Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2026

Η ζωή την ώρα που συμβαίνει

Η αφορμή ήταν το βάρος, που μου δημιουργεί ο χειμώνας που έρχεται. Από εκεί ξεκίνησε ο προβληματισμός που γέννησε αυτό το κείμενο και την ανάγκη να εξεγερθώ απέναντι σε όσα βαραίνουν τη σκέψη μου. Το δημοσιεύω ξημερώματα Κυριακής και θέλω, από σήμερα, να προσπαθήσω να κάνω πράξη όσα γράφω. Το βγάζω από μέσα μου για να συναντήσει τους ανθρώπους που το χρειάζονται.



Η μικρή εξέγερση της χαράς

Με γαληνεύει η ρουτίνα. Η ήσυχη συνέχεια των πραγμάτων, η μία μέρα που ακουμπά στην άλλη, ο χρόνος που προχωρά χωρίς να απαιτεί από μένα να γνωρίζω από τώρα τι με περιμένει στην επόμενη στροφή.

Θέλω να περιμένω τον Νοέμβρη με τις βροχές του, τα απογεύματα που μικραίνουν, τα φώτα που ανάβουν νωρίς. Να έρθουν τα Χριστούγεννα, να περάσει ο χειμώνας, να ξανανοίξει ο καιρός, να φτάσει το καλοκαίρι. Να κυλάει ο χρόνος κι εγώ να βρίσκομαι μέσα του, διαθέσιμος να τον ζήσω.

Θέλω να αφήνω λίγο από το αύριο μέσα στο νέφος του, χωρίς να ψάχνω από τώρα στις σκιές του, όσα μπορεί να με περιμένουν. Όταν έρθει, θα πάρει το σχήμα του. Ως τότε, θέλω να έχω ελεύθερα τα χέρια μου για τη σημερινή μέρα.

Δεν φοβάμαι τις εκπλήξεις της ζωής. Εκείνο που θέλω να αλλάξω είναι η συνήθεια να τις προεξοφλώ, να πληρώνω από σήμερα το τίμημα μιας δυσκολίας που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.

Θέλω να αφήσω τον Νοέμβρη να έρθει και να είναι Νοέμβρης. Όταν προκύψει κάτι δύσκολο, θα το αντιμετωπίσω. Ως τότε, η βροχή δικαιούται να είναι μόνο βροχή.

Κάπου εδώ αρχίζει η δική μου υπόθεση με τον χρόνο.
Γιατί, μαζί με την ησυχία που αναζητώ, θέλω να ξαναβρώ κάτι που έχασα στην πορεία. Την παιδική χαρά. Όχι την ηλικία, ούτε τον κόσμο όπως ήταν τότε. Εκείνον τον τρόπο να στέκεσαι απέναντι σε αυτό που έχεις μπροστά σου και να του παραχωρείς ολόκληρη την προσοχή σου, σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο που να διεκδικεί τη στιγμή.

Όταν ήμουν παιδί, ένα παιχνίδι μπορούσε να γεμίσει ένα απόγευμα. Μια εκδρομή γινόταν γεγονός, η Κυριακή είχε τη δική της προσμονή, το καλοκαίρι άρχιζε πολύ πριν φτάσει. Η χαρά δεν περίμενε να συμβεί κάτι σπουδαίο. Ένα μικρό πράγμα αρκούσε για να κάνει τον κόσμο μεγάλο.

Το λίγο ήταν αρκετό. Κάπου στην πορεία, όμως, το αρκετό παραμερίστηκε. Στη θέση του εγκαταστάθηκε το ανικανοποίητο, αυτός ο αόρατος ένοικος που βρίσκει πάντα κάτι ακόμη να ζητήσει. Μόλις αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούσαμε, ο χθεσινός προορισμός γίνεται αφετηρία για το επόμενο. Η επιθυμία μετακινεί διαρκώς τον ορίζοντα και η χαρά μένει να την ακολουθεί.

Έτσι, ακόμη κι όταν η ζωή μάς προσφέρει κάτι όμορφο, εμείς κρατάμε ανοιχτό λογαριασμό μαζί της. Κάτι λείπει, κάτι θα μπορούσε να είναι καλύτερο, κάτι άλλο περιμένει στη σειρά. Και το παρόν, αντί να γίνει τόπος κατοικίας, καταντά αίθουσα αναμονής.

Μπορεί να έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι και να σκεφτόμαστε πόσο γρήγορα περνάει. Να καθόμαστε με έναν άνθρωπο που αγαπάμε και να μας απασχολούν όσα πρέπει να γίνουν αύριο. Να πίνουμε τον καφέ μας και να βιαζόμαστε να τελειώσει, για να περάσουμε στο επόμενο πράγμα.
Κι αυτό το κάνουμε ακόμη και στον έρωτα.

Δύο άνθρωποι έρχονται κοντά, το σώμα αναζητά το σώμα, η επιθυμία γίνεται άγγιγμα, ανάσα, προσμονή. Κι όμως, ακόμη κι εκεί, μπορεί να βιαζόμαστε να φτάσουμε στην κορύφωση και να χάσουμε τη διαδρομή που μας οδηγεί ως αυτήν. Να αντιμετωπίζουμε τη στιγμή σαν προορισμό, αντί να την αφήνουμε να συμβεί.

Ο οργασμός κρατά μια στιγμή. Κι όμως, μπορεί να γίνει ολόκληρος κόσμος, όταν είσαι πραγματικά εκεί, όταν το σώμα και ο νους συναντιούνται στο ίδιο παρόν. Δεν είναι μόνο η κορύφωση. Είναι η παράδοση στη στιγμή, η αίσθηση πως για λίγο δεν υπάρχει τίποτε που χρειάζεται να προλάβεις, τίποτε που πρέπει να αποδείξεις, τίποτε που να σε περιμένει έξω από αυτό που ζεις.

Και αναρωτιέμαι πόσες στιγμές της ζωής μας περνούν έτσι, με εμάς μισούς μέσα τους και μισούς ήδη αλλού.

Κάπως έτσι, η ζωή περνάει κι εμείς περιμένουμε την επόμενη ζωή.
Και τότε σκέφτομαι εκείνα τα καλοκαίρια. Τα ένθεα του Σικελιανού, τα μεταφυσικά και εκστατικά του Ελύτη, τα αισθησιακά και αστικά του Κοσμά Πολίτη. Πού βρίσκεται σήμερα εκείνη η μέθη του καλοκαιριού; Στη θάλασσα, στο φως, στη ζεστή πέτρα που κρατά ακόμη τη θερμοκρασία της ημέρας; Ή μήπως όλα βρίσκονται στη θέση τους κι εκείνο που άλλαξε είναι το βλέμμα μας;
Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να πάρω μαζί μου εκείνο το βλέμμα, την ικανότητα να χαίρομαι αυτό που υπάρχει, χωρίς να του ζητώ να γίνει κάτι περισσότερο για να αξίζει.

Ξέρω πως ο κόσμος δεν τελειώνει στα όρια της δικής μου χαράς. Έξω από τη δική μου καθημερινότητα απλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος πόνου. Πόλεμοι, παιδιά που πεινούν, άνθρωποι που ξεριζώνονται από τις πατρίδες τους, φτώχεια, αδικία, βία, μοναξιά, άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά για τα στοιχειώδη και άλλοι που συνθλίβονται κάτω από το βάρος μιας κοινωνίας που συχνά τους προσπερνά. Ο πόνος αλλάζει πρόσωπα, τόπους και αιτίες, αλλά παραμένει εκεί, μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια, και ζητά από όλους μας να τον κοιτάξουμε κατάματα.

Μα η γνώση του σκοταδιού δεν χρειάζεται να καταργήσει το φως. Μπορώ να βλέπω τον κόσμο όπως είναι και να χαίρομαι τη θάλασσα. Να γνωρίζω πως ο χειμώνας θα φέρει δυσκολίες και να περιμένω τις πρώτες του βροχές. Να κρατώ τα μάτια μου ανοιχτά στον πόνο και στην ομορφιά.

Γιατί, αν θέλω να είμαι χρήσιμος στους ανθρώπους που δοκιμάζονται, χρειάζομαι δύναμη για να σταθώ δίπλα τους και αισιοδοξία για να τη μεταδώσω, πίστη πως ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες υπάρχει χώρος για αγώνα, αλληλεγγύη και μια καλύτερη μέρα. Ο άνθρωπος που υποφέρει χρειάζεται ένα χέρι να κρατηθεί, μια παρουσία που θα του δώσει κουράγιο, έναν άνθρωπο που θα σταθεί δίπλα του με το κεφάλι ψηλά.
Ο πόνος ζητά τη συμπαράστασή μας, όχι την παράδοσή μας. Κι η αισιοδοξία αποκτά την πραγματική της αξία όταν γίνεται δύναμη για τον άλλον.

Αυτό θέλω να αλλάξω μέσα μου, τον τρόπο που στέκομαι απέναντι στη ζωή.
Να πάψω να ζητώ από κάθε στιγμή να δικαιολογήσει την ύπαρξή της με μια υπόσχεση για κάτι καλύτερο. Να μη μετατρέπω την προσμονή σε αγωνία και το αύριο σε χρέος που πρέπει να εξοφλήσω από σήμερα. Να μπορώ να επιθυμώ χωρίς να ακυρώνω εκείνο που ήδη έχω.

Κι αν αυτό είναι μια μικρή εξέγερση, ας είναι. Απέναντι στην αδιάκοπη απαίτηση για περισσότερο, στην ανησυχία που προηγείται των γεγονότων, στη συνήθεια να αναβάλλουμε τη χαρά ώσπου να τακτοποιηθούν όλα.

Δεν θέλω να πάψω να ονειρεύομαι. Θέλω να πάψω να αντιμετωπίζω τη ζωή που έχω σαν πρόχειρο σχέδιο μιας άλλης, καλύτερης ζωής.
Θέλω να μάθω ξανά να λέω «μου φτάνει» και να το εννοώ. Όχι επειδή τελείωσαν οι επιθυμίες μου, αλλά επειδή δεν θέλω να τους παραχωρήσω ολόκληρη τη ζωή μου.

Να αφήνω τον χρόνο να κυλάει χωρίς να τρέχω διαρκώς μπροστά του. Να περιμένω το καλοκαίρι και να χαίρομαι τη διαδρομή προς αυτό. Να απολαμβάνω τον καφέ, τη βόλτα, τη θάλασσα, το φως που μπαίνει από το παράθυρο. Να ξαναβρώ εκείνο το παιδί που μπορούσε να γεμίσει έναν ολόκληρο κόσμο με αυτό που είχε μπροστά του.
Τη ζωή την ώρα που συμβαίνει.

Και τώρα που σου γράφω, αγαπητέ συνένοχε αναγνώστη,
«Ξημερώνει Κυριακή.
Μη μου λυπάσαι.
Είναι όμορφη η ζωή.
Να το θυμάσαι». Λιγότερα

Δεύτερη ευκαιρία

 Χρειάζεται μια δεύτερη ευκαιρία το χθεσινό κείμενο, με τίτλο η "Η τέχνη να μένουμε μόνοι"

Για όσους δεν το έχουν διαβάσει, το αφήνω και σήμερα στην πρώτη γραμμή...

Υπάρχει μια τέχνη που μαθαίνεται αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα. Η τέχνη να φοβάσαι, να υποψιάζεσαι, να κλείνεις την πόρτα πίσω σου και να πιστεύεις πως αν σώσεις τον εαυτό σου, έχεις σώσει τουλάχιστον κάτι.



Ο φόβος έχει τον δικό του τρόπο να κυβερνά. Εγκαθίσταται στον λογαριασμό που περιμένει, στη δουλειά που κινδυνεύει, στο αύριο των παιδιών. Κάνει την ανασφάλεια καθημερινή συνθήκη και την επιβίωση προσωπική ευθύνη. Σιγά σιγά ο άνθρωπος περιορίζει τις απαιτήσεις του, χαμηλώνει τις προσδοκίες του, μαθαίνει να συμβιβάζεται με όσα κάποτε θα θεωρούσε αδιανόητα.

Γίναμε μια κοινωνία απειλούμενων ατόμων. Καθένας με την αγωνία του, το μικρό του οχυρό, τον φόβο πως αύριο θα βρεθεί σε χειρότερη θέση. Κι όταν η ανασφάλεια γίνεται τρόπος ζωής, ο διπλανός παύει να είναι αυτονόητος σύμμαχος. Μετατρέπεται σε ανταγωνιστή, σε ύποπτο, σε πιθανή απειλή.

Έτσι η πολιτική διαφωνία γίνεται προσωπική εχθρότητα. Δεξιοί εναντίον δεξιών, αριστεροί εναντίον αριστερών, φίλοι που διαγράφουν φίλους, οικογένειες που χωρίζονται για μια άποψη. Η κοινωνία γεμίζει στρατόπεδα και αδειάζει από ανθρώπους που μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι χωρίς να ζητούν την ήττα του απέναντι.

Κι ενώ εμείς μετράμε εχθρούς, η ζωή ακριβαίνει, οι ανισότητες βαθαίνουν, τα δικαιώματα δοκιμάζονται. Η εξουσία απομακρύνεται από τον κοινωνικό έλεγχο και τα κοινά προβλήματα περιμένουν τη λύση τους έξω από τις κλειστές πόρτες μας.

Το «διαίρει και βασίλευε» παραμένει διαχρονικός κανόνας της εξουσίας. Όταν οι άνθρωποι στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου, δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν όσα τους ενώνουν. Όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια διασπάται σε αλληλοσυγκρουόμενες αγωνίες, η συλλογική διεκδίκηση χάνει τη δύναμή της.

Και τότε συμβαίνει το παράδοξο. Άνθρωποι που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα υπερασπίζονται με πάθος τις διαφορές τους, ενώ αφήνουν ανυπεράσπιστα τα κοινά τους συμφέροντα. Μαλώνουν για εκείνα που τους χωρίζουν και σιωπούν μπροστά σε όσα καθορίζουν τη ζωή τους.

Αυτή είναι η πολιτική ήττα πριν ακόμη φτάσει στην κάλπη. Η στιγμή που ο πολίτης παύει να πιστεύει στη δύναμη της συλλογικής δράσης και αποσύρεται στον ιδιωτικό του κόσμο. Η στιγμή που η κοινωνία μετατρέπεται από κοινότητα ανθρώπων σε άθροισμα μοναχικών υπάρξεων.

Κι εδώ βρίσκεται η ελληνική αντίφαση. Η συντηρητική παράταξη διατηρεί τη συνοχή της γύρω από κοινά συμφέροντα, τη διαχείριση της εξουσίας και του χρήματος. Αντίθετα, η «προοδευτική παράταξη» παραμένει πολυδιασπασμένη, εγκλωβισμένη σε μικρές ιδεολογικές διαφορές, κομματικούς ανταγωνισμούς και προσωπικές φιλοδοξίες. Εκεί όπου τα συμφέροντα επιβάλλουν συσπείρωση, οι ιδέες που επικαλούνται την αλλαγή αδυνατούν να συναντηθούν.

Η κοινωνία, όμως, δεν είναι υποχρεωμένη να ακολουθεί τις διαχωριστικές γραμμές των κομμάτων της. Οι ανάγκες της εργασίας, της δημόσιας υγείας, της παιδείας, της κοινωνικής προστασίας και της δημοκρατίας διασχίζουν αυτά τα σύνορα. Οι άνθρωποι που διεκδικούν μια δικαιότερη ζωή δεν αποκτούν διαφορετικά συμφέροντα επειδή ανήκουν σε διαφορετικούς κομματικούς χώρους.
Γι’ αυτό το ζητούμενο δεν είναι μια συγκόλληση μηχανισμών ούτε μια αριθμητική πρόσθεση κομματικών δυνάμεων. Είναι η συνάντηση των κοινωνικών αναγκών με ένα κοινό πολιτικό σχέδιο. Μια νέα δυνατότητα συλλογικής δράσης, που θα σέβεται τις διαφορές, θα ξεπερνά τους προσωπικούς ανταγωνισμούς και θα μετατρέπει τη διάσπαρτη δυσαρέσκεια σε οργανωμένη διεκδίκηση.
Οι πολιτικές πρωτοπορίες που διεκδικούν την αλλαγή έχουν ευθύνη μεγαλύτερη από την εκλογική τους επιβίωση. Οφείλουν να αναζητήσουν όσα μπορούν να τις ενώσουν, να ανοίξουν δρόμους συνάντησης, να αποδείξουν στην πράξη ότι το κοινό συμφέρον μπορεί να υπερβεί το επιμέρους. Η αλλαγή χρειάζεται ιδέες, σχέδιο, κοινωνικές ρίζες και ανθρώπους πρόθυμους να εργαστούν μαζί.

Γιατί κανένα οχυρό δεν είναι αρκετά ισχυρό για να προστατεύσει εκείνον που ζει σε μια κοινωνία που καταρρέει. Η ατομική σωτηρία έχει όρια. Και η αξιοπρέπεια, όταν γίνεται αποκλειστικά προσωπική υπόθεση, χάνει το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να σταθεί.

Η αλληλεγγύη δεν είναι μια ευγενική χειρονομία ούτε μια στιγμιαία συγκίνηση. Είναι η αναγνώριση ότι η ζωή του άλλου αφορά και τη δική μας. Είναι η επιστροφή από το «εγώ» στο «εμείς», όχι ως σύνθημα, αλλά ως πράξη.

Η εξουσία μπορεί να αντέξει την οργή μας. Μπορεί να διαχειριστεί τις διαμαρτυρίες μας, να περιμένει να κοπάσουν οι κραυγές, να παρακολουθεί τις αντιπαραθέσεις μας. Εκείνο που αλλάζει τους συσχετισμούς είναι η στιγμή που η ατομική αγωνία αποκτά κοινή φωνή και η κοινωνική δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε συλλογική διεκδίκηση.

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πόσα κόμματα και πόσες διαφορετικές στρατηγικές εκπροσωπούν την ανάγκη για αλλαγή. Είναι αν μπορούν να διαμορφώσουν μαζί τις πολιτικές προϋποθέσεις της. Αν μπορούν να βάλουν το κοινό σχέδιο πάνω από τις επιμέρους φιλοδοξίες και να μετατρέψουν την πολυφωνία σε δύναμη κοινωνικής παρέμβασης.

Γιατί το «διαίρει και βασίλευε» χρειάζεται τη δική μας συμμετοχή για να πετύχει. Χρειάζεται κάθε φορά που επιλέγουμε τον διπλανό ως εχθρό, αλλά και κάθε φορά που όσοι μπορούν να συνεργαστούν προτιμούν να παραμείνουν χωρισμένοι.

Η εξουσία δεν χρειάζεται να μας κλείσει όλους στο ίδιο κελί. Αρκεί να πείσει τον καθένα πως ο διπλανός του είναι ο δεσμοφύλακας. Κι όσοι θέλουν να ανοίξουν τις πόρτες, ας αρχίσουν επιτέλους από τη δική τους.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξεχάσει.


Έτσι έγινε χθες, ένα βράδυ ήσυχο, από εκείνα που μοιάζουν να μην έχουν τίποτε να πουν. Μια παλιά ροκ μελωδία, και κάτι αλλάζει. Λίγες νότες, και βρέθηκα ξανά σε μια εποχή που η μουσική δεν ήταν υπόκρουση της ζωής. Ήταν η ίδια η ζωή.

Θυμήθηκα δρόμους, πρόσωπα, νύχτες, κουβέντες που κράτησαν μέχρι το πρωί. Θυμήθηκα κι εκείνον τον εαυτό μου που άκουγε μουσική και ένιωθε πως κάτι μέσα του ξυπνούσε.

Αυτό κράτησα από εκείνα τα χρόνια. Τη διάθεση. Γιατί η ροκιά ποτέ δεν ήταν μόνο μουσική. Ήταν ένας τρόπος να στέκεσαι. Να λες τη γνώμη σου, να γελάς δυνατά, να ερωτεύεσαι χωρίς υποσημειώσεις, να διαφωνείς χωρίς να φοβάσαι πως θα χαλάσεις την εικόνα σου. Να κρατάς τη δική σου φωνή, ακόμη κι όταν γύρω σου όλοι ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό.

Με τον καιρό αποκτούμε εμπειρία. Μαθαίνουμε τις διαδρομές, γνωρίζουμε τις δυσκολίες, αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους από το πρώτο τους βλέμμα. Κι όμως, αξίζει να μείνει ανέγγιχτη η διάθεση να ζεις με τον δικό σου τρόπο. Να σηκώνεσαι από την καρέκλα, να ανοίγεις το ραδιόφωνο, να τηλεφωνείς σε έναν φίλο, να βγαίνεις για έναν καφέ, να γελάς με μια ανοησία, να λες μια κουβέντα που την αισθάνεσαι.

Κάπου εκεί βρίσκεται το δικό μου «Πάμε». Όχι σαν υπόσχεση για το αύριο. Σαν μικρή άρνηση να αφήσω τη μέρα να περάσει από πάνω μου χωρίς να την αγγίξω.Δεν χρειάζεται να αλλάξει η ζωή για να αλλάξει η διάθεση. Μερικές φορές αρκούν λίγες νότες.Και τότε θυμάσαι πως υπάρχουν πράγματα που δεν παραδίδονται. Η περιέργεια, το χιούμορ, η επιθυμία, η μουσική, η ανάγκη να σηκώσεις λίγο ψηλότερα το κεφάλι.

Αυτό είναι για μένα η αισιοδοξία. Να κρατάς αναμμένη τη δική σου λάμπα, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω σου επιμένει στο γκρίζο.

Χθες, όταν τελείωσε η μουσική, δεν έβαλα τίποτε άλλο. Άφησα τη σιωπή να μείνει λίγο.

Και σκέφτηκα πως, όσο υπάρχει κάτι που ζητάει ακόμη να ακουστεί, η ιστορία συνεχίζεται.

Πάμε.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Είμαστε εμείς ο Δρόμος του Πλέσσα

Ήμουν πιτσιρικάς όταν πρωτοκυκλοφόρησε «Ο Δρόμος». Δεν ήξερα τότε πως ένας δίσκος μπορεί να γίνει δρόμος μιας ολόκληρης ζωής. Πως κάποτε θα ξανακούς μια μελωδία και μαζί της θα επιστρέφουν πρόσωπα, καλοκαίρια, έρωτες, νύχτες, χρόνια ολόκληρα.

Στις 5 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ο Μίμης Πλέσσας πήρε τον τελευταίο του δρόμο.
Μόνο που ο δικός του δρόμος συνεχίζεται.
Και πάνω του περπατάει μαζί του ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο ένας έδινε στη μουσική φτερά, ο άλλος της έδινε λέξεις. Μαζί έφτιαξαν έναν δρόμο που χωράει ακόμη μέσα μας.

«Γέλαγε η Μαρία».
Και μαζί της γελάει ένα κομμάτι από τα νιάτα μας.
«Πρώτη φορά».
Γιατί κάποια πράγματα συμβαίνουν μία φορά και μένουν για πάντα.
«Η Μυρσίνη βάζει τ’ άσπρα».
Και ξαφνικά μια γυναίκα γίνεται εικόνα, ένας στίχος γίνεται μνήμη.
«Το άγαλμα».
Ακίνητο στον χρόνο, ενώ εμείς περνάμε και μεγαλώνουμε.
Και ύστερα «Ξημερώνει Κυριακή».
Να το θυμάσαι.
Ο δρόμος ανοίγει και βγαίνει στον μεγάλο ορίζοντα του Πλέσσα.
«Ένας ουρανός μ’ αστέρια».
«Το φεγγάρι πάνωθέ μου».
«Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».
«Άνοιξε πέτρα».
«Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες».
Τίτλοι, τραγούδια, ζωές.
Γιατί αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα.
Ο Πλέσσας έπαιρνε τον χρόνο και τον έκανε μουσική. Ο Παπαδόπουλος έπαιρνε τη ζωή και την έκανε λέξεις. Και εμείς παίρναμε τα τραγούδια τους και τα κάναμε δικά μας.
Τα βάλαμε στα σπίτια μας, στις παρέες μας, στα σινεμά, στα καλοκαίρια, στα ξενύχτια. Τα τραγουδήσαμε όταν αγαπήσαμε, όταν χωρίσαμε, όταν γυρίσαμε αργά, όταν μείναμε μόνοι.
Έτσι τα τραγούδια ξεφεύγουν κάποτε από τους δημιουργούς τους.
Γίνονται μνήμη. Γίνονται ζωή. Γίνονται εμείς.
Ο Μίμης Πλέσσας έφυγε. Ο δρόμος του έμεινε. Και περπατάμε ακόμη πάνω του.
Μια Μαρία γελάει κάπου μακριά. Η Μυρσίνη φοράει τ’ άσπρα της. Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια. Και κάπου ξημερώνει Κυριακή.
Γιατί τελικά δεν ακούμε εμείς τον «Δρόμο» του Πλέσσα.
Είμαστε εμείς ο «Δρόμος» του Πλέσσα.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους


Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη μπορεί να γίνει κείμενο, η δεύτερη ζητάει ζωή.
Γράφουμε για τη χαρά, τον έρωτα, την αγάπη, τη δημιουργία. Μιλάμε για τους ανθρώπους, για τις σχέσεις, για όσα μας συμβαίνουν. Κι όμως, η ζωή συνεχίζει τον δικό της δρόμο, πέρα από τις λέξεις.
Η ζωή βρίσκεται έξω από τα κείμενα και έξω από τις φωτογραφίες.
Είναι η χαρά ενός ανθρώπου που γελάει με όλη του την καρδιά. Ο έρωτας που σε βρίσκει απροετοίμαστο. Η αγάπη που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Ένα τραπέζι με φίλους όπου ξεχνάς την ώρα. Ένα παιδί που δημιουργεί κάτι από το τίποτα και το κοιτάζει σαν να ανακάλυψε τον κόσμο.
Εκεί είναι η ζωή.
Κι εμείς, καμιά φορά, αντί να τη ζούμε, κρατάμε σημειώσεις.
Φωτογραφίζουμε το κρασί πριν το πιούμε. Το ηλιοβασίλεμα πριν το κοιτάξουμε. Έχουμε αντικαταστήσει την όραση με τη φωτογραφική μηχανή του κινητού. Σαν να φοβόμαστε πως μια στιγμή που δεν καταγράφηκε, δεν υπήρξε.
Έχει γενέθλια και στέλνει στη μάνα του συγχαρητήρια που τον έκανε τόσο όμορφο. Κι εκείνη ανεβάζει τις φωτογραφίες του και τα επιτεύγματά του.

Η οικογένεια σε δημόσια έκθεση.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, φτιάχνουμε και τον εαυτό μας όπως θα θέλαμε να είμαστε. Λίγο νεότεροι, λίγο ομορφότεροι, λίγο πιο λαμπεροί. Τα φίλτρα κάνουν τη δουλειά τους, η τεχνητή νοημοσύνη συμπληρώνει τα υπόλοιπα.
Μόνο που η πραγματική ζωή έχει ρυτίδες. Έχει αμηχανίες. Έχει αποτυχίες. Έχει ιδρώτα, γέλιο, δάκρυ, αγκαλιά. Έχει ανθρώπους.
Κι εδώ θέλω να σας πω κάτι. Εγώ, που κάθε μέρα σας γράφω και πολλές φορές σας κουράζω, όταν τελειώσει το κείμενο δεν θέλω να μείνω εκεί. Με πιάνει μια αδήριτη ανάγκη να βγω έξω απ’ αυτό, να αφήσω τις λέξεις πίσω μου, να βγω στους δρόμους, να συναντήσω την πραγματική ζωή. Να τη δω χωρίς να χρειάζεται να την περιγράψω. Να τη ζήσω.
Γιατί όσα κι αν γράψω για τη θάλασσα, δεν θα νιώσω το αλάτι στα χείλη. Όσα κι αν φωτογραφίσω για τον έρωτα, δεν θα ερωτευτώ.
Κι όσα κι αν γράψω για τη ζωή, κάποια στιγμή πρέπει να σηκωθώ από την καρέκλα και να πάω να τη συναντήσω.

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό κείμενο. Στους δρόμους.  

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

1+1= ∞


Πριν από έναν χρόνο είχα γράψει: «είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών». Ήταν ένας τρόπος να βάλω κάποια τάξη μέσα μου. Οι λέξεις ανοίγουν πόρτες που πολλές φορές δεν ξέρεις πού οδηγούν. Οι αριθμοί, πάλι, μοιάζουν να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Ένα και ένα κάνουν δύο. Τουλάχιστον έτσι μας έμαθαν.



Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβα πως η ζωή δεν έμαθε ποτέ μαθηματικά.
Εγώ δεν κατάφερα να τη ζήσω έτσι. Έζησα περισσότερο με το ένστικτο, με τις λέξεις, με τις παρέες, με τις νύχτες που τελείωναν όταν άρχιζε να ξημερώνει, με ένα τραγούδι που μπορούσε να με κρατήσει ξύπνιο μέχρι το πρωί. Έζησα με εκείνη την παλιά βεβαιότητα πως πάντα υπάρχει άλλη μια νύχτα, άλλη μια σελίδα, άλλο ένα καλοκαίρι, άλλος ένας έρωτας.
Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως το «άλλο ένα» είναι από τις πιο όμορφες φράσεις της ζωής.

Ο έρωτας έχει τη δική του αριθμητική. Έρχεται χωρίς να ρωτήσει, μένει όσο αντέχει η καρδιά και φεύγει αφήνοντας πίσω του μια παράξενη σιωπή. Κάποιοι έρωτες κρατούν χρόνια, κάποιοι κρατούν ένα απόγευμα και μένουν για πάντα. Κάποιοι περνούν σαν καταιγίδα και κάποιοι κάθονται δίπλα σου ήσυχα, μέχρι που μια μέρα καταλαβαίνεις πως έγιναν σπίτι.

Έχω γνωρίσει έρωτες που κάθε φορά πίστευα πως ήταν ο μεγάλος έρωτας. Μέχρι να έρθει ο επόμενος. Ή μέχρι να φύγει ο προηγούμενος και να καταλάβω, πολύ αργότερα, τι είχε αφήσει πίσω του.

Γι’ αυτό η μουσική μπήκε τόσο βαθιά στη ζωή μου. Γιατί ο έρωτας και η μουσική έχουν κάτι κοινό. Έρχονται χωρίς να ζητούν άδεια και, όταν τελειώσουν, συνεχίζουν μέσα σου. Η ροκ μου έμαθε την ελευθερία, την αμφισβήτηση, τη χαρά να αφήνεις την κιθάρα να σπάει τις σιωπές. Να ακολουθείς έναν ρυθμό χωρίς να ξέρεις πού θα σε βγάλει. Να μη φοβάσαι το λάθος, γιατί πολλές φορές εκεί κρύβεται η ομορφιά. Και μαζί της, σε μια άλλη γωνιά της ίδιας μουσικής ζωής, ο Χατζιδάκις.

Υπάρχουν κομμάτια του που όταν τα ακούω νιώθω αθάνατος. Για λίγα λεπτά ο χρόνος χάνει τη δύναμή του. Και μπορώ να φανταστώ ακόμη και τον θάνατο με αυτή τη μουσική. Χωρίς φόβο, χωρίς σκοτάδι, χωρίς τις έτοιμες εξηγήσεις που έχουμε μάθει να κουβαλάμε. Σαν να κλείνει μια πόρτα και πίσω της να ανοίγει ένας άλλος τόπος. Μια άλλη ζωή, άγνωστη, αλλά καθόλου εχθρική.

Τότε καταλαβαίνω πως το άπειρο δεν είναι αριθμός.
Είναι η θάλασσα όταν κοιτάζεις τον ορίζοντα και το βλέμμα σου συνεχίζει πέρα από εκεί που μπορεί να φτάσει. Είναι ο ουρανός όταν νυχτώνει και τ’ αστέρια πολλαπλασιάζουν τον κόσμο αντί να τον τελειώνουν. Είναι ένας έρωτας που, ακόμη κι όταν τελειώσει, αφήνει μέσα σου κάτι που δεν τελειώνει.
Και κάπου ανάμεσα στο μηδέν και το άπειρο βρίσκεται όλη η ανθρώπινη περιπέτεια.

Το μηδέν είναι η αρχή. Η στιγμή που αδειάζεις από όσα περίσσεψαν και ξαναπιάνεις τη ζωή από την αρχή. Το άπειρο είναι όσα δεν κατάφερες να μετρήσεις ποτέ. Μια θάλασσα, ένας ουρανός, ένα βλέμμα, μια ανάμνηση, μια μουσική που επιστρέφει ύστερα από δεκαετίες και σε βρίσκει ακριβώς εκεί που σε είχε αφήσει.

Όλοι κινούμαστε ανάμεσα στα δύο.
Κάποιος μετράει τα χρόνια του. Κάποιος τις απουσίες. Κάποιος τα χρήματα. Κάποιος τις μέρες μέχρι να γυρίσει ένας αγαπημένος άνθρωπος. Μια μάνα μετράει τις ώρες μέχρι να χτυπήσει το τηλέφωνο. Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μετράει εκείνους που έμειναν. Ένας νέος μετράει όσα θέλει να προλάβει.

Και κάποια στιγμή όλοι αφήνουμε κάτω το μολύβι.
Γιατί τότε καταλαβαίνουμε πως οι σημαντικότεροι αριθμοί της ζωής δεν γράφονται πουθενά.
Δεν υπάρχει αριθμός για έναν έρωτα. Δεν υπάρχει μονάδα μέτρησης για μια απώλεια. Δεν υπάρχει ζυγαριά για μια ανάμνηση. Δεν υπάρχει τέλος για όσα εξακολουθούν να ζουν μέσα μας.
Υπάρχουν μόνο λέξεις.
Και ανάμεσά τους, εκεί ακριβώς όπου το μηδέν συναντά το άπειρο, υπάρχει ο άνθρωπος. Μικρός απέναντι στον ουρανό, απέραντος μέσα στη μνήμη του.

Να μη μας βρει η ζωή έχοντας ζήσει τη ζωή μας σαν να ήταν πρόβα. Να έχουμε γελάσει, να έχουμε αγαπήσει, να έχουμε ξενυχτήσει, να έχουμε ακούσει μουσική μέχρι να ξημερώσει. Να έχουμε αφήσει κάτι από τον εαυτό μας μέσα στις ζωές των άλλων.
Και τότε, ό,τι κι αν γράφει ο τελευταίος αριθμός, η ζωή θα έχει ήδη μετρήσει αλλιώς. 1+1= ∞

Κρατάμε τη θέση του ζεστή

Μια φορά τον μήνα, εδώ και πέντε χρόνια, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι. Στην κεφαλή είναι η θέση του Λάκη. Η θέση μένει δική του. Την κρατάμε ζεστή.



Εκείνη τη μέρα, πάνω από το τραπέζι του μαγαζιού, στη θέση ενός πίνακα, μπαίνει η μεγάλη φωτογραφία του. Για όσο κρατάει το τραπέζι, ο Λάκης είναι εκεί, όπως πάντα. Και η κουβέντα συνεχίζεται γύρω του, με τις ιστορίες, τα πειράγματα και τα γέλια της παρέας.

Έφυγε πριν πέντε χρόνια. Η παρέα έμεινε. Ίδια πρόσωπα, ίδιες φωνές, οι ίδιες διαφωνίες που ανάβουν και σβήνουν μέσα στην κουβέντα. Και ανάμεσά μας μια θέση που έγινε κάτι περισσότερο από καρέκλα. Έγινε μνήμη.

Πέντε χρόνια τώρα, μια φορά τον μήνα, ο Λάκης βρίσκει τον τρόπο να επιστρέφει στην παρέα. Στις ιστορίες που θυμόμαστε, στα γέλια που ξεσπούν, στις κουβέντες που ακόμη τον χωράνε. Και φυσικά, στις ιστορίες μας υπάρχει πάντα και λίγη υπερβολή. Με τα χρόνια μεγαλώνουν, αλλάζουν λεπτομέρειες, αποκτούν καινούργιες εκδοχές. Ο Λάκης, αν μας βλέπει από κάπου, θα έχει μάλλον πολλές ενστάσεις.

Και η παρέα έχει ένα όνομα. «Οι Εντιμότατοι Φίλοι». Έτσι τους αποκαλούσα πριν από είκοσι χρόνια σε κείμενά μου στην εφημερίδα, χωρίς ονόματα, για τα κατορθώματα μιας ολιγομελους παρέας. Ο Λάκης ήταν ένας από αυτούς. Σήμερα ο τίτλος παραμένει. Και μαζί του παραμένει η παρέα.

Εξήντα τραπέζια μέχρι σήμερα. Εξήντα συναντήσεις όπου ο χρόνος κάθισε μαζί μας. Η ζωή προχωρούσε έξω από την πόρτα. Εμείς συνεχίζαμε να ανοίγουμε την ίδια πόρτα και να βρίσκουμε ο ένας τον άλλον.

Κοιτάζω γύρω μου τους ίδιους ανθρώπους και σκέφτομαι πόσα άλλαξαν μέσα σε αυτά τα χρόνια. Η κοινωνία, οι συνήθειες, οι λέξεις, η πολιτική. Άλλαξε ο τρόπος που μιλάμε, που ακούμε, που διαφωνούμε. Η πολιτική μετακινήθηκε από τις πλατείες στις οθόνες και από την κουβέντα στην εικόνα. Οι άνθρωποι έγιναν αριθμοί, ποσοστά, ακροατήρια.

Κι όμως, αυτό το τραπέζι άντεξε.
Εδώ ο καθένας παραμένει άνθρωπος. Με τη γνώμη του, τη ζωή του, τις απογοητεύσεις του, τις μικρές του χαρές. Εδώ η διαφωνία χωράει δίπλα στη φιλία. Μπορείς να θυμώσεις με τον άλλον και σε λίγο να του γεμίσεις το ποτήρι.

Κάποια στιγμή το βλέμμα θα πάει στην κεφαλή του τραπεζιού.
Εκεί είναι η θέση του.
Πέντε χρόνια τώρα. Εξήντα τραπέζια.
Μια θέση άδεια και γεμάτη μαζί.

Κι όμως, η θέση του δεν έμεινε ποτέ άδεια.
Έγινε η θέση που κρατάμε για έναν άνθρωπο που λείπει και συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσά μας.

Ο Οκτώβρης προχωρά. Πέντε χρόνια πέρασαν. Η θέση του Λάκη παραμένει στην κεφαλή.
Σήμερα θα καθίσουμε πάλι γύρω της.
Θα γελάσουμε, θα θυμηθούμε, θα διαφωνήσουμε, θα σηκώσουμε τα ποτήρια. Και θα συνεχίσουμε.

Γιατί τελικά οι άνθρωποι που έφυγαν αφήνουν πίσω τους μια θέση. Οι ζωντανοί αποφασίζουν τι θα την κάνουν.

Εμείς δεν την αφήσαμε.

Την κρατάμε ζεστή.
Λιγότερα

Η ζωή την ώρα που συμβαίνει

Η αφορμή ήταν το βάρος, που μου δημιουργεί ο χειμώνας που έρχεται. Από εκεί ξεκίνησε ο προβληματισμός που γέννησε αυτό το κείμενο και την αν...