Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019

Πως ν’ αντιδράσει;

Σε συνέχεια του χθεσινού. Δυστυχώς παρότι θα περίμενε κανείς περισσότερη αντίδραση από την κοινωνία, Αυτό δεν έγινε. Θα μπορούσε… αν δεν είχαν προηγηθεί τα χρόνια της εκπαίδευσης, του μυαλού και της ψυχής.
Μετά το μεγάλο παραμύθι των προηγούμενων δεκαετιών, ήρθε η ανώμαλη προσγείωση, φορτωμένη όμως από ενοχές. Πέραν όλων των άλλων, η ατομική ενοχή, αποτελεί ισχυρή τροχοπέδη στην έκφραση της αναμενόμενης αντίδρασης.

Αισθάνεται ένοχος που ακολούθησε το ρέμα… γιατί διαφορετικά… Αν δεν είχε αφομοιωθεί, δεν είχε εξομοιωθεί, δεν είχε γίνει φωτοτυπία, το σύστημα θα τον ανέκοπτε θα τον ξερνούσε, θα τον απομάκρυνε. Όποιος έκανε μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιούσε το βηματισμό του, ήταν σίγουρο που θα βρίσκονταν εκτός…και αυτός ήθελα να είναι εντός, μέσα στα μέσα, με τους πολλούς.
Έχει ενοχές γιατί δεν ήθελε ισότητα στην ένδεια, αλλά ισότητα ή πιο σωστά ανισότητα στην κατοχή, όπως όλοι δηλαδή.
«Και αυτή η κοινωνία δεν αντιδράει…» Και πως να αντιδράσει; Αφού η κοινωνία είναι οι άλλοι, όλος ο κόσμος εκτός από εμάς. Εντελώς ασυνείδητα, κάνουμε ένα βήμα πίσω, εξαιρώντας τον εαυτό μας από το σύνολο. Το αποτέλεσμα, ένα σύνολο χωρίς μονάδες, μια κοινωνία χωρίς ανθρώπους. Ένα μηδέν. Πως ν’ αντιδράσει;
Συμφωνώ. Παρατάω το κείμενο . Δεν έχει νόημα. Και συνεχίζω, με Χατζιδάκι. Σαν σήμερα γεννήθηκε.
«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι». Αργά και βασανιστικά, ξεκινάει «ο μεγάλος ερωτικός». Στο περιθώριο ενός κατάλευκου εγγράφου, που έχω απέναντι μου και θέλει ν’ ανταμώσει με φράσεις, που να δίνουν λίγο μπόι σ’ αυτόν το ξεχασμένο εγωισμό, «Τι ρόλο παίζω;» και «Γαμώ τις ηλίθιες ευαισθησίες μου, που επιμένουν να με δείχνουν δυνατό», αυτός εκεί στην κόντρα «αν μ’ αγαπάς και είναι όνειρο ποτέ να μη ξυπνήσω, γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω…» Αδιαχείριστες καταστάσεις ψυχής οι αποψινές.
“Η Ελλάδα γύρισε σελίδα» δήλωσε ο πρωθυπουργός. Καμία εντύπωση. 'Όλο σελίδες γυρίζουμε άλλα όλες είναι λευκές ή καλύτερα μαύρες. “ Έστειλαν την αστυνομία σε κινηματογράφο που έπαιζε το «Τζόκερ». Άλλη μια σελίδα που γύρισε προς τα πίσω.
Είναι από τις μέρες που δεν γράφεις για κανέναν και όμως υπάρχει η βεβαιότητα ότι μέσα απ’ αυτές τις μπερδεμένες λέξεις, κάποιοι θα νοιώσουν το δικό τους αίμα να τις διαπερνά, είναι αυτοί που εύκολα θα τις ξεμπερδέψουν. «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι».

Είναι άνθρωποι μισοί


Αφορμή μια συγκλονιστική ερμηνείας του Βασίλη Λέκκα, στο τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου “Μάνα μου Ελλάς”. Δεν είναι η μουσική, δεν είναι ο στίχος, δεν είναι η τεχνική, δεν είναι η φωνή. Είναι η Ψυχή.
Κάθε προσπάθεια, που δεν διέπεται από ένα ισχυρό πάθος, παίρνει εύκολα τους τρόπους των άλλων, όπως τα ψάρια που παίρνουν το χρώμα του περιβάλλοντός τους για να διασωθούν.
Και ο άνθρωπος που δεν καθοδηγείται από μέσα του, βρίσκεται ανάμεσα σε δυο κόσμους, μετέωρος, ικανός για τα πιο αντίθετα πράγματα, μανιακός για κάτι όσο και αδιάφορος, μα πάνω απ’ όλα ανασφαλής. Πιστεύει ότι η αποδοχή, του προσφέρει εκείνο που δεν έχει.

Δεν ανήκει σε αυτό ακριβώς ή σε εκείνο, δεν είναι αυτό ή εκείνο, αλλά κάτι ανάμεσα. Όλα είναι ζήτημα στυλ. Αυτοί δεν το γνωρίζουν. Η εικόνα τους είναι ένα συνονθύλευμα ξένων τρόπων. Είναι άνθρωποι μισοί, αφού στην προσπάθεια τους να τρυγήσουν αυτό που τους ικανοποιεί, όπως γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης, “δεν ξέρουν να συνδέσουν τον ήλιο με την βροχή, τη χαρά της ηδονή με την συνακόλουθη λύπη, ούτε βέβαια τις περιπαθείς φιλίες με την ανεξήγητη έχθρα που ακολουθεί. Γι’ αυτό άλλωστε μπροστά στο χρόνο παραμένουν άποροι και αμήχανοι”
Θα τους βρίσκουμε πάντα μπροστά μας. “Δεν μπορούν να αποσυρθούν γιατί, κατά την κρίση τους, απουσία σημαίνει θάνατος. Κι όμως μόνο ό,τι αποσύρεται στη φύση του μπορεί να επανέλθει με φιλοδοξίες. Οι “ανάμεσα” περιμένουν πάντα το νεύμα που θα τους δείξει τη νέα κίνηση, περίπου σαν τα παιδιά που κοιτάζουν τους μεγάλους για να δουν πότε πρέπει να γελάσουν ή να κλάψουν. Αν δεν είχαν ακούσει από άλλους τη λέξη έρωτας, δε θα ερωτεύονταν ποτέ...”
Ακούστε τον Λέκκα για να καταλάβετε τη διαφορά αυτών που δεν ανήκουν στην παραπάνω κατηγορία. Είναι το πάθος που υπαγορεύεται από τα βάθη της ψυχής . Είναι το φως που βγαίνει από τον ίδιο ακόμα και όταν έχει συννεφιά.

Ηρέμησε...

Ήρθε αναστατωμένη. Γεμάτη παράπονο και οργή.“Διάβασες τι γράφουν για μένα;”
Πρέπει να μάθεις να τα ξεπερνάς της είπα. Να εκπαιδευτείς για να μπορείς να πετάς πέρα και πάνω απ΄ αυτό το τοξικό περιβάλλον, να κλείνεις τ΄ αυτιά στις οχλούσες φωνές, να αποκτήσεις ανοσία στο δηλητήριο.
Έτσι ήταν και έτσι θα είναι για πάντα. Σ’ αυτήν την κοινωνία την φιλοκατήγορη, η συκοφαντία είναι μέρος της καθημερινότητας, αποτελεί μια επιθετική πράξη, που φανερώνει την αδυναμία και την ανασφάλεια όλων αυτών που κατηγορούν τους άλλους. “Άλλωστε η συκοφαντία είναι ζήτημα πρωτιάς: καταφερόμαστε εναντίον κάποιου για να μην προλάβει να μας ρωτήσει: Εσείς ποιος είστε;” Τρομάζουν μήπως οι άλλοι υποψιαστούν την πραγματική τους μηδαμινότητα.
Δυστυχώς σε μικρές κοινωνίες σαν τη δική μας, κάποιοι έχουν καημό να φανούν ανώτεροι απ' ό,τι είναι. Είμαι δήμαρχος, είμαι δημοσιογράφος, γιατρός, καθηγητής, επιχειρηματίας. “Πρώτα ο τίτλος και η στολή, μετά ο άνθρωπος”.
Είναι αυτοί που θέλουν να φαίνονται, για το θεαθήναι, για το πρόσχημα και όχι για το σχήμα. Είναι αυτοί που υπηρετούν με συνέπεια αυτό το τμήμα της κοινωνίας του φαίνεσθαι. Ηρέμησε!

Απόπειρα «για να σωπάσουν οι σκιές»

Όσο μικραίνει ο χρόνος, δυσάρεστες συζητήσεις καλύπτουν πλέον, ένα μεγάλο μέρος των ενδιαφερόντων, των ανθρώπων κάποιας ηλικίας . Ξεκινούν χαλαρά με αναλύσεις αίματος και ούρων, με κάποια προγραμματισμένα τσεκάπ και φτάνουν προοδευτικά στα εγκεφαλικά, στις ανακοπές, στο σάκχαρο που δεν πρόσεξε, μέχρι που φτάνουν να ξεθάψουν κάποιους γνωστούς συγχωρεμένους.


Το παρακάτω, παλαιότερο κείμενο, κόντρα, στα παραπάνω. Ξεκινάει από την πρεσβυωπία και φτάνει να βγάζει τη γλώσσα στο θάνατο σε μια απόπειρα «για να σωπάσουν οι σκιές».

Ε! λοιπόν αυτή η καλπάζουσα πρεσβυωπία, που λειτουργεί σε αντιστάθμισμα του χρόνου του αδυσώπητου, σβήνει πολλά από τα μελαγχολικά σημάδια του. Αφαιρεί στα δικά μας, στραβά μάτια πολλά χρόνια που μας επιβαρύνουν. Στον καθρέπτη συνεχίζουμε να βλέπουμε, αφού δεν βλέπουμε, καστανά τα γκρίζα μας μαλλιά και χωρίς ίχνος ρυτίδας το αυλακωμένο πρόσωπό μας. Μας ενεργοποιεί τη μνήμη και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα στην ανηφόρα της ζωής. Στην ανηφόρα; Ποια ανηφόρα, μακάρι να είχε πολλά χιλιόμετρα ακόμα και ας μας δυσκόλευε. Το ευχάριστο είναι ότι το μέγεθος του βαθμού, φτάνει στο σημείο, να συνεχίζουν τα μάτια μας, να βλέπουν ανήφορο τον κατήφορο, που έχει ξεκινήσει. Και προχωράμε και προχωράμε… χωρίς κίνδυνο να γλιστρήσουμε, αφού οι άγιες μέρες της νεότητας μας επανέρχονται στη μνήμη και μας στηρίζουν. Έτσι γλυκά θα βουλιάξουμε χωρίς να το μάθουμε ποτέ. Αυτοί που φεύγουν, από την τσέπη τους δε λείπει το εισιτήριο της επιστροφής και ας μην γυρίσουνε ποτέ...

Και προχωράμε, σ’ αυτήν τη συναρπαστική διαδρομή, την κατηφόρα, που ευτυχώς δεν βλέπουμε, πάντα με την θεωρία στο τσεπάκι να ντύνει την πράξη, έχοντας κατά νου, ότι ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα…
Μπροστά στα νεκροταφεία των λέξεων που δημιούργησαν οι πολιτικοί, χρειάζεται ένας Μάνος Χατζιδάκις, που θα τις αναστήσει, λέξεις που θα δώσουν μια άλλη αισθητική, που θα απορρίπτουν τη σκόνη από την καθημερινή τους χρήση και θα ξαναπάρουν την αρχική τους πρόθεση, τη δύναμη της καταγωγής τους. Ένα μικρό απόσπασμα από την “λιποθυμία των λέξεων” το παρακάτω
Γιατί μ' ενθουσιάζει η ιδέα να μιλήσω για λέξεις, που ξαπλώνουν με ηδυπάθεια για να παντρευτούν τους ήχους, ειδικά τακτοποιημένους κι αποκλειστικά συνταιριασμένους γι' αυτές.


Όταν οι λέξεις έρχονται σ' επαφή μ' αυτό που λέμε Μουσική, πριν απ' όλα λιποθυμούν, ξαπλώνουν, παραδίδονται και χάνουν κάθε από φυσικού τους ενέργεια, κίνηση, ζωή. Κι ύστερα αρχίζει η περιπέτεια της μελωδίας. Πρέπουσας ή απρεπούς. Κατάλληλης ή ακαταλλήλου.
Εγώ όμως θα σας μιλήσω για την πρέπουσα και κατάλληλη. Γι' αυτήν που θα ταιριάξει άρρηκτα με τις λέξεις, έτσι που δύσκολα θα τις διαβάζει κανείς μετά, χωρίς ν' αργοκυλά στον νου του το μελωδικό τους ντύσιμο. Μια και η λέξη όταν την πολιορκεί η Μουσική, λούζεται την παρθενική της χάρη και δίχως δική της ρυθμική αγωγή, μένει γυμνή έτσι καθώς ξαπλώνει στο κρεββάτι των «πέντε γραμμών», για να την κάνει δική του ο μουσικός.
Για να συζευχθεί η λέξη με τη Μουσική, οφείλει να περάσει μεσ' απ’ την κάθαρση της ποιητικής θεραπείας. Να αποκτήσει ποιητική υπόσταση - που σημαίνει, να ξαναβρεί αυτή την προαναφερθείσα «παρθενική χάρη» και ν' αποκαλυφθεί καινούργια, απρόοπτη, έτσι καθώς θα τοποθετηθεί πλάι σε άλλες καινούργιες κι απρόοπτες αναγεννημένες λέξεις
Κάθε αυθαίρετο ρυθμικό πλησίασμα της Μουσικής, που δεν παίρνει υπ’ όψη της την εσωτερική ρυθμική αγωγή του στίχου, κινδυνεύει να καταλήξει σε μιαν αταίριαχτη και προδομένη συνουσία…
Αυτά για τις λέξεις και για τις ιδιότυπες «ερωτικές» συνήθειές τους .. Άλλα δεν έχω να σας πω, προς το παρόν. Ίσως ξαναμιλήσουμε, αν δεν βυθιστώ κι εγώ ζαλισμένος σε κάποιο κίτρινο ποτάμι, προσπαθώντας ν' αγκαλιάσω ένα φεγγάρι”.

Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...