Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Μαθήματα ήττας για προχωρημένους

 




Υπάρχουν δεσμοί που δεν τους εξηγείς εύκολα. Σε πληγώνουν, σε ανεβάζουν, σε γυρίζουν πίσω στον εαυτό σου. Δεν είναι κείμενο για ποδόσφαιρο. Είναι για το πώς δένεις τη ζωή σου με κάτι που δεν ελέγχεις. Για το πώς αντέχεις την απογοήτευση, πώς συνεχίζεις να μένεις, ακόμα κι όταν πονά. Αν έχεις αγαπήσει κάτι που σε πλήγωσε και παρ’ όλα αυτά έμεινες, διάβασέ το. Δεν τελειώνει στα 90 λεπτά.



Δεν τα έχω με την ΑΕΚ. Με εμένα τα έχω.
Με εκείνον τον εαυτό που επιμένει να μετράει τη διάθεσή του με σκορ, να ρυθμίζει τον ψυχισμό του με νίκες και ήττες, σαν να μην έμαθε ποτέ να στέκεται μόνος του. Τις προηγούμενες μέρες η ΑΕΚ με ανέβασε στον ουρανό. Χθες, με τον ΟΦΗ, μέσα στο γήπεδό της, με κατέβασε στα Τάρταρα. Όχι γιατί αποκλείστηκε από το κύπελλο. Αλλά γιατί εγώ αποκλείστηκα από την ηρεμία, από εκείνη τη σιωπηλή συμφωνία ότι η ζωή συνεχίζεται κανονικά.

Η κανονικότητα της απανθρωπιάς

Δεν ζούμε κρίση, ζούμε απόφαση. Η απανθρωπιά δεν προέκυψε, επιλέχθηκε. Σχεδιάστηκε σε γραφεία, νομιμοποιήθηκε με νόμους, βαφτίστηκε αναγκαιότητα. Η πολιτική δεν απουσιάζει, λειτουργεί εναντίον της κοινωνίας. Δεν αποτυγχάνει, εκτελεί.


Ο ακραίος φιλελευθερισμός δεν είναι οικονομική θεωρία, είναι ηθικό δόγμα. Υποστηρίζει ότι η ανισότητα είναι φυσική, η ανασφάλεια παιδαγωγική και ο φόβος εργαλείο πειθάρχησης. Όποιος δεν τα καταφέρνει, φταίει. Όποιος αποκλείεται, το άξιζε. Έτσι εξαφανίζεται η ευθύνη του συλλογικού και απομένει μόνο η ενοχή του αδύναμου.



Το διεθνές δίκαιο, άλλοτε ανάχωμα, σήμερα λειτουργεί ως υποσημείωση. Ενεργοποιείται επιλεκτικά, αναστέλλεται σιωπηλά, ακυρώνεται στην πράξη. Οι ισχυροί δεν το παραβιάζουν, το ερμηνεύουν. Οι πόλεμοι βαφτίζονται επιχειρήσεις, οι νεκροί αριθμοί, τα εγκλήματα ισορροπίες.

Η δημοκρατία περιορίστηκε στη διαδικασία. Ψηφίζουμε χωρίς να αποφασίζουμε, ενημερωνόμαστε χωρίς να γνωρίζουμε, μιλάμε χωρίς να ακουγόμαστε. Η πολιτική έγινε τεχνική, η εξουσία αόρατη, η ευθύνη άφαντη.

Το πιο επικίνδυνο όμως δεν είναι αυτοί που κυβερνούν έτσι. Είναι ότι αρχίσαμε να το θεωρούμε λογικό. Ότι συνηθίσαμε να ζούμε λιγότερο για να μη διαταράσσουμε το σύστημα. Όταν η αδικία παύει να προκαλεί ντροπή, παύει και η ανάγκη να αλλάξει. Και τότε ο κόσμος δεν καταρρέει, λειτουργεί. Λειτουργεί άψογα εναντίον εκείνων που τον κατοικούν.

Οι τελετές που τρώνε τον χρόνο

 

Πριν μερικές δεκαετίες, οι πρωτοχρονιάτικες πίτες είχαν μια αθωότητα. Ένα μαχαίρι, ένα φλουρί, ένα χαμόγελο που δεν όφειλε τίποτα σε κανέναν. Σήμερα είναι απλώς η αφορμή. Κόβονται μέχρι τον Μάρτη, όχι από καθυστέρηση, αλλά από επαγγελματισμό. Έτσι λειτουργεί πια το τελετουργικό, παρατείνεται, ανακυκλώνεται, επαναλαμβάνεται μέχρι να αδειάσει από νόημα. Η χρονιά δεν ξεκινά, τεμαχίζεται. Το φλουρί βρίσκει σχεδόν πάντα τον σωστό αποδέκτη και οι ευχές κυκλοφορούν ως ασφαλές νόμισμα κοινωνικής συναλλαγής.

Αίθουσες, γραφεία, σύλλογοι, επιτροπές, σωματεία, όλα σε μια παράταξη ευχών, φτηνής κατανάλωσης. Καλή χρονιά με καθυστέρηση, υγεία με ημερομηνία λήξης, επιτυχίες γενικής χρήσεως. Δεν είναι η πίτα που ενοχλεί. Είναι το φαινόμενο. Η γενικευμένη λατρεία της τελετής, ανεξαρτήτως περιεχομένου. Η ανάγκη να υπάρχουμε μόνο ως παρουσία, όχι ως άνθρωποι. Από μια βασιλόπιτα μέχρι έναν γάμο ή μια κηδεία, η απόσταση έχει μικρύνει επικίνδυνα. Ίδιες χειραψίες, ίδια χαμόγελα, ίδια βλέμματα που μετρούν ισορροπίες. Παρών για να καταγραφείς, όχι για να συμμετάσχεις.

Κάποτε όλα αυτά με διασκέδαζαν ή με άφηναν αδιάφορο. Με τα χρόνια όμως, η αδιαφορία κουράζεται. Ο οργανισμός αντιδρά στην επανάληψη της επανάληψης. Δεν γελάς, δεν θυμώνεις, δεν συγκινείσαι. Νιώθεις εκείνη τη σωματική δυσφορία που προκαλεί το καθολικό ξεγύμνωμα του «είναι» από το «φαίνεσθαι».

Οι τελετές έγιναν δημόσιες σχέσεις με σκηνικό. Λόγοι χωρίς ακροατήριο, ευχές χωρίς πρόσωπο, χαρές και λύπες σε κοινή χρήση. Ακόμη και ο πόνος, όταν χρειαστεί, μπαίνει σε πρόγραμμα, με επίσημες παρουσίες και σωστή στάση σώματος. Τίποτα αυθόρμητο, τίποτα επικίνδυνο.

Και κάπως έτσι, η πίτα μένει στο κέντρο ως σύμβολο. Όχι παράδοσης, αλλά συνήθειας. Ένα ακίνδυνο τελετουργικό που μας εκπαιδεύει να κόβουμε το νόημα σε ίσα κομμάτια, μέχρι να μην περισσεύει τίποτα που να αξίζει να ειπωθε

Όταν η ντροπή παραιτήθηκε


Όταν η ντροπή παραιτήθηκε, το συναίσθημα βαφτίστηκε αδυναμία και η πολιτική παρέδωσε τα κλειδιά στους αναίσθητους. Όχι σε όσους διαφωνούν, αλλά σε όσους δεν νιώθουν. Σε εκείνους που δεν κοκκινίζουν, δεν θυμούνται και δεν διστάζουν. Το τίμημα, όπως πάντα, το πλήρωσαν άλλοι, αυτοί που βρέθηκαν στο λάθος σημείο, τη λάθος στιγμή, με τη λάθος ελπίδα.



Υπάρχει ένα είδος ανθρώπου που δεν προδίδει από ανάγκη. Προδίδει από άνεση. Δεν αλλάζει στρατόπεδο γιατί πείστηκε, αλλά γιατί βολεύτηκε. Δεν συγκρούεται, δεν ρισκάρει, δεν εκτίθεται. Προσαρμόζεται. Και μετά ζητά να τον χειροκροτήσουμε για την προσαρμογή του.

Λένε πως το συναίσθημα θολώνει την πολιτική κρίση. Ψέμα. Αυτό που τη διαλύει είναι η απουσία του. Όταν κυβερνούν άνθρωποι που δεν ντρέπονται, δεν πονάνε και δεν θυμούνται, η πολιτική καταντά καθαρή διαχείριση, χωρίς ανθρώπινο υπόλοιπο. Κάπως έτσι οι αθώοι βρίσκονται πάντα στη λάθος πλευρά της ιστορίας, χωρίς να φταίνε.

Στο ποδόσφαιρο, ακόμη και οι επαγγελματίες ξέρουν τι σημαίνει να ανήκεις. Υπάρχουν παίκτες που έμειναν, όχι γιατί δεν είχαν προτάσεις, αλλά γιατί είχαν όριο. Στην πολιτική, οι περισσότεροι δεν έχουν ούτε όριο ούτε μνήμη. Οι μεταγραφές γίνονται με ταχύτητα καταιγίδας και δικαιολογούνται με τη λέξη «ευθύνη».
Χτες κατήγγελλαν, σήμερα υπηρετούν. Χτες φώναζαν, σήμερα υπογράφουν. Δεν ζητούν συγγνώμη, ζητούν ψήφο. Δεν αλλάζουν ιδέες, αλλά αφηγήματα. Και απαιτούν από τους άλλους να τους ακολουθήσουν, να ξεχάσουν, να κάνουν πως δεν είδαν.

Το πολιτικό σύστημα δεν αλλάζει από αυτούς που το έμαθαν απ’ έξω. Από εκείνους που έμαθαν να ζουν μέσα του, να το δικαιολογούν, να το συντηρούν. Είναι άνθρωποι που δεν λένε ψέματα συνειδητά. Τα πιστεύουν. Κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο.
Όλα αυτά έγιναν γιατί κάποια στιγμή βαρεθήκαμε την πολιτική. Την υποτιμήσαμε. Την αφήσαμε στους πρόθυμους. Και οι πρόθυμοι, όταν μεθύσουν από εξουσία, δεν φεύγουν εύκολα.
Μένουν.
Και μας κουνάνε το χέρι, σαν να μην έγινε τίποτα.

Η Φωτογραφία από την ταινία, Η Ντροπή / Shame» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (1968)

Κυριακή, ανάμεσα στα όνειρα



Ξημερώνει Κυριακή. Το φως μπαίνει διστακτικά, σαν να ζητά άδεια από έναν κόσμο κουρασμένο να ξυπνήσει. Λίγο πριν ανοίξω τα μάτια, μένω ακόμη στην άκρη του ονείρου, εκεί όπου το άγνωστο μοιάζει οικείο και το γνώριμο αλλάζει πρόσωπο.
Είναι η στιγμή που δεν ξέρεις αν ζεις ή αν θυμάσαι ότι έζησες.
Όλα σιωπηλά, εκτός από εκείνη τη χαμηλή φωνή της καρδιάς που μετρά τον χρόνο ανάμεσα σε όσα χάθηκαν και σε όσα επιμένουν. Στέκομαι για λίγο ακίνητος, ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, εκεί όπου η σκέψη δεν έχει ακόμη πάρει θέση. Δεν είναι όνειρο, δεν είναι μνήμη. Είναι ένα κενό που ζητά να γεμίσει με αλήθεια.



Οι Κυριακές έχουν πάντα κάτι από παύση. Όχι ανάπαυση, παύση. Στην επαρχία οι δρόμοι αδειάζουν νωρίς και ο χρόνος απλώνεται άβολος. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες, ούτε ρόλοι. Οι άνθρωποι κυκλοφορούν χωρίς πρόγραμμα και οι πόλεις μοιάζουν να αποσύρονται από τον εαυτό τους. Η μοναξιά περπατά στα πεζοδρόμια χωρίς βιασύνη, όχι απειλητική, σχεδόν οικεία, σαν παλιός γνωστός που δεν χρειάζεται συστάσεις. Μέσα σ’ αυτή την ακινησία βρίσκεις ξανά τον εαυτό σου, εκείνον που τις καθημερινές κρύβεται πίσω από θόρυβο και υποχρεώσεις.

Λένε πως η Κυριακή βαραίνει. Ίσως γιατί δεν προσφέρει άλλοθι. Είναι η μέρα που καταρρέουν οι μικρές αφηγήσεις της εβδομάδας. Δεν φταίει η δουλειά, δεν φταίει ο χρόνος, δεν φταίει κανείς άλλος. Είναι η μέρα που βλέπεις καθαρά τι έμεινε πίσω από τις υποσχέσεις, τι χάθηκε μέσα στις αναβολές, τι μετατράπηκε σε συνήθεια για να μη χρειαστεί να γίνει επιλογή. Και τότε καταλαβαίνεις πως πολλά από όσα ονομάσαμε συλλογικά, ήταν τελικά βαθιά ατομικά.

Ξημερώνει Κυριακή με χαμηλό ουρανό. Κάπου αλλού, κάποιος άλλος στέκεται στο ίδιο μεταίχμιο, με τις ίδιες σκέψεις, την ίδια αμήχανη διαύγεια. Δεν επικοινωνείτε, αλλά συνυπάρχετε. Κι έτσι η μέρα παύει να βαραίνει. Δεν γίνεται ελπίδα. Γίνεται μέτρο. Και αυτό, σε έναν κόσμο που έμαθε να αποφεύγει τον εαυτό του, είναι ήδη μια μορφή αντίστασης. Και τότε οι Κυριακές δεν είναι βαριές, λάμπουν στο πρόσωπο εκείνου που θυμάται να αγαπά.

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...