Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η ζωή έχει άλλη γνώμη …

 


Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΔεν έχω καταλήξει αν έγινα περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο απαισιόδοξος μεγαλώνοντας. Μάλλον έμαθα να μη χρειάζομαι καμία από τις δύο λέξεις.

Η ζωή έχει τον δικό της τρόπο να σε προσγειώνει. Σου παίρνει ανθρώπους, σχέδια, βεβαιότητες. Αλλάζει τους δρόμους που είχες χαράξει και σε αφήνει μπροστά σε μια πόρτα που δεν θυμάσαι να είχες ζητήσει.

Κι όμως, την ανοίγεις. Αυτό είναι το παράξενο. Ξέρει πως όλα περνούν και παρ’ όλα αυτά ερωτεύεται. Ξέρει πως ο χρόνος δεν χαρίζεται και επιμένεις να κάνει σχέδια. Ξέρει πως κάθε δρόμος κάποτε τελειώνει και συνεχίζεις να περπατάς.



Δεν περιμένω από τη ζωή να μου υποσχεθεί πως όλα θα πάνε καλά. Μου αρκεί που εξακολουθεί να μου δίνει λόγους να ανοίγω τα μάτια μου.
Ένα πρωινό με καθαρό ουρανό. Ένα τραγούδι που επιστρέφει ύστερα από χρόνια. Ένα βλέμμα. Μια θάλασσα που αλλάζει χρώμα χωρίς να ζητά τη γνώμη μας. Ένα τραπέζι με ανθρώπους που αγαπάς και μια κουβέντα που ξεφεύγει μέχρι τα ξημερώματα.
Αυτά είναι τα μεγάλα.

Κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως το φως δεν χρειάζεται να νικήσει το σκοτάδι. Αρκεί να υπάρχει.
Γι’ αυτό μπορώ να κοιτάζω τα κεριά του Επιταφίου και να σκέφτομαι τις αναστάσιμες λαμπάδες. Η ίδια φλόγα είναι. Αλλάζει μόνο η στιγμή που την κοιτάζεις.

Και τότε η αισιοδοξία αποκτά άλλο νόημα. Δεν είναι να πιστεύεις πως όλα θα πάνε καλά. Είναι να βλέπεις καθαρά τι συμβαίνει και να αρνείσαι να γίνεις κυνικός. Να έχεις γνωρίσει τις ήττες από κοντά και να κρατάς μια θέση για το θαύμα. Να έχεις φάει τα μούτρα σου και να σηκώνεσαι χωρίς να ζητάς συγγνώμη .

Γιατί η ζωή δεν χρειάζεται να είναι δίκαιη για να είναι συναρπαστική.
Αρκεί να συμβαίνει.

Αν κάποτε ο κόσμος μας ζητήσει να διαλέξουμε ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, θα κρατήσουμε ολόκληρη τη νύχτα και θα ψάξουμε μέσα της τη χαραμάδα. Γιατί εκεί αρχίζει η ελευθερία μας , εκεί που αποφασίζεις μόνος σου τι αξίζει να περιμένεις ακόμη.

Και όσο αναπνέουμε, αγαπάμε, θυμόμαστε, γελάμε, επιμένουμε, ξαναρχίζουμε, κάτι μέσα μας εξακολουθεί να λέει την πιο απλή και πιο δύσκολη λέξη.
Ναι.
Η ζωή.

Ποιος έρχεται;



Μου αρέσει η μοναξιά. Ένα δωμάτιο δικό μου, ένα βιβλίο ανοιχτό στο τραπέζι, λίγη μουσική και η σιωπή να κινείται ελεύθερα μέσα στο σπίτι.
Έμαθα να κατοικώ τις ώρες μου, με τον χρόνο να περνά δίπλα μου.



Υπάρχει μια παράξενη ομορφιά στο να είσαι μόνος. Να περπατάς χωρίς προορισμό, να κάθεσαι απέναντι στη θάλασσα, να αφήνεις μια σκέψη να ολοκληρωθεί χωρίς κανέναν να την διακόψει.

Κι όμως, κάποια βράδια όταν ακούγεται ένα κουδούνι στην πόρτα. Ένα τηλέφωνο αργά. Ένα «πού είσαι;» χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένας άνθρωπος που κάθεται απέναντί σου και κοιτάζει μαζί σου τη βροχή, χωρίς να χρειάζεται να γεμίσει τη σιωπή, τότε η μοναξιά αποκτά απέναντί της μια άλλη πολυτέλεια.

Τον άνθρωπο που έρχεται επειδή θέλει. Σαν εκείνη τη γάτα που δεν χρειάζεται να τη φωνάξεις. Έρχεται όταν θέλει. Κάθεται δίπλα σου. Κι όταν φύγει, μένει στον χώρο η βεβαιότητα πως ο δρόμος της θα την ξαναφέρει.

Έτσι είναι οι αληθινοί άνθρωποι. Έχουν τη δική τους πόρτα, το δικό τους παράθυρο, τη δική τους θάλασσα. Κι όμως, κάποια στιγμή οι δρόμοι τους συναντιούνται.

Ο έρωτας μοιάζει με αυτό. Δύο ελευθερίες που πλησιάζουν χωρίς να μικραίνουν. Δύο κόσμοι που κρατούν το φως τους και μοιράζονται τη νύχτα.
Και η αγάπη θέλει εκείνη τη σπάνια γενναιοδωρία να χαίρεσαι όταν ο άλλος μεγαλώνει, όταν ανοίγει τους δικούς του δρόμους, όταν παραμένει ολόκληρος.

Ένα χέρι που ακουμπά το δικό σου χωρίς να το κρατά φυλακισμένο. Ένα σπίτι όπου η σιωπή έχει τη δική της θέση στο τραπέζι.
Μια ζωή που, όσο περνά ο καιρός, μοιάζει λιγότερο με κλειστό κύκλο και περισσότερο με δρόμο.

Κοιτάζω τον δρόμο.

Δεν ψάχνω την έξοδο.

Ψάχνω ποιος έρχεται...

ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ


Έχω ένα παλιό χαρτί που ταξιδεύει μαζί μου περισσότερα από σαράντα χρόνια. Λίγες λέξεις, γραμμένες βιαστικά από έναν εικοσιτριάχρονο στρατιώτη στον Έβρο. Μια μικρή σελίδα που άντεξε τον χρόνο και κάθε τόσο επιστρέφει μπροστά μου.

Μαζί της επιστρέφει κι εκείνος ο νεαρός.



Ο Έβρος είχε τη σιωπή των τόπων όπου ο χρόνος αποκτά άλλο βάρος. Οι ώρες περνούσαν αργά και εγώ είχα βάλει ένα προσωπικό στοίχημα, να κρατήσω τον εαυτό μου όπως τον είχα φέρει μαζί μου.

Στον στρατό δεν μπήκα στη γλώσσα του στρατοπέδου. Τα αυτιά μου αυτενεργούσαν, άκουγαν επιλεκτικά. Οι βρισιές, οι στρατιωτικές εκφράσεις, εκείνο το «ψάρακας», το «στραβάδι», το «μαλάκα» και όλο το λεξιλόγιο της καθημερινότητας περνούσαν από δίπλα μου χωρίς να με αγγίζουν. Κρατούσα τις δικές μου λέξεις, τον δικό μου τρόπο να κοιτάζω.

Όταν έβγαινα με άδεια, οι φίλοι περίμεναν ιστορίες από τον στρατό. Εγώ είχα άλλα πράγματα να τους πω.
Έγραφα. Κάθε μέρα. Ασταμάτητα.

Εκατοντάδες σελίδες. Πρόσωπα, περιστατικά, κουβέντες, μικρές σκηνές που περνούσαν μπροστά μου και ζητούσαν να μείνουν. Ο δικός μου τρόπος να περνά ο χρόνος ήταν να τον καταγράφω.

Μια μέρα βρέθηκα, για πρώτη και τελευταία φορά, σε έναν οίκο ανοχής της Αλεξανδρούπολης. Ο φίλος μου είχε πληρώσει για να γαμήσει. Η υπόθεση τελείωσε σχεδόν πριν αρχίσει. Εγώ έμεινα στον χώρο αναμονής, από περιέργεια.

Μια γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά μας και ύστερα άρχισε να περνά από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τέσσερις άντρες, τέσσερις μικρές ιστορίες πίσω από κλειστές πόρτες. Παρατηρούσα τα πρόσωπα, τις κινήσεις, την αναμονή. Οι είσοδοι άνοιγαν και έκλειναν, οι άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν, κι εγώ παρακολουθούσα έναν κόσμο άγνωστο σε μένα. Στα είκοσι τρία μου ήθελα να τον γνωρίσω.

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις εικόνες, μια άλλη, στον ίδιο χώρο, έμεινε μέσα μου. Ένας βρώμικος, απωθητικός τύπος εμφανίστηκε μπροστά στην πουτάνα. Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και του είπε απλά: «Κλείσαμε για απόψε».

Δεν χρειάστηκε άλλη κουβέντα. Είχε κάνει κι εκείνη τη δική της επιλογή. Αυτό με είχε ενθουσιάσει. Ακόμη και σε έναν χώρο όπου όλα έμοιαζαν να έχουν την τιμή τους, υπήρχε ένα «μέχρι εδώ».

Έφυγα από εκεί γεμάτος εικόνες. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα έναν τέτοιο κόσμο από τόσο κοντά και ήθελα να κρατήσω όσα είχα δει. Λίγο αργότερα βρέθηκα σε μια παραλία της Αλεξανδρούπολης. Ξάπλωσα στην άμμο, με τη θάλασσα μπροστά μου και τον αέρα στο πρόσωπο. Οι εικόνες της ημέρας ήταν ακόμη εκεί.

Πήρα ένα χαρτί. Και έγραψα.

«Ανάσκελα προσκέφαλο η άμμος
τα μάτια όπου και να κοιτάξουνε γαλάζιο
χίλια χρώματα ο Ήλιος μέσα από ένα δάκρυ φαίνεται
απαλή μουσική των κυμάτων ήχος
και ένα καράβι χάρτινο μου φαίνεται».

Τότε πίστευα πως έγραφα ένα ποίημα. Σήμερα βλέπω έναν νεαρό να αφήνει στη σελίδα τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο.

Πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια. Οι σελίδες πλήθυναν. Οι άνθρωποι άλλαξαν. Οι δρόμοι γέμισαν πρόσωπα. Η ζωή έφερε τις δικές της λέξεις.

Κι εγώ ακόμη ψάχνω εκείνες που έχουν ζήσει πριν μπουν στο χαρτί. Λέξεις που έχουν περπατήσει, αγαπήσει, θυμώσει, χάσει. Λέξεις που μπαίνουν σε μια πρόταση και αλλάζουν τον αέρα.

Από τότε κατάλαβα πως οι λέξεις που αξίζουν έχουν ζωή πίσω τους. Το ίδιο και οι άνθρωποι.
Γι’ αυτό θέλω ο καθένας να χωράει μέσα στη θέση του. Ο άνθρωπος της δίνει βάρος. Της δίνει ευθύνη. Της δίνει λόγο να υπάρχει.

Το προσωπικό μου στοίχημα στα είκοσι τρία, ήταν να φορέσω μια στολή χωρίς να φορέσω μαζί της έναν άλλον εαυτό.

Γ' αυτό επιστρέφω εκεί. Στον Έβρο. Στην άμμο. Στον νεαρό που ξάπλωσε δίπλα στη θάλασσα και πήρε ένα χαρτί για να γράψει.

Τότε δεν ήξερα πως εκείνες οι λίγες γραμμές θα με ακολουθούσαν μια ολόκληρη ζωή. Σήμερα ξέρω πως εκείνο το βράδυ δεν έγραψα απλώς ένα ποίημα.

Κράτησα τον εαυτό μου στα είκοσι τρία.

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τσιγάρα στην τσέπη, ένα ποτήρι στο τραπέζι, μια νύχτα που δεν τελειώνει.



Όταν τελειώσει αυτό.
Όταν βρεθεί χρόνος.
Όταν η ζωή ησυχάσει.
Όταν έρθει η σωστή στιγμή.

Και έτσι περιμένουμε. Μέχρι που κάποτε το «όταν» αποκτά σώμα.
Ένα φθινοπωρινό απόγευμα, σε μια παραλία, μια γυναίκα στεκόταν απέναντί μου. Η θάλασσα είχε το γκρίζο χρώμα λίγο πριν νυχτώσει. Ήμασταν νέοι, πολύ νέοι για να γνωρίζουμε πως ορισμένες στιγμές δεν επιστρέφουν.

Ήθελα. Δίστασα. Και η στιγμή έφυγε. Τόσο απλά.
Χωρίς μουσική υπόκρουση, χωρίς προειδοποίηση. Όπως φεύγουν τα μεγάλα πράγματα όταν δεν τα αναγνωρίζουμε εγκαίρως.

Μετά ήρθαν τα χρόνια. Οι δρόμοι. Άλλες νύχτες. Άλλοι άνθρωποι. Άλλα τραγούδια.
Κι ύστερα, είκοσι χρόνια μετά, η ίδια παραλία, η ίδια γυναίκα, ο ίδιος μήνας, ένα άλλο απόγευμα.

Η επιθυμία που είχε μείνει τότε μετέωρη βρήκε επιτέλους το σώμα της. Ήταν όμορφο. Ήταν αληθινό.
Κι όμως, μέσα στην εκπλήρωση υπήρχε μια απουσία.
Η πρώτη φορά. Εκείνη που δεν συνέβη.

Γιατί ο έρωτας έχει τη δική του σκληρή μνήμη. Θυμάται ακόμη κι αυτά που δεν έγιναν.

Από τότε ξέρω πως υπάρχουν στιγμές που τις ζεις και στιγμές που τις κουβαλάς. Και μερικές φορές οι δεύτερες είναι πιο δυνατές.

Δεν πενθώ τον έρωτα. Πενθώ το «όταν».

Εκείνο το απόγευμα που έμεινε πίσω, με τη θάλασσα να κρατά ακόμη το φως και δυο νέα σώματα να μην ξέρουν πως κρατούν στα χέρια τους κάτι που δεν θα ξαναγυρίσει.

Γι’ αυτό επιστρέφουμε σε μια παραλία, σε έναν δρόμο, σε ένα τραγούδι, σε ένα βλέμμα.

Το βλέμμα της έμεινε μέσα μου σαν τραγούδι που σταμάτησε πριν από το ρεφρέν. Συνέχισα τον δρόμο μου, κρατώντας εκείνη τη σιωπή σαν ένα κρυφό εισιτήριο για μια επιστροφή που περίμενε χρόνια σιωπηλά.

Όχι για να αλλάξουμε το παρελθόν. Για να ακούσουμε ξανά, έστω για λίγο, τη μουσική που έπαιζε τότε. Κι ύστερα να φύγουμε.

Γιατί το «όταν» είναι η πιο όμορφη και η πιο επικίνδυνη λέξη της ζωής. Μέσα της χωράει ό,τι ονειρευτήκαμε και ό,τι δεν προλάβαμε.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Λέξεις μεταχειρισμένες

Κουράστηκα. Όχι από τη ζωή. Από την επανάληψή της. Από εκείνο το παράξενο παιχνίδι όπου σου ζητούν να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο εκδοχές του ίδιου αδιεξόδου και ύστερα σου λένε πως έκανες τη σωστή επιλογή. Το μη χείρον. Τρεις λέξεις που έγιναν ολόκληρη πολιτική φιλοσοφία.



Μάθαμε να χαιρόμαστε επειδή αποφύγαμε το χειρότερο. Κι έτσι, λίγο λίγο, το καλό έγινε πολυτέλεια, το καλύτερο όνειρο και το αρκετό τρόπος ζωής. Εκεί βρίσκεται η μεγάλη παγίδα. Ο άνθρωπος δεν μικραίνει απότομα. Μικραίνει αθόρυβα. Μια υποχώρηση εδώ, μια σιωπή εκεί, ένα «τι να κάνουμε», ένα «τουλάχιστον να μην έρθουν οι άλλοι». Και κάποια στιγμή κοιτάζει γύρω του και καταλαβαίνει πως έχει μάθει να ζει μέσα σε μικρότερο δωμάτιο.

Ύστερα είναι οι λέξεις. Αλήθεια. Αλλαγή. Ευθύνη. Δικαιοσύνη. Ανάπτυξη. Εκσυγχρονισμός. Πέρασαν από τόσα στόματα, από τόσες ομιλίες και τόσα χαρτιά, ώστε έχασαν κάτι από το βάρος τους. Σαν παλιά τραγούδια που συνεχίζουν να παίζουν σε ένα άδειο μπαρ, ενώ κανείς δεν θυμάται ποιος τα έβαλε στο τζουκ μποξ.

Κι όμως, εγώ τις λέξεις εξακολουθώ να τις ψάχνω. Τις θέλω ζωντανές. Με χώμα στα παπούτσια και καπνό στα μαλλιά. Να έχουν περπατήσει νύχτα, να έχουν αγαπήσει, να έχουν θυμώσει, να έχουν χάσει. Να μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και να αλλάζει ο αέρας.

Το ίδιο θέλω και από τους ανθρώπους. Να χωρούν μέσα στις θέσεις που καταλαμβάνουν. Γιατί η θέση δεν μεγαλώνει τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος μεγαλώνει τη θέση. Αλλιώς μένει μια καρέκλα γεμάτη εξουσία και ένας άνθρωπος άδειος από ευθύνη.

Και τότε αρχίζει η κούραση. Ύστερα έρχεται η συνήθεια, η πιο ήσυχη μορφή παράδοσης. Δεν φωνάζει. Δεν σε απειλεί. Κάθεται δίπλα σου και σου ψιθυρίζει πως έτσι είναι ο κόσμος. Μέχρι που μια μέρα την πιστεύεις.

Αυτή τη μέρα φοβάμαι. Τη μέρα που θα κοιτάξουμε το λίγο και θα πούμε «αρκετό». Γιατί τότε δεν θα μας έχει νικήσει κανείς. Θα έχουμε παραδώσει μόνοι μας την απαίτηση για το περισσότερο.

Γι’ αυτό γράφω. Για να κρατήσω μερικές λέξεις μακριά από την κατανάλωση. Να τις ξαναδώσω στο στόμα εκείνου που θα τις πει και στο αυτί εκείνου που θα τις ακούσει. Γιατί η πολιτική κάποτε θα χρειαστεί ξανά λέξεις. Όχι λέξεις για μικρόφωνα. Λέξεις για δρόμους. Όχι λέξεις για να γεμίζουν υποσχέσεις. Λέξεις για να ανοίγουν παράθυρα. Και, όταν χρειαστεί, λέξεις μαχαίρια.

Γιατί το μαχαίρι δεν υπάρχει για να φοβίζει. Υπάρχει για να κόβει. Κι όταν έρθει εκείνη η ώρα, ας ξέρουμε τι πρέπει να κόψουμε.

Όχι τους άλλους από τη ζωή μας. Αλλά το λίγο που μας έμαθαν να θεωρούμε αρκετό.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Η εξουσία που δεν θέλουμε να βλέπουμε

Το ιδεώδες θα ήταν να ζει κανείς σε έναν τόπο όπου η εξουσία, τοπική και κεντρική, θα έκανε τόσο καλά τη δουλειά της, ώστε να μην αντιλαμβάνεσαι καν την παρουσία της.


Σαν τον ηλεκτρολόγο που φεύγει από το σπίτι και αφήνει πίσω του το φως.
Σαν τον καλό μουσικό που τελειώνει το τραγούδι και δεν χρειάζεται να μας πει πως έπαιξε καλά.

Εμείς ζούμε στην εποχή της διαρκούς παρουσίας.
Πρόσωπα, μικρόφωνα, κάμερες, δηλώσεις, ανακοινώσεις, φωτογραφίες. Μια ασταμάτητη παρέλαση λόγων, μέσα σε μια πραγματικότητα που περιμένει τις πράξεις.

Κανείς σχεδόν δεν πιστεύει πια ότι οι πολιτικοί του τόπου μπορούν να επωμιστούν το βάρος των προβλημάτων της κοινωνίας. Ότι τα κόμματα ενδιαφέρονται πραγματικά να δώσουν λύσεις. Ότι η πολιτική μπορεί ακόμη να μπει μέσα στη ζωή και να την αλλάξει.

Θαρρείς πως όλα έχουν οργανωθεί για να υπηρετούν την επικοινωνία.
Το πρόβλημα ανακοινώνεται. Η λύση εξαγγέλλεται. Η φωτογραφία δημοσιεύεται. Και η πραγματικότητα μένει στη θέση της.

Μόνο που η πραγματικότητα έχει μια επίμονη συνήθεια. Επιμένει.
Ο πολίτης τη συναντά κάθε πρωί. Στον δρόμο, στη δουλειά, στην υπηρεσία, στο σχολείο, στο νοσοκομείο. Εκεί δεν υπάρχουν κάμερες. Υπάρχει μόνο το αποτέλεσμα.

Εκεί τελειώνει η σκηνοθεσία και αρχίζει η πολιτική.
Κι εκεί φαίνεται ποιος εργάστηκε και ποιος απλώς ενημέρωσε ότι εργάστηκε.
Η κοινωνία κουράστηκε από τις μεγάλες εμφανίσεις. Έμαθε να ξεχωρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που εργάζεται και σε εκείνον που ανακοινώνει ότι εργάζεται.

Η εξουσία που αξίζει τον κόπο δεν χρειάζεται να βρίσκεται διαρκώς στο κάδρο.
Κάνει τη δουλειά της και φεύγει. Σαν τον ηλεκτρολόγο. Σαν τον μουσικό. Αφήνει πίσω της φως και μουσική.

Και τότε κανείς δεν ψάχνει το όνομά της.
Γιατί η εξουσία που πραγματικά κάνει τη δουλειά της δεν χρειάζεται να φαίνεται. Φαίνεται η δουλειά της

ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ

«Χθες συγκινήθηκα.


Όχι από το προφανές.

Συγκινήθηκα από το πιθανό.

Ότι η Κέρκυρα μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό της.

Και πρέπει».



Το έγραψε η Αλίκη Κατσαρού μετά τη χθεσινή βραδιά στο Νέο Φρούριο.
Και νομίζω πως μέσα σε αυτές τις λίγες λέξεις βρίσκεται όλο το νόημα. Αυτο ένιωσα κι εγώ.

Δεν έχω την πρόθεση να κάνω κριτική στη χθεσινή παράσταση. Έχω όμως το δικαίωμα να πω αυτό που ένιωσα. Και αυτό που ένιωσα ήταν πως παρακολουθήσαμε μια σπουδαία παράσταση.
Μια παράσταση που πήρε τα γεγονότα του 1716 και τα έφερε μπροστά μας με τρόπο ζωντανό, σημερινό, ανθρώπινο.

Στο Νέο Φρούριο, τριακόσια δέκα χρόνια μετά, η ιστορία βγήκε από τις σελίδες των βιβλίων και περπάτησε ανάμεσα στους ανθρώπους.

Οι πέτρες απέκτησαν φωνή. Η μνήμη απέκτησε ζωή. Και η Κέρκυρα έδειξε μια άλλη πλευρά της.
Εκείνη που δεν μετριέται με αφίξεις και διανυκτερεύσεις. Την Κέρκυρα των ανθρώπων που δημιουργούν, προσφέρουν, επιμένουν. Την Κέρκυρα του πολιτισμού, που μπορεί να παράγει γεγονότα με δύναμη να ταξιδέψουν πέρα από τα όρια του νησιού.
Να τα γνωρίσει ολόκληρη η Ελλάδα.

Αυτό κρατώ από χθες.Πως η ιστορία ενός τόπου αποκτά αξία όταν γίνεται δημιουργία. Όταν τα τείχη ανοίγουν. Όταν η μνήμη συναντά τη φαντασία. Όταν το παρελθόν γίνεται αφορμή για το αύριο.

Γιατί το μεγάλο στοίχημα μιας πόλης είναι να αποδεικνύει πως έχει ακόμη μέλλον. Χθες, για λίγες ώρες, η Κέρκυρα το απέδειξε.

Ένα μεγάλο εύγε στους συντελεστές.
Στον Στέφανο Κυπριώτη, τον Νίκο Κόκκαλη, τον Ξενοφώντα Ραράκο, τους ερμηνευτές, την Μέλπω Καρδάμη και την χοροθεατρική ομάδα
"Αφενός κινούμαι", τον Γιώργο Ζούμπο, τον Σπύρο Γαούτση και όλους τους καλλιτέχνες, τεχνικούς και συνεργάτες.

Η φράση της Αλίκη, επιστρέφει σε όλους μας:

"Η Κέρκυρα μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό της.

Και πρέπει."

Η ζωή έχει άλλη γνώμη …

  Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια Δεν έχω καταλήξει αν έγινα περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο απαισιόδοξος μεγαλώνοντας. Μάλλον έμαθα ...