Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Την θέλω Ολόκληρη

8 Μαρτίου σήμερα.

Και για τη γυναίκα δεν γράφονται απλώς ημερομηνίες, γράφονται εποχές.

Τι θέλω;
Την θέλω ντυμένη με το άσπρο του πάγου και το κόκκινο της φωτιάς. Όπως είναι η ζωή όταν αξίζει να τη ζεις. Με ψυχραιμία και πάθος μαζί. Με σιωπή και εξέγερση. Με εκείνη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη γαλήνη και στην καταιγίδα που κάνει τον άνθρωπο αληθινό.



Την θέλω ύμνο στην ελευθερία.
Γιατί μισές ζωές δεν φτιαχτήκαμε για να ζούμε. Κι όμως η γυναίκα έμαθε για αιώνες να χωρά σε μισούς κόσμους. Μισά δικαιώματα. Μισές λέξεις. Μισές ιστορίες που γράφτηκαν χωρίς το όνομά της.
Κι όμως στάθηκε όρθια.
Σαν μια ήσυχη επανάσταση που δεν έπαψε ποτέ.

Τι θέλω;
Την θέλω να μη κοιτάζει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια των άλλων. Να μη ζυγίζει την αξία της με τα μέτρα που έστησαν γι’ αυτήν ξένες συνειδήσεις. Να μη σκεπάζεται με το σύννεφο της ενοχής όσων δεν τόλμησαν να την πιστέψουν.
Δεν την θέλω δική μου.
Την θέλω ελεύθερη.
Και μέσα στην ελευθερία της να μπορέσουμε κάποτε να συναντηθούμε πραγματικά. Γιατί η αγάπη δεν είναι κατοχή. Είναι αναγνώριση. Είναι δύο άνθρωποι που στέκονται απέναντι ο ένας στον άλλον χωρίς φόβο και χωρίς αλυσίδες.

Όλα έχουν τον χρόνο τους. Ακόμη και οι κοινωνίες αργούν καμιά φορά να καταλάβουν το αυτονόητο. Όμως έρχεται πάντα εκείνη η στιγμή που μέσα μας μεγαλώνει ένα ερώτημα.
Ένα ώριμο γιατί.
Γιατί να ζει ακόμη κάτω από τα «πρέπει» και τα «μη»;
Γιατί να στριμώχνεται η αλήθεια της σε λίγα τετραγωνικά φόβου;
Γιατί να απολογείται για τη δύναμή της;

Τι θέλω;
Την θέλω χαρά γεμάτη. Να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει πάνω από τους μικρούς ορίζοντες που της χάραξαν άλλοι. Να πάρει πίσω τον χρόνο που της χρωστά η ιστορία.

Γιατί η γυναίκα δεν είναι μνήμη.
Είναι μέλλον.

Και αν σήμερα αξίζει να γραφτεί μια ευχή, είναι αυτή.
Να γίνει η ζωή της αυτό που της άξιζε πάντα.
Ένας ύμνος στην ελευθερία.
Και να φορά ένα κόκκινο καπέλο.
Τόσο κόκκινο, που να σκεπάζει όλο το γκρίζο του κόσμου.
Γιατί όταν μια γυναίκα γίνει πραγματικά ελεύθερη,
ο κόσμος ολόκληρος αλλάζει χρώμα.

Υ.Γ.
Η 8η Μαρτίου δεν είναι γιορτή.
Είναι μια υπενθύμιση ότι ο κόσμος θα παραμείνει μισός, όσο η γυναίκα δεν ζει ολόκληρη

Οι Χαιρετισμοί των επιθυμιών

Κάθε Παρασκευή της Σαρακοστής, όταν στις εκκλησίες ψάλλονται οι Χαιρετισμοί, επιστρέφει μια παλιά διαπίστωση, η απαγόρευση είναι το πιο αποτελεσματικό αφροδισιακό της ανθρώπινης φύσης. Όσο πιο αυστηρά υψώνεται το «μη», τόσο πιο επίμονα το βλέμμα ψάχνει εκεί όπου δεν επιτρέπεται.



Το σκέφτηκα ξανά πριν χρόνια, διαβάζοντας, το κείμενο με τίτλο «άκρως σεξιστικό», του Οδυσσέα Ιωάννου. Το διάβασα με εκείνη τη μυστική ανακούφιση που νιώθεις όταν κάποιος άλλος γράφει αυτό που έχεις ήδη ζήσει. Γιατί πολύ πριν από αυτό είχα γράψει τη «Μεγάλη Παρασκευή των παθών και του πάθους». Δύο διαφορετικές φωνές που συναντιούνται, χωρίς να το γνωρίζουν, στο ίδιο προαύλιο εκκλησίας. Εκεί όπου η κατάνυξη συναντά την άνοιξη με τρόπο επικίνδυνο.

Στους Χαιρετισμούς, παιδί ακόμη, χανόμουν συχνά από το χέρι της μητέρας μου. Περιπλανιόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους, μέσα σε ψιθύρους και μυρωδιές λιβανιού, ώσπου το βλέμμα μου σταματούσε πάντα στο ίδιο πράγμα. Σε κάποιο φόρεμα που άνοιγε λίγο περισσότερο από όσο επέτρεπε η περίσταση.

Ο Μάρτης είχε ήδη μαλακώσει τον αέρα. Τα πρώτα ντεκολτέ εμφανίζονταν με εκείνη τη δειλή αθωότητα που κρύβει μέσα της όλη την υπόσχεση της άνοιξης. Άσπρα μπράτσα, λαιμοί σαν τρεχούμενα νερά, γάμπες σφιγμένες από τη γόβα. Μικρές λεπτομέρειες που μπορούσαν να αποσπάσουν ακόμη και έναν άγιο από τη σκέψη του.

Η εκκλησία έψελνε για το θείο πάθος. Κι εγώ, ένας καλοντυμένος πιτσιρικάς με μάτια βουλιμικά, ανακάλυπτα σιγά σιγά το άλλο πάθος, εκείνο που γεννιέται αθόρυβα μέσα στο σώμα.
Θυμάμαι μια Μεγάλη Παρασκευή των παιδικών μου χρόνων. Το «Ω γλυκύ μου έαρ» κυλούσε σαν μέλι μέσα στη σιωπή. Αν υπήρχε τότε ένα τζουκ μποξ που να παίζει εκείνο το τροπάριο, θα ξόδευα όλο το χαρτζιλίκι μου για να το ακούω ξανά και ξανά, μόνο και μόνο για να περιφέρομαι μέσα σε εκείνη τη γλυκιά ζάλη της άνοιξης και της πρώτης επιθυμίας.

Στον Επιτάφιο το φως του κεριού έκανε πάντα το ίδιο παράξενο παιχνίδι. Τα μάτια άναβαν και έσβηναν, τα χείλη λαμπύριζαν στιγμιαία, τα μαλλιά γίνονταν μικρές φλόγες μέσα στο σκοτάδι. Και τα κορίτσια συνοψίζονταν σε αυτό που πραγματικά είναι, μια αέναη εναλλαγή φωτός και σκιάς, υποσχέσεων και ηδονών που ακόμη δεν έχουν συμβεί.

Κάπου εκεί θυμάμαι πάντα και εκείνη τη σκανδαλιστική εικόνα του κειμένου του Ιωάννου, έναν μικρό Χριστούλη χαμένο μέσα σε ένα βαθύ ντεκολτέ, σαν να ζητά να τον κατεβάσουν για λίγο από τον σταυρό του.

Ίσως γιατί ακόμη και οι Θεοί γνωρίζουν κάτι που οι άνθρωποι παριστάνουν ότι ξεχνούν.
Ότι την ώρα που ψάλλεται το «Ω γλυκύ μου έαρ», η καρδιά δεν πενθεί μόνο.
Μερικές φορές, μέσα στην ίδια ανάσα της προσευχής, αρχίζει και να ερωτεύεται.
Και έτσι, κάθε χρόνο στους Χαιρετισμούς, συμβαίνει το ίδιο μικρό θαύμα.

Η εκκλησία μιλά για σταυρούς και θυσίες. Κι όμως, κάπου εκεί ανάμεσα στο λιβάνι και στα κεριά που τρεμοπαίζουν, η άνοιξη κάνει πάντα τη δική της λειτουργία. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό. Ότι ακόμη και μπροστά στον σταυρό, ο άνθρωπος θα βρει πάντα τον τρόπο να κοιτάξει λίγο πιο κάτω.

Και πως ακόμη και μέσα στη σιωπή των Χαιρετισμών, κάπου βαθιά μέσα του, ψάλλεται μια άλλη λειτουργία.
Η λειτουργία της άνοιξης. Και της επιθυμίας.



Κάθε χρόνο η Άνοιξη φτάνει με τον ίδιο τρόπο, σχεδόν αθόρυβα, σαν μια υπόσχεση που επιμένει να δοκιμάζει την τύχη της. Φέρνει φως, χρώματα, μικρές εκρήξεις ζωής στα δέντρα και στους κήπους. Κι όμως, κάθε χρόνο ο κόσμος καταφέρνει να τη διαψεύσει.

Για άλλη μια φορά η Άνοιξη δεν κατόρθωσε να πείσει για τις λουλουδιαστές προθέσεις της. Τα χρώματά της ξεθώριασαν γρήγορα μπροστά στο σκοτεινό κόκκινο των πληγών. Σαν να μην αρκούν τα άνθη, σαν να μην φτάνει το φως, όταν οι ειδήσεις γεμίζουν με τις ίδιες εικόνες, τις ίδιες σκιές πολέμου, τις ίδιες λέξεις που επαναλαμβάνονται με τρομακτική ευκολία.



Ο κόσμος μοιάζει να μπαίνει στην άνοιξη όπως μπαίνει σε μια αίθουσα αναμονής. Περιμένοντας κάτι να αλλάξει, χωρίς να αλλάζει τίποτα.
Όλου του κόσμου τα μπουκέτα μπορούν άραγε να κρύψουν τ’ αγκάθια της μνήμης; Μπορούν όλα των ποταμών τα νερά να ξεπλύνουν την αλμύρα των δακρύων; Οι εποχές προχωρούν, αλλά η ανθρώπινη ιστορία μοιάζει να κινείται σε έναν κύκλο που δεν λέει να σπάσει.

Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη του ίδιου δράματος. Οι πόλεμοι αλλάζουν τόπους και σημαίες, αλλά η ανθρώπινη απώλεια παραμένει η ίδια. Οι ηγέτες μιλούν για ισορροπίες, για στρατηγικές, για αναγκαίες αποφάσεις. Και κάπου, πάντα λίγο πιο μακριά από τα μικρόφωνα, άνθρωποι χάνουν σπίτια, παιδιά, πατρίδες.

Χρόνια τώρα σκάβουμε επί τόπου. Στο ίδιο μαύρο χώμα.
Ο λάκκος μεγαλώνει και εμείς τον βαθαίνουμε, σαν να μην καταλαβαίνουμε ότι κάποια στιγμή θα μας χωρέσει όλους.
Για πολύ καιρό όλα αυτά έμοιαζαν σχεδόν με κωμωδία. Με εκείνη τη γελοία σοβαρότητα των ισχυρών που μιλούν για ειρήνη ενώ προετοιμάζουν τον επόμενο πόλεμο. Σήμερα όμως τα γέλια κόπηκαν. Οι λέξεις λιγόστεψαν. Η πραγματικότητα ανέβηκε μόνη της στη σκηνή και μας θύμισε πως η τραγωδία δεν είναι θέαμα, είναι εμπειρία.

Ίσως γι’ αυτό η ποίηση δυσκολεύεται να μιλήσει για την άνοιξη. Γιατί κάθε φορά που πάει να ανθίσει, συναντά μπροστά της τη σκιά της ανθρώπινης ιστορίας.
Και τότε θυμάσαι εκείνους τους στίχους της Κική Δημουλά, που μοιάζουν να χωρούν μέσα τους αυτή τη διάψευση:

«Όλα τα ποιήματά μου για την άνοιξη
ατέλειωτα μένουν.
Φταίει που πάντα βιάζεται η άνοιξη,
φταίει που πάντα αργεί η διάθεσή μου.
Γι’ αυτό αναγκάζομαι
κάθε σχεδόν ποίημά μου για την άνοιξη
με μια εποχή φθινοπώρου
να τ’ αποτελειώνω».

Ίσως τελικά αυτή να είναι η πιο ακριβής εικόνα της εποχής μας.
Η άνοιξη συνεχίζει να έρχεται.
Αλλά ο κόσμος μοιάζει να ζει σε μια εποχή που δεν ανθίζει.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Μικρή ωδή στο ανοιχτό παράθυρο



Άνοιξε το παράθυρο. Όχι σαν απόδραση, αλλά σαν πράξη. Σαν μια ήσυχη πολιτική δήλωση απέναντι στον φόβο που μας θέλει κλεισμένους, σκυμμένους, απορροφημένους από οθόνες που αναπαράγουν την ίδια αγωνία σε ατελείωτη επανάληψη.

Με αφορμή τη «Μαρκίζα» ξανακοίταξα παλιές φωτογραφίες. Στάθηκα στα βλέμματα που δεν ήξεραν ακόμη τις διαψεύσεις που θα ακολουθούσαν. Κι όμως, μέσα σε εκείνη την άγνοια υπήρχε μια δύναμη. Το παρελθόν δεν είναι νοσταλγία. Είναι υπενθύμιση ότι οι άνθρωποι άντεξαν και άλλες καταιγίδες. Ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις αποφάσεις των ισχυρών, αλλά κι από τη σιωπηλή επιμονή των πολλών.

Η Κέρκυρα αυτές τις μέρες μοιάζει να αντιστέκεται με τρόπο ποιητικό. Δεν κραυγάζει, δεν διαδηλώνει. Ανθίζει. Το φως απλώνεται πάνω στα παλιά κτίρια, στα καντούνια, στις αυλές, και τα ξανακάνει ανθρώπινα. Σαν να μας θυμίζει ότι η ομορφιά δεν είναι πολυτέλεια, είναι ανάγκη. Και η ανάγκη, όταν καταπιέζεται, γίνεται διεκδίκηση.

Κλείσε για λίγο τις οθόνες. Η υπερπληροφόρηση δεν είναι γνώση, είναι συχνά μια μορφή υπνωτισμού. Το νησί μάς καλεί σε εγρήγορση αλλιώς. Με άρωμα νεραντζιάς, με το αλάτι της θάλασσας, με το φως που δεν χειραγωγείται. Αυτή η απλή επαφή με το πραγματικό είναι ίσως η πιο ριζοσπαστική πράξη της εποχής.

Ο Ralph Waldo Emerson έγραψε πως κάθε τοίχος είναι μια πόρτα. Ο τοίχος μπορεί να είναι η απογοήτευση, η κοινωνική κόπωση, η αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει. Αν όμως τον κοιτάξεις επίμονα, θα δεις μια ρωγμή. Από εκεί περνά η ευθύνη μας.

Δεν περιμένω σωτήρες. Δεν πιστεύω στις μεγάλες εξαγγελίες που υπόσχονται άνοιξη με διατάγματα. Πιστεύω στους αθόρυβους ανθρώπους. Σε εκείνους που επιμένουν να φροντίζουν, να δημιουργούν, να αντιστέκονται με ευγένεια. Σε εκείνους που, μέσα στην προσωπική τους μοναξιά, κρατούν ζωντανή μια αλήθεια για το κοινό καλό.

Μικρή ωδή, λοιπόν, στο ανοιχτό παράθυρο.
Γιατί όταν το ανοίγεις, δεν μπαίνει μόνο ο αέρας. Μπαίνει η δυνατότητα να ξαναδούμε τον κόσμο όχι όπως μας τον επιβάλλουν, αλλά όπως μπορούμε να τον αλλάξουμε.

Και αν κάτι αξίζει να υπερασπιστούμε σήμερα, δεν είναι η άνεση της σιωπής, αλλά το θάρρος να ανοίγουμε παράθυρα.

 

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Η Σιωπή των Προθύμων



Υπάρχουν στιγμές που η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι στάση. Και όταν οι ισχυροί παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, η σιωπή μετατρέπεται σε συνενοχή.



Η επέμβαση του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών εκτός διεθνούς νομιμότητας δεν είναι μια ακόμη πράξη «σκληρού ρεαλισμού». Είναι μια επικίνδυνη διολίσθηση σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες ισχύουν μόνο όταν εξυπηρετούν. Όταν το δίκαιο γίνεται επιλεκτικό, παύει να είναι δίκαιο.

Το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν δεν δικαιούται καμία πολιτική εξιδανίκευση. Η αντίθεσή μας είναι δεδομένη. Όμως η καταδίκη ενός αυταρχικού καθεστώτος δεν αποτελεί άδεια για παραβίαση των κανόνων που υποτίθεται πως προστατεύουν τους Λαούς.

Ο απολογισμός των νεκρών είναι βαρύς. Ανάμεσά τους και ο θρησκευτικός ηγέτης της χώρας, με προφανείς πολιτικές συνέπειες. Μαζί δεκάδες άλλοι. Και μέσα σε αυτή τη σκοτεινή λίστα, μαθήτριες από ένα σχολείο που βρέθηκε στο πεδίο της φωτιάς. Ένα σχολείο που θα έπρεπε να φιλοξενεί φωνές, κιμωλίες και τετράδια ανοιγμένα στο φως. Αντί γι’ αυτό, σκόνη, συντρίμμια, παιδικά σακίδια σκεπασμένα από στάχτη. Ο βομβαρδισμός ενός σχολείου δεν είναι «παράπλευρη απώλεια». Είναι η πιο ωμή ήττα της ανθρωπότητας. Εκεί δεν συγκρούονται στρατηγικές, συγκρούονται αξίες.

Καμία γεωπολιτική ανάλυση δεν μπορεί να ξεπλύνει την εικόνα ενός παιδικού θρανίου κάτω από τα χαλάσματα. Καμία επίκληση «εθνικής ασφάλειας» δεν μπορεί να μετατρέψει τον φόβο ενός παιδιού σε στατιστικό στοιχείο. Όταν πέφτουν βόμβες σε σχολεία, πλήττεται η ίδια η ιδέα του μέλλοντος.

Η Ευρώπη όφειλε να μιλήσει με φωνή αρχών. Αντί γι’ αυτό, αρκετές πρωτεύουσες προτίμησαν τις ισορροπίες. Η Ελλάδα ειδικά επιλέγει για ακόμη μία φορά τη βεβαιότητα της ευθυγράμμισης. Η άκριτη προσήλωση σε κάθε αμερικανική επιλογή, παρουσιάζεται ως ρεαλισμός. Στην ουσία, όμως, είναι μια μορφή εξωτερικής πολιτικής χαμηλών προσδοκιών. Μια χώρα που επικαλείται καθημερινά το διεθνές δίκαιο απέναντι στις δικές της απειλές, δεν μπορεί να το αντιμετωπίζει επιλεκτικά αλλού.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η στάση της Ισπανίας ξεχωρίζει. Υπενθυμίζει ότι συμμαχία δεν σημαίνει υποταγή. Η θέση μας πρέπει να είναι διπλά καθαρή: καταδικάζουμε το θεοκρατικό καθεστώς και την επέμβαση εκτός διεθνούς πλαισίου.

Η σιωπή των προθύμων προσφέρει προσωρινή άνεση, αλλά διαβρώνει την αξιοπιστία, στενεύει τον ορίζοντα και αποδυναμώνει τα επιχειρήματα. Στο τέλος, τα κράτη κρίνονται όχι μόνο από τους συμμάχους που διατηρούν, αλλά από τις αρχές που υπερασπίζονται. Όταν οι αρχές γίνονται διαπραγματεύσιμες, η σιωπή δεν είναι επιλογή. Είναι παραίτηση. 

Η Άνοιξη που δεν ήρθε




Αύριο κλείνουν τρία χρόνια.
Τρία χρόνια από εκείνη τη νύχτα που η Άνοιξη δίστασε να μπει στη χώρα.
Η Άνοιξη, που κανονικά έρχεται με θόρυβο από χελιδόνια και με θράσος από φως, τότε ήρθε σκυφτή. Σαν μάνα που ψάχνει στο σκοτάδι το παιδί της.

Για τους γονείς, για τα αδέλφια, για όσους έμειναν πίσω, δεν υπάρχουν επέτειοι. Υπάρχει μόνο εκείνο το λεπτό πριν από τη σύγκρουση. Το τελευταίο μήνυμα. Η τελευταία λέξη. Και μετά σιωπή. Το ρολόι τους θα δείχνει πάντα μεσάνυχτα 28ης Φεβρουαρίου. Πριν από μια Άνοιξη που δεν θα ολοκληρωθεί ποτέ.

Μας είπαν για ανθρώπινο λάθος. Μα το ανθρώπινο λάθος γίνεται τραγωδία όταν το σύστημα είναι γυμνό. Όταν οι δικλίδες ασφαλείας είναι υποσχέσεις και τα συστήματα ελέγχου σκονίζονται σε φακέλους. Δεν συγκρούστηκαν μόνο δύο τρένα. Συγκρούστηκε η αλήθεια με την εγκατάλειψη. Ο εκσυγχρονισμός της βιτρίνας με το κράτος του «πάμε κι όπου βγει».

Ζούμε στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, κι όμως δύο τρένα βρέθηκαν στην ίδια γραμμή σαν να τα οδηγούσε η μοίρα και όχι η ευθύνη. Σε μια χώρα γεμάτη πλατφόρμες και εφαρμογές, δεν περίσσεψε μία για να προστατεύει ζωές. Αυτό δεν είναι απλώς αμέλεια. Είναι μια βαθιά ριζωμένη νοοτροπία που άλλαζε πρόσωπα αλλά όχι πρακτικές.

Τρία χρόνια μετά, νέα στοιχεία, νέες αποκαλύψεις, νέες συγκρούσεις. Έγγραφα που έρχονται στο φως, ευθύνες που μετακινούνται, λέξεις που μετριούνται. Κι όμως το βασικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί δεν λειτουργούσαν όσα έπρεπε να λειτουργούν;

Μέσα στον θρήνο ακούγεται ακόμη ο απόηχος από τον «Επιτάφιο» του Γιάννης Ρίτσος. «Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου…». Δεν είναι μόνο οι μάνες των Τεμπών που το ψιθυρίζουν. Είναι μια κοινωνία που ένιωσε ξαφνικά ορφανή από ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Ο Επιτάφιος κατεβαίνει κάθε χρόνο στις ράγες και στέκεται εκεί, ανάμεσα στο σίδερο και στη στάχτη.

Τρία χρόνια μετά, νέες αποκαλύψεις, νέες συγκρούσεις, νέα πολιτικά σχήματα. Το κόμμα της Καρυστιανού, μια απόπειρα να μετατραπεί ο πόνος σε θεσμική φωνή. Είναι δικαίωμα. Είναι ανθρώπινο. Όμως η μνήμη δεν είναι λάβαρο για κομματική χρήση. Το αίμα δεν γίνεται σύνθημα. Ο πόνος δεν είναι εργαλείο.
Είμαστε απέναντι σε κάθε εκμετάλλευση, από όπου κι αν προέρχεται. Γιατί όταν η τραγωδία γίνεται πολιτικό καύσιμο, κάτι από την ιερότητά της χάνεται.

Η κοινωνία βγήκε στους δρόμους γιατί ένιωσε ότι απειλείται η ίδια της η ύπαρξη. Γιατί κατάλαβε πως το ζήτημα δεν ήταν ένα μεμονωμένο δυστύχημα αλλά μια παθογένεια που χρόνια σκάβουμε στο ίδιο μαύρο χώμα. Αν δεν αλλάξει κάτι ουσιαστικό, ο λάκκος θα βαθύνει κι άλλο.

Δεν γράφω για να πείσω. Γράφω για να μην ξεχάσω. Η αντίσταση στον πόνο κτίζεται με πέτρες σιωπής, έγραφα τότε. Και το πιστεύω ακόμη. Όχι για να ξεθωριάσει η μνήμη, αλλά για να μη συνηθίσουμε. Η απάθεια είναι κολλητική. Ο θυμός εξατμίζεται εύκολα. Κι αυτό είναι το πιο βολικό για όσους ποντάρουν στη λήθη.

Η Άνοιξη θα έρθει ξανά. Τα δέντρα θα ανθίσουν, οι πλατείες θα γεμίσουν φως. Μα κάτω από τα άνθη θα υπάρχει πάντα εκείνο το σκοτεινό υπέδαφος της μνήμης.

Η μνήμη δεν είναι όπλο. Είναι ευθύνη.
Και η ευθύνη, όπως και ο θρήνος της μάνας στον Επιτάφιο, δεν έχει χρώμα. Έχει μόνο βάρος.

ΥΓ.Μη συνηθίσετε.
Μη δεχτείτε ποτέ ότι ήταν μια κακιά στιγμή. Οι κακές στιγμές δεν κρατούν χρόνια, οι παθογένειες κρατούν.
Και αν κάποτε όλα μοιάσουν να ξεθωριάζουν μέσα στην καθημερινότητα, θυμηθείτε εκείνη τη νύχτα. Όχι για να θυμώσετε ξανά, αλλά για να απαιτήσετε ξανά.
Γιατί το «ποτέ ξανά» δεν είναι σύνθημα. Είναι υποχρέωση.

Η φωτογραφία είναι από την "Καθημερινή"

Οι τελευταίες πολυτέλειες της αξιοπρέπειας

 Οι τελευταίες πολυτέλειες της αξιοπρέπειας


Χθες γράφαμε για τον χρόνο. Για εκείνη τη σπάνια πολυτέλεια που δεν αγοράζεται και δεν επιστρέφεται. Για τον χρόνο που, όσο περνά, αφαιρεί αυταπάτες και αφήνει μόνο ό,τι αντέχει.
Και όταν ο χρόνος αρχίζει να αφαιρεί, τότε αποκαλύπτεται κάτι ακόμη πιο ακριβό.
Η αξιοπρέπεια.

Γιατί ο χρόνος δοκιμάζει τον άνθρωπο. Του παίρνει τη δύναμη, τη λάμψη, τις βεβαιότητες. Κάποτε του παίρνει και τη θέση. Αυτό που δεν πρέπει να του πάρει είναι η στάση.

Η αξιοπρέπεια δεν χάνεται σε μια στιγμή. Φθείρεται αργά, με μικρές παραχωρήσεις που βαφτίζονται «αναγκαίες». Με σιωπές που παρουσιάζονται ως «στρατηγική». Με συμβιβασμούς που γίνονται συνήθεια.

Σήμερα δεν χρειάζεται να σου την αφαιρέσει κανείς. Την παραδίδεις μόνος σου, για να διευκολυνθείς. Για να παραμείνεις αποδεκτός. Για να μη συγκρουστείς.

Η αξιοπρέπεια όμως είναι ακριβή γιατί δεν στηρίζεται σε πλειοψηφίες.
Δεν εξαρτάται από αξιώματα.
Δεν επιβεβαιώνεται από χειροκροτήματα.
Στέκεται μόνη της.

Σε μια μικρή κοινωνία όπως η Κέρκυρα, όπου η μνήμη είναι ισχυρότερη από την επικαιρότητα, η αξιοπρέπεια είναι το αποτύπωμα που μένει όταν όλα τα άλλα ξεθωριάσουν. Όταν φύγεις από το αξίωμα, όταν χαθεί ο τίτλος, όταν σβήσουν τα φώτα.

Η εποχή ευνοεί τους ευέλικτους. Εκείνους που αλλάζουν λόγο χωρίς να αλλάζουν πρόσωπο. Εκείνους που προσαρμόζονται γρήγορα και ξεχνούν ευκολότερα. Η αξιοπρέπεια όμως έχει βάρος. Και το βάρος κουράζει.

Σημαίνει να αναλαμβάνεις το λάθος χωρίς υπεκφυγές.
Να μη μεταθέτεις ευθύνες.
Να μη μικραίνεις τον εαυτό σου για να μεγαλώσεις τη θέση σου.
Σημαίνει, κυρίως, να γνωρίζεις πότε πρέπει να αποχωρήσεις. Όχι επειδή σε πιέζουν, αλλά επειδή το επιβάλλει η εσωτερική σου γραμμή. Αυτή η αόρατη γραμμή που χωρίζει τον άνθρωπο από τον ρόλο.

Αν ο χρόνος είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμασία, η αξιοπρέπεια είναι η απάντηση.
Και ίσως τελικά οι τελευταίες πολυτέλειες να μην είναι όσα κερδίζουμε μέσα στα χρόνια, αλλά όσα δεν επιτρέπουμε στον χρόνο να μας πάρει.

Αν χαθεί η αξιοπρέπεια, ο χρόνος δεν μας ωριμάζει. Μας αδειάζει.
Κι αυτό είναι η πραγματική φτώχεια. 

Την θέλω Ολόκληρη

8 Μαρτίου σήμερα. Και για τη γυναίκα δεν γράφονται απλώς ημερομηνίες, γράφονται εποχές. Τι θέλω; Την θέλω ντυμένη με το άσπρο του πάγου και ...