Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Δεν είμαι λέξη

Υπάρχουν στιγμές που η γλώσσα φτάνει μέχρι ένα όριο και μετά σταματά, όχι από αδυναμία αλλά από επίγνωση. Μέχρι εκεί μπορεί να παίξει, να στήσει, να γοητεύσει. Από εκεί και πέρα αρχίζει κάτι πιο ακριβές, και ταυτόχρονα πιο επικίνδυνο.



Σαν μια παρτίδα σκάκι που έχει εξελιχθεί άψογα. Κινήσεις μετρημένες, υπαινιγμοί, ευφυΐες που κρατούν το ενδιαφέρον ζωντανό. Ένα παιχνίδι που δεν ζητά απαραίτητα νικητή αλλά διάρκεια. Κι όμως, όσο τελειοποιείται, τόσο πλησιάζει σε ένα σημείο όπου η στρατηγική αρχίζει να αδειάζει από ένταση.

Γιατί η ένταση δεν κατοικεί στις λέξεις. Κατοικεί στο σώμα.
Εκεί που δεν υπάρχει πρόβα. Όπου η αλήθεια δεν διατυπώνεται αλλά εμφανίζεται, σε μια ανάσα που βαραίνει, σε μια μικρή μετατόπιση που αλλάζει τα πάντα.
Το σώμα δεν μπλοφάρει. Δεν έχει την πολυτέλεια της ωραιοποίησης. Κοκκινίζει, σφίγγεται, χαλαρώνει, ζητά. Και χωρίς να το επιδιώκει, γίνεται ο πιο αξιόπιστος χάρτης όσων δεν ειπώθηκαν.

Ίσως γι’ αυτό η επιθυμία δεν κινείται σε ευθείες. Δεν υπακούει σε γωνίες και κανόνες. Κάνει κύκλους. Επιστρέφει, επιμένει, αναβάλλεται και επανέρχεται. Όπως μια γεύση που δεν ξεκινά από τη γλώσσα αλλά από τη μνήμη. Όπως εκείνα τα απογεύματα που δεν εξηγούνται, μόνο επαναλαμβάνονται μέσα μας.

Και κάπου εκεί, η γλώσσα αλλάζει ρόλο.
Δεν είναι πια το μέσο αλλά το κατώφλι.
Σαν ένα τραπέζι που στρώθηκε με φροντίδα, όχι για να εντυπωσιάσει αλλά για να μοιραστεί. Σαν μια διαδικασία που δεν βιάζεται, που ξέρει ότι η κορύφωση δεν είναι ο στόχος αλλά η διαδρομή.

Δεν χρειάζεται να ειπωθούν περισσότερα.
Όχι γιατί δεν υπάρχουν, αλλά γιατί περισσεύουν.
Ίσως τελικά δεν έχει σημασία ποια λέξη θα διαλέξει κανείς.
Σημασία έχει εκείνη η στιγμή που παύει να την χρειάζεται.
Εκεί που το παιχνίδι δεν τελειώνει.
Απλώς αφήνει τις λέξεις στην άκρη και συνεχίζει αλλιώς.

Σαν μια παρτίδα που έχει φτάσει στο πιο κρίσιμο σημείο της, τα κομμάτια έχουν ήδη εκτεθεί, οι κινήσεις έχουν προδοθεί, και όμως κανείς δεν απλώνει το χέρι για το τέλος.
Γιατί δεν θέλει να νικήσει.
Θέλει να μείνει εκεί, στην ένταση που προηγείται, λίγο πριν η επόμενη κίνηση χαλάσει τα πάντα

H φωτογραφία είναι του Clayton de Aroujo 

Απόψε φυσάει προς τα μέσα

Τα γραπτά έχουν πάντα παραλήπτη, εκείνους που ξέρουμε, εκείνους που περιμένουμε, κι εκείνους που θα μας συναντήσουν τυχαία, σαν να ήμασταν από καιρό γραμμένοι ο ένας μέσα στον άλλον.


Σε μια διαδρομή λέξεων που μοιάζει με ποτάμι πριν την πλημμύρα, συνεχίζω να γράφω, κάπου ανάμεσα στη σιωπή και τη Θεσσαλονίκη. Όχι από συνήθεια, αλλά από εκείνη την εσωτερική πίεση που ζητά να γίνει καιρός, να αποκτήσει φωνή.



«Πίσω από τα μάτια μου κρυφά σε περιμένω», τραγουδά η Δήμητρα Γαλανή, κι εγώ περιμένω το φως να χαμηλώσει, να μικρύνουν οι λέξεις, να γίνουν σκιές, γιατί μόνο τότε αντέχουν την αλήθεια τους, μόνο τότε παύουν να προσποιούνται.

Πόθος χωρίς κατεύθυνση, χωρίς πριν και μετά. Μόνο τώρα. Μόνο η στιγμή που πάλλεται, σαν καταιγίδα που μαζεύεται αργά πριν σπάσει και παρασύρει ό,τι νόμιζες σταθερό.

Για τα παραπάνω, μη δίνετε σημασία. Ίσως φταίει το τρακάρισμα. Ίσως κι εκείνη η βροχή που με έριξε σε μια άσφαλτο γεμάτη ουρανό, ένα απόγευμα που όλα έμοιαζαν να τρέχουν πιο γρήγορα απ’ όσο άντεχε το σώμα. Ο γιατρός είπε ο γύψος θα φύγει. Τα άλλα μένουν, σιωπηλά και επίμονα.

Γιατί ο θυμός έρχεται όταν κρυώσει ο πόνος, σαν καθυστερημένη απάντηση. Και κάτι μέσα μου χαίρεται, κρυφά και ένοχα, όταν ο κόσμος ταράζεται, όταν η τάξη χάνει για λίγο τη βεβαιότητά της.

Λατρεύω τις χιονοθύελλες που σβήνουν τα όρια και αφήνουν τον κόσμο άγραφο. Τις ανεμοθύελλες που ξεριζώνουν βεβαιότητες. Τις βροχές που πέφτουν με ορμή, σαν κάθαρση που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Τις αστραπές που σκίζουν τον ουρανό και τις βροντές που θυμίζουν πως το έδαφος δεν είναι ποτέ δεδομένο.

Το χαλάζι, να πέφτει βαρύ πάνω στη λαμαρίνα, και να γίνεται μουσική, μια άγρια σύνθεση του Johann Sebastian Bach μέσα σε καταιγίδα, ρυθμός που δεν γράφτηκε για να καθησυχάζει αλλά για να ταράζει.

Τη θάλασσα όταν φουσκώνει, όταν δεν χωρά και επιστρέφει για να διεκδικήσει, σαν σώμα που αρνείται τα όριά του. Μόνο ο σεισμός και ο ιός μένουν έξω από αυτή τη λατρεία, ίσως γιατί δεν προειδοποιούν, γιατί η καταστροφή τους έρχεται σαν σιωπηλή προδοσία.

Ο γιατρός είπε πως έτσι ισορροπεί ο ποταμός μέσα μου. Πως η θύελλα έξω συγκρατεί τη θύελλα μέσα. Πως κάθε ακραίο φαινόμενο είναι ένας τρόπος να μη ξεχειλίσω. Θα ήθελα να τον πιστέψω.

Να επιστρέψουμε στο τρακάρισμα. Το κεφάλι σώθηκε. Το μυαλό έμεινε στη θέση του, ή έτσι φαίνεται. Αλλά κάποια πράγματα μετακινούνται χωρίς να φαίνονται, αλλάζουν θέση μέσα μας χωρίς θόρυβο.
Αν συνέβη, συνέβη μόνο μέσα στο κείμενο.

Τελικά, ίσως δεν ζούμε τη ζωή που μας αξίζει, αλλά εκείνη που αντέχουμε. Κάποτε ξεκινήσαμε προς αυτήν με καθαρά βήματα, και στη διαδρομή ξεχάσαμε το γιατί. Κι έτσι, όταν φτάνουμε, η ζωή μάς περιμένει ήδη εκεί, όχι σαν μοίρα, αλλά σαν συνέπεια.
Για τα υπόλοιπα…
μη δίνετε σημασία. 

Πρωτομαγιά , με μια μάνα στο κέντρο της μνήμης

Αυτό το κείμενο γράφεται από τη Θεσσαλονίκη, μια πόλη που κουβαλάει ακόμη, σαν υπόγειο ρεύμα, τον Μάη που δεν πέρασε ποτέ. Γιατί υπάρχουν Πρωτομαγιές που δεν είναι ημερομηνίες αλλά ανοιχτές πληγές, και υπάρχουν εικόνες που δεν γερνούν, απλώς βαθαίνουν.



Η πιο βαριά από αυτές, εκείνη η φωτογραφία των απεργών καπνεργατών Θεσσαλονίκης το 1936 στην Εγνατία. Μια μάνα γονατισμένη πάνω από το σκοτωμένο της παιδί. Το σώμα ακίνητο, το βλέμμα ουρλιαχτό. Δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Ούτε συνθήματα, ούτε αναλύσεις. Μόνο αυτό: η ακατέργαστη στιγμή που ο άνθρωπος συναντά το όριό του. Εκεί που η ιστορία σταματά να είναι αφήγηση και γίνεται σπαραγμός.

Από εκείνη την εικόνα γεννήθηκε ο Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου. Όχι ως ποίημα, αλλά ως ανάγκη. Σαν να μην άντεχε η σιωπή το βάρος της μάνας. Σαν να έπρεπε οι λέξεις να γίνουν σώμα, για να κρατήσουν το νεκρό παιδί λίγο ακόμη ζεστό. Και έτσι, η ποίηση πέρασε από το χαρτί στον δρόμο, από τον θρήνο στο τραγούδι, από το ιδιωτικό πένθος στη συλλογική μνήμη.

Κι ύστερα, άλλος Μάης. Άλλη ρωγμή. 1976. Μια είδηση που έπεσε σαν σκιά πάνω στο φως της ημέρας: ο Αλέκος Παναγούλης νεκρός. Ξαφνικά. Βίαια. Σαν να μην χωρούσε κι εκείνος σε μια κανονική αφήγηση ζωής. Θυμάμαι εκείνη την αμηχανία που γίνεται πάγος, τη σιωπή που δεν είναι σιωπή αλλά αδυναμία να αρθρώσεις το αυτονόητο. Κάπου, ένα ραδιόφωνο έπαιζε το τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι: «Παράξενη πρωτομαγιά, με αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια». Και πράγματι, οι Πρωτομαγιές αυτού του τόπου έχουν μια παράξενη επιμονή να διαψεύδουν την άνοιξη.

«Οι Πρωτομαγιές αυτής της πατρίδας δεν κατόρθωσαν ποτέ να πείσουν για τις λουλουδιαστές προθέσεις τους». Η φράση επιστρέφει σαν αγέρι στα γραφτά μας, όχι για να στολίσει, αλλά για να απογυμνώσει. Γιατί κάθε χρόνο επιχειρείται η ίδια ήπια μετάλλαξη. Να γίνει ο Μάης ακίνδυνος. Να φορέσει στεφάνι και να ξεχάσει το αίμα. Να μετατραπεί από απεργία σε αργία, από κραυγή σε εκδρομή. Να ξεχαστεί ότι το κόκκινο δεν είναι των λουλουδιών αλλά των ανθρώπων.

Είναι άχαρο να το επαναλαμβάνεις, αλλά αναγκαίο. Γιατί η λήθη δεν έρχεται με θόρυβο, έρχεται με ευγένεια. Με μικρές παραχωρήσεις, με λίγο λιγότερη ένταση, με λίγο περισσότερη κανονικότητα. Και κάπως έτσι, οι Πρωτομαγιές γίνονται ακίνδυνες, σχεδόν διακοσμητικές. Μέχρι να χαθεί τελείως το νόημα και να μείνει μόνο το περίβλημα.

Αλλά η Θεσσαλονίκη δεν ξεχνά εύκολα. Όχι γιατί θυμάται καλύτερα, αλλά γιατί της το θυμίζουν οι σκιές της. Οι δρόμοι που κράτησαν τα βήματα, τα σπίτια που άκουσαν τα μοιρολόγια, οι λέξεις που έγιναν τραγούδια. Κάθε τραγούδι και ένας νεκρός, κάθε στίχος και μια μάνα.

Και αν κάτι αξίζει να κρατήσουμε σήμερα , δεν είναι τα στεφάνια. Είναι εκείνη η εικόνα. Η μάνα σκυμμένη, ο χρόνος παγωμένος. Εκείνη η μάνα που δεν επιτρέπει στη μέρα να γίνει αθώα. Δίπλα της, όλες οι άλλες απώλειες που δεν χώρεσαν ποτέ σε γιορτές. Γιατί όσο αυτή η εικόνα επιμένει, η Πρωτομαγιά δεν θα γίνει ποτέ εντελώς ακίνδυνη.

Και ίσως αυτό να είναι το τελευταίο της καθήκον. Να θυμίζει ότι δεν είναι γιορτή. Είναι μνήμη.
Δεν ανθίζει. Θυμάται. 

Ξέρεις κανέναν;



Υπάρχουν φράσεις που δεν είναι απλώς λέξεις, αλλά ολόκληρο κοινωνικό σύστημα.
Μικρές, καθημερινές, σχεδόν αθώες στην εκφορά τους, και όμως βαριές σαν παλιό χρέος.
«Ξέρεις κανέναν;»



Αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή του ελληνικού κράτους. Όχι οι νόμοι, ούτε τα συντάγματα, ούτε οι μεγαλόστομες εξαγγελίες περί μεταρρυθμίσεων. Η αληθινή του λειτουργία συμπυκνώνεται σε αυτή τη φράση, ειπωμένη χαμηλόφωνα σε έναν διάδρομο νοσοκομείου, μπροστά σε ένα γκισέ δήμου, σε μια εφορία, σε ένα υπουργείο, σε κάθε σημείο όπου ο πολίτης συναντά την εξουσία και συνήθως φεύγει μικρότερος απ’ όσο μπήκε.

Ζήτησα χθες από ένα νοσοκομείο κάτι απλό.
Όχι προνόμιο. Όχι εξυπηρέτηση εκτός σειράς. Όχι χάρη.
Κάτι που δικαιούμουν.
Μια διαδικασία μικρή, σχεδόν αυτονόητη. Η απάντηση ήρθε με εκείνη την ψυχρή διοικητική αδιαφορία που δεν φωνάζει ποτέ, γιατί έχει μάθει να εξουσιάζει ψιθυριστά.
«Σε τρεις εβδομάδες».

Τρεις εβδομάδες, σε μια πόλη που δεν κατοικώ.
Τρεις εβδομάδες που σημαίνουν επιστροφή, έξοδα, μετακινήσεις, ταλαιπωρία, αναβολή, επιβάρυνση της ίδιας της υγείας μου. Η αρρώστια να περιμένει το πρωτόκολλο και ο άνθρωπος να υποτάσσεται στη σφραγίδα.
Και τότε, σχεδόν μοιραία, ακούστηκε η γνωστή φράση.
«Ξέρεις κανέναν;»

Να η στιγμή της εσωτερικής ήττας.
Για ανθρώπους σαν κι εμένα, το δύσκολο δεν είναι μόνο η αναμονή. Είναι η ίδια η πράξη του να ζητήσεις παρέμβαση. Να νιώσεις ότι παρακαλάς για κάτι που δεν είναι χάρη. Να αναγκάζεσαι να χρωστάς ευγνωμοσύνη εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει απλώς δικαιοσύνη.

Γιατί να ξέρω κανέναν; Γιατί να χρειάζεται να αποδείξω ότι ανήκω κάπου, ότι έχω πρόσβαση σε κάποιο αόρατο δίκτυο ανθρώπων και υποχρεώσεων, για να μου δοθεί αυτό που ήδη μου ανήκει; Ο πολίτης δεν προσέρχεται στο κράτος ως επαίτης ούτε ως πελάτης ιδιωτικής εύνοιας. Δεν οφείλει να επιστρατεύει φιλίες, πολιτικά γραφεία, γνωστούς και γνωστούς των γνωστών για να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του.

Γιατί κάθε φορά που λες «ξέρω κάποιον», στην πραγματικότητα ομολογείς πως δεν εμπιστεύεσαι τον θεσμό, μόνο το πρόσωπο. Και τότε η Δημοκρατία μικραίνει, γίνεται προσωπική υπόθεση, ιδιωτική συναλλαγή, μια αγορά ανταλλαγής χαρών. Το τραγικό δεν είναι ότι χρειάζεται μέσο. Το τραγικό είναι ότι θεωρείται φυσιολογικό να χρειάζεται.

Γιατί το μέσο δεν σε εξυπηρετεί μόνο. Σε δεσμεύει.
Σε βάζει σε μια αόρατη οικονομία υποχρεώσεων.
Σου λύνει το πρόβλημα, αλλά σου αφαιρεί ένα κομμάτι αξιοπρέπειας. Σε κάνει να λες «ευχαριστώ» εκεί που θα έπρεπε να λες απλώς «ήταν υποχρέωσή σας».

Κι όμως, ευτυχώς ή δυστυχώς, ήξερα κάποιον.
Ένα τηλεφώνημα, δύο λέξεις, και ω του θαύματος, αυτό που απαιτούσε τρεις εβδομάδες θα γίνει αύριο.
Ξαφνικά, το σύστημα θεραπεύτηκε.
Η γραφειοκρατία απέκτησε αντανακλαστικά.
Η αδυναμία έγινε δυνατότητα.
Όχι γιατί άλλαξε ο νόμος, αλλά γιατί ενεργοποιήθηκε η παλιά ελληνική θεότητα, το μέσο.

Και εκεί βρίσκεται η βαθύτερη παθογένεια.
Όχι στην καθυστέρηση, αλλά στην αποδοχή της.
Όχι στη δυσλειτουργία, αλλά στην πεποίθηση πως έτσι λειτουργούν τα πράγματα.

Ένα σοβαρό κράτος δεν ζητά γνωριμίες.
Δεν λειτουργεί με συστάσεις, αλλά με κανόνες.
Δεν σε αναγκάζει να κουβαλάς ονόματα και τηλέφωνα σαν δεύτερη ταυτότητα.

Ο πολίτης πρέπει κάποτε να αισθανθεί ασφαλής στον τόπο που ζει. Να σταθεί μπροστά στο δημόσιο γραφείο χωρίς φόβο, χωρίς παρακάλια, χωρίς την ανάγκη ενός «δικού μας ανθρώπου». Να εμπιστευθεί το κράτος χωρίς να χρειάζεται μεσάζοντες.

Η μεγαλύτερη μεταρρύθμιση δεν είναι διοικητική. Είναι ηθική.
Να φτάσουμε κάποτε στο σημείο όπου η πιο άχρηστη ερώτηση θα είναι και η πιο ξεχασμένη: «Ξέρεις κανέναν;» 

Η πόλη που διώχνει τα παιδιά της



Υπάρχουν στιγμές που μια πόλη παύει να κατοικείται και αρχίζει να καταναλώνεται.

Δεν συμβαίνει απότομα. Δεν ακούγεται κάποιος θόρυβος, δεν πέφτει κάποια καμπάνα, δεν βγαίνει κάποια επίσημη ανακοίνωση. Συμβαίνει αθόρυβα, σχεδόν ευγενικά. Ένα ακόμα κατάστημα που αλλάζει χρήση. Ένα ακόμη σπίτι που γίνεται βραχυχρόνια μίσθωση. Ένα ακόμη καντούνι που παύει να ανήκει στους ανθρώπους του και παραδίδεται στη λογική της διέλευσης, της φωτογραφίας, της ταχύτητας και του ταμείου.



Κάποτε η παλιά πόλη της Κέρκυρας ήταν τόπος ζωής. Σήμερα κινδυνεύει να γίνει σκηνικό ζωής. Και η διαφορά είναι τραγική.
Χθες, η Aliki Katsarou μέσα από το άρθρο της και από την εμπειρία της στο πρόγραμμα του Δήμου για τη γνωριμία μαθητών δημοτικού και γυμνασίου με την Παλιά Πόλη, περιέγραψε με ακρίβεια αυτή τη σιωπηλή αλλοίωση. Εκεί όπου η ιστορία θα έπρεπε να συναντά τη μνήμη και τη χαρά της ανακάλυψης, αποκαλύπτεται συχνά μια άλλη πραγματικότητα, σκληρότερη και πιο πεζή.

Όταν μια σχολική περιήγηση αναγκάζεται να διακόπτεται συνεχώς, από οχήματα φορτοεκφόρτωσης, όταν μπροστά από σημεία ιστορικού ενδιαφέροντος δεσπόζουν παρκαρισμένα φορτηγά, όταν οι φωνές των ξεναγών, των ομάδων επισκεπτών και της αδιάκοπης εμπορικής δραστηριότητας σκεπάζουν τη φωνή της ίδιας της πόλης, τότε δεν έχουμε απλώς τουριστική πίεση. Έχουμε πολιτισμική υποχώρηση.

Όταν το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να ακούσει την ιστορία του τόπου του, γιατί μπροστά του περνά η βιασύνη του κέρδους, τότε κάτι βαθύτερο χάνεται. Η πόλη παύει να μορφώνει και αρχίζει απλώς να εξυπηρετεί.

Η πόλη γεμίζει τραπέζια, καφέ, τουριστικά καταστήματα και χρήσεις που υπηρετούν μόνο τον περαστικό και όχι τον μόνιμο κάτοικο. Το κέντρο αδειάζει από ζωή και γεμίζει από κατανάλωση. Οι κάτοικοι απομακρύνονται, οι νέοι αδυνατούν να στεγαστούν, οι καθημερινές ανάγκες υποχωρούν μπροστά στην οικονομία της μιας σεζόν.

Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι η υπερβολή. Είναι η συνήθεια.
Συνηθίσαμε να θεωρούμε φυσικό αυτό που είναι βαθιά αφύσικο. Συνηθίσαμε να μην βρίσκουμε σπίτι για τους νέους ανθρώπους της πόλης. Συνηθίσαμε να θεωρούμε πρόοδο την εξαφάνιση του μόνιμου κατοίκου. Συνηθίσαμε να λέμε «έτσι είναι ο τουρισμός» όπως παλιά λέγαμε «έτσι είναι ο καιρός».
Όχι. Δεν είναι ο καιρός. Είναι πολιτική επιλογή.

Ο υπερτουρισμός δεν γεννήθηκε στα καντούνια. Δεν αποφασίστηκε από τον μικρό επαγγελματία που παλεύει να πληρώσει ενοίκιο, ρεύμα και προσωπικό. Δεν είναι ευθύνη μόνο του εμπόρου, του ξενοδόχου ή του καταστηματάρχη που προσπαθεί να επιβιώσει. Όπως σωστά επισήμανε και η Αλίκη Κατσάρου, η ρίζα βρίσκεται αλλού. Στο κεντρικό κράτος που αντιμετωπίζει τα νησιά ως εποχικά ταμεία είσπραξης και όχι ως ζωντανούς οργανισμούς.

Η αυτοδιοίκηση, αποδυναμωμένη από πόρους, προσωπικό και θεσμικά εργαλεία, καλείται να διαχειριστεί μια λαίλαπα χωρίς πραγματικά μέσα άμυνας. Να κρατήσει όρθια μια πόλη με δεμένα χέρια. Δεν εκδίδει η ίδια άδειες για το μοντέλο της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού, ούτε αποφασίζει για την ανεξέλεγκτη επέκταση των ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων που έχουν κατακλύσει το νησί, ούτε για τη συνολική πίεση που ασκεί η τουριστική βιομηχανία.

Μπορεί όμως να δώσει μικρές, ουσιαστικές μάχες. Να καθορίσει στάσεις και διαδρομές για τα τουριστικά λεωφορεία, να οργανώσει καλύτερα τις ώρες και τους χώρους φορτοεκφόρτωσης, να προστατεύσει ζώνες διέλευσης, να υπερασπιστεί το δικαίωμα του κατοίκου να περπατά στην πόλη του χωρίς να αισθάνεται ξένος.

Αυτές οι μάχες ίσως μοιάζουν μικρές για όσους μετρούν μόνο επενδύσεις και ποσοστά. Δεν είναι. Είναι οι πραγματικές μάχες του πολιτισμού. Γιατί ο πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο στα μνημεία, αλλά στον τρόπο που ένα παιδί περπατά ασφαλές προς το σχολείο του και ένας ηλικιωμένος μπορεί να σταθεί στην πλατεία χωρίς να παραμερίζεται από τη βιασύνη της τουριστικής κατανάλωσης.

Δεν θα αλλάξουμε τον κόσμο σε μία δημοτική συνεδρίαση. Μπορούμε όμως να υπερασπιστούμε την ακτίνα της ευθύνης μας. Και πολλές μικρές νίκες, όταν αποκτούν διάρκεια, παύουν να είναι μικρές. Γίνονται η σιωπηλή άμυνα μιας κοινωνίας που αρνείται να παραδώσει την πόλη της αμαχητί.

Αν η πόλη πάψει να ανήκει στους κατοίκους της, τότε δεν θα έχουμε πετύχει ανάπτυξη. Θα έχουμε οργανώσει μια ακριβή μορφή ερήμωσης.
Και τότε, πράγματι, θα έχουμε μείνει μόνο με τους αριθμούς.
Του κέρδους φυσικά. 

Υπάρχουν στιγμές που μια πόλη παύει να κατοικείται και αρχίζει να καταναλώνεται.

Δεν συμβαίνει απότομα. Δεν ακούγεται κάποιος θόρυβος, δεν πέφτει κάποια καμπάνα, δεν βγαίνει κάποια επίσημη ανακοίνωση. Συμβαίνει αθόρυβα, σχεδόν ευγενικά. Ένα ακόμα κατάστημα που αλλάζει χρήση. Ένα ακόμη σπίτι που γίνεται βραχυχρόνια μίσθωση. Ένα ακόμη καντούνι που παύει να ανήκει στους ανθρώπους του και παραδίδεται στη λογική της διέλευσης, της φωτογραφίας, της ταχύτητας και του ταμείου.

Κάποτε η παλιά πόλη της Κέρκυρας ήταν τόπος ζωής. Σήμερα κινδυνεύει να γίνει σκηνικό ζωής. Και η διαφορά είναι τραγική.
Χθες, η Aliki Katsarou μέσα από το άρθρο της και από την εμπειρία της στο πρόγραμμα του Δήμου για τη γνωριμία μαθητών δημοτικού και γυμνασίου με την Παλιά Πόλη, περιέγραψε με ακρίβεια αυτή τη σιωπηλή αλλοίωση. Εκεί όπου η ιστορία θα έπρεπε να συναντά τη μνήμη και τη χαρά της ανακάλυψης, αποκαλύπτεται συχνά μια άλλη πραγματικότητα, σκληρότερη και πιο πεζή.

Όταν μια σχολική περιήγηση αναγκάζεται να διακόπτεται συνεχώς, από οχήματα φορτοεκφόρτωσης, όταν μπροστά από σημεία ιστορικού ενδιαφέροντος δεσπόζουν παρκαρισμένα φορτηγά, όταν οι φωνές των ξεναγών, των ομάδων επισκεπτών και της αδιάκοπης εμπορικής δραστηριότητας σκεπάζουν τη φωνή της ίδιας της πόλης, τότε δεν έχουμε απλώς τουριστική πίεση. Έχουμε πολιτισμική υποχώρηση.

Όταν το παιδί δεν μπορεί να σταθεί για να ακούσει την ιστορία του τόπου του, γιατί μπροστά του περνά η βιασύνη του κέρδους, τότε κάτι βαθύτερο χάνεται. Η πόλη παύει να μορφώνει και αρχίζει απλώς να εξυπηρετεί.

Η πόλη γεμίζει τραπέζια, καφέ, τουριστικά καταστήματα και χρήσεις που υπηρετούν μόνο τον περαστικό και όχι τον μόνιμο κάτοικο. Το κέντρο αδειάζει από ζωή και γεμίζει από κατανάλωση. Οι κάτοικοι απομακρύνονται, οι νέοι αδυνατούν να στεγαστούν, οι καθημερινές ανάγκες υποχωρούν μπροστά στην οικονομία της μιας σεζόν.

Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι η υπερβολή. Είναι η συνήθεια.
Συνηθίσαμε να θεωρούμε φυσικό αυτό που είναι βαθιά αφύσικο. Συνηθίσαμε να μην βρίσκουμε σπίτι για τους νέους ανθρώπους της πόλης. Συνηθίσαμε να θεωρούμε πρόοδο την εξαφάνιση του μόνιμου κατοίκου. Συνηθίσαμε να λέμε «έτσι είναι ο τουρισμός» όπως παλιά λέγαμε «έτσι είναι ο καιρός».
Όχι. Δεν είναι ο καιρός. Είναι πολιτική επιλογή.

Ο υπερτουρισμός δεν γεννήθηκε στα καντούνια. Δεν αποφασίστηκε από τον μικρό επαγγελματία που παλεύει να πληρώσει ενοίκιο, ρεύμα και προσωπικό. Δεν είναι ευθύνη μόνο του εμπόρου, του ξενοδόχου ή του καταστηματάρχη που προσπαθεί να επιβιώσει. Όπως σωστά επισήμανε και η Αλίκη Κατσάρου, η ρίζα βρίσκεται αλλού. Στο κεντρικό κράτος που αντιμετωπίζει τα νησιά ως εποχικά ταμεία είσπραξης και όχι ως ζωντανούς οργανισμούς.

Η αυτοδιοίκηση, αποδυναμωμένη από πόρους, προσωπικό και θεσμικά εργαλεία, καλείται να διαχειριστεί μια λαίλαπα χωρίς πραγματικά μέσα άμυνας. Να κρατήσει όρθια μια πόλη με δεμένα χέρια. Δεν εκδίδει η ίδια άδειες για το μοντέλο της μονοκαλλιέργειας του τουρισμού, ούτε αποφασίζει για την ανεξέλεγκτη επέκταση των ενοικιαζόμενων αυτοκινήτων που έχουν κατακλύσει το νησί, ούτε για τη συνολική πίεση που ασκεί η τουριστική βιομηχανία.

Μπορεί όμως να δώσει μικρές, ουσιαστικές μάχες. Να καθορίσει στάσεις και διαδρομές για τα τουριστικά λεωφορεία, να οργανώσει καλύτερα τις ώρες και τους χώρους φορτοεκφόρτωσης, να προστατεύσει ζώνες διέλευσης, να υπερασπιστεί το δικαίωμα του κατοίκου να περπατά στην πόλη του χωρίς να αισθάνεται ξένος.

Αυτές οι μάχες ίσως μοιάζουν μικρές για όσους μετρούν μόνο επενδύσεις και ποσοστά. Δεν είναι. Είναι οι πραγματικές μάχες του πολιτισμού. Γιατί ο πολιτισμός δεν κρίνεται μόνο στα μνημεία, αλλά στον τρόπο που ένα παιδί περπατά ασφαλές προς το σχολείο του και ένας ηλικιωμένος μπορεί να σταθεί στην πλατεία χωρίς να παραμερίζεται από τη βιασύνη της τουριστικής κατανάλωσης.

Δεν θα αλλάξουμε τον κόσμο σε μία δημοτική συνεδρίαση. Μπορούμε όμως να υπερασπιστούμε την ακτίνα της ευθύνης μας. Και πολλές μικρές νίκες, όταν αποκτούν διάρκεια, παύουν να είναι μικρές. Γίνονται η σιωπηλή άμυνα μιας κοινωνίας που αρνείται να παραδώσει την πόλη της αμαχητί.

Αν η πόλη πάψει να ανήκει στους κατοίκους της, τότε δεν θα έχουμε πετύχει ανάπτυξη. Θα έχουμε οργανώσει μια ακριβή μορφή ερήμωσης.
Και τότε, πράγματι, θα έχουμε μείνει μόνο με τους αριθμούς.

Του κέρδους φυσικά.  

χρόνος έξω από τα ρολόγια

Δεν έχω χρόνο σήμερα, λέμε, και το λέμε σαν να εξηγούμε τη ζωή μας. Σαν να αρκεί η φράση αυτή για να δικαιολογήσει τα πάντα, τις απουσίες, τις αναβολές, τις μικρές εγκαταλείψεις του εαυτού μας. Κυκλοφορούμε μέσα στη μέρα κυνηγημένοι από δείκτες που τρέχουν πιο γρήγορα από εμάς.



Ο χρόνος της εποχής είναι μηχανικός, άκαμπτος, ακριβής. Μετριέται, καταγράφεται, χωρίζεται, προγραμματίζεται. Γεμίζει τα ημερολόγια και αδειάζει τις στιγμές. Μας κάνει αποτελεσματικούς, και ταυτόχρονα λίγο λιγότερο παρόντες σε ό,τι ζούμε.

Κι όμως, η ζωή δεν κατοικεί εκεί.
Η ζωή βρίσκεται στον άλλο χρόνο. Εκείνον που δεν υπακούει σε ρολόγια. Στον χρόνο που ξεφεύγει από τις ώρες και επιστρέφει σαν ανάμνηση. Στον χρόνο που δεν δηλώνεται, αλλά αποκαλύπτεται.

Είναι ένα βλέμμα που κρατά λίγο παραπάνω και γίνεται ολόκληρη ιστορία. Μια κουβέντα χαμηλή που δεν ειπώθηκε για να μείνει, αλλά έμεινε. Ένα απόγευμα που το φως έπεσε στραβά και ξαφνικά όλα φάνηκαν πιο αληθινά. Μια σιωπή δίπλα σε έναν άνθρωπο που δεν σε ζητά να εξηγηθείς.

Είναι ο χρόνος που δεν παράγει τίποτα μετρήσιμο και γι’ αυτό θεωρείται άχρηστος. Δεν έχει παραγωγικότητα, δεν έχει απόδοση, δεν έχει αποτέλεσμα. Κι όμως, μέσα του παράγονται όλα τα ουσιώδη, η τρυφερότητα, η μνήμη, η συγχώρεση, η ελπίδα.

Μας έμαθαν να γεμίζουμε κάθε κενό, να φοβόμαστε την παύση, να θεωρούμε τη σιωπή αποτυχία. Κι έτσι χάσαμε τον πιο ανθρώπινο χρόνο, αυτόν που δεν φαίνεται στα ρολόγια, αλλά φαίνεται στα μάτια.

Μιλάμε συνεχώς για τον χρόνο που δεν έχουμε, ενώ αφήνουμε να χάνεται εκείνος που μας δίνεται χωρίς όρους.
Τον χρόνο έξω από τα ρολόγια.
Εκείνον που δεν προλαβαίνεις ποτέ, γιατί απλώς δεν τρέχει

Κυριακή 26 Απριλίου, ταξιδεύοντας για Θεσσαλονίκη 

Οι άνθρωποι απέναντι



Υπάρχουν μέρες που η πραγματικότητα σε κοιτά κατάματα και σου αφαιρεί το δικαίωμα ακόμη και στην αυταπάτη της αισιοδοξίας. Όχι γιατί χάθηκε η ελπίδα, αλλά γιατί κουράστηκε να επιστρέφει εκεί όπου κανείς δεν την περιμένει πραγματικά. Ζούμε σε μια εποχή όπου η απογοήτευση δεν είναι πια προσωπική αδυναμία, αλλά σχεδόν κοινωνική υποχρέωση. Σαν να θεωρείται αφέλεια η πίστη και ωριμότητα η παραίτηση.



Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φθορά, επιμένω να γράφω. Όχι γιατί πιστεύω πως οι λέξεις αλλάζουν τον κόσμο, αλλά γιατί χωρίς αυτές ο κόσμος γίνεται αφόρητα πιο φτωχός. Η γραφή δεν σώζει, δεν θεραπεύει, δεν ανασταίνει χαμένες βεβαιότητες. Μα καταγράφει. Και πολλές φορές, η καταγραφή είναι η τελευταία μορφή αντίστασης απέναντι στη λήθη και την ευκολία.

Μας έμαθαν να ζούμε ο ένας απέναντι στον άλλον. Να βλέπουμε τον διπλανό σαν ανταγωνιστή, τον συνάδελφο σαν απειλή, τον άγνωστο σαν ενόχληση. Η κοινωνία της συνύπαρξης αντικαταστάθηκε από την κοινωνία της επιβίωσης. Ο καθένας μόνος του, μετρώντας ήττες, λογαριασμούς και μικρές καθημερινές ταπεινώσεις. Οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πια, απλώς διασταυρώνονται.

Η φτώχεια δεν φορά πια μόνο παλιά ρούχα. Κυκλοφορεί με κινητό τελευταίας γενιάς, με χαμόγελο αναγκαστικό και με μια μόνιμη αγωνία κρυμμένη πίσω από καθημερινές κουβέντες. Είναι ο άνθρωπος που δουλεύει και πάλι δεν φτάνει. Είναι ο νέος που φεύγει χωρίς να κοιτά πίσω. Είναι ο μεγαλύτερος που μένει, χαμηλώνει το βλέμμα και σωπαίνει, γιατί κάποτε κουράζεται και η αξιοπρέπεια να εξηγεί.

Και τότε επιστρέφουν οι στίχοι του Νίκου Καρούζου, σαν αλήθεια που δεν παλιώνει:
«Μην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Μην του μιλάτε, δε μιλούν στους καθρέφτες».

Γιατί ο καθρέφτης δεν είναι ο άνεργος μόνο. Είναι ολόκληρη η κοινωνία μας. Είναι το πρόσωπο που αποφεύγουμε να κοιτάξουμε, γιατί μέσα του καθρεφτίζεται και η δική μας συνενοχή. Η ευκολία με την οποία συνηθίσαμε το άδικο. Η ταχύτητα με την οποία βαφτίσαμε «κανονικότητα» την παρακμή.

Συχνά σκέφτομαι πως γράφουμε όχι για να μας ακούσουν, αλλά για να μη συνηθίσουμε τη σιωπή. Για να μη συμφιλιωθούμε με τη φτήνια της εικόνας, με την ευκολία του θεάματος, με την τεμπελιά της αδιαφορίας. Για να θυμόμαστε πως ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να καταναλώνει φόβο, αλλά για να υπερασπίζεται νόημα.

Άνοιξη πάλι. Συννεφιασμένη, δύσκολη, αβέβαιη. Αλλά άνοιξη. Και αυτό από μόνο του είναι μια μικρή μορφή αντίστασης. Όπως η μουσική που επιμένει. Όπως μια αληθινή κουβέντα. Όπως η επιμονή να παραμένεις άνθρωπος, όταν όλα γύρω σου σε εκπαιδεύουν να γίνεις κάτι λιγότερο.

Η φωτογραφία για το βλέμμα

Δεν είμαι λέξη

Υπάρχουν στιγμές που η γλώσσα φτάνει μέχρι ένα όριο και μετά σταματά, όχι από αδυναμία αλλά από επίγνωση. Μέχρι εκεί μπορεί να παίξει, να στ...