Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Η Τέλεια Ομορφιά

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπλα της χωρίς να τη συναντήσουμε.



Οι χώροι λάμπουν, οι εικόνες πολλαπλασιάζονται, οι άνθρωποι φροντίζουν την παρουσία τους, οι συναντήσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Όλα μοιάζουν να βρίσκονται στη θέση τους, εκτός από εκείνο το αδιόρατο κάτι που δίνει νόημα στην παρουσία μας μέσα στον κόσμο. Η ζωή οργανώνεται με επιμέλεια, σχεδόν σκηνοθετείται, κι εμείς συχνά καταλήγουμε θεατές της.

Μάθαμε να συγχέουμε την αφθονία με την πληρότητα, την αναγνώριση με την αξία, την κίνηση με τη ζωή. Δεν μας αρκεί πια να ζούμε κάτι. Θέλουμε να φαίνεται πως το ζούμε. Η ευτυχία χρειάζεται αποδείξεις, η επιτυχία μάρτυρες και η απόλαυση μια εικόνα που να πιστοποιεί ότι πράγματι συνέβη. Κάπως έτσι, ανάμεσα σε όσα αποκτούμε και σε όσα επιδεικνύουμε, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια την εμπειρία.

Το κενό, ωστόσο, δεν κάνει θόρυβο. Μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα ακριβό δείπνο, μια επιτυχημένη δημόσια εμφάνιση, μια ζωή που προκαλεί τον θαυμασμό. Δεν φαίνεται στις φωτογραφίες, ούτε διορθώνεται με την επόμενη κατάκτηση. Είναι εκείνη η ανεξήγητη αίσθηση πως, ενώ όλα συμβαίνουν γύρω μας, κάτι ουσιαστικό εξακολουθεί να μη συμβαίνει μέσα μας.

Δεν φταίει η ομορφιά. Φταίει ίσως η απαίτησή μας να μας σώσει, να γεμίσει όσα αφήσαμε άδεια, να μετατρέψει την ύπαρξη σε κάτι άξιο θαυμασμού. Η ομορφιά, όμως, δεν είναι υπόσχεση ευτυχίας και η τελειότητα δεν εγγυάται την πληρότητα. Μπορεί να κατοικεί σε ένα παλιό κτίριο, σε ένα πρόσωπο σημαδεμένο από τα χρόνια, σε μια χειρονομία που δεν ζητά ανταπόδοση. Κάποτε, μάλιστα, η φθορά δεν την ακυρώνει. Της χαρίζει μια αλήθεια που η τελειότητα αδυνατεί να προσφέρει.

Αυτή η παράξενη συνύπαρξη της ποιητικής ομορφιάς με την ανθρώπινη κενότητα ήταν εκείνο που με εντυπωσίασε στην ταινία του Πάολο Σορεντίνο, «Η Τέλεια Ομορφιά». Πίσω από τη λάμψη της Ρώμης, τις γιορτές και την αδιάκοπη κίνηση, αναδύεται ένας κόσμος που μοιάζει να τα έχει όλα, εκτός ίσως από έναν λόγο για να τα χαρεί. Κι εκεί, μέσα στην παρακμή, η ομορφιά δεν εξαφανίζεται. Εμφανίζεται σαν μια υπενθύμιση όσων θα μπορούσαν να μας συγκινήσουν, αν δεν είχαμε τόσο απασχοληθεί με το να εντυπωσιάζουμε.



Ίσως, τελικά, η παρακμή να μην αρχίζει όταν τα πράγματα χάνουν τη λάμψη τους, αλλά όταν εμείς παύουμε να αναζητούμε το νόημά τους.

Κι όσο επιμελέστερα σκηνοθετούμε τη ζωή μας, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να μας διαφύγει η μοναδική παράσταση που δεν επαναλαμβάνεται. Κι έτσι, η ζωή γίνεται ένα θέαμα που δεν θέλουμε να χάσουμε, ακόμη κι όταν έχουμε πάψει να συμμετέχουμε.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Η Τέλεια Ομορφιά» (La Grande Bellezza, 2013), του Πάολο Σορεντίνο.

Η κοινωνία των θεατών



Ποτέ δεν είχαμε τόσες πολλές γνώμες για τόσα πολλά πράγματα. Κάθε γεγονός γεννά χιλιάδες κρίσεις, κάθε δημόσια αντιπαράθεση αποκτά το κοινό της, κάθε λάθος βρίσκει τους δικαστές του. Παρακολουθούμε, σχολιάζουμε, καταδικάζουμε ή χειροκροτούμε. Κι ύστερα περνάμε στο επόμενο.
Η εποχή μάς έχει εξασφαλίσει μια προνομιακή θέση. Μπορούμε να βρισκόμαστε παντού χωρίς να χρειάζεται να είμαστε πουθενά. Να παρακολουθούμε τις συγκρούσεις χωρίς να εμπλεκόμαστε, να απαιτούμε δικαιοσύνη χωρίς να αναλαμβάνουμε ευθύνη, να υπερασπιζόμαστε αρχές όσο η υπεράσπισή τους δεν κοστίζει τίποτε.



Η γνώμη έγινε η ευκολότερη μορφή συμμετοχής. Δεν απαιτεί χρόνο, γνώση σε βάθος ή προσωπικό ρίσκο. Αρκεί μια εικόνα, μια φράση, ένα γεγονός όπως έφτασε στην οθόνη μας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έχουμε σχηματίσει άποψη και συχνά έχουμε αποφασίσει ποιος φταίει.
Δεν χρειάζεται καν να περιμένουμε να ολοκληρωθεί το έργο. Μας αρκεί ένα απόσπασμα για να κρίνουμε ολόκληρη την παράσταση.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε. Είναι ότι συχνά θεωρούμε πως, μιλώντας, έχουμε ήδη κάνει το χρέος μας. Η αγανάκτηση μάς ανακουφίζει, η καταδίκη μάς δικαιώνει, το χειροκρότημα μάς κάνει να αισθανόμαστε μέρος μιας προσπάθειας. Κι έτσι, η απόσταση ανάμεσα στην άποψη και στην πράξη εξαφανίζεται βολικά από το οπτικό μας πεδίο.
Μέχρι να έρθει η στιγμή που η συμμετοχή ζητά κάτι περισσότερο από μια δήλωση. Χρόνο, παρουσία, ευθύνη, ίσως και προσωπικό κόστος.
Τότε η πλατεία αρχίζει να αδειάζει.
Όχι επειδή όλοι αδιαφορούν, αλλά επειδή είναι ευκολότερο να απαιτείς από κάποιον άλλον να αλλάξει τον κόσμο παρά να αναλάβεις το δικό σου μερίδιο ευθύνης.
Κι έτσι, όλοι έχουν κάτι να πουν για την παράσταση.
Μέχρι που μια μέρα ανακαλύπτουν πως, όσο παρακολουθούσαν τους άλλους, κάποιος άλλος έγραφε το έργο της δικής τους ζωής

Η εξίσωση που δεν λύσαμε

Έχουμε μπερδέψει τις επιθυμίες μας με τις απαιτήσεις της ζωής. Μας έπεισαν πως για να ευτυχήσουμε χρειαζόμαστε περισσότερα, ενώ επιστρέφουμε διαρκώς στα ίδια λίγα. Έναν άνθρωπο να μας καταλαβαίνει, ένα σπίτι που να μας χωράει, μια δουλειά που να μας επιτρέπει να ζούμε, έναν ουρανό χωρίς βόμβες.



Δεν ζητάμε τον ουρανό με τ’ άστρα. Μια θέση κάτω από τον ουρανό ζητάμε, χωρίς φόβο και χωρίς την καθημερινή αγωνία της επιβίωσης.

Κοιτάξτε γύρω μας. Η εποχή παράγει θαύματα με βιομηχανικούς ρυθμούς. Οι μηχανές σκέφτονται, οι οθόνες προβλέπουν τις επιθυμίες μας, η πληροφορία ταξιδεύει ταχύτερα από τη σκέψη. Κι όμως, η ηρεμία παραμένει είδος πολυτελείας, η ελευθερία διαπραγματεύσιμο μέγεθος και η ειρήνη μια υπόσχεση που ανανεώνεται μετά από κάθε πόλεμο.

Κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό παράδοξο. Ο άνθρωπος έμαθε να λύνει εξισώσεις που κάποτε έμοιαζαν αδιανόητες, αλλά δυσκολεύεται να λύσει την απλούστερη. Πώς θα ζήσουμε μαζί;

Αυτή την εξίσωση την παραδώσαμε στους διαχειριστές της εξουσίας. Εκείνοι πρόσθεσαν συμφέροντα, αφαίρεσαν δικαιώματα, πολλαπλασίασαν υποσχέσεις και μοίρασαν την ευθύνη διά του μηδενός. Στο τέλος, ο λογαριασμός έρχεται πάντα στον ίδιο παραλήπτη, στον άνθρωπο που περιμένει να ζήσει τη ζωή του.

Κάπως έτσι, τα αυτονόητα έγιναν αιτήματα, τα αιτήματα διεκδικήσεις και οι διεκδικήσεις ενοχλητικές λεπτομέρειες στην ημερήσια διάταξη των ισχυρών.

Μόνο που η ζωή δεν είναι ημερήσια διάταξη. Είναι ο χρόνος που περνά, τα παιδιά που μεγαλώνουν, οι άνθρωποι που κουράζονται, τα χρόνια που χάνονται περιμένοντας να γίνει ο κόσμος λίγο πιο ανθρώπινος.

Μας ζητούν να θαυμάζουμε τις επιδόσεις, να χειροκροτούμε τις καινοτομίες, να συνηθίζουμε το αδιανόητο σαν να είναι καθημερινή είδηση. Την ίδια ώρα, εκατομμύρια άνθρωποι μετρούν το ψωμί, τον χρόνο, τις αντοχές τους. Η δυστυχία αποκτά στατιστική και η αγωνία διάγραμμα, λες και μια καμπύλη μπορεί να απαλύνει τον πόνο. Κι εμείς συζητάμε για το αύριο, ενώ για πολλούς το σήμερα παραμένει ένας στενός διάδρομος χωρίς έξοδο και χωρίς κανέναν να τους ακούει.

Η πρόοδος έχει νόημα όταν περισσεύει χώρος για τον άνθρωπο.

Γιατί, στο τέλος, η μεγαλύτερη αποτυχία ενός πολιτισμού είναι να μπορεί να φτάσει στα άστρα και να αφήνει τον άνθρωπο να ζητιανεύει μια θέση στη Γη. 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Η ζωή την ώρα που συμβαίνει

Η αφορμή ήταν το βάρος, που μου δημιουργεί ο χειμώνας που έρχεται. Από εκεί ξεκίνησε ο προβληματισμός που γέννησε αυτό το κείμενο και την ανάγκη να εξεγερθώ απέναντι σε όσα βαραίνουν τη σκέψη μου. Το δημοσιεύω ξημερώματα Κυριακής και θέλω, από σήμερα, να προσπαθήσω να κάνω πράξη όσα γράφω. Το βγάζω από μέσα μου για να συναντήσει τους ανθρώπους που το χρειάζονται.



Η μικρή εξέγερση της χαράς

Με γαληνεύει η ρουτίνα. Η ήσυχη συνέχεια των πραγμάτων, η μία μέρα που ακουμπά στην άλλη, ο χρόνος που προχωρά χωρίς να απαιτεί από μένα να γνωρίζω από τώρα τι με περιμένει στην επόμενη στροφή.

Θέλω να περιμένω τον Νοέμβρη με τις βροχές του, τα απογεύματα που μικραίνουν, τα φώτα που ανάβουν νωρίς. Να έρθουν τα Χριστούγεννα, να περάσει ο χειμώνας, να ξανανοίξει ο καιρός, να φτάσει το καλοκαίρι. Να κυλάει ο χρόνος κι εγώ να βρίσκομαι μέσα του, διαθέσιμος να τον ζήσω.

Θέλω να αφήνω λίγο από το αύριο μέσα στο νέφος του, χωρίς να ψάχνω από τώρα στις σκιές του, όσα μπορεί να με περιμένουν. Όταν έρθει, θα πάρει το σχήμα του. Ως τότε, θέλω να έχω ελεύθερα τα χέρια μου για τη σημερινή μέρα.

Δεν φοβάμαι τις εκπλήξεις της ζωής. Εκείνο που θέλω να αλλάξω είναι η συνήθεια να τις προεξοφλώ, να πληρώνω από σήμερα το τίμημα μιας δυσκολίας που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.

Θέλω να αφήσω τον Νοέμβρη να έρθει και να είναι Νοέμβρης. Όταν προκύψει κάτι δύσκολο, θα το αντιμετωπίσω. Ως τότε, η βροχή δικαιούται να είναι μόνο βροχή.

Κάπου εδώ αρχίζει η δική μου υπόθεση με τον χρόνο.
Γιατί, μαζί με την ησυχία που αναζητώ, θέλω να ξαναβρώ κάτι που έχασα στην πορεία. Την παιδική χαρά. Όχι την ηλικία, ούτε τον κόσμο όπως ήταν τότε. Εκείνον τον τρόπο να στέκεσαι απέναντι σε αυτό που έχεις μπροστά σου και να του παραχωρείς ολόκληρη την προσοχή σου, σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο που να διεκδικεί τη στιγμή.

Όταν ήμουν παιδί, ένα παιχνίδι μπορούσε να γεμίσει ένα απόγευμα. Μια εκδρομή γινόταν γεγονός, η Κυριακή είχε τη δική της προσμονή, το καλοκαίρι άρχιζε πολύ πριν φτάσει. Η χαρά δεν περίμενε να συμβεί κάτι σπουδαίο. Ένα μικρό πράγμα αρκούσε για να κάνει τον κόσμο μεγάλο.

Το λίγο ήταν αρκετό. Κάπου στην πορεία, όμως, το αρκετό παραμερίστηκε. Στη θέση του εγκαταστάθηκε το ανικανοποίητο, αυτός ο αόρατος ένοικος που βρίσκει πάντα κάτι ακόμη να ζητήσει. Μόλις αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούσαμε, ο χθεσινός προορισμός γίνεται αφετηρία για το επόμενο. Η επιθυμία μετακινεί διαρκώς τον ορίζοντα και η χαρά μένει να την ακολουθεί.

Έτσι, ακόμη κι όταν η ζωή μάς προσφέρει κάτι όμορφο, εμείς κρατάμε ανοιχτό λογαριασμό μαζί της. Κάτι λείπει, κάτι θα μπορούσε να είναι καλύτερο, κάτι άλλο περιμένει στη σειρά. Και το παρόν, αντί να γίνει τόπος κατοικίας, καταντά αίθουσα αναμονής.

Μπορεί να έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι και να σκεφτόμαστε πόσο γρήγορα περνάει. Να καθόμαστε με έναν άνθρωπο που αγαπάμε και να μας απασχολούν όσα πρέπει να γίνουν αύριο. Να πίνουμε τον καφέ μας και να βιαζόμαστε να τελειώσει, για να περάσουμε στο επόμενο πράγμα.
Κι αυτό το κάνουμε ακόμη και στον έρωτα.

Δύο άνθρωποι έρχονται κοντά, το σώμα αναζητά το σώμα, η επιθυμία γίνεται άγγιγμα, ανάσα, προσμονή. Κι όμως, ακόμη κι εκεί, μπορεί να βιαζόμαστε να φτάσουμε στην κορύφωση και να χάσουμε τη διαδρομή που μας οδηγεί ως αυτήν. Να αντιμετωπίζουμε τη στιγμή σαν προορισμό, αντί να την αφήνουμε να συμβεί.

Ο οργασμός κρατά μια στιγμή. Κι όμως, μπορεί να γίνει ολόκληρος κόσμος, όταν είσαι πραγματικά εκεί, όταν το σώμα και ο νους συναντιούνται στο ίδιο παρόν. Δεν είναι μόνο η κορύφωση. Είναι η παράδοση στη στιγμή, η αίσθηση πως για λίγο δεν υπάρχει τίποτε που χρειάζεται να προλάβεις, τίποτε που πρέπει να αποδείξεις, τίποτε που να σε περιμένει έξω από αυτό που ζεις.

Και αναρωτιέμαι πόσες στιγμές της ζωής μας περνούν έτσι, με εμάς μισούς μέσα τους και μισούς ήδη αλλού.

Κάπως έτσι, η ζωή περνάει κι εμείς περιμένουμε την επόμενη ζωή.
Και τότε σκέφτομαι εκείνα τα καλοκαίρια. Τα ένθεα του Σικελιανού, τα μεταφυσικά και εκστατικά του Ελύτη, τα αισθησιακά και αστικά του Κοσμά Πολίτη. Πού βρίσκεται σήμερα εκείνη η μέθη του καλοκαιριού; Στη θάλασσα, στο φως, στη ζεστή πέτρα που κρατά ακόμη τη θερμοκρασία της ημέρας; Ή μήπως όλα βρίσκονται στη θέση τους κι εκείνο που άλλαξε είναι το βλέμμα μας;
Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να πάρω μαζί μου εκείνο το βλέμμα, την ικανότητα να χαίρομαι αυτό που υπάρχει, χωρίς να του ζητώ να γίνει κάτι περισσότερο για να αξίζει.

Ξέρω πως ο κόσμος δεν τελειώνει στα όρια της δικής μου χαράς. Έξω από τη δική μου καθημερινότητα απλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος πόνου. Πόλεμοι, παιδιά που πεινούν, άνθρωποι που ξεριζώνονται από τις πατρίδες τους, φτώχεια, αδικία, βία, μοναξιά, άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά για τα στοιχειώδη και άλλοι που συνθλίβονται κάτω από το βάρος μιας κοινωνίας που συχνά τους προσπερνά. Ο πόνος αλλάζει πρόσωπα, τόπους και αιτίες, αλλά παραμένει εκεί, μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια, και ζητά από όλους μας να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Μα η γνώση του σκοταδιού δεν χρειάζεται να καταργήσει το φως. Μπορώ να βλέπω τον κόσμο όπως είναι και να χαίρομαι τη θάλασσα. Να γνωρίζω πως ο χειμώνας θα φέρει δυσκολίες και να περιμένω τις πρώτες του βροχές. Να κρατώ τα μάτια μου ανοιχτά στον πόνο και στην ομορφιά.

Γιατί, αν θέλω να είμαι χρήσιμος στους ανθρώπους που δοκιμάζονται, χρειάζομαι δύναμη για να σταθώ δίπλα τους και αισιοδοξία για να τη μεταδώσω, πίστη πως ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες υπάρχει χώρος για αγώνα, αλληλεγγύη και μια καλύτερη μέρα. Ο άνθρωπος που υποφέρει χρειάζεται ένα χέρι να κρατηθεί, μια παρουσία που θα του δώσει κουράγιο, έναν άνθρωπο που θα σταθεί δίπλα του με το κεφάλι ψηλά.
Ο πόνος ζητά τη συμπαράστασή μας, όχι την παράδοσή μας. Κι η αισιοδοξία αποκτά την πραγματική της αξία όταν γίνεται δύναμη για τον άλλον.

Αυτό θέλω να αλλάξω μέσα μου, τον τρόπο που στέκομαι απέναντι στη ζωή.
Να πάψω να ζητώ από κάθε στιγμή να δικαιολογήσει την ύπαρξή της με μια υπόσχεση για κάτι καλύτερο. Να μη μετατρέπω την προσμονή σε αγωνία και το αύριο σε χρέος που πρέπει να εξοφλήσω από σήμερα. Να μπορώ να επιθυμώ χωρίς να ακυρώνω εκείνο που ήδη έχω.

Κι αν αυτό είναι μια μικρή εξέγερση, ας είναι. Απέναντι στην αδιάκοπη απαίτηση για περισσότερο, στην ανησυχία που προηγείται των γεγονότων, στη συνήθεια να αναβάλλουμε τη χαρά ώσπου να τακτοποιηθούν όλα.

Δεν θέλω να πάψω να ονειρεύομαι. Θέλω να πάψω να αντιμετωπίζω τη ζωή που έχω σαν πρόχειρο σχέδιο μιας άλλης, καλύτερης ζωής.
Θέλω να μάθω ξανά να λέω «μου φτάνει» και να το εννοώ. Όχι επειδή τελείωσαν οι επιθυμίες μου, αλλά επειδή δεν θέλω να τους παραχωρήσω ολόκληρη τη ζωή μου.

Να αφήνω τον χρόνο να κυλάει χωρίς να τρέχω διαρκώς μπροστά του. Να περιμένω το καλοκαίρι και να χαίρομαι τη διαδρομή προς αυτό. Να απολαμβάνω τον καφέ, τη βόλτα, τη θάλασσα, το φως που μπαίνει από το παράθυρο. Να ξαναβρώ εκείνο το παιδί που μπορούσε να γεμίσει έναν ολόκληρο κόσμο με αυτό που είχε μπροστά του.
Τη ζωή την ώρα που συμβαίνει.

Και τώρα που σου γράφω, αγαπητέ συνένοχε αναγνώστη,
«Ξημερώνει Κυριακή.
Μη μου λυπάσαι.
Είναι όμορφη η ζωή.
Να το θυμάσαι». Λιγότερα

Δεύτερη ευκαιρία

 Χρειάζεται μια δεύτερη ευκαιρία το χθεσινό κείμενο, με τίτλο η "Η τέχνη να μένουμε μόνοι"

Για όσους δεν το έχουν διαβάσει, το αφήνω και σήμερα στην πρώτη γραμμή...

Υπάρχει μια τέχνη που μαθαίνεται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Η τέχνη να φοβάσαι, να υποψιάζεσαι, να κλείνεις την πόρτα πίσω σου και να πιστεύεις πως αν σώσεις τον εαυτό σου, έχεις σώσει τουλάχιστον κάτι.



Ο φόβος έχει τον δικό του τρόπο να κυβερνά. Εγκαθίσταται στον λογαριασμό που περιμένει, στη δουλειά που κινδυνεύει, στο αύριο των παιδιών. Κάνει την ανασφάλεια καθημερινή συνθήκη και την επιβίωση προσωπική ευθύνη. Σιγά σιγά ο άνθρωπος περιορίζει τις απαιτήσεις του, χαμηλώνει τις προσδοκίες του, μαθαίνει να συμβιβάζεται με όσα κάποτε θα θεωρούσε αδιανόητα.

Γίναμε μια κοινωνία απειλούμενων ατόμων. Καθένας με την αγωνία του, το μικρό του οχυρό, τον φόβο πως αύριο θα βρεθεί σε χειρότερη θέση. Κι όταν η ανασφάλεια γίνεται τρόπος ζωής, ο διπλανός παύει να είναι αυτονόητος σύμμαχος. Μετατρέπεται σε ανταγωνιστή, σε ύποπτο, σε πιθανή απειλή.

Έτσι η πολιτική διαφωνία γίνεται προσωπική εχθρότητα. Δεξιοί εναντίον δεξιών, αριστεροί εναντίον αριστερών, φίλοι που διαγράφουν φίλους, οικογένειες που χωρίζονται για μια άποψη. Η κοινωνία γεμίζει στρατόπεδα και αδειάζει από ανθρώπους που μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι χωρίς να ζητούν την ήττα του απέναντι.

Κι ενώ εμείς μετράμε εχθρούς, η ζωή ακριβαίνει, οι ανισότητες βαθαίνουν, τα δικαιώματα δοκιμάζονται. Η εξουσία απομακρύνεται από τον κοινωνικό έλεγχο και τα κοινά προβλήματα περιμένουν τη λύση τους έξω από τις κλειστές πόρτες μας.

Το «διαίρει και βασίλευε» παραμένει διαχρονικός κανόνας της εξουσίας. Όταν οι άνθρωποι στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου, δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν όσα τους ενώνουν. Όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια διασπάται σε αλληλοσυγκρουόμενες αγωνίες, η συλλογική διεκδίκηση χάνει τη δύναμή της.

Και τότε συμβαίνει το παράδοξο. Άνθρωποι που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα υπερασπίζονται με πάθος τις διαφορές τους, ενώ αφήνουν ανυπεράσπιστα τα κοινά τους συμφέροντα. Μαλώνουν για εκείνα που τους χωρίζουν και σιωπούν μπροστά σε όσα καθορίζουν τη ζωή τους.

Αυτή είναι η πολιτική ήττα πριν ακόμη φτάσει στην κάλπη. Η στιγμή που ο πολίτης παύει να πιστεύει στη δύναμη της συλλογικής δράσης και αποσύρεται στον ιδιωτικό του κόσμο. Η στιγμή που η κοινωνία μετατρέπεται από κοινότητα ανθρώπων σε άθροισμα μοναχικών υπάρξεων.

Κι εδώ βρίσκεται η ελληνική αντίφαση. Η συντηρητική παράταξη διατηρεί τη συνοχή της γύρω από κοινά συμφέροντα, τη διαχείριση της εξουσίας και του χρήματος. Αντίθετα, η «προοδευτική παράταξη» παραμένει πολυδιασπασμένη, εγκλωβισμένη σε μικρές ιδεολογικές διαφορές, κομματικούς ανταγωνισμούς και προσωπικές φιλοδοξίες. Εκεί όπου τα συμφέροντα επιβάλλουν συσπείρωση, οι ιδέες που επικαλούνται την αλλαγή αδυνατούν να συναντηθούν.

Η κοινωνία, όμως, δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τις διαχωριστικές γραμμές των κομμάτων της. Οι ανάγκες της εργασίας, της δημόσιας υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής προστασίας και της δημοκρατίας διασχίζουν αυτά τα σύνορα. Οι άνθρωποι που διεκδικούν μια δικαιότερη ζωή δεν αποκτούν διαφορετικά συμφέροντα επειδή ανήκουν σε διαφορετικούς κομματικούς χώρους.
Γι’ αυτό το ζητούμενο δεν είναι μια συγκόλληση μηχανισμών ούτε μια αριθμητική πρόσθεση κομματικών δυνάμεων. Είναι η συνάντηση των κοινωνικών αναγκών με ένα κοινό πολιτικό σχέδιο. Μια νέα δυνατότητα συλλογικής δράσης, που θα σέβεται τις διαφορές, θα ξεπερνά τους προσωπικούς ανταγωνισμούς και θα μετατρέπει τη διάσπαρτη δυσαρέσκεια σε οργανωμένη διεκδίκηση.
Οι πολιτικές πρωτοπορίες που διεκδικούν την αλλαγή έχουν ευθύνη μεγαλύτερη από την εκλογική τους επιβίωση. Οφείλουν να αναζητήσουν όσα μπορούν να τις ενώσουν, να ανοίξουν δρόμους συνάντησης, να αποδείξουν στην πράξη ότι το κοινό συμφέρον μπορεί να υπερβεί το επιμέρους. Η αλλαγή χρειάζεται ιδέες, σχέδιο, κοινωνικές ρίζες και ανθρώπους πρόθυμους να εργαστούν μαζί.

Γιατί κανένα οχυρό δεν είναι αρκετά ισχυρό για να προστατεύσει εκείνον που ζει σε μια κοινωνία που καταρρέει. Η ατομική σωτηρία έχει όρια. Και η αξιοπρέπεια, όταν γίνεται αποκλειστικά προσωπική υπόθεση, χάνει το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να σταθεί.

Η αλληλεγγύη δεν είναι μια ευγενική χειρονομία ούτε μια στιγμιαία συγκίνηση. Είναι η αναγνώριση ότι η ζωή του άλλου αφορά και τη δική μας. Είναι η επιστροφή από το «εγώ» στο «εμείς», όχι ως σύνθημα, αλλά ως πράξη.

Η εξουσία μπορεί να αντέξει την οργή μας. Μπορεί να διαχειριστεί τις διαμαρτυρίες μας, να περιμένει να κοπάσουν οι κραυγές, να παρακολουθεί τις αντιπαραθέσεις μας. Εκείνο που αλλάζει τους συσχετισμούς είναι η στιγμή που η ατομική αγωνία αποκτά κοινή φωνή και η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε συλλογική διεκδίκηση.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πόσα κόμματα και πόσες διαφορετικές στρατηγικές εκπροσωπούν την ανάγκη για αλλαγή. Είναι αν μπορούν να διαμορφώσουν μαζί τις πολιτικές προϋποθέσεις της. Αν μπορούν να βάλουν το κοινό σχέδιο πάνω από τις επιμέρους φιλοδοξίες και να μετατρέψουν την πολυφωνία σε δύναμη κοινωνικής παρέμβασης.

Γιατί το «διαίρει και βασίλευε» χρειάζεται τη δική μας συμμετοχή για να πετύχει. Χρειάζεται κάθε φορά που επιλέγουμε τον διπλανό ως εχθρό, αλλά και κάθε φορά που όσοι μπορούν να συνεργαστούν προτιμούν να παραμείνουν χωρισμένοι.

Η εξουσία δεν χρειάζεται να μας κλείσει όλους στο ίδιο κελί. Αρκεί να πείσει τον καθένα πως ο διπλανός του είναι ο δεσμοφύλακας. Κι όσοι θέλουν να ανοίξουν τις πόρτες, ας αρχίσουν επιτέλους από τη δική τους.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξεχάσει.


Έτσι έγινε χθες, ένα βράδυ ήσυχο, από εκείνα που μοιάζουν να μην έχουν τίποτε να πουν. Μια παλιά ροκ μελωδία, και κάτι αλλάζει. Λίγες νότες, και βρέθηκα ξανά σε μια εποχή που η μουσική δεν ήταν υπόκρουση της ζωής. Ήταν η ίδια η ζωή.

Θυμήθηκα δρόμους, πρόσωπα, νύχτες, κουβέντες που κράτησαν μέχρι το πρωί. Θυμήθηκα κι εκείνον τον εαυτό μου που άκουγε μουσική και ένιωθε πως κάτι μέσα του ξυπνούσε.

Αυτό κράτησα από εκείνα τα χρόνια. Τη διάθεση. Γιατί η ροκιά ποτέ δεν ήταν μόνο μουσική. Ήταν ένας τρόπος να στέκεσαι. Να λες τη γνώμη σου, να γελάς δυνατά, να ερωτεύεσαι χωρίς υποσημειώσεις, να διαφωνείς χωρίς να φοβάσαι πως θα χαλάσεις την εικόνα σου. Να κρατάς τη δική σου φωνή, ακόμη κι όταν γύρω σου όλοι ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό.

Με τον καιρό αποκτούμε εμπειρία. Μαθαίνουμε τις διαδρομές, γνωρίζουμε τις δυσκολίες, αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους από το πρώτο τους βλέμμα. Κι όμως, αξίζει να μείνει ανέγγιχτη η διάθεση να ζεις με τον δικό σου τρόπο. Να σηκώνεσαι από την καρέκλα, να ανοίγεις το ραδιόφωνο, να τηλεφωνείς σε έναν φίλο, να βγαίνεις για έναν καφέ, να γελάς με μια ανοησία, να λες μια κουβέντα που την αισθάνεσαι.

Κάπου εκεί βρίσκεται το δικό μου «Πάμε». Όχι σαν υπόσχεση για το αύριο. Σαν μικρή άρνηση να αφήσω τη μέρα να περάσει από πάνω μου χωρίς να την αγγίξω.Δεν χρειάζεται να αλλάξει η ζωή για να αλλάξει η διάθεση. Μερικές φορές αρκούν λίγες νότες.Και τότε θυμάσαι πως υπάρχουν πράγματα που δεν παραδίδονται. Η περιέργεια, το χιούμορ, η επιθυμία, η μουσική, η ανάγκη να σηκώσεις λίγο ψηλότερα το κεφάλι.

Αυτό είναι για μένα η αισιοδοξία. Να κρατάς αναμμένη τη δική σου λάμπα, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω σου επιμένει στο γκρίζο.

Χθες, όταν τελείωσε η μουσική, δεν έβαλα τίποτε άλλο. Άφησα τη σιωπή να μείνει λίγο.

Και σκέφτηκα πως, όσο υπάρχει κάτι που ζητάει ακόμη να ακουστεί, η ιστορία συνεχίζεται.

Πάμε.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Είμαστε εμείς ο Δρόμος του Πλέσσα

Ήμουν πιτσιρικάς όταν πρωτοκυκλοφόρησε «Ο Δρόμος». Δεν ήξερα τότε πως ένας δίσκος μπορεί να γίνει δρόμος μιας ολόκληρης ζωής. Πως κάποτε θα ξανακούς μια μελωδία και μαζί της θα επιστρέφουν πρόσωπα, καλοκαίρια, έρωτες, νύχτες, χρόνια ολόκληρα.

Στις 5 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ο Μίμης Πλέσσας πήρε τον τελευταίο του δρόμο.
Μόνο που ο δικός του δρόμος συνεχίζεται.
Και πάνω του περπατάει μαζί του ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο ένας έδινε στη μουσική φτερά, ο άλλος της έδινε λέξεις. Μαζί έφτιαξαν έναν δρόμο που χωράει ακόμη μέσα μας.

«Γέλαγε η Μαρία».
Και μαζί της γελάει ένα κομμάτι από τα νιάτα μας.
«Πρώτη φορά».
Γιατί κάποια πράγματα συμβαίνουν μία φορά και μένουν για πάντα.
«Η Μυρσίνη βάζει τ’ άσπρα».
Και ξαφνικά μια γυναίκα γίνεται εικόνα, ένας στίχος γίνεται μνήμη.
«Το άγαλμα».
Ακίνητο στον χρόνο, ενώ εμείς περνάμε και μεγαλώνουμε.
Και ύστερα «Ξημερώνει Κυριακή».
Να το θυμάσαι.
Ο δρόμος ανοίγει και βγαίνει στον μεγάλο ορίζοντα του Πλέσσα.
«Ένας ουρανός μ’ αστέρια».
«Το φεγγάρι πάνωθέ μου».
«Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».
«Άνοιξε πέτρα».
«Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες».
Τίτλοι, τραγούδια, ζωές.
Γιατί αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα.
Ο Πλέσσας έπαιρνε τον χρόνο και τον έκανε μουσική. Ο Παπαδόπουλος έπαιρνε τη ζωή και την έκανε λέξεις. Και εμείς παίρναμε τα τραγούδια τους και τα κάναμε δικά μας.
Τα βάλαμε στα σπίτια μας, στις παρέες μας, στα σινεμά, στα καλοκαίρια, στα ξενύχτια. Τα τραγουδήσαμε όταν αγαπήσαμε, όταν χωρίσαμε, όταν γυρίσαμε αργά, όταν μείναμε μόνοι.
Έτσι τα τραγούδια ξεφεύγουν κάποτε από τους δημιουργούς τους.
Γίνονται μνήμη. Γίνονται ζωή. Γίνονται εμείς.
Ο Μίμης Πλέσσας έφυγε. Ο δρόμος του έμεινε. Και περπατάμε ακόμη πάνω του.
Μια Μαρία γελάει κάπου μακριά. Η Μυρσίνη φοράει τ’ άσπρα της. Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια. Και κάπου ξημερώνει Κυριακή.
Γιατί τελικά δεν ακούμε εμείς τον «Δρόμο» του Πλέσσα.
Είμαστε εμείς ο «Δρόμος» του Πλέσσα.

Η Τέλεια Ομορφιά

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπ...