Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Γαμώτο, πώς γίναμε έτσι;


Κοιτάζω το πρωινό φως να πέφτει πάνω στις στέγες της παλιάς πόλης και αναρωτιέμαι, με εκείνη την πικρή γεύση που αφήνει η εποχή μας, «Γαμώτο, πώς γίναμε έτσι;» Πώς καταφέραμε να μεταβολίσουμε το ιερό δάκρυ σε πολιτικό λόγο και να μετατρέψουμε το αρχέτυπο της Αντιγόνης σε αρχηγό κόμματος;



Δεν πρόκειται απλώς για την προσωπική οδύνη μιας χαροκαμένης μάνας. Η Μαρία Καρυστιανού, μέσα στην απόλυτη απώλεια, μετεξελίχθηκε σε σύμβολο, γιατί τόλμησε να δώσει φωνή στη σιωπή των πολλών και στην ηχηρή απουσία των απόντων. Δημιούργησε ρωγμές στο τείχος της λήθης, φέρνοντας στο φως ερωτήματα που το σύστημα εξουσίας προτιμούσε να κρατήσει θαμμένα στα μπαζωμένα συντρίμμια των Τεμπών. Αυτή η στάση έχει ήδη καταγραφεί ανεξίτηλα στη συλλογική συνείδηση και δεν αναιρείται.

Όμως η ανακοίνωση ίδρυσης κόμματος μοιάζει με άλμα στην άβυσσο χωρίς δίχτυ προστασίας. Η πολιτική δεν είναι μόνο κραυγή διαμαρτυρίας, είναι η τέχνη της σύνθεσης και η ισορροπία σε ένα διαρκώς τεντωμένο σχοινί. Το σύστημα δεν συγκινείται, καραδοκεί στη γωνία για να εργαλειοποιήσει την απειρία και τις αμήχανες προτάσεις, μετατρέποντας το πένθος σε ένα αδύναμο πολιτικό επιχείρημα. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από ένα «Κόμμα των Τεμπών» ούτε από μια βεντάλια ψήφων αγανάκτησης. Απαιτεί σχέδιο, πρόγραμμα, ικανότητα διακυβέρνησης και μια καθαρή εναλλακτική πορεία.

Κάθε προσπάθεια που αδυνατεί να αντιληφθεί αυτή τη μετάβαση, κινδυνεύει να γίνει άθελά της χορηγός του αδιεξόδου και της υπάρχουσας κατάστασης. Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, ο ρόλος των Μέσων Ενημέρωσης λειτουργεί συχνά παραμορφωτικά. Στην κυνική αναζήτηση της τηλεθέασης, η τραγωδία μετατρέπεται σε θέαμα και ο πόνος σε καταναλωτικό προϊόν.

Μέσα σε αυτή τη χαίνουσα πληγή δεν πρέπει να λησμονούμε και τη σιωπηλή πλευρά της τραγωδίας. Τους γονείς και τους συγγενείς που κουβαλούν το ίδιο ασήκωτο βάρος μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το δικό τους πένθος δεν διεκδίκησε δημόσιο ρόλο, παραμένει όμως εξίσου ιερό και αδιαπραγμάτευτο.

Τα Τέμπη συγκλόνισαν τη χώρα συθέμελα. Οι πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους όχι για τα κόμματα αλλά για τη δικαιοσύνη, την ασφάλεια και τη λογοδοσία. Αν και όλοι έχουν το δικαίωμα να πολιτεύονται αναζητώντας το δικό τους μερίδιο στην αλήθεια, η πολιτική δεν αντέχει να κινείται αποκλειστικά με όρους συναισθήματος. Γιατί όταν το δίκαιο δεν μετουσιώνεται σε σχέδιο και διάρκεια, εξαντλείται στον θόρυβο. Και τότε, αντί να δικαιώνεται το πένθος, απλώς αλλάζει στρατόπεδο η απογοήτευση.

Η μνήμη δεν κατεδαφίστηκε



Η αφορμή ήταν μικρή, ένα παιχνίδι μνήμης. Ορισμένες στιγμές όμως δεν σβήνονται, γιατί γράφτηκαν πριν μάθουμε να μετράμε την ηλικία μας. Ένα πανηγύρι, μια παιδική ματιά, χρώματα αλλοιωμένα από την αθωότητα. Τότε που ο κόσμος δεν ζητούσε αποδείξεις. Είχε μια γλύκα που τα σκέπαζε όλα.

Αυτό το παλιό, σήμερα επιστρέφει όταν ανταλλάσσονται νοσταλγίες, όχι για παρηγοριά, αλλά για έλεγχο απωλειών. Κι έτσι ξαναπαίρνω τον δρόμο, την Οδό Ονείρων, γνωρίζοντας ότι οι λέξεις δεν φτάνουν, όμως αν σωπάσεις χάνεις οριστικά.



Ο δρόμος μου είχε πόρτες ανοιχτές και φωνές χωρίς φόβο. Γέλια που δεν απολογούνταν. Έναν παγωτατζή με ποδήλατο, τον Αλέκο. Μυρωδιές από ψωμί ζεστό και χώμα καθαρό, από νεραντζιές και γιασεμιά. Γυναίκες στα πεζούλια να πλέκουν χρόνο. Καραγκιόζη πίσω από άσπρο σεντόνι. Παιδιά που έπαιζαν χωρίς παιχνίδια, γιατί είχαν ακόμη φαντασία. Γλέντια, χορούς, μουσική, πολλή μουσική. Από εκείνη που δεν παίζει πια, αλλά επιμένει. Κατά τύχη, ή όχι, ήταν η ίδια μουσική της Οδού Ονείρων.

Υπήρχαν και Έρωτες Θεοί. Όχι για να μας σώσουν, αλλά για να μας σημαδέψουν. Και το δεχτήκαμε όλοι, χωρίς όρους χρήσης.
Ο δρόμος έμεινε φωτεινός. Δεν τον σκίασαν πολυκατοικίες. Ο ήλιος τον βρίσκει ακόμη. Οι άνθρωποι ήταν αυτοί που έφυγαν.

Τον άφησαν μόνο, χωρίς παιδιά, χωρίς λαλιά. Έναν δρόμο ζωντανό, σε μια εποχή που όλα κατοικούνται και τίποτα δεν ζει.
Κάπου εκεί ακούγεται ακόμη το τραγούδι. Το πουλί δεν πιάνεται, δεν χάνεται. Ακόμη κι όταν το σκοτώσουν, βρίσκει τρόπο να λαλεί.

Η μουσική μπορεί να σωπαίνει, η μνήμη όμως όχι. Δεν κατεδαφίστηκε. Αντέχει ακόμη, σαν δρόμος που περιμένει. Κι εγώ, όπως μας λέει ο Χατζιδάκις, θα μείνω ξάγρυπνος, όχι από ρομαντισμό, αλλά από ευθύνη. Να μαζέψω όσα όνειρα γεννηθούν μέσα στη νύχτα. Να τα φυλάξω από τη φθορά και τη γενική χρήση. Να σας τα επιστρέψω μιαν άλλη φορά, πάλι σε μουσική.
Καληνύχτα.

Οι Κυριακές που δεν ξεχνιούνται

Ξημερώνει Κυριακή. Το όνειρο ήρθε χωρίς προειδοποίηση, σαν κάτι που είχε παλιά εκκρεμότητα μαζί μου. Δεν είχε αρχή ούτε τέλος, μόνο ένταση. Έναν χώρο όπου όλα λειτουργούσαν χωρίς οδηγίες χρήσης, χωρίς υποχρεωτικές ερμηνείες.

Δεν ξέρω πού βρέθηκα. Παράδεισος ή κόλαση δεν έχει πια σημασία. Εκεί οι αισθήσεις δούλευαν στο όριο. Η εικόνα καθαρή, το σώμα υπάκουο, η μνήμη χωρίς βάρος. Ακόμα και τα μάτια, κουρασμένα πια από τα χρόνια, έβλεπαν χωρίς προσπάθεια. Για λίγο μου επιστράφηκε μια εκδοχή του εαυτού μου, που δεν χωρά στην καθημερινή τάξη πραγμάτων. Έξω απ’ αυτόν τον χώρο, η πραγματικότητα περίμενε, ανυπόμονη, έτοιμη να σκάσει από ζήλια.



Το όνειρο έσβησε γρήγορα. Όχι όμως και ό,τι άφησε. Τα συναισθήματα δεν υπακούν σε ωράρια. Δεν μεταφράζονται εύκολα, ούτε χωρούν σε φόρμες. Σε ακολουθούν, την ώρα που η ζωή απαιτεί να συνεχίσεις κανονικά, παραγωγικά, προβλέψιμα.

Υπάρχουν άνθρωποι που στον ύπνο τους ξεκουράζονται. Άλλοι κατεβαίνουν βαθιά. Μπαίνουν στα υπόγεια της μνήμης, δοκιμάζουν να πετάξουν με αντίθετο άνεμο, να προχωρήσουν ενώ όλα τους τραβούν πίσω. Αυτοί συνήθως περισσεύουν. Δεν είναι συμβατοί με την ομαλή λειτουργία των πραγμάτων, δεν χωρούν στα ωράρια, στα πρωτόκολλα, στα καθαρά αφηγήματα της κανονικότητας.

Θυμάμαι καθαρά εκείνο το ελάχιστο κενό μόλις άνοιξα τα μάτια. Το σημείο που δεν έχεις αποφασίσει αν επέστρεψες ή αν συνεχίζεις να ονειρεύεσαι. Εκεί που πρέπει να διαλέξεις πού αντέχεις περισσότερο.

Η Κυριακή σε μια επαρχιακή πόλη δεν συγχωρεί. Η σιωπή απλώνεται, ο θόρυβος αποσύρεται, οι χτύποι της καρδιάς ακούγονται καθαρά. Το σπίτι μπορεί να γίνει καταφύγιο ή κελί. Αν δεν χτυπήσει το τηλέφωνο, όλα βαραίνουν.

Κάποιοι ζουν για αυτές τις ώρες. Άλλοι τις φοβούνται. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που δεν κρύφτηκαν ποτέ πίσω από τη σιγουριά. Για αυτούς, οι Κυριακές δεν είναι συννεφιασμένες. Λάμπουν. Κι όπως συμβαίνει μόνο με τις Κυριακές που καίνε, αυτές καίνε. Δεν ξεχνιούνται. 
Δείτε λιγότερα

Σχόλια

Billy Zotos
Λίγο μελαγχολικ

Μικρή ωδή στο ανοιχτό παράθυρο

Άνοιξε το παράθυρο. Όχι σαν απόδραση, αλλά σαν πράξη. Σαν μια ήσυχη πολιτική δήλωση απέναντι στον φόβο που μας θέλει κλεισμένους, σκυμμένο...