Η ζέστη κολλάει πάνω στις φράσεις, η υγρασία βαραίνει τη σκέψη, κι εγώ μαζεύω αιτιολογίες για το κενό, δικαιολογίες για το τίποτα. Κάποτε έγραφα με τελείες, σαν να έκλεινα μικρούς λογαριασμούς με τον κόσμο. Τώρα αφήνω τις προτάσεις να μακραίνουν, να σέρνονται, σαν να φοβούνται να τελειώσουν.
Ο χρόνος δεν περνά, επιστρέφει. Στέκεται απέναντί μου σε άσχετες στιγμές και μου δείχνει όσα άφησα μισά. Δεν πονά γιατί φεύγει, πονά γιατί μένει.
Και κάπου εδώ, πριν μιλήσω για τους άλλους, μπαίνω κι εγώ μέσα στο κείμενο, όχι ως αφηγητής αλλά ως απόδειξη. Δεν ξέρω αν θα φτάσω σε ένα τέλος που να με εξηγεί ή αν απλώς θα σκορπιστώ σε εκδοχές του εαυτού μου. Δεν ξέρω αν η αναμονή είναι αντοχή ή ένας αργός τρόπος να χάνεσαι. Ξέρω μόνο πως στέκομαι ανάμεσα σε αυτό που άρχισα και σε αυτό που δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ όπως το φαντάστηκα.
Ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες χρειάζονται το τέλος τους, όχι για να τελειώσουν αλλά για να αντέξουν.
Μπορείς να φανταστείς τον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα παντρεμένους, να ξυπνούν δίπλα δίπλα και, μέρα με τη μέρα, να μαθαίνει ο ένας τον άλλον όλο και περισσότερο, να εξηγούνται, να διορθώνονται, να γίνονται πιο ακριβείς και ταυτόχρονα πιο άγνωστοι, να μεταφράζουν τον έρωτα σε καθημερινές κινήσεις, μικρές σιωπές και ανεπαίσθητες αποστάσεις;
Μπορείς να φανταστείς τον Χριστό χωρίς τη σταύρωση, τη Μονρόε να γερνά, τον Τζέιμς Ντην να επιστρέφει σπίτι, τον Κένεντι να τελειώνει ήσυχα τη θητεία του, τον Καρυωτάκη να συνηθίζει τη ζωή του, τον Μαγιακόφσκι να γράφει χωρίς ρωγμή;
Κάτι μέσα μας αντιστέκεται, όχι από σκληρότητα αλλά από ένστικτο. Γιατί δεν αγαπήσαμε την ιστορία τους, αγαπήσαμε το τέλος που τη διέσωσε, εκείνη τη στιγμή που πάγωσε τον χρόνο και δεν τους άφησε να φθαρούν μέσα του.
Το τέλος δεν είναι τελεία. Είναι φως που πέφτει προς τα πίσω και φωτίζει όσα προηγήθηκαν. Χωρίς αυτό, όλα μένουν ανοιχτά, κι ένα ανοιχτό πράγμα δεν είναι ελευθερία, είναι μια πληγή που δεν αποφασίζει να κλείσει.
Κι όμως, εμείς δεν θα έχουμε τέτοιο τέλος. Θα έχουμε τα άλλα, τα σιωπηλά, τα ατελή, εκείνα που έρχονται χωρίς προειδοποίηση και μας βρίσκουν να ζούμε. Να προχωρήσουμε όσο αντέξουμε, να μαζέψουμε την ψυχή μας από τα σημεία που την αφήσαμε, να καθαρίσουμε τα μάτια μας από εικόνες που επιμένουν και να κατοικήσουμε τον χρόνο που μας απομένει με μια ήσυχη ευγένεια.
Και να περιμένουμε, όχι ένα τέλος που θα μας δικαιώσει, αλλά μια στιγμή που, χωρίς θόρυβο, θα μας συμφιλιώσει.






