Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

Που πας χωρίς “στολή” ...

Αεκτζής και μάλιστα ανοργάνωτος σε μια πόλη “δήθεν”, δεν υπάρχεις. Ούτε σε κόμμα, ούτε σε “στοές”, ούτε σε φιλαρμονικές, ούτε σε χορωδίες. Και τι ζητάς; Ούτε στο κατηχητικό, ούτε στους προσκόπους , ούτε με τους ορθόδοξους ούτε με τους καθολικούς . Δεν σου έχουν πει, αν δεν φοράς στολή, η έστω κάποια διακριτικά που να σε εντάσσουν σε μια ομάδα , υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας για σένα; Υπερβολές; Υπερβολές για να τονίσουμε τα παρακάτω. Αν δεν είσαι με την εξουσία και παράλληλα απέχεις από κοινωνικές συμπεριφορές, που σε ταυτίζουν με την πλειοψηφία της κοινωνίας,  προφανώς βρίσκεσαι σε δύσκολη θέση.  Κάπου εκεί αιωρούμαι κάνοντας άσκοπες βόλτες,  σε ένα ενδιάμεσο περιβάλλον, που δεν σου δίνει δυνατότητες για βαθιές ανάσες. Για την εξουσία τα έχουμε πει ανέκαθεν μου προκαλούσε αποστροφή, ακόμα και όταν δεν ήμουνα απέναντι της , με κούραζε  ανυπόφορα.  Με την κοινωνία όμως, που θέλοντας και μη, αποτελώ αναπόσπαστο μέλος της, σχεδόν πάντα  απείχα από την επικρατούσα λογική, συμμαχούσα με εκείνες τις απομονωμένες  μειοψηφίες, που τραβούσαν μοναχικές πορείες  και μπροστά στα αδιέξοδα περίμεναν το θαύμα…  Και να θέλω δε μπορώ. Δε μπορώ να κλείσω σε κουτιά τη ζωή μου, να βάλω ταμπελίτσες, να την τακτοποιήσω όπως αρμόζει… Δε μπορώ να κλειδώσω τα αισθήματα να μην τα δει ο ήλιος. Σχεδόν πάντα μου ξεφεύγουν, συναντιούνται στους δρόμους με «Γολγοθάδες», Σταυρούς του μαρτυρίου, Επιτάφιους και Αναστάσεις και επιστρέφουν πιο έντονα, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Μπερδεύονται τα προσωπικά με τα κοινωνικά, η χαρά με την θλίψη και με γεμίζουν ερωτηματικά:

«Πού να γείρω απόψε; Στην προδοσία της Τετάρτης ή στον σταυρό της Πέμπτης; Πού να κατευθύνω τα δάκρυά μου; Στη μοίρα του προδότη ή στο θάνατο του προφήτη; Πού να επικεντρώσω τη θλίψη μου;» Αυτά παθαίνουμε Κυρία μου εμείς του 60 οι εκδρομείς. «Ιησού ή Βαραββά; Τον Ιούδα ή τον Πέτρο; Ο ένας πήρε χρήμα και αυτοκτόνησε ο άλλος μετανόησε και αγίασε. Θα την βγάλουμε κι αυτή την ανηφόρα. Και λοιπόν; Τι έχει για μετά; Δεν είναι κάθε βουνό Γολγοθάς, ούτε κάθε ξύλο σταυρός. Είναι όμως κάτι λεπτομέρειες τόοοοσο μικρές, τόσο ανεπαίσθητες που σου λογχίζουν το σώμα ακαριαία. Αυτή η τόσο σιγανή φωνή ας πούμε στο τηλέφωνο, ήταν έγνοια ή προδοσία; Ο Ιούδας είναι ρόλος γι αυτό και πήρε τόσα πολλά ονόματα προϊόντος του χρόνου. Η προδοσία όμως είναι έργο, είναι πράξη. Δεν αλλάζει όνομα υφή και πικρή γεύση.  Και είναι στην καθημερινότητα μας η πιο συχνή συνήθως επικάλυψη των πάσης φύσεως σχέσεων» .
Μόνο ένα θαύμα μας σώζει αλλά τα θαύματα αποτελούν ανεκπλήρωτους πόθους, που ανακαλύφθηκαν για να μπορούμε ν’ αντέχουμε την σκληρή πραγματικότητα.
 «Ο Ιησούς πάντα περίμενε κάτι να συμβεί, δηλαδή το θείο θαύμα της μεταμόρφωσης του κόσμου…»
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, στην προσπάθεια του ο Ιησούς να αλλάξει τον κόσμο, έπεσε σε τοίχο. Σήκωσε τα χέρια ψηλά και ζήτησε τη βοήθεια του Θεού. Οι κοινωνικές αλλαγές ακολούθησαν την νομοτελειακή πορεία του χρόνου. Η βοήθεια δεν ήρθε ποτέ.



Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

Όταν ανθίζουν οι πασχαλιές ...


Πάλι Απρίλης ήταν. Είχα βάλει, το “ χαμόγελο της τζοκόντα” στον υπολογιστή, με μαγικό τρόπο μετά από κάποια ώρα ο υπολογιστής άρχισε να παίζει ρεμπέτικα ενορχηστρωμένα από το Μάνο Χατζιδάκι “ Οι Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” ο τίτλος του έργου.

Με γύρισε πίσω σε μονοψήφιες ηλικίες σε κάποιον Απρίλη, σε πασχαλιές σε επιτάφιους , σε αναστάσεις σε όλες τις παιδικές Κυριακές.
...Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,
σμίγοντας
θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές…
(Η αρχή από την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ. Μετάφραση Γιώργου Σεφέρη,«Ο τίτλος του έργου μου – γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τις “Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ και ως τα είκοσί μου, που τελείωσε ο πόλεμος, ανακάλυπτα τη Μεσόγειο, τον Ήλιο, τον Χριστό, την Ελλάδα και τα Ρεμπέτικα. Κάτι περίεργες και πρωτοφανέρωτες για μένα μελωδίες μού κινήσαν την προσοχή και με φέρανε σε περιοχές πιο αυστηρές και πιο αληθινές…».
«Μπήκα μέσα σε μικρά μαγαζιά, απίθανα κρυμμένα κι απλησίαστα, σε χώρους μυσταγωγικούς, με κείνη την τολμηρή αστοχασιά της νεότητας, μαγεμένος από τα γυάλινα κεντήματα των μπουζουκιών, από τον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του μπαγλαμά, θαμπωμένος από το μεγαλείο και τη βαθύτητα των μελωδικών φράσεων, ξένος, μικρός κι αδύναμος, και πίστεψα με μιας πως το τραγούδι αυτό που άκουγα ήταν δικιά μου, μια ολότελα δικιά μου υπόθεση. Τον ίδιο καιρό, ο Τσαρούχης μού συνειδητοποιούσε τον λυρισμό της γειτονιάς μου, ο Ελύτης τη λατρεία του Ελληνικού Ήλιου και ο Σεφέρης με τον Γκάτσο τη δυσκολία και τη σοφία της Ελληνικής γης, ενώ το υγιές ένστικτό μου με οδηγούσε μακριά από τη ρηχότητα των “πολιτισμένων” ελαφρών μας τραγουδιών ή από τη Βαλκανική Ρωμιοσύνη της “σοβαρής” μας μουσικής…».

Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποταμό. Σ’ αυτόν τον τόπο, μπορεί να έλειψε το ψωμί και η ελευθέρια, το τραγούδι όμως πάντα μας ζέσταινε. Μας μεγάλωσαν τα τραγούδια, κάποια απ’ αυτά μας σημάδεψαν, γιατί δεν ήταν μόνα τους, ήταν κομμάτι της ζωής μας. Έντυσαν γεγονότα, έβαλαν ήχο στις σιωπές, έγιναν ύμνοι προσωπικοί με αξία εθνική για τον καθένα. Τα τραγούδια, μας ψυχανάλυσαν, σκάλισαν μέσα μας κάτι αδιευκρίνιστο και χάραξαν καινούργιους δρόμους για τη ζωή.
Όταν γράφτηκε ήταν ένας ρυθμός, κάτι στο μυαλό του συνθέτη, κάτι στο μυαλό του στιχουργού. Ύστερα, έγινε άρωμα, έγινε εικόνα, έγινε δρόμος έγινε φιλί, έγινε βλέμμα, έγινε συνάντηση και χωρισμός, έγινε πόνος και χαρά. Έγινε κομμάτι ζωής ξεχωριστό για τον καθένα. Έγινε επιτυχία.
Είναι δικά μας τα τραγούδια όταν φύγουν από τα χέρια των δημιουργών, γίνονται τραγούδια της παρέας, της μοναξιά μας, της θλίψης μας. Το ίδιο τραγούδι αποκτά ξεχωριστή σχέση με το καθένα μας, γίνεται σημάδι στο χωροχρόνο μας. Γινόμαστε ήρωες της μουσικής και των στίχων. Είμαι εγώ ο "αλήτης" της Μοσχολιού και ο «ξενύχτης» του Μητροπάνου. Και αυτός «αλήτης» δεν έχει καμία σχέση με τον «αλήτη» του δημιουργού. Ο κάθε «αλήτης», ο κάθε «ξενύχτης» και όλοι μαζί που ταυτίζονται, κάνουν τελικά το τραγούδι επιτυχία.
Και είναι μαγικό να μπορείς να γλεντάς τη μελαγχολία των θλιμμένων τραγουδιών. Να χορεύεις ζεϊμπέκικο με τον «επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη.
Είναι δικά μας τα τραγούδια που αγαπάμε.

Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...