Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του


Ακόμα τριγυρνάω στο Εδώ. Στο Εκεί... ελπίζω.
Θα τον πάω  γράφοντας  μέχρι το  τέλος, για να κάνω ευκολότερο  το πέρασμα του. Ίσως μονάχα έτσι να δίνονται εξηγήσεις στη μόνη σταθερά, που είναι  οι δικοί  μας άνθρωποι,  μέσα στον άπειρο χώρο και χρόνο,  που μας τρομοκρατεί και μας σκορπά.  
Με λέξεις θα  κλείσουμε και τις τελευταίες λεπτομέρειες. Με λέξεις, θα παλέψουμε  το χρόνο. Με τα αισθήματα που μας γεννά  μια  μνήμη, επικυρωμένη και υπογεγραμμένη.
«Γράφω για τον εαυτό μου και τους φίλους μου. Γράφω ακόμα, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου»  μας λέει ο Μπόρχες. Μια σαφή εξήγηση για την  ανεξήγητη διαδικασία της γραφής.
Ο  χρόνος καίτοι αθώος, μας θανατώνει από τις δικές μας υποψίες.  Διότι εμείς ούτε αθώοι είμαστε ούτε ερήμην  μας κυλά η ζωή. Υπάρχει και έχει  χρώμα,  ήθος, ιδεολογία, που εμείς της  δίνουμε. Έχει ακόμα και εκείνη την γενναία πίστη που διαθέτει δύναμη να νικά τις ένοχες  και το μάταιο. Όσο για τη γραφή, αναλαμβάνει να περάσει στην αθανασία αίσθημα, δικαιοσύνη και μνήμη. Είναι η προσπάθεια  πριν τα καταπιεί όλα η λήθη.  Οι εξηγήσεις  που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν, που γράφτηκαν όμως σε ένα άσπρο χαρτί για να νικήσουνε τον τρόμο  του.  Κι έτσι παραμένουμε αξιοπρεπείς, Στο μέτρο του δυνατού γενναίοι. Με την αλήθεια μας. Κι εκείνη  την ύστατη  προσπάθεια  να νικηθούν οι ενοχές...
Στο Εκεί ελπίζω και γράφοντας το διαβάζω.
Διαβάζω το αύριο και συνειδητοποιώ πως είμαι περαστικός. Σ’ αυτό ελπίζω και ζω καλύτερα τη ζωή, λίγο πιο ελεύθερα   και λίγο περισσότερο αυθεντικά. 
Επειδή ότι αγαπήσαμε σώζεται ανά τους αιώνες και ας μας πληγώνει ο χρόνος   με άσπρα μαλλιά και με ρυτίδεςΚαι ας  μην ξέρουμε τελικά πότε  και που  θα μας δώσει ραντεβού η ζωή, με λέξεις θα εξαντλήσουμε  και το τελευταίο δευτερόλεπτο,   που του απομένει. 
Μπορεί σε λίγες ώρες το 2012 να περνάει στο παρελθόν,  ο χρόνος όμως συνεχίζει  εν τη αθωότητα του  να μας αναγκάζει  να… πάρουμε τα μέτρα μας. Είναι η ώρα για αγώνα και αγάπη.


.




Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Τη θέλω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία



Τι θέλω; Τη θέλω, ντυμένη με το άσπρο του πάγου  και το κόκκινο της φωτιάς, όπως πρέπει να είναι μια ζωή, σε μια αέναη διαδικασία εναλλαγής,  για να μπορείς να τη ζήσεις.
Τη θέλω για μια ζωή, ύμνο στην ελευθερία. Μισές ζωές δεν φτιαχτήκαμε για να ζούμε. Μέχρι σήμερα όλα μισά, όλο αρχές χωρίς συνέχεια, χωρίς τέλος.
Φεύγω συνεχώς. Η σιωπή δεν έφυγε, παραμένει για να δίνει δικαίωμα, σε εύκολες κρίσεις, επικρίσεις και να βγάζει πρόσημο αρνητικό, στο κλείσιμο του κάθε τέλους. Όμως την αγάπη  κανείς δεν τη λογάριασε με νούμερα. Κανείς άλλος, εκτός από τον εαυτό μας,  δεν μπορεί  να τη γνωρίζει.
Τι θέλω; Τη θέλω, να μην κοιτάει με τα μάτια των άλλων,  για να δει τι ήταν. Να μην σκεπάζεται με το σύννεφο της ενοχής  όσων δεν την πίστεψαν. Να μην είναι δική μου. Να είμαστε ένα.  
 Όλα έχουν το χρόνο τους, το δύσκολο είναι  ότι κι εγώ έχω τον δικό μου. Ψάχνω  τα θέλω μου, σε λάθος χρόνο. Είναι κάτι στιγμές  όμως, που συμβολίζουν  το τέλος  και την αρχή, που  με κάνουν ευάλωτο. Υποκύπτω. Με πιάνει  εκείνο το ώριμο γιατί; Μεγάλωσε κι αυτό, όπως και εγώ.

Η αλλαγή  εμφάνισης  της σελίδας επιβεβλημένη.  Το  2007 η προηγούμενη φωτογραφία,  πέντε χρόνια ήταν αρκετά, για να ρίξει ο χρόνος όλα τα γκάζια στις μεγάλες ανηφόρες. Η σιωπή δεν έφυγε, συνεχίζει να επιδεικνύει την ηλικία μου,  τα υπόλοιπα τα κλείνει  μέσα,  σε στιγμές περασμένες. Μόνο εγώ μπορώ να ακούσω τη φωνή τους.  
Οι ρυτίδες στο λαιμό  γεμάτες άρνηση.    Σε κάποιες πιο ψηλά, όλες οι μνήμες συγκεντρωμένες,  που δεν κατάφεραν να γίνουν λήθη, εκτίθενται.
Τι θέλω; Τη θέλω χαρά γεμάτη, να μπορώ να της δώσω όσα δεν πήρα μέχρι σήμερα από μια ζωή.  Να δω την αλήθεια της, που τη βασανίζει ακόμα σε λίγα τετραγωνικά, κάτω από τα «πρέπει» και τα «μη», να κάνει φτερά και να πετάξει.  Θέλω το επόμενο, γιατί το τωρινό δεν της έπρεπε.
Στο τέλος του νέου χρόνου   συμπληρώνοντας το προηγούμενο,  «το επόμενο θέλω»  για τη νέα χρονιά.
Λίγο πριν το τέλος χάνομαι μέσα σε  χρόνους που δεν υπάρχεις. Βλέπω όμως παντού την ζωή, ζωή μου.




     

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Το επόμενο θέλω


Τα καταφέραμε   και φέτος για του χρόνου έχουμε  χρόνο. Που ξέρετε, μπορεί να είναι και καλύτερα τα πράγματα.  Τι κι αν ο Παπαδιαμάντης δεν κατάφερε να μας παρηγορήσει και το ψεύδος  του παραμυθιού, που το κουβαλάμε από εκείνες τις μονοψήφιες ηλικίες, να μην στάθηκε ικανό να μας στηρίξει ,   πάντα   υπάρχει το ενδεχόμενο. Δεν θα τελειώσει ο κόσμος, και ας προσπαθούν να τον τελειώσουν. Δεν θα τελειώσει γιατί οι δυνάμεις τους είναι κατώτερες των προθέσεων τους.
Αυτές τις τελευταίες μέρες του χρόνου, υπερασπιζόμαστε, όχι τις ελπίδες και τις προσδοκίες αλλά την ανάγκη να ξεκουραστούμε για έναν ακόμα χρόνο στην σκιά ενός Ονείρου

«Μια φορά γεννιόμαστε, δεν γίνεται να γεννηθούμε δυο  κι ούτε θα υπάρξουμε ξανά πια ποτέ, στον αιώνα τον άπαντα. Κι εσύ, χωρίς να' χεις το αύριο στο χέρι σου, αφήνεις τη χαρά για άλλοτε, και στο μεταξύ η ζωή - από αναβολή σε αναβολή - χάνεται κι ο θάνατος βρίσκει τον καθένα μας διαρκώς απασχολημένο»
Σοφά λόγια του Επίκουρου τα παραπάνω και αυτές οι ώρες τέτοια χρειάζονται.  Ένα κλικ είναι η χαρά από την δυστυχία.
Πάντα στο τέλος αυτών των χρονικών διαστημάτων, που  μετρούνται  μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, εκεί ακριβώς που σβήνουν  τα φώτα  και γεμίζουν τα ποτήρια για τη νέα άφιξη, με πιάνει μια βιασύνη. Περπατάω με μεγάλα βήματα.   Το επόμενο θέλω. Ίσως γιατί το τωρινό δεν μου πρέπει.  
Τα καταφέραμε και φέτος.  Για του χρόνου  δυο πράγματα απλά: υγεία και αγάπη.

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

Θέλω να κάνω όλο το ταξίδι



Δεύτερη μέρα Χριστουγέννων και γράφω για  να προλάβω το χρόνο. Για μια ακόμη χρονιά μου απολογήθηκα. Για ό,τι έκανα. Για ό,τι δεν έκανα.  Μέσα σε εισαγωγικά  και κύκλους παρελθόντων χρόνων, περασμένων  στιγμών, δικών μου και άλλων, που έγιναν δικές μου.     «Κυκλώνομαι σαν παρατήρηση κειμένου, σαν υποσημείωση που δεν πρέπει να ξεχαστεί. Με κοκκινίζω για να μην με χάσω μπροστά στις τόσες σελίδες. Και όσο επιστρέφω στα προηγούμενα, διαβάζοντας τα επόμενα, τόσο καλύτερα με καταλαβαίνω. Και όσο με κυκλώνω τόσο με ξεχνώ. Τόσο με απαλλάσσω από σκέψεις του χθες… Ξεστολίζομαι. Από ό,τι έμεινε. Από ό,τι άντεξα. Σ’ ένα χρόνο που δεν χώρεσα».
Μπορεί το μεταφερόμενο υπόλοιπο να γεννά βουνά και να αποτρέπει προσδοκίες. Μπορεί οι ευχές, να πέρασαν στην εθιμοτυπία… Δεν μπορεί, όμως κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να γράφουμε ανούσιες λέξεις, βγαλμένες από τα κλισέ του «πρέπει». Δεν θέλω να χάνονται οι λέξεις  σε τυπικότητες.   «Δεν θέλω να υπάρχει γκρεμός μετά από τέτοια αισθήματα. Θέλω να περπατώ όλο τον δρόμο. Να κάνω όλο το ταξίδι».  Δεύτερη μέρα Χριστουγέννων χωρίς ήλιο. Ευτυχώς. Από αύριο επιδεινώνεται ο καιρός. Όπως πρέπει, όχι για να ενισχύσει την έτσι και αλλιώς επιβαρημένη μου διάθεση, αλλά για να φορτώσει ακόμα περισσότερο το τέλος, μιας περιόδου και να δώσει νόημα στη γιορτή.  Δυστυχώς ο χρόνος σε σχέση με μας δεν κινείται κυκλικά. Μια ανηφόρα. Τα πρώτα 365ρια  χιλιόμετρα,  με φτερά.  Όσο ανεβαίνεις τόσο τα βήματα βαραίνουνε.  Όμως αλίμονο αν δεν ακούσουμε την προτροπή του ποιητή:


ΚΑΙ ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΜΕ ΘΑΝΑΤΟΝ
                                                3
Είσαι νέος -το ξέρω- και δεν υπάρχει τίποτε.
Λαοί, έθνη, ελευθερίες, τίποτε.
Όμως είσαι. Και την ώρα που
Φεύγεις με το 'να πόδι σου έρχεσαι με τ' άλλο
Ερωτοφωτόσχιστος
Περνάς θέλεις δε θέλεις
Αυλητής φυτών και συναγείρεις τα είδωλα
Εναντίον μας. Όσο η φωνή σου αντέχει.
Πως της παρθένας το τζιτζίκι όταν το πιάνεις
Πάλλονται κάτω απ' το δέρμα σου οι μυώνες
Ή τα ζώα που πίνουν κι υστέρα κοιτούν
Πως σβήνουν την αθλιότητα: ίδια εσύ
Παραλαμβάνεις απ' τους Δίες τον κεραυνό
Και ο κόσμος σού υπακούει. Εμπρός λοιπόν
Από σένα η άνοιξη εξαρτάται. Τάχυνε την αστραπή

Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι.
(απόσπασμα από το «Μικρό Ναυτίλο» του Οδυσσέα Ελύτη)  
«Αν τύχει και περάσει  ο Αη Βασίλης από σένα πες του ότι εγώ δεν θέλω τίποτα».  Χόρτασα από γελασούδια, όταν δεν ήξερα, ύστερα από τις πρώτες χιλιάδες χιλιόμετρα το κατάλαβα: «αν θέλεις  να μην γράφεται η ζωή σου με ήττα» Πιάσε το ΠΡΕΠΕΙ από το ιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι....

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

Αυτά σε γενικές γραμμές




Και πέρυσι δεν περίσσευε η διάθεση. Εφέτος χειρότερη. «Είναι ξεχωριστά τα φετινά Χριστούγεννα. Δεν ξέρω αν έρθουν και χειρότερα. Μεσημέρι Παρασκευής, με όλη τη μελαγχολία του απογεύματος της Κυριακής. Αυτό πρώτη φορά συμβαίνει. Συνήθως τις παραμονές χτυπούσε το κουδούνι του διαλείμματος, τα προβλήματα έπαιρναν τον αναγκαίο χρόνο της παράτασης, για μετά τις εορτές». Αυτά έγραφα  πέρυσι, οι απαντήσεις δόθηκαν. «Για πρώτη φορά εφέτος, ( πέρυσι) η Τρόικα σε συνεργασία με όσους μας «κυβερνούν», κατά Παντελή Μπουκάλα «μεταβατικοί» με ορέξεις μονιμοποίησης, «ειδικού σκοπού» με επιθυμία γενίκευσης, επιθετικοί πράσινοι, δήθεν αμυντικοί γαλάζιοι, ημίμαυροι λάτρεις της δασείας, τεχνοκρατικώς άχρωμοι», προετοιμάζουν τα νέα δεσμά, με χρονικό ορίζοντα το 2015».  Αν προσθέσεις και κείνο το κομμάτι της «αριστεράς», που τους δίνει άλλοθι και τους γαλάζιους στη θέση των πρασίνων,  έδεσε το γλυκό.  Αυτά σε γενικές γραμμές, σε ειδικές… Κάποιοι θα το έλεγαν προαίσθημα. Ένα κοκτέιλ φόβου, πόνου, ενοχής και παράπονου, για μήνες τώρα έχει καθίσει στο στομάχι μου. Ενίοτε, για να με ξεγελάσει προφανώς, περνάει στο σώμα, διεκδικώντας το αντίδοτο, που θα το διώξει. Και τότε επανέρχεται στη φυσική του θέση εκεί, που δεν χωράει καμία αμφιβολία γι’ αυτά που το προκάλεσαν. Απλά μαθηματικά. Δυστυχώς για μένα δεν έμαθα να κάνω προϋπολογισμούς, μόνο απολογισμούς. Ποτέ δεν μέτρησα δεν σχεδίασα δεν πρόβλεψα, μόνο εισέπραξα, συνήθως λάθη, που τώρα έχω την ευκαιρία να μετρώ.
Κάθε φορά το ίδιο συμβαίνει και μακάρι να ξανασυμβεί, δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, το μόνο που αλλάζει είναι το «δεν το ξανακάνω», που η απειρία υπαγόρευε χρόνια πριν, σήμερα να μην ξαναβγεί από τα χείλη μας.



Στην τελευταία άθροιση λαθών, αυτό το συνειδητοποίησα, έτσι θα πορευτώ με τα μάτια κλειστά, αλλά με κεκτημένο το δικαίωμα στο παραμύθι και στο όνειρο. Πώς να το κάνουμε κάποιοι άνθρωποι αγαπητή μου συμπάσχουσα του ραδιόφωνου, δεν αλλάζουν.
«Μια ζωή παραμύθι κι όνειρο, γαμώ την ωριμότητά που δεν ήρθε ποτέ και άι. σιχτίρ η ενηλικίωση που δεν επιβιβάστηκε ποτέ στο τρένο για τα μέρη μου. Κουράστηκα να μαζεύω από τα χαντάκια τα πτώματα από τις ηλικίες των λαθών μου. Βαρέθηκα η μόνη μου επένδυση να είναι οι άνθρωποι και στους ισολογισμούς να βλέπω μόνο λευκές σελίδες και σκισμένες φωτογραφίες».
Παρόλα αυτά θα το επαναλάβεις.
Κάποιοι θα το έλεγαν προαίσθημα, εμείς ύστερα από τόσες ήττες, μπορεί να μην μάθαμε να τις αποφεύγουμε, ξέρουμε πολύ καλά, ότι γι’ αυτό το αναφαίρετο δικαίωμα στο όνειρο και στο παραμύθι, μπορούμε να τις επαναλάβουμε.

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Τίποτα δεν φοβόμαστε όταν το ζούμε







Μην σας ξεγελά το πρώτο πρόσωπο, στους απολογισμούς των ημερών.  Δεν κάνουμε φύλλο και φτερό την προσωπική μας ζωή. Μην σας ανησυχεί ο δραματικός τόνος, η απόδοση των εσωτερικών διεργασιών, δεν αφορά τη στιγμή, περιγράφει τη διάθεση  σε χρόνους παρελθόντος  και μέλλοντος. Ποτέ του παρόντος. Ο Ενεστώς δεν ενδείκνυται για τέτοιες παράτολμες απόπειρες.    Δυστυχώς πρέπει συνεχώς να το υπενθυμίζω. Κείμενα που προέρχονται από δικές μας εμπειρίες, ποτέ δεν λένε όλη την αλήθεια. Όχι από έλλειψη ειλικρίνειας, αλλά επειδή το υπαγορεύουν καθαρά ψυχολογικές και αισθητικές ανάγκες. Το προσωπικό είναι η σπίθα. Αυτό που αποτυπώνεται στο χαρτί, αποκτάει μια αυτόνομη ύπαρξη, μια δική του αλήθεια που κατά κανόνα δεν έχει μεγάλη σχέση με τη δική μου.
Θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν μπορούσαμε να ζήσουμε τα καλά και τα κακά χωρίς να τα περιμένουμε. Τελικά οι ώρες της αναμονής, είναι αυτές που κλέβουν το πραγματικό χρόνο από την ζωή μας. Τα πράγματα όταν έρθει η ώρα τους, σχεδόν ποτέ, δεν είναι ούτε όσο καλά τα ονειρευόμαστε, ούτε όσο κακά τα φοβόμαστε. Δεν έχουμε λόγους να τρωγόμαστε γεμίζοντας το κεφάλι μας με χίλιες δυο στέψεις, στην προσπάθεια μας να προβλέψουμε. Μην φθείρεστε με συνεχή προγνωστικά, το μέλλον δεν προβλέπεται και ας διαφωνούν οι αστρολόγοι.
                                                                          
Πάει καιρός, που η ανασφάλεια, το σκοτάδι το αβέβαιο μέλλον, οι χειρότερες μέρες που περιμένουμε και δεν γνωρίζουμε, μας έχουν επιβαρύνει την πραγματικότητα και μας στερούν κάθε διάθεση για παραπέρα. Ναι είναι κακές οι μέρες που περνάμε, γιατί όμως να τις κάνουμε χειρότερες προσθέτοντας, τους φόβους μας γι’ αυτά που περιμένουμε και δεν ξέρουμε;
Να ζήσουμε τις στιγμές. Να ζήσουμε το σήμερα, αύριο κανείς δεν ξέρει. Όχι για τα χρόνια που έρχονται ούτε για την επομένη στιγμή δεν αξίζει να σπαταλάμε το χρόνο.
Ότι δύσκολο περίμενα με κάποιο μαγικό τρόπο, το ξεπερνούσα, ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβούμουνα και ας μου είχε κλέψει νύχτες ύπνου και ηρεμίας, ακόμα και αν οι φόβοι μου είχαν επαληθευτεί το κακό ήταν λιγότερο κακό από το βάσανο του μυαλού μου.
Δεν γράφω κάτι καινούργιο, όμως ασκούμε σε μια προσπάθεια να μετριάσω τους φόβου μου. Να κερδίσω το χρόνο της αναμονής, αυτό το χρόνο που είναι εκτός γεγονότων, πέρα από την πραγματικότητα. Αυτόν τον πολύτιμο χρόνο που σπαταλάμε και αν τον μετρήσουμε, είναι τα περισσότερα χρόνια μιας ζωής.
Τίποτα δεν φοβόμαστε όταν το ζούμε. Τίποτα δεν πρέπει να φοβόμαστε πριν το ζήσουμε.

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Το ψεύδος που μας περισσεύει




Τι δεν άλλαξε η κρίση; Το ψεύδος που περίσσεψε  στην πολιτική σκηνή, συνεπικουρούμενο  από το κατ’ εξοχή εργαλείο προβολής και χειραγώγησης της κοινής γνώμης, που είναι η τηλεόραση.  Ένα παλαιότερο κείμενο, που δείχνει ότι και στον φετινό  απολογισμό  τον πρόσημο στην αλήθεια είναι και πάλι αρνητικό.    Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες γνώσεις για να αντιληφτεί κανείς το μέγεθος του ψεύδους. Ακούς τη λέξη συνεργασία για το καλό του τόπου, για το καλό της «Κέρκυρας μας»    και αυτόματα τους βλέπεις στον ταμείο για να εισπράξουν τα οφέλη από την πρωτοβουλία τους. Δεν το πιστεύουν δεν το αισθάνονται και μας αναγκάζουν κάθε βράδυ, που παρελαύνουν από τους τηλεοπτικούς δέκτες, να κάνουμε αυτόματη μετάφραση περί του αντιθέτου.
Ίσως θα πρέπει να μας βομβαρδίσουν για άλλη μια φορά οι γερμανοί για να βρουν οι λέξεις το νόημα τους.
Ας υποθέσουμε ότι τα τηλεοπτικά κανάλια «κάνουν τη δουλειά τους», που δεν είναι αυτή η δουλεία τους. Αυτοί οι άνθρωποι της πολιτικής γιατί κάνουν τόσο κακή χρήση. Γιατί είναι κακή χρήση, χθες να σε κτυπούν αμείλικτα και σήμερα να σε υμνούν. Οι τηλεθεατές ψάχνουν να βρουν πιο κοσμοϊστορικό γεγονός συνέβη που άλλαξε το τοπίο των θέσεων και των συναισθημάτων. Και τίποτα δεν συνέβη. Τίποτα φανερό…

Εκείνο που είναι άξιο προσοχής σε αυτές τις απότομες μετατοπίσεις, είναι η έλλειψη συγνώμης και από τα δυο μέρη. Τα τηλεοπτικά κανάλια από τους τηλεθεατές πρωτίστως, αλλά και από τους πολιτικούς που αδίκησαν το προηγούμενο διάστημα. Και οι πολιτικοί από τους πολίτες που χθες έλεγαν ότι «τα τηλεοπτικά κανάλια εξυπηρετούν συμφέροντα» ενώ σήμερα λένε την αλήθεια…
Αν είχε κάποιος την υπομονή να συμπυκνώσει σε μια ταινία μεγάλου  μήκους, αυτά που έλεγαν τα τελευταία δέκα  χρόνια, θα διαπιστώσει τις πολλαπλές μεταλλάξεις μέχρι σήμερα, που επιβεβαιώνουν το απόλυτο ψεύδος.
Το χειρότερο; Το παιχνίδι το γνωρίζουν όλοι, ακόμα και οι μέσοι τηλεθεατές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν την αλήθεια, ο καθένας με την δική του λογική. «Τα κανάλια πρέπει να ζήσουν», «οι πολιτικοί να επιβιώσουν», όσο για την αλήθεια…

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Το χρόνο το μετράμε με απουσίες




Για χρονογράφημα ξεκίνησα, πολύ γρήγορα όμως τα παράτησα. Το απελευθέρωσα από τη φόρμα, του έλυσα τα δεσμά από τα στενά όρια του νησιού. Το απέτρεψα από κακές παρέες με τους πρωταγωνιστές της τοπικής πραγματικότητας, που ειλικρινά καθόλου δεν εμπνέουν. «Ένα ελεύθερο θέμα για σήμερα», όπως μας έλεγαν στο σχολείο, ανάλογα τη διάθεση και τα ερεθίσματα από το παγκόσμιο χωριό και πάνω απ’ αυτό. Αυτό προσπαθώ κάθε μέρα, ικανοποιώντας πρωτίστως το δικό μου «θέλω να τα πω» με την ελπίδα πάντα, πως ίσως κάπου συναντήσω κάποιους της παρέας. Γιατί, στην πραγματικότητα, το χρονογράφημα είναι η γέφυρα που περνά πάνω από την ξεραΐλα της βιασύνης, της προχειρότητας, της αδιαφορίας και ελαφρότητας που συχνά χαρακτηρίζει την είδηση, το καθημερινό ρεπορτάζ, το πολιτικό άρθρο και καταλήγει στο πιο πλούσιο πνευματικό έδαφος της ευρηματικότητας, της ενδελέχειας, της βραδύτητας, της φαντασίας - σε ό,τι δηλαδή αγγίζει τη λογοτεχνία.
«Όμως το χρονογράφημα», όπως λέει ένας βραβευμένος χρονογράφος «αντίθετα από τη συμβατική, την «πραγματική» λογοτεχνία, είναι μια λογοτεχνία που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου, είναι η λογοτεχνία που γράφεται κυριολεκτικά στο πόδι, είναι η λογοτεχνία των γεγονότων που συμβαίνουν και όχι των γεγονότων που συνέβησαν, είναι η λογοτεχνία κάποιου βάθους, πάνω στην επιφάνεια. Το χρονογράφημα σε μιαν εφημερίδα επιβραδύνει το βιαστικό, ξεκαθαρίζει το νεφελώδες, επιμηκύνει τη ζωή του θνησιγενούς. Είναι το μαύρο πρόβατο της εφημερίδας, που δεν ταιριάζει στο εφήμερο πνεύμα της. Ενώ όλα τα άλλα κομμάτια της αποδέχονται τη θνητότητά τους και πεθαίνουν με ευχαρίστηση την επομένη, το χρονογράφημα θέλει να ζήσει μια μέρα, ένα μήνα, ένα χρόνο πιο πολύ».
Πως όμως να γράψει κανείς χρονογράφημα, όταν οι ήρωες της τοπικής επικαιρότητας, δεν βγάζουν ούτε γέλιο ούτε δάκρυ; Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοί, που δεν δίνουν καμία ευκαιρία στον γράφοντα να ασχοληθεί μαζί τους.
Δεν υπάρχει η πρώτη ύλη σε αυτόν εδώ το τόπο, τα γεγονότα είναι μια συνεχής επανάληψη και οι πρωταγωνιστές προϊόντα μιας χρήσεως, παρά ταύτα ξαναχρησιμοποιούνται.

Πώς να γράψω χρονογράφημα μέσα στην απραξία στο στείρο πολιτικό λόγο, σε ένα περιβάλλον απλής διαχείρισης και μάλιστα κακοδιαχείρισης των πραγμάτων;
Γι’ αυτό ένα ελεύθερο θέμα κάθε μέρα, που δεν χωράει σε καλούπια, που ταξιδεύει επί τόπου για να μπορεί να αναπνέει, που σκάβει με τα νύχια για να περάσει λίγα εκατοστά την επιφάνεια, για να μπορεί να ζήσει.
Για τον χρόνο και σήμερα. Για το χρόνο που το μετράμε ανάλογα με την μνήμη, για το χρόνο που αν δεν πάμε με το ρολόι, μπορεί και να μην είναι αδυσώπητος. «Το χρόνο δεν τον μετράμε πλέον με κεριά γενεθλίων. Το χρόνο τώρα τον μετράμε με απουσίες».
Μεγαλώνουμε περιστρεφόμενοι γύρω από τον ίδιο άξονα. Δεν αλλάζουμε, ο εαυτός μας ξανά. Σε μια ισορροπία εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι, να ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε τελικά και δεν τα κάναμε, μία η άλλη!
«Με απουσίες μετράμε τον χρόνο. Με ονόματα που σβήνουμε. Με φίλους που χάθηκαν, που έγιναν ξένοι, που έφυγαν απ’ τη ζωή τη δική τους και τη δική μας. Με έρωτες που μαράθηκαν, με έρωτες που τελείωσαν άδοξα, με γεγονότα που ξεθώριασαν από το χρόνο».
Θυμάστε ένα κείμενο που έγραψα παλιότερα για τις ευεργετικές επιπτώσεις της πρεσβυωπίας; Ε! λοιπόν αυτή η καλπάζουσα πρεσβυωπία, που λειτουργεί σε αντιστάθμισμα του χρόνου του αδυσώπητου, σβήνει πολλά από τα μελαγχολικά σημάδια του. Αφαιρεί στα δικά μας, στραβά μάτια πολλά χρόνια που μας επιβαρύνουν. Στον καθρέπτη συνεχίζουμε να βλέπουμε, αφού δεν βλέπουμε, καστανά τα γκρίζα μας μαλλιά και χωρίς ίχνος ρυτίδας το αυλακωμένο μας  πρόσωπο. Μας ενεργοποιεί τη μνήμη και αυτό είναι, μεγάλο πλεονέκτημα στην ανηφόρα της ζωής.
"Για το χρόνο και σήμερα που κάποιοι λένε ότι τρέχει, εμείς όμως εκεί, στάσιμοι, καρφωμένοι στο σημείο που το μυαλό άφησε να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι για να έχει να λέει για τα ταξίδια. Ακίνητοι και φευγάτοι. Σιγά τι είναι τα χρόνια. Αποσυμπιεσμένες στιγμές κατά μια έννοια. Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με λίγη αξιοπρέπεια".




Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Τίποτα δεν είναι όπως πρώτα …ούτε η γεύση του καφέ




Παλαιότερα δεν έγραφα θυμωμένος. Αυτό το διάστημα αν δεν είχα αναθεωρήσει, θα  είχα σταματήσει. Θυμωμένος  και σήμερα, όπως και κάθε μέρα και ας το μετανιώσω.  «Αυτές τις μέρες μαλώνουν οι λέξεις, κοντά σε κάθε τελεία μόνο ηρεμούν. Γι΄ αυτό και συνεχόμενες είναι. Οι τελείες. Όχι οι λέξεις».   
Στο «Γιατί;» που εμφανίζεται απρόσκλητο στο φινάλε, για να με προβληματίσει, το έχω καταργήσει το ερωτηματικό.  Δεν σας κρύβω ότι  αυτή η καθημερινή μάχη που δίνω,  προσπαθώντας να νικήσω τον εγωισμό μου,  λειτουργεί λυτρωτικά  απέναντι  στο ζοφερό περιβάλλον των ημερών που διανύουμε. Στον κόσμο των βαριών συναισθημάτων, τα γεγονότα αποκτούν βαρύνουσα σημασία, βάζοντας χωρίς δεύτερη σκέψη στο περιθώριο, τη μίζερη πραγματικότητα.  Απολογισμός και φέτος. Όπως και πέρσι. Όπως και κάθε χρονιά, χρόνια τώρα.
Κάποτε όλα αλλάζουν. Όχι γιατί το θέλεις. Όχι γιατί το μπορείς. Γιατί η ζωή είναι εκεί, πιο μπροστά από σένα. Πάντα ένα βήμα μπροστά. Σε τραβάει.  Έτσι τώρα τίποτα δεν είναι όπως πρώτα… ούτε η γεύση του καφέ. Τώρα ο χρόνος  ξεκινά από μια συνάντηση, που είχε την δύναμη να μας μεταβάλει. «Απούσα η μορφή σου διαστέλλεται τόσο που γεμίζει το σύμπαν, περνάς στη ρευστή κατάσταση των φαντασμάτων. Παρούσα, συμπυκνώνεται και αποκτάς το ειδικό βάρος  των βαρύτερων μετάλλων, του ιριδίου και του υδραργύρου. Αυτό το βάρος με πεθαίνει καθώς πέφτει  στην καρδιά μου». Γράφει η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Κι όσο για κείνον που ποθεί, όπως παρατηρεί ο Μπαρτ, «το αντικείμενο της αγάπης είναι πάντοτε απόν και από την ταραχή που φέρνει η απουσία, γεννιέται ο στεναγμός» 

Γιατί είναι ο έρωτας αρπακτικό και δεν κατανοεί, και δεν οικτίρει. Γιατί είναι ο έρωτας απόλυτος  και δεν αρκείται, δεν βολεύεται, δεν παζαρεύει. Γιατί είναι ο έρωτας ασαφής, δεν εξηγεί, δεν καταλαβαίνει. Γιατί είναι ο έρωτας πόλεμος,   με την απούσα μορφή που διαστέλλεται και γεμίζει το σύμπαν. Που εξαφανίζει και αλλοιώνει την γεύση των πραγμάτων.
Έτσι τώρα τίποτα δεν είναι όπως πρώτα… ούτε η γεύση του καφέ. Έφυγες χωρίς να το καταγράψω.. Η λαχτάρα έμεινε όμως εκεί, που κάποτε θέλησε.  Και όταν οι απολογισμοί δεν στηρίζονται στη βεβαιότητα των αριθμών, αναπόφευκτη η αμφισβήτηση  «Χάθηκε ό,τι υπήρξε. Αναρωτιέμαι ώρες ώρες αν υπήρξαμε και μείς. Παίρνω να σβήσω και δεν σβήνει τίποτα. Μην με ρωτήσεις γιατί. Ίσως να μην υπάρχει τίποτα πια για να σβηστεί. Ή το χειρότερο να μην υπήρχε τίποτα που να είχε γραφτεί…»
Είχαμε μείνει θεατές να κοιτάζουμε τη βαριά κόκκινη της φωτιάς, αυλαία να πέφτει και να  μας κλείνει τα μάτια.  Τώρα ένα παράθυρο ανοιχτό να κοιτάει στο πουθενά.  «Ένα τηλέφωνο που πνίγεται από τους σιωπηλούς του ήχους.. Η αυλαία έπεσε τα φώτα έσβησαν. Όταν θα ανάψουνε  όλα θα είναι το ίδιο διαφορετικά. Θα έχουν κλείσει όμως πίσω τους μια ζωή…» Τίποτα δεν είναι όπως πρώτα …ούτε η γεύση του καφέ…






Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

H τελευταία αλήθεια



Τι κάνουμε σε τέτοιες ώρες;  Τον εαυτό μας ψάχνουμε, όχι για να το δικαιώσουμε αλλά για να τον πατήσουμε.  Έτσι πολεμάω  το παράπονο, που κάθε τόσο βρίσκει αφορμές, για  να αποτινάξει από πάνω μου, από τα  βαριά εγκλήματα, μέχρι ακόμα και αυτά  τα τελευταία πταίσματα. Απολογίζομαι με λέξεις χωρίς αριθμούς.   Από ό,τι έμεινε. Από ό,τι άντεξα, σε ένα χρόνο που δεν κατάφερα να χωρέσω. Όσα και να έχω, λίγα φαίνονται. Κι όσο και να κοιτούσα από  κείνο το παράθυρο…Πουθενά. Μηνύματα στάχτες. Η τελευταία αλήθεια, όπως το τελευταίο ψέμα. Ένοιωσα σαν πειραματόζωο. Σώθηκες, τουλάχιστον; Έβαλα ψηλά τον πήχη, τόσο, που και τα όνειρα δυσκολεύονται.
Ούτε ανάσα δε θα πάρει αυτό το διάστημα.  Μπορεί οι μέρες να τον ευνοούν,  και οι αντοχές να χαλαρώνουν, καμία  λέξη όμως απ’  αυτές που σέβομαι δεν θα του επιτρέψει να σηκώσει κεφάλι. Για τον εαυτό μου πάντα ο λόγος.  Το κόκκινο προτιμούσα για το τέλος, αυτό της φωτιάς το αληθινό, στη θέση του ένα ξέπλυμα, με λέξεις που δεν τιμώ.   Οι λέξεις είναι αυτές που τιμούν την ζωή μας, είμαστε οι λέξεις μας. Κι είμαστε τίμιοι, όταν τις τιμάμε. Όταν τις κρατάμε ψηλά, ασχέτως τις καταστάσεις που περνάμε. Ανάξιος φάνηκα στα μάτια μου.  Είναι  πόνος να νοιώθεις μειωμένος, εκεί που όλα γεννιούνται  και πεθαίνουν. Μέσα σου.

Δεν μπορώ να γράψω κάτι παραπάνω. Μόνο να ξεγράψω. Και όλα τα παραπάνω,   ακριβώς αυτό προσπαθούν,  να ξεγράψουν εμένα.  Μόνο εμένα λοιπόν γιατί η αγάπη, δεν ξεγράφεται.  Το κάνω με τα δικά μου χέρια, που ξέρουν καλύτερα να σφίγγουν το λαιμό. Το κάνω  γιατί κανείς δεν γνωρίζει, «τον πιο καλό μου φίλο τον πιο κακό εχθρό μου που είναι εαυτός μου».  Αφήστε αυτόν να απονείμει τη δικαιοσύνη, ξέρει καλύτερα.
Αυτή η διαδρομή που ξεκινάει από  το τέλος, τώρα  που  το έργο έχει τελειώσει, θα μου δώσει την ευκαιρία, να θυμηθώ μία μία  τις σκηνές που προηγήθηκαν. Να καταλάβω να αντιληφθώ τι μου ξέφυγε,  Είχαμε μείνει στο τέλος μιας αλήθειας, με το τέλος να μην βάφεται κόκκινο, ευτυχώς είναι κόκκινη η αυλαία,  που μόλις έπεσε…  
.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Τι είχαμε πει... «μονιμότητα διαθέτει μόνο ο Θάνατος»




Είναι οι μέρες που περισσεύουν οι ευχές. Δεν ζητήσαμε  τον ουρανό με τ’ άστρα   απ’ αυτή τη ζωή, απλά πράγματα ευχόμαστε να ζήσουμε. Την  ελευθερία,  την ειρήνη και μια ανθρώπινη ζωή. Δυστυχώς λύσαμε τα δύσκολα και κολλήσαμε στα απλά. Τώρα θα μου πείτε, τα δύσκολα τα λύσανε άνθρωποι προσηλωμένοι στην επιστήμη τους και στην κοινωνία, τα απλά τα ανέλαβαν εργολαβικά οι πολιτικοί,   κάνοντας κύκλους,  γύρω από τον εαυτό τους  και το μικρόκοσμο τους.  Το αποτέλεσμα; Πάντα μια τρύπα  στο νερό.

Και πάλι απεργία σήμερα, οι εργαζόμενοι στους Δήμους  για άλλη μια μέρα στους δρόμους,   αντιδρώντας στο μέτρο της  εφεδρείας  - διαθεσιμότητας  - κινητικότητας  - απόλυσης. Τελεία και Παύλα. Αυτή η ομάδα των εργαζομένων αορίστου χρόνου,  που εκτελείται  πρώτη,  είναι   ίσως η πιο ταλαιπωρημένη ομάδα εργαζομένων του δημοσίου. Έχουν ζήσει την απόλυτη παράνοια  της εξουσίας, κεντρικής και τοπικής,  που  για πολλά χρόνια τους είχαν ομήρους  υπό τον φόβο της δαμόκλειου σπάθης της απόλυσης. Όταν τελικά  με νόμο του κράτους  πέρασαν το κατώφλι της μονιμότητας, ήρθε  ο «αριστερός» υπουργός  να τους δείξει με το δάκτυλο, αυτούς πρώτους και πάλι, αφού  διέθεταν  όλα εκείνα τα προσόντα της αντοχής,  στην ταλαιπωρία και  είχαν μεγάλη προϋπηρεσία στην  ανασφάλεια. Το παρακάτω κείμενο, λίγο πριν τους αγκαλιάσει  το ελληνικό κράτος σφικτά, τόσο,  που να τους να τους πνίξει…  Τότε κυνηγούσαν την μονιμότητα, σήμερα αποδεικνύεται περίτρανα ότι  μονιμότητα διαθέτει μόνο ο θάνατος.

Μέρες που είναι να τους τονώσω το ηθικό και να τους βάλω στα χείλη, στην περίπτωση που τα πράγματα δεν έρθουν όπως τα επιθυμούν, ότι σε τελική ανάλυση δεν χάθηκε και ο κόσμος.
Έχω γράψει ότι μια ζωή με κυνηγούσε το εφήμερο, η πορεία μου όμως αποδεικνύει ότι εγώ κατά βάθος το κυνηγάω.
Έχω την ευτυχία να ανήκω στην ομάδα των συμβασιούχων, αορίστου χρόνου. Βιοποριστικές ανάγκες και χρονικές συγκυρίες, με οδήγησαν σ’ αυτό το περιβάλλον, που εκτός από στασιμότητα και μια θεωρητική ασφάλεια, μέσα στην ανασφάλεια, τίποτε παραπάνω δεν μπορεί να σου προσφέρει.
Ελπίδα όλων των συνάδελφων μου, είναι η μονιμοποίηση, εξαιρώ τον εαυτό μου απ’ αυτήν την προοπτική, φαντάζομαι ότι η προσωπική ομηρία από εκεί αρχίζει.
Αυτή η τακτοποίηση της μονιμότητας με τρομάζει, έχω βαθύτατα ριζωμένη, την αίσθηση του παροδικού, αισθάνομαι περαστικός από παντού, δεν λέω για τη ζωή, αυτό δεν θέλω να το σκέφτομαι.
Καταλαβαίνω την αγωνιά των συνάδελφων ύστερα απ’ αυτό το καθεστώς ανασφάλειας που βιώνουν τόσα χρόνια, προσωπικά όμως μου φαίνονται εντελώς ξένα όλα αυτά. Για μένα η ζωή είναι κίνηση, ροή αγώνας. Είναι διαρκής αναζήτηση αναίρεση και αμφισβήτηση. Μονιμότητα διαθέτει μόνο ο θάνατος.  

Επειδή οι άνθρωποι είναι περαστικοί, καλό είναι να αποφεύγουν την μονιμότητα. Μου λένε ότι αυτό το αμάξι κρατάει μια ζωή και με πιάνει τρόμος. Τι θα πει μια ζωή, μια ζωή κρατάνε οι άνθρωποι και όλα τα άλλα πρέπει να τ’ αλλάζουν.
Η μονιμότητα δεν είναι απλώς μια υπαλληλική ιδιότητα. Είναι μια διαφορετική έννοια του χρόνου και της ζωής.
Το αφιερώνω στους ταλαιπωρημένους συναδέλφου και τους υπενθυμίζω ότι με τη μονιμότητα στο δημόσιο δεν κερδίζουμε και την αιώνια ζωή.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Το γράμμα που λείπει




Από την φίλη μου την Ελένη,  που μου το χάρισε    πριν τρία χρόνια, κομμάτι της  ποιητικής συλλογής  «το γράμμα που λείπει» . Παραμονή  του Αγίου,  στην Κέρκυρα έναν  Άγιο έχουν και δεν χρειάζονται ονοματεπώνυμο για να τον προσδιορίσουν.  Θα μου πείτε τη σχέση έχει το παρακάτω;  Έχει σχέση με τον τόπο  αλλά  και με το χρόνο,  που σήμερα μου επιτρέπει  μόνο να επαναλάβω, ότι δεν μοιράστηκα  με νέους αναγνώστες αυτής εδώ της στήλης. «το γράμμα που λείπει»,  για να νικήσουμε το χρόνο…    «Δεν γράφουμε επειδή είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε, αλλά για να τον νικήσουμε τον καιρό, εν τέλει»
Εάν το είχαμε εφεύρει, όλα θα είχαν νόημα. Εάν υπήρχε, θα υπήρχε ελπίδα. Εάν το είχαμε γυρέψει, όλα θα ήταν δρόμος. Και αν το βρίσκαμε, θα λύναμε το αίνιγμα. Θα είχε άρει την θνητότητα, δεν θα βιώναμε την απώλεια στον έρωτα, το απόλυτο θα έβρισκε σχήμα και πρόσωπο και εμείς δεν θα είμαστε μονάχα ένας σβώλος χώμα. «Τ’ απόκρυφο κλειδί των χρόνων που ‘ζησα», «το γράμμα που λείπει» με το τέλειο σχήμα. «Το γράμμα που γνώριζε ο Θεός απ’ την αρχή», το άγνωστο αλλά όντως υπάρχον προαιώνιο γράμμα. Αν το ‘χα βρει, θα σ’ έσωζα. Θα είχα διασώσει έστω το Πρόσωπό σου.
Μετά το Μι που όλα είμαι μέλι και μαχαίρι,
Το Έψιλον που είναι έρως και ερημιά,
Το Σίγμα, σώμα και σταυρώθηκα,
Το Θήτα, θάνατος και θαύμα,
Το Άλφα, άλμα και αρχή αέναη,
«Το γράμμα που λείπει» κι όλοι υποψιαζόμαστε’ αλλά δεν το ψέλλισε κανείς ακόμα.

Να σε ξανακερδίσω θέλω’ γι’ αυτό γράφω
1
“Θα μείνω δίπλα”, έτσι μου είπαν. Σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, εξίσου παλιό. «Καλύτερα» σκέφτηκα “που δεν θα με βαραίνουν κι αναμνήσεις”. Κι ούτε νανάκια μπρελόκ, ούτε φαγάκια, ούτε αρώματα, ούτε αφές.
Αυτή τη φορά θα παραμείνω νηφάλια. Χωρίς μάταιες συγκρούσεις. Και δίχως δεύτερη σκέψη, βουτήχτηκα σε ένα πάπλωμα- σύννεφα, και να ‘μαι που ήρθα.
Είχα πολλά χρόνια να σε δω’ και σε φοβόμουν.
Τον εαυτό μου, δηλαδή, φοβόμουν περισσότερο, με τόσες στρώσεις μαύρης σοκολάτας πάνω, με όλες αυτές τις χρονομετρικές ρυτίδες.
Ξέρεις, εγώ στην Αθήνα το έτρεξα το κοντέρ.
Αλλά φοβόμουν και το πώς θ’ αντιδράσω. Ανάβουν οι στάχτες, συχνά κρύβουνε κάρβουνα. Το νου, να σε προσέχω!
Τρέμαν τα πόδια μου όσο ερχόμουνα. Ποιος μπορεί εύκολα να αναμετρηθεί με τη ζωή του.
Κι εσύ, είσαι τα νιάτα μου. Τι λέω, κι η σκέψη σου, ως τα γεράματα. Με τα χείλη και με τα χέρια σου επιθυμώ να βαδίσω. Από μακριά. Ίσως και να ‘ναι καλύτερα.
Όπως και να ‘ναι, επιστρέφω.
 


  2 
Το πρώτο που συνάντησα ήταν το φρούριο. Κατόπιν το χαρούμενο πανηγύρι της πλατείας. Κι ύστερα ο δρόμος μας. Το καινούργιο μου σπίτι ένα παλιό φρεσκοβαμμένο ροζ ξενοδοχείο σαν κουφέτο.
Το δωμάτιο, ειδική παραγγελιά να βλέπει ιππότες. Κάστρα, μπαλόνια, ένα χαρούμενο ανθρωπομάνι, ένα καντούνι, ώχρα, κεραμμοσκεπές. Αφέθηκα. Στις νέες τους φροντίδες παιδικά αφέθηκα. Ό,τι κι αν δω, τ’ ορκίστηκα, δεν θα τρομάξω. Εξάλλου κάπου εκεί στο παρελθόν είσαι κι εσύ.
3
Και στο παρόν μου είσαι. Υπήρξες! Δεν το φαντάστηκα, έτσι; Ούτε «Τα γράμματα στη Λίλια» φαντάστηκα. Και τη συγκίνηση την ένοιωσα στο βλέμμα.
“Το σύννεφο με τα παντελόνια”, εγώ στο έδωσα. Επέμενες. Δεν θα αντιδικήσω. Εσύ μου το ‘στειλες, εγώ το φρόντισα, αυτά “τα γράμματα” στοιχειώσαν τη ζωή μου.
Υπάρχεις!
Υπήρξες και θα υπάρχεις κι ας χάνομαι κι ας χάνεσαι. Όσο θα υπάρχει ανελέητο άσπρο χαρτί για μένα.
4
Το βράδυ στη γιορτή άστραφτες μεσ’ τα μαύρα. Κι εγώ έκλαιγα. Έσβηνε η θάλασσα στο βάθος κι ερχότανε η δύση με όλο της το φέγγος. Εικοσιπέντε χρόνια, μια ζωή, δεν είναι λίγα!
Γράφω για να νικήσω την απώλεια’ κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους.
Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ.
Μόνο κοιτώντας σε βλέπω το πρόσωπό μου.
5
“Ανεπίδοτοι”, λέει. Πώς “αγκαλιάστηκαν λάθος”. Πως θα ‘θελα απόψε να μου κάνεις μιαν αγκαλιά. Όπως και να ‘χει, όσα χρόνια και να περάσουν, πάντοτε Βλαδίμηρο θα σε φωνάζω. Όσο για σένα, φώναζέ με όπως θες.
Αλλ’ επί του παρόντος θα πρέπει κι αυτή τη φορά να σ’ αποχαιρετήσω, χαιρετώντας. Όπως αυτό το “Χαίρε” της Θεοτόκου και των χαιρετισμών. Μ’ ευγνωμοσύνη πάντα που, ως παραμύθι έστω, υπήρξες. Για μια ολόκληρη ζωή’ όπως Παραμυθία Ζωής.
6
Θα φύγω αύριο. Αλλά “τα νέα απ’ το αιώνιο” τα δέχτηκα. Τα φώτα έπεσαν για άλλη μια φορά επάνω σου. Κι ο κεραυνός χτύπησε στο μελάνι γράφοντας τα χέρια σου. Δεν γράφουμε επειδή είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε, αλλά για να τον νικήσουμε τον καιρό, εν τέλει.
7
Και ό,τι και να λέω, όσο να το φοβάμαι κι ας το μετανιώσω, υπήρξες! Και ας αναρωτιέμαι. Έρχομαι εδώ επειδή υπήρξες.
Κι αυτό το ποίημα το γράψαμε εμείς οι δυο.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...