Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Ο χρόνος τα φωτίζει αλλιώς

Ο Αύγουστος έχει έναν δικό του τρόπο να μπερδεύει τον χρόνο.
Κάθε απόγευμα, όταν το φως της δύσης αρχίζει να σβήνει, μοιάζει να κλέβει κάτι από την ανατολή και να το κρατά λίγο ακόμη. Σαν να μας δίνει μια τελευταία ευκαιρία να ξαναδούμε όσα νομίζαμε πως χάθηκαν.



Σήμερα ξαναδιάβασα ένα κείμενο που έγραψα πριν από έξι χρόνια. Με ξάφνιασε.
Όχι επειδή άλλαξαν όλα. Αλλά επειδή κάποια πράγματα έμειναν ακριβώς εκεί, στη θέση τους.

Τότε έγραφα για τους ανθρώπους που αγαπιούνται και δεν καταφέρνουν πάντα να συναντηθούν. Για τις αποστάσεις που μεγαλώνουν μέσα στη σιωπή. Για όσα δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε.

Είχα ανοίξει τις επιστολές του Σεφέρη στη Μαρώ. Είχα σταθεί στον Λειβαδίτη. Είχα αφήσει το ραδιόφωνο να ψιθυρίζει μέσα στο πρωινό.
Σήμερα δεν χρειάστηκε τίποτα από όλα αυτά.
Οι λέξεις είχαν μείνει μέσα μου.

Με τα χρόνια κατάλαβα πως οι άνθρωποι δεν απομακρύνονται ξαφνικά. Φεύγουν λίγο λίγο. Από ένα βλέμμα που δεν συναντήθηκε. Από μια κουβέντα που αναβλήθηκε. Από ένα άγγιγμα που δεν έγινε.
Και κυρίως από την ψευδαίσθηση πως υπάρχει πάντα χρόνος.
Δεν υπάρχει πάντα χρόνος. Υπάρχει η στιγμή.

Και η αγάπη δεν είναι ποτέ ίση. Ο ένας δίνει περισσότερο, ο άλλος λιγότερο. Ο ένας περιμένει, ο άλλος φοβάται. Ο ένας μένει, ο άλλος έχει ήδη αρχίσει να φεύγει. Κι όμως, συνεχίζουμε να αγαπάμε.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράλογο και το πιο ανθρώπινο πράγμα πάνω μας.

Ξαναδιάβασα λοιπόν σήμερα εκείνο το παλιό κείμενο και δεν θέλησα να αλλάξω ούτε λέξη.
Το άφησα να σταθεί απέναντί μου.
Σαν έναν άνθρωπο που γνώρισα κάποτε πολύ καλά και σήμερα μπορώ επιτέλους να τον κοιτάζω χωρίς θυμό.

Ο χρόνος δεν διορθώνει τα πάντα. Μερικά πράγματα απλώς τα φωτίζει διαφορετικά. Και τότε καταλαβαίνεις πως δεν είναι απλώς αργά. Είναι πια χθες.
Λιγότερα

Εκεί που η σιωπή γίνεται θάλασσα

Ο Αύγουστος με μπερδεύει. Έχει κάτι από τέλος. Οι μέρες κρατούν ακόμη, η θάλασσα είναι ζεστή, ο ήλιος επιμένει, αλλά κάπου μέσα σου ξέρεις πως το καλοκαίρι ετοιμάζεται να φύγει. Και μαζί του παίρνει πράγματα που δεν πρόλαβες να ζήσεις όπως ήθελες.



Δεν πειράζει. Ό,τι χάθηκε, χάθηκε. Δεν γίνεται να περπατάς μπροστά κοιτάζοντας συνεχώς πίσω. Ο δρόμος ανοίγεται εκεί που δεν τον ξέρεις, ακόμη κι όταν ο ορίζοντας είναι θολός.

Χθες βρέθηκα μόνος σε έναν τόπο που ήξερα, αλλά δεν είχα ξαναδεί έτσι.
Ένα μικρό ημικύκλιο θάλασσας, κρυμμένο χρόνια από τα μάτια μου. Μακριά από τις καρτ ποστάλ, από τις γνωστές εικόνες, από εκείνη την Κέρκυρα που μάθαμε να δείχνουμε στους άλλους.

Εκεί δεν υπήρχε τίποτα να δείξεις. Μόνο να αισθανθείς.
Νερό. Χώρος. Σιωπή. Και ένας άνθρωπος μόνος.
Για πρώτη φορά ύστερα από καιρό, η μοναξιά δεν μου φάνηκε εχθρός.

Υπάρχει μια μοναξιά που την επιλέγεις. Που την αναζητάς όπως αναζητάς μια καθαρή ανάσα. Δεν ζητάει εξηγήσεις. Δεν απαιτεί τίποτα. Κάθεσαι απέναντι στη θάλασσα και δεν χρειάζεται να είσαι κανείς. Μόνο εσύ. Και τότε έρχονται οι άλλοι.

Εκείνοι που έφυγαν, εκείνοι που έμειναν μέσα σου, εκείνοι που δεν χρειάζονται σώμα για να υπάρχουν. Φιλικά φαντάσματα κάθονται δίπλα σου και σου λένε αλήθειες που οι ζωντανοί φοβούνται να πουν. Αυτή η μοναξιά δεν σε αδειάζει. Σε επιστρέφει στον εαυτό σου.
Δεν είναι εκείνη που σε περιμένει ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκείνη που κάθεται στο ίδιο τραπέζι, περπατάει δίπλα σου, κοιμάται στο ίδιο σπίτι και δεν βρίσκει μια αληθινή λέξη να πει.

Είναι οι άνθρωποι που έχουν μάθει να κρύβουν το κενό τους πίσω από ρόλους, υποχρεώσεις, χαμόγελα και συνήθειες. Χιλιάδες μοναξιές, τακτοποιημένες στην εντέλεια.

Αυτή η μοναξιά δεν έχει θάλασσα.

Έχει τοίχους.

Κι έτσι καταλήγουμε να ψάχνουμε κρυφά έναν τόπο όπου μπορούμε να κατεβάσουμε τις άμυνες. Μια παραλία. Ένα δωμάτιο. Μια ώρα μέσα στη μέρα. Κάπου όπου μπορούμε επιτέλους να πούμε μια κουβέντα χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουμε ποιοι είμαστε.

Χθες, στον δικό μου κρυφό τόπο, κατάλαβα κάτι. Δεν φοβάμαι να είμαι μόνος. Φοβάμαι να είμαι μόνος ανάμεσα σε ανθρώπους.

Πήρα τον δρόμο της επιστροφής.
Πίσω με περίμενε η πραγματικότητα. Το καθήκον. Οι φωνές. Οι ρόλοι. Όλα εκείνα που μας τραβούν ξανά από το χέρι και μας θυμίζουν ποιοι πρέπει να είμαστε.
Αμάν πια αυτό το καθήκον. Κοίταξα για τελευταία φορά πίσω. Η θάλασσα είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Σκέφτηκα πως υπάρχουν τόποι που δεν τους βρίσκεις στον χάρτη. Τους βρίσκεις όταν έχεις ανάγκη να μείνεις μόνος.
Και τότε καταλαβαίνεις πως η μοναξιά δεν είναι πάντα απουσία.
Μερικές φορές είναι ένας τόπος. Και έχει το χρώμα του νερού.
Λιγότερα

Δεν γεννήθηκα για να χωρέσω

Δεν φοβάμαι την αποτυχία. Περισσότερο φοβάμαι τη συνήθεια. Εκείνη τη στιγμή που τακτοποιείς τη ζωή σου τόσο καλά, ώστε μια μέρα όλα να βρίσκονται στη θέση τους και εσύ να μην βρίσκεσαι πουθενά. Αυτό δεν το θέλω.



Δεν γεννήθηκα για να χωρέσω. Ούτε σε δρόμους που χαράζουν άλλοι, ούτε σε βεβαιότητες που μου παραδίδονται έτοιμες. Πάντα κάτι μέσα μου τραβάει λίγο πιο πέρα. Σε έναν άλλο δρόμο, σε μια άλλη σκέψη, σε μια άλλη ζωή που δεν ξέρω ακόμη πώς να την ονομάσω.

Γι’ αυτό αναστατώνω τον εαυτό μου. Αλλάζω γνώμη. Αμφισβητώ όσα πιστεύω. Γκρεμίζω ακόμη και τις αλήθειες που κάποτε υπερασπίζομαι με πάθος. Δεν έχω κανένα πρόβλημα να διαφωνώ σήμερα με τον άνθρωπο που ήμουν χθες.

Δεν εμπιστεύομαι τις απόψεις όταν γίνονται δόγματα. Ούτε τις ιδέες όταν ζητούν υπακοή. Μια αλήθεια μπορεί να με πείθει σήμερα και αύριο να μη με πείθει. Δεν φοβάμαι να την αφήσω πίσω. Προδοσία είναι να μένω πιστός σε κάτι που μέσα μου έχει τελειώσει.

Αγάπησα δημιουργούς χωρίς να τους κάνω ποτέ είδωλα. Ποιητές που μου δίνουν λέξεις για όσα δεν ξέρω να πω, μουσικούς που βάζουν ήχο σε όσα κουβαλώ μέσα μου, τραγούδια που γίνονται παρέα σε δρόμους και νύχτες. Από το «Μονόγραμμα» του Ελύτη και το «Σύννεφο με παντελόνια» του Μαγιακόφσκι μέχρι τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι και τις «Πολιτείες» του Θεοδωράκη, η δημιουργία έχει για μένα μεγαλύτερη σημασία από τον δημιουργό. Δεν με ενδιαφέρει να μαζεύω ονόματα. Με ενδιαφέρει να μαζεύω συγκινήσεις.

Ένας στίχος. Μια μελωδία. Μια φράση. Κάτι που με βρίσκει εκεί που δεν το περιμένω και μου αλλάζει τη μέρα.
Δεν έχω είδωλα. Δεν έχω αφίσες στους τοίχους μου. Δεν ζητώ αυτόγραφα. Δεν με ενδιαφέρει η λάμψη που ακολουθεί έναν άνθρωπο όταν γίνεται γνωστός. Θαυμάζω ανθρώπους. Ερωτεύομαι δημιουργίες.

Και ο έρωτας δεν είναι κατοχή. Είναι επιθυμία.
Είναι ένα βλέμμα που μένει λίγο περισσότερο πάνω σε ένα πρόσωπο. Ένα σώμα που περνάει δίπλα μου και αλλάζει για μια στιγμή ο ρυθμός της ημέρας. Η φωνή μιας γυναίκας που δεν λέει τίποτα σπουδαίο και όμως θυμάμαι τον ήχο της το βράδυ. Ένα άγγιγμα που δεν ζητά τίποτα. Μια τρυφερότητα που δεν χρειάζεται εξηγήσεις.

Ο ερωτισμός δεν είναι επίδειξη. Είναι ο τρόπος που κοιτάζω τη ζωή όταν εξακολουθώ να τη θέλω.

Και τότε έρχεται η ασφάλεια.

Εκείνοι που την κυνηγούν περισσότερο είναι συχνά οι πιο ανασφαλείς. Εμείς που ζούμε μέσα στην αβεβαιότητα ξέρουμε πως τίποτα δεν είναι δεδομένο. Κι αυτό, μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς.

Δεν ελέγχουμε τη ζωή. Την ζούμε.

Οι λεωφόροι δεν με συγκινούν. Όταν βλέπω πολύ κόσμο να πηγαίνει προς την ίδια κατεύθυνση, ψάχνω έναν παράδρομο. Όχι για να είμαι διαφορετικός. Για να δω πού βγάζει.
Μπορεί να χαθώ. Δεν με πειράζει.
Έχω χαθεί αρκετές φορές για να ξέρω πως μερικοί δρόμοι σε πηγαίνουν πιο μακριά όταν δεν ξέρεις πού τελειώνουν.

Δεν θέλω όλες τις απαντήσεις. Θέλω να έχω ακόμη ερωτήσεις. Να υπάρχει μέσα μου κάτι ατακτοποίητο, κάτι που αρνείται να γίνει συνήθεια. Θέλω να υπάρχει ακόμη κάτι που δεν ξέρω. Κάτι που δεν έχω. Κάτι που με τραβάει.
Γιατί όσο υπάρχει επιθυμία, υπάρχει κίνηση. Και όσο υπάρχει κίνηση, δεν έχουμε τελειώσει.

Δεν ψάχνω να βάλω τη ζωή μου σε τάξη. Την αφήνω ανοιχτή.
Για έναν έρωτα που μπορεί να έρθει. Για ένα τραγούδι που δεν έχω ακούσει. Για έναν δρόμο που δεν ξέρω πού βγάζει. Για μια λέξη που δεν έχω γράψει.

Και αν κάποτε όλα μπουν στη θέση τους, δεν θα τρομάξω.
Θα σηκωθώ. Θα τα αναποδογυρίσω.
Θα ξαναβρώ έναν δρόμο.
Γιατί δεν γεννήθηκα για να χωρέσω.
Γεννήθηκα για να καίγομαι.
Λιγότερα

Γεννήθηκα για τη φωτιά.

Ο Αύγουστος δεν μετράει τις μέρες. Μετράει όσα έμειναν ανοιχτά. Επιστρέφουν πρόσωπα που δεν είναι πια εδώ. Λόγια που δεν ειπώθηκαν. Επιθυμίες που δεν έγιναν ποτέ ζωή. Και μαζί τους επιστρέφει κι εκείνος ο άνθρωπος που υπήρξαμε κάποτε, λίγο πιο αθώος, λίγο πιο βέβαιος ότι ο κόσμος μάς χρωστάει κάτι.
Δεν μας χρωστάει τίποτα. Αυτό δεν είναι απαισιοδοξία. Είναι ελευθερία.





Πέρασαν χρόνια μέχρι να καταλάβω ότι οι μεγάλες επιθυμίες δεν ζητούν χρήματα. Ζητούν χρόνο. Κι ο χρόνος δεν χαρίζεται. Μόνο ξοδεύεται.
Κάποτε πίστευα πως η ζωή θα κρινόταν από όσα θα αποκτούσα. Σήμερα ξέρω πως κρίνεται από όσα δεν πρόδωσα. Από τις λίγες φωτιές που αρνήθηκα να σβήσω μέσα μου, ακόμη κι όταν όλοι με συμβούλευαν να γίνω πιο λογικός.

Δεν είχα την φιλοδοξία ποτέ, να γίνω σπουδαίος. Μου έφτανε να μη γίνω ξένος με τον εαυτό μου.
Ίσως γι' αυτό δεν φοβάμαι τόσο τις ήττες. Φοβάμαι τις συνήθειες. Εκείνες σκοτώνουν. Δεν κάνουν θόρυβο, δεν αφήνουν αίμα. Μόνο μια μέρα σε βάζουν απέναντι στον καθρέφτη και δεν αναγνωρίζεις τον άνθρωπο που σε κοιτάζει.

Ο έρωτας δεν νικά τον χρόνο. Ούτε τον θάνατο. Νικά όμως κάτι εξίσου σπουδαίο. Την αδιαφορία. Και όσο υπάρχει κάτι που μπορεί ακόμη να μας συγκινεί, τίποτα δεν έχει χαθεί οριστικά.
Μεγαλώνοντας έπαψα να θαυμάζω όσους κέρδισαν τα πάντα. Θαυμάζω εκείνους που έχασαν πολλά και εξακολουθούν να έχουν καθαρό βλέμμα.

Μια παλιά τσιγγάνικη παροιμία με ακολουθεί χρόνια.
«Να θέλεις έναν κόσμο είναι φωτιά. Να τον αποκτάς, καπνός.»
Χρειάστηκε μια ζωή για να την καταλάβω.
Δεν γεννηθήκαμε για τον καπνό.
Γεννηθήκαμε για τη φωτιά. 

Δύσκολη τέχνη του μαζί

«Ο πιο επικίνδυνος αριθμός είναι το 2.» Κάποτε το άκουσα να λέγεται σχεδόν ψιθυριστά, σαν μια σκέψη που είχε ωριμάσει μέσα στα χρόνια.

«Το τέλειο άλλοθι είναι πάντα το ίδιο. "Δεν κατάλαβα". "Δεν εννοούσα αυτό". "Εσύ το παρεξήγησες". Μια βόλτα κάναμε. Εσύ γιατί την είπες σχέση; Ποιος δεσμεύεται σήμερα; Ποιος δέχεται να μοιραστεί πραγματικά τον χρόνο του με έναν άλλον; Ο πιο επικίνδυνος αριθμός είναι το 2.»



Έμεινα να σκέφτομαι αυτή τη φράση.

Όχι γιατί δεν την είχα ξανακούσει. Αλλά γιατί κάθε φορά επιστρέφει σαν να είναι η πρώτη. Η ζωή μάς χαρίζει μια πολύτιμη λήθη. Μόνο έτσι βρίσκουμε το κουράγιο να εμπιστευτούμε ξανά. Να ελπίσουμε ξανά. Να αρχίσουμε από την αρχή, σαν να μην πληγωθήκαμε ποτέ.

Αυτή η αφέλεια δεν είναι αδυναμία. Είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίζεται η ζωή. Γιατί χωρίς αυτήν κανείς δεν θα τολμούσε να πλησιάσει έναν άλλον άνθρωπο. Θα ζούσαμε ασφαλείς. Και απόλυτα μόνοι.

Δεν είναι το «ένα» που φοβίζει τον άνθρωπο. Με τη μοναξιά, όσο κι αν πονά, κάποτε συμβιβάζεται. Ούτε το «πολλά». Εκεί χάνεται μέσα στο πλήθος. Το δύσκολο είναι το «δύο». Εκεί αρχίζει η ευθύνη. Η έκθεση. Η εμπιστοσύνη. Η πιθανότητα να πληγωθείς και η υποχρέωση να μην πληγώσεις.

Δεν φοβόμαστε τόσο τη μοναξιά όσο λέμε. Μαθαίνουμε να ζούμε μαζί της. Εκείνο που μας φοβίζει είναι η ευθύνη της παρουσίας του άλλου. Από τη στιγμή που κάποιος σε εμπιστεύεται, παύεις να είσαι μόνο ελεύθερος. Γίνεσαι και υπεύθυνος. Και αυτή είναι η πιο δύσκολη μορφή ελευθερίας.

Ο πιο επικίνδυνος αριθμός δεν είναι το δύο επειδή ενώνει δύο ανθρώπους. Είναι επειδή από εκείνη τη στιγμή κανείς δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τον εαυτό του.

Το «ένα» ζει όπως θέλει. Το «δύο» αποκαλύπτει ποιος πραγματικά είναι ο καθένας μας.
Λιγότερα

Το σώμα θυμάται

Υπάρχουν καλοκαίρια που αρνούνται να μας ξεχάσουν.
Έρχονται με μια μυρωδιά. Με λίγο αλάτι πάνω στο δέρμα. Με ένα τραγούδι που ξεφεύγει από ένα ανοιχτό παράθυρο. Έρχονται και με εικόνες. Με την παραλία μου, τους «Έρμονες». Εκεί που έμαθα να βουτάω από το Κασάρι. Ύστερα από τη μικρή Αστραπή. Μετά από τη μεγάλη. Κι απέναντι ο Τούρκος, αρκετά μακριά για να γεννά τη φαντασία ενός παιδιού.



Το σώμα θυμάται. Δεν του χρειάζεται η μνήμη.
Θυμάται το πρώτο βλέμμα που σε έκανε να ντραπείς. Το πρώτο χέρι που δεν τόλμησες να κρατήσεις. Το πρώτο ξημέρωμα που σε βρήκε διαφορετικό.

Δεν ψάχνω πια. Βρίσκω.
Ένα βιβλίο που με περίμενε. Μια ταινία που αρνήθηκε να γεράσει. Ένα τραγούδι που έκανε υπομονή μέχρι να μπορέσω να το ακούσω.

Οι αναμνήσεις δεν αλλάζουν. Αλλάζει το βλέμμα. Τη νιότη μου δεν τη νοσταλγώ. Μου αρκεί που την έζησα.

Μου λείπει μόνο εκείνη η εμπιστοσύνη. Η βεβαιότητα πως οι φίλοι θα μείνουν φίλοι. Πως οι γονείς δεν θα φύγουν ποτέ. Πως κάθε Αύγουστος θα μας περιμένει στην ίδια θάλασσα.

Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα Κανείς δεν μας το χρωστούσε.
Κι όμως, τίποτα δεν χάθηκε. Οι άνθρωποι έφυγαν.
Οι στιγμές έμειναν.

Μένουν στη μυρωδιά του πεύκου όταν πέφτει ο ήλιος. Στο αλάτι που μένει στα χείλη. Στην πέτρα που κρατά ακόμη τη ζέστη της ημέρας. Σε μια αυγή που σε βρήκε ξύπνιο. Σ' ένα βλέμμα που δεν ζήτησε τίποτα και γι' αυτό τα είπε όλα.

Χρόνια πίστευα πως προσπαθούσα να σώσω αυτές τις στιγμές.
Έκανα λάθος. Δεν τις κράτησα εγώ. Εκείνες κράτησαν εμένα.

Ο χρόνος δεν πήρε τα καλοκαίρια μου.
Τα έκανε τρόπο να βλέπω τον κόσμο.
Λιγότερα

Έλα. Πες μου.

Μια μόνο λέξη. «Κουράστηκα.» Τίποτε άλλο.
Ούτε φωτογραφία. Ούτε μουσική. Ούτε επιχειρήματα. Μόνο μια λέξη, με μεγάλα γράμματα πάνω σε κόκκινο φόντο.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κοιτούσα μια ανάρτηση. Κοιτούσα έναν άνθρωπο.
Πάτησα μια μαύρη καρδιά. Όχι γιατί πίστευα πως ένα εικονίδιο μπορεί να ελαφρύνει την κούρασή του. Αλλά γιατί ένιωσα πως εκείνη η λέξη δεν ζητούσε επιδοκιμασία. Ζητούσε έναν αποδέκτη.
Και τότε αναρωτήθηκα.



Αν δεν υπήρχε αυτή η οθόνη, πού θα πήγαινε αυτή η λέξη;
Ίσως κάποτε να κατέληγε σ' ένα καφενείο. Σε μια πλατεία. Σ' ένα τραπέζι όπου κάποιος θα έμενε λίγο παραπάνω. Σ' έναν φίλο που θα καταλάβαινε από τη σιωπή περισσότερα απ' όσα θα έλεγαν οι λέξεις.

Δεν πιστεύω ότι η τεχνολογία μάς απομάκρυνε από τους ανθρώπους. Πιστεύω ότι αναπτύχθηκε μέσα σ' έναν κόσμο που είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει.
Οι ρυθμοί έγιναν ασφυκτικοί. Οι αποστάσεις μεγάλωσαν. Οι παρέες αραίωσαν. Οι οικογένειες σκορπίστηκαν. Ο χρόνος για μια συνάντηση έγινε όλο και πιο δυσεύρετος.

Δεν χάσαμε την ανάγκη να επικοινωνούμε.
Χάσαμε πολλές από τις ευκαιρίες να συναντιόμαστε.
Μέσα σε αυτές τις νέες συνθήκες η τεχνολογία έκανε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα. Μας κράτησε συνδεδεμένους.
Και αυτό δεν είναι λίγο.

Για χρόνια στάθηκα αυστηρός απέναντι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σήμερα, χωρίς να αγνοώ τις υπερβολές τους, καταλαβαίνω καλύτερα και την ανάγκη που πολλές φορές κρύβεται πίσω από μια ανάρτηση.

Πίσω από ορισμένες δημοσιεύσεις δεν υπάρχει η ανάγκη να σε δουν. Υπάρχει η ανάγκη να σε βρουν.
Να βρουν κάποιον που θα σταθεί για λίγο απέναντί τους και θα πει μόνο:
«Σε ακούω.»

Ίσως αυτό να είναι το μεγάλο στοίχημα της εποχής μας.
Να μη χάσουμε τη συνήθεια της ανθρώπινης συνάντησης.
Γιατί, όταν ένας άνθρωπος γράφει «κουράστηκα», το σημαντικό δεν είναι πόσοι θα το διαβάσουν.
Το σημαντικό είναι να υπάρχει ένας που θα αφήσει την οθόνη, θα βρεθεί απέναντί του και θα του πει:
«Έλα. Πες μου.»
Λιγότερα

Ο χρόνος τα φωτίζει αλλιώς

Ο Αύγουστος έχει έναν δικό του τρόπο να μπερδεύει τον χρόνο. Κάθε απόγευμα, όταν το φως της δύσης αρχίζει να σβήνει, μοιάζει να κλέβει κάτι ...