Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2009

Στον πατριωτισμό της καρδιάς μας

Τελευταίες λέξεις για το καλοκαίρι που έκλεισε πενήντα, για τα αλλά μη με ρωτάτε. Συνήθως όταν στρογγυλοποιείται το ποσό γίνεται δεσμίδα και τοποθετείται στο συρτάρι. Εν προκειμένω, τα καλοκαίρια το ένα πάνω στο άλλο, με σελιδοδείκτες στα καλύτερα, για να μεταγγίζουμε δυνάμεις για τη συνέχεια. Για τα παιδικά δεν τίθεται ζήτημα, ακόμα και σε μέρες πολέμου να τα είχαμε ζήσει, πάντα θα είναι τα καλύτερα. Κάποια ενδιάμεσα έχουν σβηστεί και κάποια ξεπεράστηκαν πάνω από τα θαλασσινά τοπία που κλάψαμε. «Τι αποδείξεις μου ζητάς; Αυτά τα φράγκα είναι μαύρα. Δεν υπογράφουμε χαρτιά, δεν κόβουμε δελτίο παροχής υπηρεσιών, ως εκ τούτου δώρα και επίδομα, τα ξεχνάμε, τι μένει; Που επαφίεται αυτό το πάρε δώσε; Όπου και το σύνταγμα παιδί μου. Στον πατριωτισμό της καρδιάς μας, γιατί απ’ όλες τις εγγυήσεις η μόνη που δείχνει να ισχύει είναι εκείνη που κρατά κρυμμένα τα τοπία που κλάψαμε.» Και άλλο ένα: «Τα τέλειο άλλοθι. δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω τι μου λες. Πως το ερμήνευσες έτσι; Μια βόλτα στο πουθενά κάναμε, εσύ γιατί ζωγράφισες δεσμούς; Ποιος δεσμεύεται σήμερα; Ποιος παίρνει την ευθύνη να έχει συγκάτοικο στο χρόνο του; Ο πιο επικίνδυνος αριθμός είναι πάντα το 2. Πάνε πενήντα χρόνια που πέθανε Αϊνστάιν και το άτομα ακόμα διασπάται.»
Μου τα ψιθύρισε μια κυρία από ερτζιανά, για να τα θέσω υπ’ όψιν, του απολογισμού μου. Τα έχω ξανακούσει, πολλές φορές σ’ αυτήν την διαδρομή. Κάθε φορά όμως που μου συμβαίνει είναι σαν νά είναι  η πρώτη φορά και ενώ η συνεχεία είναι γνωστή, η απώλεια μνήμης σ’ αυτό το χρονικό σημείο ξαναγεννάει την έκπληξη. «Δεν το περίμενα» σιγοψιθυρίζω. Και πώς να το περιμένει κανείς που θέλει να ζήσει. Πώς να προχωρήσεις σ’ αυτήν την ανηφόρα, χωρίς την συμμαχία της ελπίδας, και την απειρία του πρωτάρη. Αν η λογική καθόριζε τα βήματα της καρδιάς μας, θα είχαμε κάνει στάση προ πολλού. Για το καλοκαίρι που φεύγει, για τα καλοκαίρια που πέρασαν, γι’ αυτά που περιμένουμε θα τραγουδήσουμε, εμείς που αποταμιεύσαμε πενήντα…
«Το καλοκαίρι σαν θα ’ρθεί πάνω στην άμμο την ξανθή, μαζί μου θες να περπατάς και να μου λες πως μ’ αγαπάς… Όμως αν μου κράταγες πιο σφιχτά το χέρι όμως αν μ’ αγάπαγες όσο εγώ και συ, το καλοκαίρι θα ’ρχοντανε τώρα, τώρα πιο ξέρει πότε θα ’ρθεί…»
Τελευταίες λέξεις προσάναμμα, περιμένοντας τον Σεπτέμβρη, που ελπίζω αυτή τη φορά να μην είναι χάρτινος…

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

Για να ξεφορτώσω

Δεν σας κρύβω, ότι όλα αυτά τα χρόνια παθιάστηκα για πράγματα που έχω μετανιώσει. Χωρίς να το καταλάβω χόρεψα, στο χορό ενός επίπλαστου πανηγυριού. Ομαδοποιήθηκα με ανθρώπους που δεν άξιζαν να φορούν την φανέλα της συλλογικής προσπάθειας. Δοκίμασα τα συναισθήματα μου, συνεισφέροντας σε μια εγωιστική θεώρηση των πραγμάτων, βάζοντας λάδι στη φωτιά που τα έκαψε όλα.
Μπέρδεψα το προσωπικό με το κοινωνικό, καθοδηγούμενος πάντα από έναν ιδεαλισμό που σε κάποιες περιπτώσεις με οδήγησε σε αδιέξοδα.
Αυτές τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού, προσπαθώ να πάρω κάποιες ανάσες, να ξεφορτώσω πριν φύγει, γιατί φοβάμαι ότι με τις πρώτες ανακοινώσεις, θα μπω και πάλι στο χορό της μιζέριας. Στο χορό του Ζαλόγκου, που χορεύουμε όλα αυτά τα χρόνια, εχθροί και φίλοι εδώ στη μικρή μας πόλη, που κάθε βράδυ κλείνει τα κάστρα της και τρώει τις σάρκες της.

Κάθε φορά το ίδιο λέω και κάθε φορά με τρόπο ανεξήγητο γυρίζω πίσω, εκεί που δεν μπορείς να δεις, που γίνεσαι ένα με τα μικρά ανθρωπάκια, όπως έτσι θα τα έβλεπες από την ακρόπολη του φρουρίου.
Αυτές τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού ψηλώνω και τις νύχτες ακόμα περισσότερο. Λίγο πριν με πάρει ύπνος ανεβαίνω στο πιο ψηλό σημείο της πόλης και με κάποιο τρόπο, αφού έχω την μυστική ανακάλυψη συντονισμού, που με αόρατες ακτίνες οδηγεί εκ του ασφαλούς όλο αυτό το συρφετό, κάνω παιγνίδι άμυνας.
……………………………………………………………………………..
Ή πόλη είχε γεμίσει παράξενα υβρίδια. Ψιλοεκβιαστές, απατεωνίσκοι, αριβίστες, πολιτικοί φαφλατάνοι, ρουφιάνοι, γλείφτες, τοκογλύφοι, πολλοί μαλάκες, πουτάνες ψυχή τε και σώματι. Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοί
Μόνιμα αμυνόμενος σε μια κοινωνία, που με θέλει μετρημένο. Κομμένο και ραμμένο σε μέτρα πυγμαίου για ν’ αναλάβει εκείνη ως γίγαντας να με προστατεύσει.
Μια κοινωνία που προσπαθεί να μου προσάψει ενοχές και αμαρτίες.
Τι θα κάνουμε εμείς; Τόσα χρόνια, μάθαμε το δρόμο. Η πραγματικότητα μας πληγώνει και ανοίγουμε λογαριασμούς με τον ουρανό η τη θάλασσα. Που θα μας βρείτε; Στο βουνό ψηλά εκεί να ανεμίζουμε αετούς προσπαθώντας να ελαφρώσουμε, μήπως και καταφέρουμε να φύγουμε μαζί τους προς τα πάνω…

Εξερευνώντας τη φυλακή μου

Με το καθημερινό γράψιμο έχω καταφέρει να νικήσω τον εγωισμό μου. Όσοι ασχολούνται με την γραφή χαίρονται με τα καλά κείμενα που διαβάζουν. Χειροκροτούν μέσα από την καρδιά τους και η ζήλια δεν τους πλησιάζει. Αυτό τελικά είναι μαγεία της γραφής, να συναντάς την σκέψη σου κάπου, από αλλού γραμμένη, με άλλες λέξεις, που ήθελες να χρησιμοποιήσεις και εσύ. Στην κορωνίδα, η ποίηση, μέσα σε ένα στίχο διαβάζεις την ιστορία σου και ευγνωμονείς τους ποιητές για τον κερδισμένο χρόνο.
«χρειάζεται θάρρος για να ακούσεις τα τύμπανα της ήττας σου», λέει σε μια συνέντευξη της η Έρση Σωτηροπούλου. Πρέπει να είσαι «έτοιμος από καιρό», όπως λέει και ο Καβάφης. Ακριβώς έτσι, μια ενδεχόμενη πτώση μια ανατροπή δεν είναι εκτός προγράμματος. Χωρίς να είμαι οπαδός του «ότι βρέξει ας κατεβάσει» έχω δαπανήσει πολλές ώρες στην προσαρμογή των νέων δεδομένων που ενδέχεται θα προκύψουν. Τα τύμπανα της ήττας εν προκειμένω, δεν πρόκειται να με τρομάξουν, σαν μια υπενθύμιση με λίγο είναι αλήθεια σκληρό ήχο θα τα εκλάβω.
Για να επανέλθω στην αρχή, η ποίηση είναι αυτή, που φωτίζει τις προσπάθειες και κάνει πιο εύκολη την προσαρμογή στο νέο περιβάλλον και καινούργιο βιβλίο της, η Έρση Σωτηροπούλου «δαμάζοντας το κτήνος».
Αυτό το βιβλίο το έγραψε για μένα και την
συνέντευξη που παραχώρησε στην αλεφ, έχω την αίσθηση ότι εγώ την παραχώρησα… Μερικά αποσπάσματα.
- Και γιατί επιλέξατε εκτός από την πολιτική και την ποίηση; Για να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο η πάλη μέσα του; Η αντίφαση;

- Φαινομενικά υπάρχει αντίφαση, είναι δυο αντιθετικοί κόσμοι. Κι όμως με την ποίηση ασκείς εξουσία, εξουσιάζεις τις λέξεις.
- «Ένιωθε ευεξία και το επόμενο λεπτό ήταν κακόκεφος. Πάθαινε κάτι σαν διάβρωση, ένα ροκάνισμα στο μυαλό του. Το ποίημα που θα έγραφε ήταν εκεί και τον πολιορκούσε. Υπήρχε ήδη έτοιμο, αυτό το ήξερε, και κάθε τόσο, ακόμα και τις πιο άσχετες στιγμές, τον διαπερνούσε κι άφηνε το στίγμα του, ελευθερώνοντας πέτρες και σκόνη σαν την ουρά ενός κομήτη. Αλλά δεν υπήρχε φως, δεν υπήρχαν λέξεις» Όντως κάπου εκεί έξω είναι ένα ποίημα και μας περιμένει; Πώς γεννιέται ένα ποίημα, κυρία Σωτηροπούλου, δεδομένου του γεγονότος ότι είστε και ποιήτρια;


- Καμιά φορά μια λέξη, μόνο μια λέξη, μπορεί να σε καταδιώκει για μήνες. Άλλοτε ένας εξαίσιος στίχος σε επισκέπτεται απροσδόκητα στον ύπνο σου κι αμέσως είσαι σίγουρος ότι είναι ο στίχος που ψάχνεις, και ταυτόχρονα έχεις την αίσθηση ότι κοιμάσαι και δεν θέλεις να ξυπνήσεις για να μη τον χάσεις, αλλά το πρωί, κι αυτό δυστυχώς συμβαίνει συχνά, τον έχεις ξεχάσει. Αυτό παθαίνει κι ο Άρης σε κάποιο σημείο. Έτσι γράφεται ένα ποίημα, είσαι μισός στο φως, μισός στο σκοτάδι, κάνεις ένα βήμα μπρος, δύο πίσω.

- «Τα αριστουργήματα γράφονται κοιτάζοντας το αόρατο. Μόνο αν φωτίσεις το κάτι άλλο κι αν αφεθείς στην εξουσία του, μπορείς να γράψεις». Πώς προσεγγίζεται το αόρατο;
- Προσπαθώντας να είσαι γυμνός, χωρίς προκαταλήψεις, ανοιχτός. Ο καθένας μας είναι φυλακισμένος στον εαυτό του, αυτό το ξέρουμε. Ένα βιβλίο σου δίνει την ευκαιρία να εξερευνήσεις αυτή τη φυλακή, να φωτίσεις την προσωπική σου γεωγραφία και να ανακαλύψεις κρυφά σημάδια, τα σχέδια που άφησαν πριν από σένα άλλοι φυλακισμένοι. Μπορεί ακόμα να σε βοηθήσει να φανταστείς τί γίνεται έξω, να πάρεις μιά ιδέα για τη ζωή πέρα από τα ντουβάρια του κελιού σου. Με λίγα λόγια να ξεπεράσεις τον εαυτούλη σου. Γράφοντας δίνεις γεύση και υπόσταση σε σκέψεις παραμελημένες, αγνοημένες και σχεδόν ανύπαρκτες μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

Οι φωτιές του μέλλοντος μας

Τελικά είμαστε εδώ για να επαναλαμβάνουμε αυτά που έχουμε ξαναζήσει και αυτά που θα ξαναζήσουμε. Πριν δυο χρόνια την ίδια εποχή περιγράφαμε την καταστροφή με την ελπίδα να μην ξανασυμβεί τέτοιο κακό. Σήμερα το ίδιο κακό και με την βεβαιότητα πλέον ότι θα ξανασυμβεί. Δεν μεσολάβησαν δυο χρόνια από την προηγούμενη καταστροφή, το παλαιότερο κείμενο είναι σημερινό.
Χθες δε είχα τι να γράψω, δεν είχα τι να πω. Για να πω την αλήθεια ούτε να ακούσω δεν ήθελα. Ούτε και σήμερα. Τι να πεις μετά απ’ αυτό το ολοκαύτωμα. Είμαστε ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο. Αυτές τις ώρες της καταστροφής, οργίζομαι και αποσυντονίζομαι γίνομαι πυρ και μανία
Στο «Κατά παντός υπευθύνου» ο συμπατριώτης μας Γιώργος Κάρτερ μας λέει ότι:
«Το κακό παράγινε αλγεινό κι είναι σκεβρωμένοι οι ώμοι μας απ’ το φορτίο των τάφων.
Ποιος κερατάς κρατάει τα κίνητρα και ξεχειλώνει τις αόρατες τρύπες και μολύνει το θόλο με μελανιές του Κάτω κόσμου;
Οι πληγές της Γης, μεγάλε, αιμορραγούν κι ο θάνατος απέθανε στα γέλια για το βαθύ μας πένθος.
Ποιος είσαι, ρε συ, που στράβωσες τον άξονα και με τα τοξικά ξαλοίφεις απ’ τα ύψιστα ό,τι θεϊκό θυμάμαι ακόμα.
Κάνεις διπλό κλικ δεξιά, το ξέρω ενώ τ’ αγαπημένα μου χαροπαλεύουν σ’ αλλόφυλο φάκελο.
Όποιος κι αν είσαι ισόθεος η ανάθεμα θα ΄ρθει μαθές η ώρα του Όρθρου…»
Κατά παντός υπευθύνου. Βουβή οργή, εκκωφαντική σιωπή. Τι να πεις και τι άλλο να γράψεις.

Πάνω από την καμένη Πελοπόννησο, την Εύβοια, την Αττική, Πάνω από την καμένη Ελλάδα, χορεύουν το χορό του πολέμου για την εξουσία. Ασχημονούν, υβρίζουν, υποκρινόμενοι κλαίνε και γελούν και πάνω απ’ όλα λένε ψέματα.
…………………………………………………………………………………………..
Και ο Στάθης τότε και τώρα σαν να μην πέρασε μια μέρα «Τη χώρα δεν την καίει η τρομοκρατία, την καίει και το ίδιο της το σύστημα. Το σύστημα της διακυβέρνησης της. Τα δυο μεγάλα κόμματα που εναλλάσσονται στην εξουσία και δεν έχουν φτιάξει κτηματολόγιο και δασολόγιο, τα δυο μεγάλα κόμματα που επιβραβεύουν το καταπατητή, που αποχαρακτηρίζουν δασικές εκτάσεις, που εκποιούν δημόσιες γαίες, που δεν έχουν συλλάβει έναν εμπρηστή, αυτά καίνε τη χώρα. Το πρόβλημα της ανικανότητας να αντιμετωπισθεί η καταστροφή έπεται. Είναι αποτέλεσμα ενός προβλήματος βαθύτερου δομικού: του τρόπου με τον οποίο κυβερνιέται αυτή η χώρα τα περισσότερα χρόνια από την Μεταπολίτευση και μετά Και της ιδεολογίας που έχει παράξει αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης» εξ Ηλείων μαρτυρία, για το μαρτύριο της χώρας… από έναν Στάθη θλιμμένο στην καρδιά έως θανάτου. Ειμαστε πλεον βεβαιοι


Θα ξανακαούμε! Ναι, μιλώ για τις φωτιές του μέλλοντος. Του εγγύς μέλλοντος!
Όταν θα καίγεται (αύριο) ό,τι δεν πρόκανε να καεί (σήμερα) - για την ακρίβεια: ό,τι δεν προλάβανε να κάψουνε σήμερα, θα το κάψουνε αύριο.
Κάθε φορά, την επαύριο μιας μεγάλης φωτιάς μιλάμε για αυτήν καμιά δεκαριά μέρες και μετά συνεχίζουμε τις business as usual - και οριοθετούμε τα νέα οικοπεδάκια, γίνονται οι πρώτες ενθαρρυντικές καταπατήσεις, πέφτουν τα πρώτα μπετά, φτιάχνει και ο κύριος Υπουργός το ανάλογο ρυθμιστικό σχέδιο - και η ζωή συνεχίζεται όλο και πιο αβίωτη, όλο και πιο άχαρη, όλο και πιο φτωχή...
Για την επόμενη φωτιά, δεν μιλά κανείς. Ώσπου να ξεσπάσει. Αύριο λοιπόν νέες φωτιές θα κατασπαράξουν απ' το σώμα της χώραςό,τι δεν θα προλάβει να κατασπαράξει η σημερινή. Που με τη σειρά της αφανίζει ό,τι κι όσα δεν αφάνισαν οι προηγούμενες.
Ρωτώ: από την προηγούμενη καταστροφή, έγινε έως την τωρινή κάποια άσκηση αποτροπής; Ούτε μία! Καταστρώθηκε κάποιο σχέδιο ετοιμότητας; Τρίχες! Βγήκε κάποιο πόρισμα ευθυνών για τους δεκάδες νεκρούς; Νέκρα!
Απλώς κάθε φορά που επέρχεται η συμφορά «βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» και, μπροστά στις κάμερες, άλλοτε φορώντας «τζάκετ της αεροπορίας» κι άλλοτε ένα «άδειο σακκάκι», λαμβάνει μέρος σε συσκέψεις του κώλου, κάτω από χάρτες κατόπιν εορτής (της καταστροφής) και πάνω από άδεια τραπέζια, όπου μόνος εξοπλισμός (ρουφιάνα κάμερα) βόσκει ένα (αριθμός: 1) ορφανό μολύβι.
Κάτι ανθρωπάρια (η πολιτική εξουσία) που κρύβονται πίσω απ' τον ηρωισμό των χειριστών, των πυροσβεστών, των εθελοντών - ανίκανοι οι ίδιοι, μοιραίοι και θλιβεροί. Επιβλαβείς και ολετήρες.
Από το 1985, το '87, το '93, το '97, το 2002, το 2005, το 2007 βράζουμε στο ίδιο καζάνι με τις φωτιές - όχι όλοι όμως, άλλο εμείς που καιγόμαστε κι άλλο αυτοί που μας καίνε.
Αυτοί είναι οι εμπρηστές!

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...