Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Εγχειρίδιο χρήσης του παραλόγου.

 




Ζούμε σε μια εποχή που όλα έχουν εξήγηση. Ακόμη κι εκείνα που δεν εξηγούνται.

Ο ανόητος έχει άποψη για τα πάντα, ο ημιμαθής τη βεβαιότητα του ειδικού και ο απατεώνας, με λίγη επικοινωνιακή άνεση, μπορεί να εμφανιστεί ως σύμβουλος ηθικής. Δεν είναι παράδοξο. Είναι η εποχή που ανταμείβει την εικόνα πριν εξετάσει το περιεχόμενο.

Δεν χάσαμε απλώς το μέτρο. Χάσαμε και την υποψία ότι μπορεί να το έχουμε χάσει.

Η λογική έχει γίνει ενοχλητική. Καθυστερεί τις αποφάσεις, γεννά αμφιβολίες, απαιτεί αποδείξεις. Κυρίως, μας υποχρεώνει να δεχτούμε το ενδεχόμενο να έχουμε άδικο. Κι αυτό είναι ασυγχώρητο σε μια εποχή όπου όλοι δικαιούνται να έχουν γνώμη, αλλά κανείς δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να την τεκμηριώσει.

Παλιά, για να διαδώσεις μια ανοησία, χρειαζόσουν ακροατήριο. Σήμερα χρειάζεσαι σύνδεση στο διαδίκτυο. Με αρκετά «μου αρέσει», η ανοησία αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Με λίγη επιμονή, διεκδικεί και θέση στη δημόσια συζήτηση.

Η αλήθεια, αντίθετα, θέλει έρευνα, διασταύρωση, υπομονή. Και έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα, δεν προσαρμόζεται πάντοτε στις επιθυμίες μας. Έτσι, ο καθένας κατασκευάζει τη δική του πραγματικότητα, την υπερασπίζεται με πάθος και αντιμετωπίζει ως ύποπτο όποιον επιμένει στα στοιχεία.

Η συζήτηση παύει να είναι αναζήτηση και γίνεται αγώνας επικράτησης. Δεν ακούμε για να καταλάβουμε, αλλά για να εντοπίσουμε πού θα χτυπήσουμε. Δεν απαντάμε στο επιχείρημα, αλλάζουμε θέμα. Κι αν δεν υπάρχει αντίπαλος, τον κατασκευάζουμε. Η ευθύνη χρειάζεται πάντα κάποιον άλλον για να κατοικήσει.

Ίσως, τελικά, ήρθε η ώρα να ιδρύσουμε ένα Υπουργείο Παραλόγου. Όχι πως μας λείπει, απλώς λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς επίσημη αναγνώριση. Θα εκδίδει πιστοποιητικά παντογνωσίας, άδειες ακατάσχετης φλυαρίας και διπλώματα ημιμάθειας. Για τις θέσεις ευθύνης δεν θα απαιτούνται προσόντα, μόνο ακλόνητη πεποίθηση ότι όλοι οι άλλοι έχουν άδικο. Οι αιτήσεις αναμένονται πολλές. Το προσωπικό βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας.

Ως τότε, ας κρατήσουμε μερικούς κανόνες στοιχειώδους επιβίωσης.

Μην εμπιστεύεσαι την ένταση περισσότερο από το επιχείρημα. Η φωνή μπορεί να γεμίσει ένα δωμάτιο, όχι όμως και το κενό μιας σκέψης.

Μην επιχειρείς να πείσεις εκείνον που δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση όσων ήδη πιστεύει. Δεν πρόκειται για διάλογο, αλλά για μονόλογο με περιστασιακές διακοπές.

Και κράτησε το δικαίωμα στον αυτοσαρκασμό. Είναι άμυνα απέναντι στην έπαρση, αρκεί να στρέφεται πρώτα προς τα μέσα. Γιατί η βεβαιότητα ότι το παράλογο κατοικεί αποκλειστικά στους άλλους είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να του παραχωρήσουμε χώρο και μέσα μας.

Δεν χρειάζεται να διορθώσουμε ολόκληρο τον κόσμο. Χρειάζεται, τουλάχιστον, να αναγνωρίζουμε τη δική μας συμμετοχή στο παράλογο, τις φορές που η ευκολία υποκαθιστά τη σκέψη και η ανάγκη να έχουμε δίκιο υπερισχύει της ανάγκης να καταλάβουμε.

Το παράλογο, τελικά, δεν έχει ανάγκη από υπερασπιστές. Έχει αρκετούς εθελοντές.

Και, όπως συμβαίνει σε κάθε επιτυχημένο θεσμό, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν ότι το υπηρετούν. 


Ζούμε σε μια εποχή που όλα έχουν εξήγηση. Ακόμη κι εκείνα που δεν εξηγούνται.

Ο ανόητος έχει άποψη για τα πάντα, ο ημιμαθής τη βεβαιότητα του ειδικού και ο απατεώνας, με λίγη επικοινωνιακή άνεση, μπορεί να εμφανιστεί ως σύμβουλος ηθικής. Δεν είναι παράδοξο. Είναι η εποχή που ανταμείβει την εικόνα πριν εξετάσει το περιεχόμενο.

Δεν χάσαμε απλώς το μέτρο. Χάσαμε και την υποψία ότι μπορεί να το έχουμε χάσει.

Η λογική έχει γίνει ενοχλητική. Καθυστερεί τις αποφάσεις, γεννά αμφιβολίες, απαιτεί αποδείξεις. Κυρίως, μας υποχρεώνει να δεχτούμε το ενδεχόμενο να έχουμε άδικο. Κι αυτό είναι ασυγχώρητο σε μια εποχή όπου όλοι δικαιούνται να έχουν γνώμη, αλλά κανείς δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να την τεκμηριώσει.

Παλιά, για να διαδώσεις μια ανοησία, χρειαζόσουν ακροατήριο. Σήμερα χρειάζεσαι σύνδεση στο διαδίκτυο. Με αρκετά «μου αρέσει», η ανοησία αποκτά κοινωνική νομιμοποίηση. Με λίγη επιμονή, διεκδικεί και θέση στη δημόσια συζήτηση.

Η αλήθεια, αντίθετα, θέλει έρευνα, διασταύρωση, υπομονή. Και έχει ένα σοβαρό μειονέκτημα, δεν προσαρμόζεται πάντοτε στις επιθυμίες μας. Έτσι, ο καθένας κατασκευάζει τη δική του πραγματικότητα, την υπερασπίζεται με πάθος και αντιμετωπίζει ως ύποπτο όποιον επιμένει στα στοιχεία.

Η συζήτηση παύει να είναι αναζήτηση και γίνεται αγώνας επικράτησης. Δεν ακούμε για να καταλάβουμε, αλλά για να εντοπίσουμε πού θα χτυπήσουμε. Δεν απαντάμε στο επιχείρημα, αλλάζουμε θέμα. Κι αν δεν υπάρχει αντίπαλος, τον κατασκευάζουμε. Η ευθύνη χρειάζεται πάντα κάποιον άλλον για να κατοικήσει.

Ίσως, τελικά, ήρθε η ώρα να ιδρύσουμε ένα Υπουργείο Παραλόγου. Όχι πως μας λείπει, απλώς λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς επίσημη αναγνώριση. Θα εκδίδει πιστοποιητικά παντογνωσίας, άδειες ακατάσχετης φλυαρίας και διπλώματα ημιμάθειας. Για τις θέσεις ευθύνης δεν θα απαιτούνται προσόντα, μόνο ακλόνητη πεποίθηση ότι όλοι οι άλλοι έχουν άδικο. Οι αιτήσεις αναμένονται πολλές. Το προσωπικό βρίσκεται ήδη ανάμεσά μας.

Ως τότε, ας κρατήσουμε μερικούς κανόνες στοιχειώδους επιβίωσης.

Μην εμπιστεύεσαι την ένταση περισσότερο από το επιχείρημα. Η φωνή μπορεί να γεμίσει ένα δωμάτιο, όχι όμως και το κενό μιας σκέψης.

Μην επιχειρείς να πείσεις εκείνον που δεν αναζητά την αλήθεια, αλλά την επιβεβαίωση όσων ήδη πιστεύει. Δεν πρόκειται για διάλογο, αλλά για μονόλογο με περιστασιακές διακοπές.

Και κράτησε το δικαίωμα στον αυτοσαρκασμό. Είναι άμυνα απέναντι στην έπαρση, αρκεί να στρέφεται πρώτα προς τα μέσα. Γιατί η βεβαιότητα ότι το παράλογο κατοικεί αποκλειστικά στους άλλους είναι ο ασφαλέστερος τρόπος να του παραχωρήσουμε χώρο και μέσα μας.

Δεν χρειάζεται να διορθώσουμε ολόκληρο τον κόσμο. Χρειάζεται, τουλάχιστον, να αναγνωρίζουμε τη δική μας συμμετοχή στο παράλογο, τις φορές που η ευκολία υποκαθιστά τη σκέψη και η ανάγκη να έχουμε δίκιο υπερισχύει της ανάγκης να καταλάβουμε.

Το παράλογο, τελικά, δεν έχει ανάγκη από υπερασπιστές. Έχει αρκετούς εθελοντές.

Και, όπως συμβαίνει σε κάθε επιτυχημένο θεσμό, οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν καν ότι το υπηρετούν. 

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Η αξιοπρέπεια του να μην αρέσεις...


Χθες βράδυ βρέθηκα ανάμεσα σε φίλους που δεν ήταν δήθεν. Ανθρώπους αληθινούς, με τις συμφωνίες τις διαφωνίες τους, το γέλιο τους, την άνεση να μιλούν χωρίς να ζυγίζουν κάθε λέξη. Ακόμη και το μαγαζί όπου καθίσαμε είχε κάτι από εμάς, τίμιο, κανονικό, εξωστρεφές, χωρίς ίχνος προσποίησης. Μια παρέα που μπορούσε να χαρεί, να συζητήσει, να διαφωνήσει και να παραμείνει παρέα.


Φεύγοντας, το είδα στα χαμόγελά τους. Η χαρά ήταν αμοιβαία. Σκέφτομαι πόσες φορές, στην προσπάθειά μας να αρέσουμε, απομακρυνόμαστε από αυτό που πραγματικά είμαστε.

Κάπου ανάμεσα σε μια λέξη που δεν είπα και σε μια αλήθεια που κατάπια, άρχισα να γίνομαι λιγότερο εγώ. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς συνέβη. Οι μεγάλες απώλειες δεν κάνουν πάντα θόρυβο. Μερικές μεταμφιέζονται σε ευγένεια, καλή ανατροφή, διάθεση συνεννόησης.

Υπάρχει μια ολόκληρη τέχνη στο να γίνεσαι αρεστός. Να μαλακώνεις τις λέξεις, να κρύβεις τη διαφωνία, να προσαρμόζεσαι τόσο επιδέξια, ώστε στο τέλος όλοι να είναι ευχαριστημένοι μαζί σου. Όλοι, εκτός από εκείνον που έχει απομείνει μέσα σου.

Με τον καιρό άρχισα να υποψιάζομαι πως αυτή η ανάγκη έχει ένα ακριβό τίμημα. Για να αρέσεις σε όλους, πρέπει να γίνεις λίγο διαφορετικός για τον καθένα. Να προσαρμόζεις τη φωνή σου, να κρύβεις τις γωνίες σου, να παραχωρείς μικρά κομμάτια από εκείνα που σε ορίζουν. Κι ύστερα, κάποια στιγμή, να κοιτάζεσαι στον καθρέφτη και να μην αναγνωρίζεις πια το πρόσωπό σου.

Κάπως έτσι μαθαίνουμε να αυτολογοκρινόμαστε, χωρίς να χρειάζεται κανείς να μας το ζητήσει. Ονομάζουμε ωριμότητα την υποχώρηση, σύνεση τη σιωπή και αρμονία την απουσία διαφωνίας. Ο πιο αποτελεσματικός περιορισμός είναι εκείνος που τελικά επιβάλλουμε μόνοι μας.

Η εποχή μας αγαπά τη διαφορετικότητα, αρκεί να μην της χαλάει την ομοιομορφία.

Άλλο η αξιοπρέπεια κι άλλο η αγένεια, άλλο η ελευθερία κι άλλο η επιβολή. Άλλο να αλλάζεις γνώμη επειδή πείστηκες κι άλλο να υποχωρείς επειδή φοβήθηκες πως δεν θα αρέσεις. Το πρώτο είναι επιλογή. Το δεύτερο, φόβος μεταμφιεσμένος σε ευγένεια.

Δεν έχω ανάγκη να με χειροκροτούν όλοι. Προτιμώ να περισσεύω κάπου παρά να μικραίνω για να χωρέσω. Θέλω να μπορώ να πλησιάζω τους ανθρώπους χωρίς να εγκαταλείπω κάθε φορά κάτι από τον εαυτό μου.

Ίσως μεγαλώνεις όταν αποδέχεσαι πως δεν θα σε καταλάβουν όλοι. Όταν μπορείς να χάσεις μια θέση σε κάποιο τραπέζι, χωρίς να χάσεις τη θέση σου απέναντι στον καθρέφτη. Η ελευθερία αρχίζει όταν παύεις να παραχωρείς στους άλλους το δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα είσαι.

Σε όποιον αρέσουμε, λοιπόν. Για τους άλλους δεν θα μπορέσουμε.

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να την περάσουμε σε διαρκή οντισιόν, περιμένοντας από τους άλλους να εγκρίνουν τον ρόλο μας.

Στο τέλος, το τίμημα της αποδοχής μπορεί να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από την απώλειά της. Γιατί το πιο οδυνηρό δεν είναι να μη σε θέλουν οι άλλοι, αλλά να έχεις γίνει κάποιος άλλος για να σε θέλουν.

Η ζωή θα αρχίσει αύριο




Υπάρχουν βράδια που όλα έχουν τελειώσει. Οι δουλειές, τα τηλεφωνήματα, οι μικρές φωτιές της ημέρας. Το σπίτι ησυχάζει κι εσύ κάθεσαι για λίγο, χωρίς να ξέρεις τι να κάνεις τα χέρια σου. Σαν να σου έδωσαν ελεύθερο χρόνο κι εσύ να ψάχνεις σε ποια υπηρεσία να τον καταθέσεις.

Δεν συνέβη τίποτε κακό. Η μέρα κύλησε κανονικά. Έτρεξες, πρόλαβες, απάντησες, τακτοποίησες. Υπήρξες απαραίτητος σε όλους. Μόνο που, κάπου ανάμεσα στις υποχρεώσεις, εσύ ο ίδιος έμεινες λίγο πίσω.

Δεν πειράζει, σκέφτεσαι. Αύριο.

Αύριο είναι μια βολική λέξη. Χωράει τον φίλο που δεν πήρες τηλέφωνο, τη βόλτα που ανέβαλες, το βιβλίο που έμεινε ανοιχτό στην ίδια σελίδα. Όλα όσα θέλησες να κάνεις και δεν πρόλαβες, επειδή προέκυψε κάτι πιο επείγον. Το αύριο τα δέχεται όλα. Δεν διαμαρτύρεται ποτέ.

Έτσι μαθαίνεις να φροντίζεις τις εκκρεμότητες των άλλων και να αφήνεις τις δικές σου να περιμένουν. Από αγάπη, από ευθύνη, από εκείνη τη συνήθεια να είσαι πάντα ο άνθρωπος που θα βρεθεί όταν χρειαστεί. Μόνο που κανείς δεν σου λέει πότε τελειώνει αυτή η βάρδια.

Κι ύστερα ανακαλύπτεις πως έχεις γίνει εξαιρετικός στη διεκπεραίωση της ζωής σου. Ξέρεις τι πρέπει να γίνει, πότε και για ποιον. Μπορείς να οργανώσεις ακόμη και την ξεκούρασή σου, αρκεί να μη χαλάσει το πρόγραμμα.

Μόνο που η ζωή δεν είναι δημόσια υπηρεσία. Δεν έχει αριθμό προτεραιότητας ούτε γκισέ απ’ όπου θα παραλάβεις, όταν έρθει η σειρά σου, το δικαίωμα να χαρείς.

Κι όμως, περιμένεις. Να λιγοστέψουν οι δουλειές, να ησυχάσουν τα πράγματα, να περάσει η δύσκολη περίοδος. Στο μεταξύ, οι εποχές αλλάζουν, οι άνθρωποι μεγαλώνουν, τα πρόσωπα που αγαπάς αποκτούν ρυτίδες που κάποτε δεν υπήρχαν.

Κι εσύ ακόμη τακτοποιείς.

Ο άδειος χρόνος, όμως, δεν είναι χαμένος χρόνος. Είναι ένας περίπατος χωρίς προορισμό, ένας καφές που τραβάει σε μάκρος, μια κουβέντα που δεν κοιτάζει το ρολόι. Είναι ακόμη κι εκείνη η γλυκιά αμηχανία του να μην κάνεις τίποτε. Να αφήνεις τις σκέψεις να περιπλανηθούν, χωρίς να απαιτείς απ’ αυτές κάποιο συμπέρασμα.

Ίσως εκεί, μέσα σ’ αυτές τις ώρες που δεν αποδίδουν τίποτε, να ξανακούς τη δική σου φωνή. Γιατί έχουμε μάθει να δικαιολογούμε τον κόπο μας, όχι την ύπαρξή μας. Να νιώθουμε χρήσιμοι, όχι απλώς ζωντανοί. Σαν να χρειάζεται ακόμη κι η χαρά μας να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για να εγκριθεί.

Δεν χρειάζεται να αλλάξεις τη ζωή σου από την αρχή. Άφησε μονάχα ένα κομμάτι της ημέρας αδέσμευτο. Μια ώρα χωρίς πρόγραμμα, ένα απόγευμα χωρίς υποχρεώσεις. Κι ας μη βγει τίποτε από αυτό. Δεν είναι όλα υποχρεωμένα να αποδώσουν καρπούς.

Άλλωστε, δεν είμαστε εδώ για πάντα.

Το ξέρουμε, αλλά συνεχίζουμε να αναβάλλουμε τις μικρές χαρές για το επόμενο Σαββατοκύριακο, τις συναντήσεις για όταν θα έχουμε περισσότερο χρόνο, τη ζωή για όταν θα έχουν τακτοποιηθεί όλα. Σαν να περιμένουμε να τελειώσει η πρόβα για να αρχίσει η παράσταση.

Μόνο που η παράσταση έχει ήδη αρχίσει.

Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2026

Η Τέλεια Ομορφιά

Υπάρχει κάτι παράδοξο στον κόσμο μας. Ποτέ δεν είχαμε τόσα μέσα για να ομορφύνουμε τη ζωή μας και ποτέ δεν ήταν τόσο εύκολο να περάσουμε δίπλα της χωρίς να τη συναντήσουμε.



Οι χώροι λάμπουν, οι εικόνες πολλαπλασιάζονται, οι άνθρωποι φροντίζουν την παρουσία τους, οι συναντήσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Όλα μοιάζουν να βρίσκονται στη θέση τους, εκτός από εκείνο το αδιόρατο κάτι που δίνει νόημα στην παρουσία μας μέσα στον κόσμο. Η ζωή οργανώνεται με επιμέλεια, σχεδόν σκηνοθετείται, κι εμείς συχνά καταλήγουμε θεατές της.

Μάθαμε να συγχέουμε την αφθονία με την πληρότητα, την αναγνώριση με την αξία, την κίνηση με τη ζωή. Δεν μας αρκεί πια να ζούμε κάτι. Θέλουμε να φαίνεται πως το ζούμε. Η ευτυχία χρειάζεται αποδείξεις, η επιτυχία μάρτυρες και η απόλαυση μια εικόνα που να πιστοποιεί ότι πράγματι συνέβη. Κάπως έτσι, ανάμεσα σε όσα αποκτούμε και σε όσα επιδεικνύουμε, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια την εμπειρία.

Το κενό, ωστόσο, δεν κάνει θόρυβο. Μπορεί να κρύβεται πίσω από ένα ακριβό δείπνο, μια επιτυχημένη δημόσια εμφάνιση, μια ζωή που προκαλεί τον θαυμασμό. Δεν φαίνεται στις φωτογραφίες, ούτε διορθώνεται με την επόμενη κατάκτηση. Είναι εκείνη η ανεξήγητη αίσθηση πως, ενώ όλα συμβαίνουν γύρω μας, κάτι ουσιαστικό εξακολουθεί να μη συμβαίνει μέσα μας.

Δεν φταίει η ομορφιά. Φταίει ίσως η απαίτησή μας να μας σώσει, να γεμίσει όσα αφήσαμε άδεια, να μετατρέψει την ύπαρξη σε κάτι άξιο θαυμασμού. Η ομορφιά, όμως, δεν είναι υπόσχεση ευτυχίας και η τελειότητα δεν εγγυάται την πληρότητα. Μπορεί να κατοικεί σε ένα παλιό κτίριο, σε ένα πρόσωπο σημαδεμένο από τα χρόνια, σε μια χειρονομία που δεν ζητά ανταπόδοση. Κάποτε, μάλιστα, η φθορά δεν την ακυρώνει. Της χαρίζει μια αλήθεια που η τελειότητα αδυνατεί να προσφέρει.

Αυτή η παράξενη συνύπαρξη της ποιητικής ομορφιάς με την ανθρώπινη κενότητα ήταν εκείνο που με εντυπωσίασε στην ταινία του Πάολο Σορεντίνο, «Η Τέλεια Ομορφιά». Πίσω από τη λάμψη της Ρώμης, τις γιορτές και την αδιάκοπη κίνηση, αναδύεται ένας κόσμος που μοιάζει να τα έχει όλα, εκτός ίσως από έναν λόγο για να τα χαρεί. Κι εκεί, μέσα στην παρακμή, η ομορφιά δεν εξαφανίζεται. Εμφανίζεται σαν μια υπενθύμιση όσων θα μπορούσαν να μας συγκινήσουν, αν δεν είχαμε τόσο απασχοληθεί με το να εντυπωσιάζουμε.



Ίσως, τελικά, η παρακμή να μην αρχίζει όταν τα πράγματα χάνουν τη λάμψη τους, αλλά όταν εμείς παύουμε να αναζητούμε το νόημά τους.

Κι όσο επιμελέστερα σκηνοθετούμε τη ζωή μας, τόσο περισσότερο κινδυνεύουμε να μας διαφύγει η μοναδική παράσταση που δεν επαναλαμβάνεται. Κι έτσι, η ζωή γίνεται ένα θέαμα που δεν θέλουμε να χάσουμε, ακόμη κι όταν έχουμε πάψει να συμμετέχουμε.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Η Τέλεια Ομορφιά» (La Grande Bellezza, 2013), του Πάολο Σορεντίνο.

Η κοινωνία των θεατών



Ποτέ δεν είχαμε τόσες πολλές γνώμες για τόσα πολλά πράγματα. Κάθε γεγονός γεννά χιλιάδες κρίσεις, κάθε δημόσια αντιπαράθεση αποκτά το κοινό της, κάθε λάθος βρίσκει τους δικαστές του. Παρακολουθούμε, σχολιάζουμε, καταδικάζουμε ή χειροκροτούμε. Κι ύστερα περνάμε στο επόμενο.
Η εποχή μάς έχει εξασφαλίσει μια προνομιακή θέση. Μπορούμε να βρισκόμαστε παντού χωρίς να χρειάζεται να είμαστε πουθενά. Να παρακολουθούμε τις συγκρούσεις χωρίς να εμπλεκόμαστε, να απαιτούμε δικαιοσύνη χωρίς να αναλαμβάνουμε ευθύνη, να υπερασπιζόμαστε αρχές όσο η υπεράσπισή τους δεν κοστίζει τίποτε.



Η γνώμη έγινε η ευκολότερη μορφή συμμετοχής. Δεν απαιτεί χρόνο, γνώση σε βάθος ή προσωπικό ρίσκο. Αρκεί μια εικόνα, μια φράση, ένα γεγονός όπως έφτασε στην οθόνη μας. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έχουμε σχηματίσει άποψη και συχνά έχουμε αποφασίσει ποιος φταίει.
Δεν χρειάζεται καν να περιμένουμε να ολοκληρωθεί το έργο. Μας αρκεί ένα απόσπασμα για να κρίνουμε ολόκληρη την παράσταση.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε. Είναι ότι συχνά θεωρούμε πως, μιλώντας, έχουμε ήδη κάνει το χρέος μας. Η αγανάκτηση μάς ανακουφίζει, η καταδίκη μάς δικαιώνει, το χειροκρότημα μάς κάνει να αισθανόμαστε μέρος μιας προσπάθειας. Κι έτσι, η απόσταση ανάμεσα στην άποψη και στην πράξη εξαφανίζεται βολικά από το οπτικό μας πεδίο.
Μέχρι να έρθει η στιγμή που η συμμετοχή ζητά κάτι περισσότερο από μια δήλωση. Χρόνο, παρουσία, ευθύνη, ίσως και προσωπικό κόστος.
Τότε η πλατεία αρχίζει να αδειάζει.
Όχι επειδή όλοι αδιαφορούν, αλλά επειδή είναι ευκολότερο να απαιτείς από κάποιον άλλον να αλλάξει τον κόσμο παρά να αναλάβεις το δικό σου μερίδιο ευθύνης.
Κι έτσι, όλοι έχουν κάτι να πουν για την παράσταση.
Μέχρι που μια μέρα ανακαλύπτουν πως, όσο παρακολουθούσαν τους άλλους, κάποιος άλλος έγραφε το έργο της δικής τους ζωής

Η εξίσωση που δεν λύσαμε

Έχουμε μπερδέψει τις επιθυμίες μας με τις απαιτήσεις της ζωής. Μας έπεισαν πως για να ευτυχήσουμε χρειαζόμαστε περισσότερα, ενώ επιστρέφουμε διαρκώς στα ίδια λίγα. Έναν άνθρωπο να μας καταλαβαίνει, ένα σπίτι που να μας χωράει, μια δουλειά που να μας επιτρέπει να ζούμε, έναν ουρανό χωρίς βόμβες.



Δεν ζητάμε τον ουρανό με τ’ άστρα. Μια θέση κάτω από τον ουρανό ζητάμε, χωρίς φόβο και χωρίς την καθημερινή αγωνία της επιβίωσης.

Κοιτάξτε γύρω μας. Η εποχή παράγει θαύματα με βιομηχανικούς ρυθμούς. Οι μηχανές σκέφτονται, οι οθόνες προβλέπουν τις επιθυμίες μας, η πληροφορία ταξιδεύει ταχύτερα από τη σκέψη. Κι όμως, η ηρεμία παραμένει είδος πολυτελείας, η ελευθερία διαπραγματεύσιμο μέγεθος και η ειρήνη μια υπόσχεση που ανανεώνεται μετά από κάθε πόλεμο.

Κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό παράδοξο. Ο άνθρωπος έμαθε να λύνει εξισώσεις που κάποτε έμοιαζαν αδιανόητες, αλλά δυσκολεύεται να λύσει την απλούστερη. Πώς θα ζήσουμε μαζί;

Αυτή την εξίσωση την παραδώσαμε στους διαχειριστές της εξουσίας. Εκείνοι πρόσθεσαν συμφέροντα, αφαίρεσαν δικαιώματα, πολλαπλασίασαν υποσχέσεις και μοίρασαν την ευθύνη διά του μηδενός. Στο τέλος, ο λογαριασμός έρχεται πάντα στον ίδιο παραλήπτη, στον άνθρωπο που περιμένει να ζήσει τη ζωή του.

Κάπως έτσι, τα αυτονόητα έγιναν αιτήματα, τα αιτήματα διεκδικήσεις και οι διεκδικήσεις ενοχλητικές λεπτομέρειες στην ημερήσια διάταξη των ισχυρών.

Μόνο που η ζωή δεν είναι ημερήσια διάταξη. Είναι ο χρόνος που περνά, τα παιδιά που μεγαλώνουν, οι άνθρωποι που κουράζονται, τα χρόνια που χάνονται περιμένοντας να γίνει ο κόσμος λίγο πιο ανθρώπινος.

Μας ζητούν να θαυμάζουμε τις επιδόσεις, να χειροκροτούμε τις καινοτομίες, να συνηθίζουμε το αδιανόητο σαν να είναι καθημερινή είδηση. Την ίδια ώρα, εκατομμύρια άνθρωποι μετρούν το ψωμί, τον χρόνο, τις αντοχές τους. Η δυστυχία αποκτά στατιστική και η αγωνία διάγραμμα, λες και μια καμπύλη μπορεί να απαλύνει τον πόνο. Κι εμείς συζητάμε για το αύριο, ενώ για πολλούς το σήμερα παραμένει ένας στενός διάδρομος χωρίς έξοδο και χωρίς κανέναν να τους ακούει.

Η πρόοδος έχει νόημα όταν περισσεύει χώρος για τον άνθρωπο.

Γιατί, στο τέλος, η μεγαλύτερη αποτυχία ενός πολιτισμού είναι να μπορεί να φτάσει στα άστρα και να αφήνει τον άνθρωπο να ζητιανεύει μια θέση στη Γη. 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Η ζωή την ώρα που συμβαίνει

Η αφορμή ήταν το βάρος, που μου δημιουργεί ο χειμώνας που έρχεται. Από εκεί ξεκίνησε ο προβληματισμός που γέννησε αυτό το κείμενο και την ανάγκη να εξεγερθώ απέναντι σε όσα βαραίνουν τη σκέψη μου. Το δημοσιεύω ξημερώματα Κυριακής και θέλω, από σήμερα, να προσπαθήσω να κάνω πράξη όσα γράφω. Το βγάζω από μέσα μου για να συναντήσει τους ανθρώπους που το χρειάζονται.



Η μικρή εξέγερση της χαράς

Με γαληνεύει η ρουτίνα. Η ήσυχη συνέχεια των πραγμάτων, η μία μέρα που ακουμπά στην άλλη, ο χρόνος που προχωρά χωρίς να απαιτεί από μένα να γνωρίζω από τώρα τι με περιμένει στην επόμενη στροφή.

Θέλω να περιμένω τον Νοέμβρη με τις βροχές του, τα απογεύματα που μικραίνουν, τα φώτα που ανάβουν νωρίς. Να έρθουν τα Χριστούγεννα, να περάσει ο χειμώνας, να ξανανοίξει ο καιρός, να φτάσει το καλοκαίρι. Να κυλάει ο χρόνος κι εγώ να βρίσκομαι μέσα του, διαθέσιμος να τον ζήσω.

Θέλω να αφήνω λίγο από το αύριο μέσα στο νέφος του, χωρίς να ψάχνω από τώρα στις σκιές του, όσα μπορεί να με περιμένουν. Όταν έρθει, θα πάρει το σχήμα του. Ως τότε, θέλω να έχω ελεύθερα τα χέρια μου για τη σημερινή μέρα.

Δεν φοβάμαι τις εκπλήξεις της ζωής. Εκείνο που θέλω να αλλάξω είναι η συνήθεια να τις προεξοφλώ, να πληρώνω από σήμερα το τίμημα μιας δυσκολίας που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.

Θέλω να αφήσω τον Νοέμβρη να έρθει και να είναι Νοέμβρης. Όταν προκύψει κάτι δύσκολο, θα το αντιμετωπίσω. Ως τότε, η βροχή δικαιούται να είναι μόνο βροχή.

Κάπου εδώ αρχίζει η δική μου υπόθεση με τον χρόνο.
Γιατί, μαζί με την ησυχία που αναζητώ, θέλω να ξαναβρώ κάτι που έχασα στην πορεία. Την παιδική χαρά. Όχι την ηλικία, ούτε τον κόσμο όπως ήταν τότε. Εκείνον τον τρόπο να στέκεσαι απέναντι σε αυτό που έχεις μπροστά σου και να του παραχωρείς ολόκληρη την προσοχή σου, σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο που να διεκδικεί τη στιγμή.

Όταν ήμουν παιδί, ένα παιχνίδι μπορούσε να γεμίσει ένα απόγευμα. Μια εκδρομή γινόταν γεγονός, η Κυριακή είχε τη δική της προσμονή, το καλοκαίρι άρχιζε πολύ πριν φτάσει. Η χαρά δεν περίμενε να συμβεί κάτι σπουδαίο. Ένα μικρό πράγμα αρκούσε για να κάνει τον κόσμο μεγάλο.

Το λίγο ήταν αρκετό. Κάπου στην πορεία, όμως, το αρκετό παραμερίστηκε. Στη θέση του εγκαταστάθηκε το ανικανοποίητο, αυτός ο αόρατος ένοικος που βρίσκει πάντα κάτι ακόμη να ζητήσει. Μόλις αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούσαμε, ο χθεσινός προορισμός γίνεται αφετηρία για το επόμενο. Η επιθυμία μετακινεί διαρκώς τον ορίζοντα και η χαρά μένει να την ακολουθεί.

Έτσι, ακόμη κι όταν η ζωή μάς προσφέρει κάτι όμορφο, εμείς κρατάμε ανοιχτό λογαριασμό μαζί της. Κάτι λείπει, κάτι θα μπορούσε να είναι καλύτερο, κάτι άλλο περιμένει στη σειρά. Και το παρόν, αντί να γίνει τόπος κατοικίας, καταντά αίθουσα αναμονής.

Μπορεί να έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι και να σκεφτόμαστε πόσο γρήγορα περνάει. Να καθόμαστε με έναν άνθρωπο που αγαπάμε και να μας απασχολούν όσα πρέπει να γίνουν αύριο. Να πίνουμε τον καφέ μας και να βιαζόμαστε να τελειώσει, για να περάσουμε στο επόμενο πράγμα.
Κι αυτό το κάνουμε ακόμη και στον έρωτα.

Δύο άνθρωποι έρχονται κοντά, το σώμα αναζητά το σώμα, η επιθυμία γίνεται άγγιγμα, ανάσα, προσμονή. Κι όμως, ακόμη κι εκεί, μπορεί να βιαζόμαστε να φτάσουμε στην κορύφωση και να χάσουμε τη διαδρομή που μας οδηγεί ως αυτήν. Να αντιμετωπίζουμε τη στιγμή σαν προορισμό, αντί να την αφήνουμε να συμβεί.

Ο οργασμός κρατά μια στιγμή. Κι όμως, μπορεί να γίνει ολόκληρος κόσμος, όταν είσαι πραγματικά εκεί, όταν το σώμα και ο νους συναντιούνται στο ίδιο παρόν. Δεν είναι μόνο η κορύφωση. Είναι η παράδοση στη στιγμή, η αίσθηση πως για λίγο δεν υπάρχει τίποτε που χρειάζεται να προλάβεις, τίποτε που πρέπει να αποδείξεις, τίποτε που να σε περιμένει έξω από αυτό που ζεις.

Και αναρωτιέμαι πόσες στιγμές της ζωής μας περνούν έτσι, με εμάς μισούς μέσα τους και μισούς ήδη αλλού.

Κάπως έτσι, η ζωή περνάει κι εμείς περιμένουμε την επόμενη ζωή.
Και τότε σκέφτομαι εκείνα τα καλοκαίρια. Τα ένθεα του Σικελιανού, τα μεταφυσικά και εκστατικά του Ελύτη, τα αισθησιακά και αστικά του Κοσμά Πολίτη. Πού βρίσκεται σήμερα εκείνη η μέθη του καλοκαιριού; Στη θάλασσα, στο φως, στη ζεστή πέτρα που κρατά ακόμη τη θερμοκρασία της ημέρας; Ή μήπως όλα βρίσκονται στη θέση τους κι εκείνο που άλλαξε είναι το βλέμμα μας;
Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να πάρω μαζί μου εκείνο το βλέμμα, την ικανότητα να χαίρομαι αυτό που υπάρχει, χωρίς να του ζητώ να γίνει κάτι περισσότερο για να αξίζει.

Ξέρω πως ο κόσμος δεν τελειώνει στα όρια της δικής μου χαράς. Έξω από τη δική μου καθημερινότητα απλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος πόνου. Πόλεμοι, παιδιά που πεινούν, άνθρωποι που ξεριζώνονται από τις πατρίδες τους, φτώχεια, αδικία, βία, μοναξιά, άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά για τα στοιχειώδη και άλλοι που συνθλίβονται κάτω από το βάρος μιας κοινωνίας που συχνά τους προσπερνά. Ο πόνος αλλάζει πρόσωπα, τόπους και αιτίες, αλλά παραμένει εκεί, μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια, και ζητά από όλους μας να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Μα η γνώση του σκοταδιού δεν χρειάζεται να καταργήσει το φως. Μπορώ να βλέπω τον κόσμο όπως είναι και να χαίρομαι τη θάλασσα. Να γνωρίζω πως ο χειμώνας θα φέρει δυσκολίες και να περιμένω τις πρώτες του βροχές. Να κρατώ τα μάτια μου ανοιχτά στον πόνο και στην ομορφιά.

Γιατί, αν θέλω να είμαι χρήσιμος στους ανθρώπους που δοκιμάζονται, χρειάζομαι δύναμη για να σταθώ δίπλα τους και αισιοδοξία για να τη μεταδώσω, πίστη πως ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες υπάρχει χώρος για αγώνα, αλληλεγγύη και μια καλύτερη μέρα. Ο άνθρωπος που υποφέρει χρειάζεται ένα χέρι να κρατηθεί, μια παρουσία που θα του δώσει κουράγιο, έναν άνθρωπο που θα σταθεί δίπλα του με το κεφάλι ψηλά.
Ο πόνος ζητά τη συμπαράστασή μας, όχι την παράδοσή μας. Κι η αισιοδοξία αποκτά την πραγματική της αξία όταν γίνεται δύναμη για τον άλλον.

Αυτό θέλω να αλλάξω μέσα μου, τον τρόπο που στέκομαι απέναντι στη ζωή.
Να πάψω να ζητώ από κάθε στιγμή να δικαιολογήσει την ύπαρξή της με μια υπόσχεση για κάτι καλύτερο. Να μη μετατρέπω την προσμονή σε αγωνία και το αύριο σε χρέος που πρέπει να εξοφλήσω από σήμερα. Να μπορώ να επιθυμώ χωρίς να ακυρώνω εκείνο που ήδη έχω.

Κι αν αυτό είναι μια μικρή εξέγερση, ας είναι. Απέναντι στην αδιάκοπη απαίτηση για περισσότερο, στην ανησυχία που προηγείται των γεγονότων, στη συνήθεια να αναβάλλουμε τη χαρά ώσπου να τακτοποιηθούν όλα.

Δεν θέλω να πάψω να ονειρεύομαι. Θέλω να πάψω να αντιμετωπίζω τη ζωή που έχω σαν πρόχειρο σχέδιο μιας άλλης, καλύτερης ζωής.
Θέλω να μάθω ξανά να λέω «μου φτάνει» και να το εννοώ. Όχι επειδή τελείωσαν οι επιθυμίες μου, αλλά επειδή δεν θέλω να τους παραχωρήσω ολόκληρη τη ζωή μου.

Να αφήνω τον χρόνο να κυλάει χωρίς να τρέχω διαρκώς μπροστά του. Να περιμένω το καλοκαίρι και να χαίρομαι τη διαδρομή προς αυτό. Να απολαμβάνω τον καφέ, τη βόλτα, τη θάλασσα, το φως που μπαίνει από το παράθυρο. Να ξαναβρώ εκείνο το παιδί που μπορούσε να γεμίσει έναν ολόκληρο κόσμο με αυτό που είχε μπροστά του.
Τη ζωή την ώρα που συμβαίνει.

Και τώρα που σου γράφω, αγαπητέ συνένοχε αναγνώστη,
«Ξημερώνει Κυριακή.
Μη μου λυπάσαι.
Είναι όμορφη η ζωή.
Να το θυμάσαι». Λιγότερα

Εγχειρίδιο χρήσης του παραλόγου.

  Ζούμε σε μια εποχή που όλα έχουν εξήγηση. Ακόμη κι εκείνα που δεν εξηγούνται. Ο ανόητος έχει άποψη για τα πάντα, ο ημιμαθής τη βεβαιότητα ...