Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Το ποτάμι των τραγουδιών



Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποτάμι.

Δεν ήταν από νερό. Ήταν από τραγούδια. Κυλούσε ανάμεσα στα χρόνια, περνούσε από αυλές και καφενεία, από γιορτές και πένθη, από έρωτες που άνθισαν και από άλλους που έμειναν μισοί. Και καθώς προχωρούσε, μάζευε τις ζωές μας.

Σ' αυτόν τον τόπο μπορεί να έλειψαν πολλά. Υπήρξαν εποχές που έλειψε το ψωμί, εποχές που στένεψε η ελευθερία. Το τραγούδι όμως πάντα έβρισκε τρόπο να επιβιώνει. Σαν νερό που βρίσκει χαραμάδα στον βράχο. Δεν ήταν ποτέ μόνο διασκέδαση. Ήταν παρηγοριά, εξομολόγηση, μνήμη. Ήταν ένας τρόπος να αντέχουμε.

Το τραγούδι ξεκινά ως μια μελωδία στο μυαλό ενός συνθέτη, ως λίγες λέξεις στο χαρτί ενός στιχουργού. Ύστερα φεύγει. Γίνεται άρωμα, γίνεται πρόσωπο, γίνεται μια νύχτα που δεν ξεχάστηκε ποτέ. Γίνεται μια αναχώρηση στο λιμάνι, μια επιστροφή τα ξημερώματα, ένα βλέμμα που κράτησε περισσότερο από όσο άντεχε ο χρόνος.

Κάπου εκεί παύει να ανήκει στους δημιουργούς του. Ο «αλήτης» δεν είναι πια ο αλήτης που φαντάστηκε ο στιχουργός. Ο «ξενύχτης» δεν είναι εκείνος που είχε στο μυαλό του ο συνθέτης. Καθένας βρίσκει μέσα στους ίδιους στίχους τη δική του ζωή. Και χιλιάδες διαφορετικές ζωές συναντιούνται στην ίδια μελωδία.

Γι' αυτό τα μεγάλα τραγούδια δεν γερνούν. Δεν περιγράφουν γεγονότα. Περιγράφουν ανθρώπους. Τη λαχτάρα, την απώλεια, την προσμονή, τη μοναξιά, τον έρωτα. Όσα αλλάζουν πρόσωπα αλλά δεν αλλάζουν ποτέ ουσία.

Γι' αυτό μπορούμε να χορεύουμε ακόμη και τη μελαγχολία. Να δίνουμε ρυθμό στον καημό και βήμα στη σιωπή. Να μετατρέπουμε μια προσωπική πληγή σε κοινό τραγούδι.

Και όταν, χρόνια αργότερα, ακουστεί μια παλιά μελωδία, δεν ακούμε μόνο το τραγούδι. Ακούμε τον εαυτό μας. Εκείνον που ήμασταν τότε και που, χωρίς να το γνωρίζουμε, ταξίδεψε μέσα στο ποτάμι των τραγουδιών.

Τα παραμύθια ήξεραν

Υπήρξε μια εποχή που πιστεύαμε πως τα παραμύθια ήταν για τα παιδιά. Για να κοιμούνται ήσυχα, για να μη φοβούνται το σκοτάδι.

Κι όμως, δεν γράφτηκαν ποτέ για τα παιδιά, γράφτηκαν για τους μεγάλους που φοβούνταν να κοιτάξουν κατάματα τη ζωή.

Γιατί όλα ήταν εκεί από την αρχή: ο λύκος που αλλάζει πρόσωπα, το δάσος όπου χάνεσαι, οι δρόμοι που χωρίζουν, οι μάγισσες που κρατούν υποσχέσεις.
Μεγαλώνοντας αναγνωρίζεις τα σύμβολα. Γύρω από ένα τραπέζι, ένας φίλος θυμάται μια ιστορία: ένα καλοκαίρι, έναν έρωτα, ένα ασήμαντο αστείο.
Η μνήμη ανοίγει σαν παλιό συρτάρι, όχι για να σε γυρίσει πίσω, αλλά για να δείξει πόσο μακριά έφτασες.
Γελάμε ακόμη με τα παλιά. Με εκείνες τις μέρες που πιστεύαμε ότι η ζωή δεν τελειώνει ποτέ, με ανθρώπους που κάποτε ήταν ολόκληρος ο κόσμος μας και σήμερα κατοικούν μόνο σε μια φωτογραφία ή σε μια διήγηση.
Μαζί τους επιστρέφουν βλέμματα που νομίζαμε πως ξεχάσαμε. Τα παραμύθια τα γνώριζαν αυτά ως νεράιδες ή μάγισσες, εμείς τα συναντήσαμε ως γυναίκες.
Κανένα παραμύθι δεν σε προετοιμάζει για ένα βλέμμα που σε αλλάζει ή μια απουσία που μένει.
Γι’ αυτό θυμόμαστε ένα άγγιγμα περισσότερο από μια εποχή, ένα κόκκινο φόρεμα πιο ζωντανά από το πρόσωπο.
Η γνώση έρχεται αργά. Οι παρέες μικραίνουν, τα σπίτια αδειάζουν και οι άνθρωποι φεύγουν.
Αργήσαμε να το μάθουμε, αλλά η ζωή δεν μοιάζει με παραμύθι. Τα παραμύθια μοιάζουν με τη ζωή.
Γι' αυτό επιβίωσαν. Δεν μιλούσαν για βασιλιάδες, για δράκους, για μάγισσες αλλά για απώλεια, φόβο, επιθυμία και ελπίδα. Μιλούσαν για εμάς.
Δεν μεγαλώνουμε όταν παύουμε να πιστεύουμε στα παραμύθια. Μεγαλώνουμε όταν καταλαβαίνουμε ότι ήξεραν πριν από εμάς.
Ήξεραν για τις απώλειες που θα έρθουν, για τις πληγές που θα κλείσουν χωρίς να σβήσουν.
Ήξεραν ακόμη και για τον έρωτα που εμφανίζεται μεταμφιεσμένος σε θαύμα: ένα βλέμμα που επιμένει, ένα άγγιγμα που αρνείται να ξεχαστεί. Μια γυναίκα που περνά και αφήνει πίσω της, περισσότερο μέλλον απ’ όσο παρελθόν.
Τα παραμύθια ήξεραν. Εμείς χρειαζόμασταν μια ολόκληρη ζωή για να καταλάβουμε ότι μιλούσαν για εμάς.

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Μια γρατζουνιά .

Μια γρατζουνιά

Υπάρχουν στιγμές που η ζωή μοιάζει να στέκεται σε μια διασταύρωση. Εκεί όπου συναντιούνται όσα ζήσαμε, με όσα δεν τολμήσαμε, όσα κερδίσαμε, με όσα αφήσαμε να φύγουν.

Με τα χρόνια καταλαβαίνεις πως τα όνειρα δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ένας τρόπος να αντιστέκεσαι στη φθορά. Όχι γιατί όλα μπορούν να συμβούν, αλλά γιατί χωρίς αυτά τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Όταν σταματάς να ονειρεύεσαι, αρχίζεις να επαναλαμβάνεσαι. Και η επανάληψη είναι ένας αργός τρόπος να παραιτείσαι.




Δεν με φοβίζει ο άγνωστος δρόμος. Με φοβίζει εκείνος που ξέρω καλά και παρ’ όλα αυτά επιλέγω να ακολουθώ από συνήθεια. Οι άνθρωποι μεγαλώνουμε συσσωρεύοντας βεβαιότητες, ενώ η ζωή επιμένει να μας θέτει ερωτήσεις. Κάποτε πιστεύαμε ότι η ωριμότητα θα έφερνε απαντήσεις. Έφερε μόνο καλύτερα διατυπωμένα διλήμματα.

«Κι εμείς, του ’60, οι εκδρομείς, μάθαμε να κάνουμε δεύτερες σκέψεις. Ίσως γιατί γνωρίζουμε πως οι πιο σημαντικές αποφάσεις δεν παίρνονται με βεβαιότητες αλλά με θάρρος.

Και όταν μεγαλώνεις, ξεκαθαρίζει μόνο του τι είναι εκείνο που σε κρατά ζωντανό. Λίγη ελευθερία να περπατάς ξυπόλυτος. Λίγη κατανόηση των λεπτομερειών. Η εμπιστοσύνη μιας αγκαλιάς. Η αλήθεια ενός στόματος. Η τρυφερότητα μιας αφής. Μικρά πράγματα θα πει κάποιος. Κι όμως, πάνω τους στηρίζονται ολόκληρες ζωές.

Παρά τις διαψεύσεις, παρά τις απώλειες, εξακολουθώ να πιστεύω πως τίποτα δεν χάνεται οριστικά. Όσα αγαπήσαμε, όσα ονειρευτήκαμε, όσα δεν κατορθώσαμε, παραμένουν μέσα μας σαν θαμμένοι θησαυροί. Περιμένουν.

Ίσως γι’ αυτό τίποτα δεν αλλάζει χωρίς εμπιστοσύνη. Ούτε τα ποτάμια, ούτε οι άνθρωποι. Γιατί κάποτε χρειάζεται να αφήσεις στην άκρη όσα σε προστατεύουν και να προχωρήσεις όπως είσαι, με τις αλήθειές σου, με τις αδυναμίες σου, με εκείνες τις μικρές γρατζουνιές που τσούζουν γλυκά και σου θυμίζουν ότι παραμένεις ζωντανός.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.
Το ερώτημα είναι αν εμείς μπορούμε ακόμη να ονειρευτούμε.
Γιατί οι μεγάλες αλλαγές δεν αρχίζουν από τις βεβαιότητες. Αρχίζουν από μια ανάγκη που δεν χωρά πια μέσα μας.

Όπως το ποτάμι.
Που όσο κυλά παραμένει ζωντανό.
Και όταν του στερήσουν τον δρόμο, δεν παραιτείται.
Οι όχθες του γεμίζουν γλυκές γρατζουνιές. Κι ύστερα γίνεται πλημμύρα.



Από μια χαραμάδα φως


Πρώτη Ιουνίου σήμερα.
Η χώρα βρίσκεται ακόμη στη θέση της. Ανατολικά το Αιγαίο, δυτικά το Ιόνιο. Οι θάλασσες δεν μετακινήθηκαν μέσα στη νύχτα, ούτε ο ουρανός χαμήλωσε. Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει. Όχι έξω μας. Μέσα μας. Γιατί κάθε καινούργια μέρα προσθέτει μια μικρή απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που ήμασταν και σε εκείνον που γινόμαστε

.


Γι' αυτό θαυμάζω τους ανθρώπους που δεν στρατεύονται στις βεβαιότητές τους. Εκείνους που εξακολουθούν να ακούν το καινούργιο χωρίς φόβο, που δεν υψώνουν τείχη γύρω από τις απόψεις, τις συνήθειες και τις πληγές τους. Όταν δεν κλείνεσαι, γίνονται θαύματα, εκείνα που αλλάζουν αθόρυβα την κατεύθυνση της ζωής.

Μεγαλώνοντας, ανακαλύπτεις πως οι άνθρωποι δεν συντρίβονται μόνο από όσα έχασαν, αλλά και από όσα κουβαλούν. Παλιές υποσχέσεις, ανεκπλήρωτα καθήκοντα, εποχές και αναμνήσεις. Ίσως γι' αυτό η Κική Δημουλά έγραφε πως ο άνθρωπος λησμονεί για να μπορέσει να ζήσει. Γιατί το χρέος, όταν γίνεται μόνιμος ένοικος της ψυχής, μοιάζει με υγρό τάφο.

Κι όταν τα πράγματα σκοτεινιάζουν, υπάρχει μια παλιά συμβουλή για ναυαγούς. Να κοιτάζουν τον ουρανό. Όχι γιατί θα βρουν απαντήσεις. Αλλά γιατί θα θυμηθούν το μέγεθος του κόσμου και τη μικρότητα των φόβων τους. Ο ουρανός δεν λύνει προβλήματα. Απλώς βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Γι' αυτό επιστρέφω συχνά σε εκείνα τα λόγια από την ταινία «Τσάι στη Σαχάρα». Νομίζουμε πως η ζωή είναι ανεξάντλητη. Πως θα υπάρξει πάντα ακόμη ένα καλοκαίρι, ακόμη μια πανσέληνος, ακόμη ένα απόγευμα για να αγαπήσουμε, να συγχωρήσουμε, να πούμε όσα αφήσαμε ανείπωτα. Κι όμως, τα πιο σημαντικά πράγματα συμβαίνουν λίγες φορές. Και ακριβώς γι' αυτό είναι πολύτιμα.

Η ζωή αλλάζει και χωρίς εμάς. Τα κύματα εξακολουθούν να φτάνουν στην ακτή, το Αιγαίο να συναντά την αυγή και το Ιόνιο το δειλινό. Το μόνο που πραγματικά μας αναλογεί είναι να κρατήσουμε ανοιχτή την πόρτα.
Γιατί τα θαύματα δεν έρχονται σε όσους τα περιμένουν.
Έρχονται σε όσους παραμένουν διαθέσιμοι να τα αναγνωρίσουν

Κατά βάθος, Ιούνιος

 


Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια
Γεννημένος τον Μάη, έβρισκα μπροστά μου την πόρτα του καλοκαιριού ανοιχτή. Με μια ανάσα κατηφόριζα στη θάλασσα. «Τον έκτο μήνα τον καλό»



Και δεν ήταν μόνο οι μέρες που μεγάλωναν. Ήταν η ζωή που άνοιγε. Οι δρόμοι που μάκραιναν. Οι επιθυμίες που έβγαιναν από τη χειμερία νάρκη τους. Σαν να ξεκλείδωνε κάτι μέσα στους ανθρώπους και να τους θύμιζε ότι γεννήθηκαν για περισσότερα από όσα χωρά η καθημερινότητα.

Ο Ιούνιος δεν είναι ένας μήνας. Είναι τόπος. Είναι φως.
Από παιδί τον συνέδεα με τα άγουρα φρούτα. Με εκείνα που δεν είχαν αποφασίσει αν θα γίνουν γλυκά ή θα κρατήσουν την πικρή τους αλήθεια. Όπως και οι άνθρωποι στις αρχές του καλοκαιριού. Αθώοι ακόμη, απροστάτευτοι, έτοιμοι να πιστέψουν ξανά.

Με τρελαίνει αυτό το πρώτο χρώμα του δέρματός σου. Όχι το ώριμο μαύρισμα του Αυγούστου. Εκείνο το αδέξιο, σχεδόν ντροπαλό κοκκινόμαυρο των πρώτων ημερών. Οι γάμπες που δεν έχουν ακόμη παραδοθεί στον ήλιο. Οι ώμοι που αρχίζουν να ξανθαίνουν. Τα πρώτα σημάδια από τα τιραντάκια, χαραγμένα πάνω στο κορμί σαν πρόχειρες υπογραφές του φωτός.

Το κοκκινόμαυρο χρώμα του κορμιού σου είναι ο Ιούνιος. Είναι η καλύτερη γωνία του ήλιου. Η πρώτη τόλμη του καλοκαιριού. Η στιγμή που το σώμα θυμάται όσα ο χειμώνας προσπάθησε να ξεχαστούν.

Εκεί βρίσκεται ο Ιούνιος. Στο βλέμμα που κρατά ένα δευτερόλεπτο περισσότερο. Στο φόρεμα που το σηκώνει το απογευματινό αεράκι του Ιονίου. Στην αίσθηση ότι η επιδερμίδα θυμάται πράγματα που το μυαλό έχει ξεχάσει.

Γιατί πριν γίνει θάλασσα, πριν γίνει ταξίδι, πριν γίνει έρωτας, το καλοκαίρι γίνεται αφή. Και ύστερα είναι το φως. Οι μεγάλες μέρες. Τα απογεύματα που αρνούνται να τελειώσουν. Η θάλασσα που από θέα γίνεται προορισμός.

Γι’ αυτό επιστρέφω στον ίδιο στίχο του Σεφέρη: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Κι έτσι φτάνει ο Ιούνιος. Όχι ως μήνας. Ως υπενθύμιση. Ότι η ζωή βρίσκεται σε εκείνη τη λεπτή φωτεινή γραμμή ανάμεσα στο «ακόμη όχι» και στο «τώρα».

Εκεί όπου ένα κορίτσι σκύβει σ’ ένα πηγάδι δροσερό. Εκεί όπου ένα αγόρι παραμένει ακόμη αφίλητο. Εκεί όπου η καρδιά θυμάται πως κατά βάθος δεν είναι ζήτημα χρόνου.
Είναι ζήτημα φωτός.

«Να μη συρθούμε»

Υπάρχουν εποχές που σωπαίνεις όχι γιατί δεν έχεις τι να πεις, αλλά γιατί κουράστηκες να βλέπεις τις λέξεις να εξευτελίζονται. Οι ίδιες λέξεις που κάποτε κουβαλούσαν ανθρώπους στους δρόμους, τώρα γυρίζουν ξεχαρβαλωμένες μέσα σε τηλεοπτικά παράθυρα, ανάμεσα σε επαγγελματίες της σωτηρίας και εμπόρους φόβου.



Κλείνω συχνά την τηλεόραση τελευταία. Όχι από αδιαφορία. Από αυτοάμυνα. Οι ίδιοι άνθρωποι που άφησαν πίσω τους χαλάσματα επιστρέφουν χτενισμένοι και σχεδόν αθώοι. Διορθώνουν το ένα ψέμα με ένα μεγαλύτερο και μιλούν εξ ονόματος ενός λαού που θυμούνται μόνο όταν χρειάζονται χειροκρότημα.

Κι εγώ απέναντί τους, να μεγαλώνω μέσα σε μια αριστερή μελαγχολία. Όχι εκείνη τη ρομαντική των τραγουδιών και των επετείων. Μια άλλη, πιο σιωπηλή. Σαν να ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι η ήττα δεν μπήκε απ’ την πόρτα, αλλά ζούσε τόσα χρόνια μέσα στο σπίτι.

Δεν με πρόδωσε κανείς. Οι περισσότεροι δεν πρόδωσαν ποτέ τίποτα, γιατί ποτέ δεν πίστεψαν πραγματικά σε τίποτα. Απλώς προσαρμόστηκαν. Έμαθαν να αποκαλούν τον φόβο «ρεαλισμό» και την υποταγή «ωριμότητα».

Κάποτε πίστευα πως η πιο επικίνδυνη μορφή εξουσίας είναι η αυταρχική. Μεγαλώνοντας κατάλαβα πως πιο επικίνδυνη είναι η γελοία εξουσία. Εκείνη που δεν φοβάσαι πια, αλλά συνηθίζεις. Που σε μαθαίνει να ζεις με τη σαπίλα όπως ζεις με την υγρασία στους τοίχους.

Και το χειρότερο είναι πως ακόμα κι εκεί όπου κάποτε φύτρωνε αντίσταση, τώρα συναντάς μικρές καριέρες, δημόσιες σχέσεις και ανθρώπους που μιλούν για την Αριστερά σαν να πρόκειται για παλιό βιογραφικό.

Γι’ αυτό σωπαίνω όλο και περισσότερο. Για να προστατεύσω ό,τι απέμεινε αμόλυντο μέσα μου. Λίγες λέξεις μόνο. Αξιοπρέπεια. Τρυφερότητα. Ανυπακοή.
Και τις νύχτες, όταν η πραγματικότητα γίνεται ασήκωτη, ανοίγω λογαριασμούς με τον ουρανό. Βάζω μουσικές, περπατώ χωρίς λόγο, διαβάζω βιβλία που ακόμα πιστεύουν ότι ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε μόνο για να υπακούει.

Δεν ξέρω αν αλλάζει τελικά ο κόσμος. Ξέρω όμως πως υπάρχει μια λεπτή γραμμή που αν την περάσεις δεν επιστρέφεις. Είναι η στιγμή που συνηθίζεις το άδικο. Που σταματάς να εξοργίζεσαι.

Μέχρι εκεί όμως.

Γιατί υπάρχουν ακόμη κάποιοι άνθρωποι που ανεβαίνουν στα βουνά για να ανεμίσουν αετούς. Όχι επειδή περιμένουν να σωθούν. Αλλά γιατί θέλουν, έστω για λίγο, να ελαφρώσουν από το βάρος αυτού του κόσμου. Να κοιτάξουν κάτι που επιμένει να πηγαίνει προς τα πάνω.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι η τελευταία μορφή αξιοπρέπειας που μας απέμεινε. Να μη συρθούμε. Να κρατήσουμε μέσα μας λίγο ουρανό, την ώρα που όλα γύρω μας μαθαίνουν να σέρνονται

Η γεύση της τρικυμίας

«Έχεις τη γεύση της τρικυμίας στα χείλη», έγραψε ο Ελύτης.
Υπάρχουν στίχοι που δεν διαβάζονται, σε διαβάζουν εκείνοι. Έρχονται από μακριά και βρίσκουν μέσα σου κάτι που νόμιζες πως είχε καταλαγιάσει. Μια θάλασσα, μια ανάμνηση, μια επιθυμία που δεν πρόλαβε να γίνει ιστορία.




Το Ιόνιο ξέρει από τέτοια πράγματα. Ξέρει να ηρεμεί και να αγριεύει μέσα στην ίδια μέρα. Να σε πείθει πως όλα είναι ασφαλή και, λίγο αργότερα, να σου θυμίζει ότι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή δεν υπακούν σε κανέναν κανόνα. Ούτε οι θάλασσες ούτε οι καρδιές.

πάρχουν γυναίκες που περνούν από τη ζωή μας σαν μια σύντομη είδηση της ημέρας και χάνονται. Και υπάρχουν άλλες που αφήνουν πίσω τους έναν ολόκληρο κόσμο χωρίς ποτέ να έχουν βρεθεί πραγματικά δίπλα μας. Λίγες λέξεις αρκούν. Μια φωτογραφία ίσως. Μια έκφραση του προσώπου, ένα βλέμμα που παγιδεύτηκε στον χρόνο.
Το υπόλοιπο το αναλαμβάνει η φαντασία. Χτίζει σπίτια δίπλα στη θάλασσα, εφευρίσκει διαλόγους, δανείζει χρώμα στα δειλινά και γεύση αλατιού σε φιλιά που ακόμη περιμένουν το κύμα να τα φέρει στην ακτή.

Και τότε αρχίζει ένα παράξενο θαύμα. Όχι αυτό που συμβαίνει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, αλλά εκείνο που συμβαίνει μέσα στον καθένα μας. Η σκέψη αποκτά δική της παλίρροια. Πλάθει βλέμματα που δεν συνάντησε ποτέ, χαμόγελα που δεν είδε, στιγμές που δεν έζησε. Όχι από ανάγκη να εξαπατήσει την πραγματικότητα, αλλά από τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να ονειρευτεί.

Ίσως αυτό να είναι το πιο γοητευτικό είδος επιθυμίας. Εκείνο που δεν βιάζεται να εκπληρωθεί. Που ζει μέσα στην πιθανότητα. Στην προσδοκία. Στην αδιόρατη αίσθηση ότι κάπου υπάρχει ένας άνθρωπος ικανός να ταράξει τα νερά της ψυχής μας χωρίς καν να το γνωρίζει.

Κι έτσι η γεύση της τρικυμίας δεν βρίσκεται πάντα στα χείλη ενός φιλιού. Βρίσκεται καμιά φορά σε μια σκέψη που επιστρέφει, σε μια παρουσία που επιμένει, σε μια φαντασία που αρνείται να σβήσει. Σαν το αλάτι που μένει στο δέρμα πολύ μετά τη θάλασσα.

Ίσως τελικά αυτό να αναζητούμε όλοι. Όχι κάποιον να μας σώσει από τις φουρτούνες, αλλά κάποια που να αξίζει να τη σκεφτόμαστε όταν η θάλασσα γαληνεύει.
Κάποια που να αφήνει μέσα μας τη γεύση της τρικυμίας.
Και τον λόγο να την αγαπήσουμε.

Το ποτάμι των τραγουδιών

Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποτάμι. Δεν ήταν από νερό. Ήταν από τραγούδια. Κυλούσε ανάμεσα στα χρόνια, περνούσε από αυλές και καφενεία, ...