεις στους άλλους μέσα στη ζωή σου. Η συκοφαντία βρίσκει δύναμη όταν αρχίζεις να ζεις με βάση όσα λένε για σένα.

Εσύ κράτα τη δική σου ζωή. Κάνε τη δουλειά σου. Αγάπησε τους ανθρώπους σου. Κοίτα τον εαυτό σου στον καθρέφτη και φρόντισε να μπορείς να τον κοιτάς στα μάτια.

Τελικά, εκεί βρίσκεται και η απάντηση.
Οι τίτλοι περνούν. Οι καρέκλες αδειάζουν. Οι στολές κρεμιούνται. Οι πινακίδες κατεβαίνουν. Και τα χρήματα, όσο πολλά κι αν είναι, μένουν κάποτε έξω από την πόρτα.

Τότε μένει ο άνθρωπος. Χωρίς αξίωμα, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς προστατευτικό περίβλημα. Μόνο αυτός.

Και η ερώτηση επιστρέφει. «Ποιος είσαι;» Εκεί απαντάει η ζωή που έζησες.

Πιες τον καφέ σου.
Ηρέμησε.
Και άσε τους άλλους να μιλούν. 

Αχ χρόνε…

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα. Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στον δι...