Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Και ούτε που φαίνεται εκείνη η κατηφόρα...

Ένα διαχρονικό κείμενο που ανασύρω από τις αποθήκες, για να συμπληρώσει το χθεσινό «Δεν έχω πρόβλημα με την ηλικία», είπα. «Σιγά μη σε πιστέψουμε», ήρθε η αντήχηση. Θα που πείτε η αντήχηση επαναλαμβάνει, έτσι γίνεται συνήθως, αυτή τη φορά όμως δεν άντεξε το ψέμα. Ανεμίζω και πάλι μνήμες. Ανοίγω πληγές και οι φόβοι αναπόφευκτοι. Στη διασταύρωση και πάλι εκεί ακριβώς που τελειώνει η ανηφόρα και αρχίζει η κατηφόρα. Στο σημείο μηδέν, εκεί που στυλώνεις τα πόδια και διαβεβαιώνεις τον εαυτό σου, ότι ποτέ δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα. Και όλα αυτά, με άγνοια παντελή, για το τι θα ακολουθήσει. Το «τι ωραία που μεγαλώνουμε», ακούγεται καλό σαν ευχή, αλλά φτάνει πια, μεγαλώσαμε, ας σταματήσει ο χρόνος για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας εδώ, να ωριμάσουμε είπαμε να μην σαπίσουμε. Ειλικρινά δεν νοσταλγώ τα νιάτα, πιστεύω πως η κορύφωση βρίσκεται κάπου στη μέση, με τις επιδόσεις να έχουν κάνει τα απαραίτητα χιλιόμετρα και να ρολάρουν καλύτερα, σαν στρωμένη μοτοσικλέτα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι αξία μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στη μέση ηλικία που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.
Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.
«Η ώρα των δακρύων έχει καλύτερη αίσθηση του χρόνου και ως εκ τούτου μεγαλύτερη διάρκεια», μονολογεί η ραδιοφωνική μου φίλη. «Διότι το πηγάδι για να δώσει νερό, πρέπει τα ποτάμια και οι λίμνες να έχουν καταβάλει το ποσοστό τους. Γεμίσεις, γεμίζεις, δημιουργείς μια τεχνητή πλημμύρα για να μην εκτεθείς, φωνάζεις, όλους τους απόκληρους να έρθουν να ξεδιψάσουν, βάζεις στα σκυλιά νερό να μην γαβγίζουν και τρομάξουν τις ώρες που έρχονται, αλλά πάλι κάτι μένει. Δικό σου, για ποτέ και για πάντα, κάτοπτρο των οφειλών σου στη μνήμη και είναι τα μάτια οι μόνες εκβολές για να στεγνώσει ο ύπνος σου. Έτσι πιστεύαμε εμείς, οι όχι νέοι, οι όχι παλιοί. Οι ανάμεσα, με το διστακτικό βήμα του νικημένου στρατιώτη».
Τι μεσολάβησε από τότε μέχρι σήμερα; Μιας συνεχής μετατόπιση, στο μεσοδιάστημα, στο σημείο μηδέν. Μια απέραντη στρογγυλή πεδιάδα και ούτε που φαίνεται εκείνη η κατηφόρα. Όσο για εκείνες τις «ασφαλείς προβλέψεις…», κουταμάρες. Για μας που η καρδιά μας σκίζεται πιο εύκολα απ’ το χαρτί, εδώ θα μείνουμε, στη μέση. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι πολύ ωραία εδώ πάνω, μόνο αυτό το αστέρι, που λάμπει, φαίνεται πως θα με δυσκολέψει,δεν ξέρω ποιος θεός μού το κρέμασε τόσο μακριά…

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2015

Έχει ηλικία η γραφή;

Από φόβο είναι η αντίδραση και ας επιχειρηματολογούμε για το αντίθετο. Μπορεί η κάθε ηλικία να έχει τις χάρες της, στην δική μας, όμως έχει επικαθήσει ένας αχρείαστος φόβος, που όσο και να προσπαθούμε να τον κρύψουμε, έρχεται δια ασήμαντον αφορμή να μας υπενθυμίζει, ότι ο χρόνος τελειώνει. Την εξήγηση τη βρήκα στο βιβλίο του 'Ιρβιν Γιάλομ, “ Στο κήπο του Επίκουρου”. Είναι ο φόβος του θανάτου, που από μια ηλικία και ύστερα, χωρίς, να το συνειδητοποιούμε, γεγονότα που στα χρόνια της νεότητας μας περνούν απαρατήρητα, στην ηλικία μας αποκτούν μια άλλη διάσταση στην καθημερινότητά μας .
Και το είδος της γραφής δε μπορεί να μην έχει σχέση με το χρόνο. Έχει ηλικία η γραφή; Από το εφήμερο του ρεπορτάζ στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφίας, έφτασα να γυρεύω απεγνωσμένα λέξεις, για να φυτέψω κάτω απ' το δέρμα μήπως και τους παρατείνω για λίγο τη ζωή. Είναι ο φόβος του θανάτου τελικά, που δίνει και στις λέξεις την ηλικία  τους κάθε φορά που θέλουν να πουν κάτι.
«Ένα ελεύθερο θέμα για σήμερα», όπως μας έλεγαν στο σχολείο, ανάλογα τη διάθεση και τα ερεθίσματα από το παγκόσμιο χωριό και πάνω απ’ αυτό. Αυτό προσπαθώ κάθε μέρα, ικανοποιώντας πρωτίστως το δικό μου «θέλω να τα πω» με την ελπίδα πάντα, πως ίσως κάπου συναντήσω κάποιους της παρέας. Γιατί, στην πραγματικότητα, το χρονογράφημα είναι η γέφυρα που περνά πάνω από την ξεραΐλα της βιασύνης, της προχειρότητας, της αδιαφορίας και ελαφρότητας που συχνά χαρακτηρίζει την είδηση, το καθημερινό ρεπορτάζ, το πολιτικό άρθρο και καταλήγει στο πιο πλούσιο πνευματικό έδαφος της ευρηματικότητας, της ενδελέχειας, της βραδύτητας, της φαντασίας - σε ό,τι δηλαδή αγγίζει τη λογοτεχνία.
«Όμως το χρονογράφημα», όπως λέει ένας βραβευμένος χρονογράφος «αντίθετα από τη συμβατική, την «πραγματική» λογοτεχνία, είναι μια λογοτεχνία που δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου, είναι η λογοτεχνία που γράφεται κυριολεκτικά στο πόδι, είναι η λογοτεχνία των γεγονότων που συμβαίνουν και όχι των γεγονότων που συνέβησαν, είναι η λογοτεχνία κάποιου βάθους, πάνω στην επιφάνεια. Το χρονογράφημα σε μιαν εφημερίδα επιβραδύνει το βιαστικό, ξεκαθαρίζει το νεφελώδες, επιμηκύνει τη ζωή του θνησιγενούς. Είναι το μαύρο πρόβατο της εφημερίδας, που δεν ταιριάζει στο εφήμερο πνεύμα της. Ενώ όλα τα άλλα κομμάτια της αποδέχονται τη θνητότητά τους και πεθαίνουν με ευχαρίστηση την επομένη, το χρονογράφημα θέλει να ζήσει μια μέρα, ένα μήνα, ένα χρόνο πιο πολύ».
 

Πως όμως να γράψει κανείς χρονογράφημα, όταν οι ήρωες της τοπικής επικαιρότητας, δεν βγάζουν ούτε γέλιο ούτε δάκρυ;
Δεν υπάρχει η πρώτη ύλη σε αυτόν εδώ το τόπο, τα γεγονότα είναι μια συνεχής επανάληψη και οι πρωταγωνιστές προϊόντα μιας χρήσεως, παρά ταύτα ξαναχρησιμοποιούνται.
Πώς να γράψω χρονογράφημα μέσα στην απραξία στο στείρο πολιτικό λόγο, σε ένα περιβάλλον απλής διαχείρισης και μάλιστα κακοδιαχείρισης των πραγμάτων; Γι’ αυτό ένα ελεύθερο θέμα κάθε μέρα, που δεν χωράει σε καλούπια, που ταξιδεύει επί τόπου για να μπορεί να αναπνέει, που σκάβει με τα νύχια για να περάσει λίγα εκατοστά την επιφάνεια, για να μπορεί να ζήσει.
Για τον χρόνο και σήμερα. Για το χρόνο που το μετράμε ανάλογα με την μνήμη, για το χρόνο που αν δεν πάμε με το ρολόι, μπορεί και να μην είναι αδυσώπητος. «Το χρόνο δεν τον μετράμε πλέον με κεριά γενεθλίων. Το χρόνο τώρα τον μετράμε με απουσίες».
Μεγαλώνουμε περιστρεφόμενοι γύρω από τον ίδιο άξονα. Δεν αλλάζουμε, ο εαυτός μας ξανά. Σε μια ισορροπία εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι, να ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε τελικά και δεν τα κάναμε, μία η άλλη!
«Με απουσίες μετράμε τον χρόνο. Με ονόματα που σβήνουμε. Με φίλους που χάθηκαν, που έγιναν ξένοι, που έφυγαν απ’ τη ζωή τη δική τους και τη δική μας. Με έρωτες που μαράθηκαν, με έρωτες που τελείωσαν άδοξα, με γεγονότα που ξεθώριασαν από το χρόνο».
"Για το χρόνο και σήμερα που κάποιοι λένε ότι τρέχει, εμείς όμως εκεί, στάσιμοι, καρφωμένοι στο σημείο που το μυαλό άφησε να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι για να έχει να λέει για τα ταξίδια. Ακίνητοι και φευγάτοι. Σιγά τι είναι τα χρόνια. Αποσυμπιεσμένες στιγμές κατά μια έννοια. Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με λίγη αξιοπρέπεια".

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

Ο τρόπος με ενοχλεί

Πρόσθεση αφαίρεση. Οι αριθμοί εφιάλτες, για να βρεθούν τα ισοδύναμα. Και από τους ρύπους, και από την παλαιότητα και από την αξία και από την μύγα ξίγκι, για να τελειώσουν οι ψευδαισθήσεις, ότι τα υψηλά τέλη αυτοκινήτων θα μειωθούν. Μια μικρή αύξηση με αριστερό πρόσημο, που δικαιολογείται από την “ποιότητα” του οδικού δικτύου! Μιζέρια. Ψάχνουνε στις
ξεχασμένες τσέπες, μήπως έχει ξεμείνει κανένα φραγκοδίφραγκο.
Θα μου πείτε κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνω, Χρωστάμε και πρέπει να πληρώσουμε, o τρόπος με ενοχλεί. Θα προτιμούσα από μια κυβέρνηση της αριστεράς να μας μιλήσει ευθέως. Θλίβομαι να τη βλέπω στη θέση του λογιστή, να μετράει τους ρύπους και να προσθέτει τέλη στα γραμμάρια.
Ο,τι έγραφα εδώ και τρία χρόνια για εκείνη την αλήστου μνήμης κυβέρνηση, του πάλαι ποτέ δικομματισμού, δεν μπορώ σήμερα να αφαιρέσω ούτε μία λέξη. Πρέπει να συμφωνήσουμε και στα 48 προαπαιτούμενα για να εκταμιεύσουμε την επόμενη δόση.
Δόση με δόση, δηλητήριο. Οι δανειστές πλέον ζητούν ενέχυρο, ένα εξαθλιωμένο Λαό, στρατιές ανέργων, μισθούς πείνας, την εθνική μας ανεξαρτησία, την εδαφική μας κυριαρχία, την κρατική περιουσία και ό,τι τέλος πάντων μπορεί να έχει κάποια αξία σ’ αυτόν τον τόπο. Και η κυβέρνηση στην θέση του διαχειριστή αυτής της σχιζοφρένειας αγωνίζεται για να κλείσει και τις τελευταίες εκκρεμότητες. Χωρίς να το καταλάβει, βρέθηκε στο κέντρο της δίνης και με λογικές που πολεμούσε χθες, προσπαθεί να πάρει ανάσες για το σήμερα κλείνοντας το παράθυρο στο μέλλον.


Αυτές τις μέρες, είναι αλήθεια, δύσκολα μου βγαίνουν οι λέξεις. Ακόμα και τα παραμύθια ημιτελή τα παρατάω.
Τα δάκρυα έπονται, προηγούνται οι συμβιβασμοί οι ταπεινώσεις, οι εκποιήσεις οι αλλοτριώσεις, οι εκρήξεις, η φρίκη, έτσι που και με τον άνθρωπό σου γίνεσαι εχθρός και με τον εαυτό σου ξένος.
Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούν στην πραγματικότητα.
Ημιτελή παραμύθια, με επίλογους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά.
Βιώνοντας το παρόν και αδιαφορώντας για το μέλλον. Αυτό κάνουμε και σήμερα, το παρόν βιώνουμε δανειζόμενοι, παραχωρώντας ως εγγύηση ό,τι ιερό και όσιο, κάτω από τη σκληρή επιτήρηση των δανειστών μας, όχι βεβαίως για να εξασφαλίσουν το μέλλον μας, αλλά τα χρήματα που μας δάνεισαν.
Από όσο θυμάμαι μια ζωή αυτός Λαός, θυσίες κάνει, χωρίς ακόμα να κατορθώσει να έχει την εύνοια των θεών.
Δεν είναι η απαισιοδοξία που με οδηγεί σ’ αυτήν την διαπίστωση, είναι η πραγματικότητα που τη βιώνουμε αισιόδοξα.
Η ανακύκλωση των προβλημάτων, η μάχη της καθημερινότητας, οι προσωρινές λύσεις, μας έχουν καταδικάσει σε μια διαχείριση του σήμερα, χωρίς επιπλέον δυνάμεις και δυνατότητες.
Ένα οικοδόμημα χωρίς θεμέλια, που μοιάζει περισσότερο με ημιυπαίθριο, που να στηρίξει το μέλλον, πώς να σταθεί αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Τώρα θερίζουν θύελλες

Τώρα που ντυθήκαμε στα κυανέρυθρα για να θρηνήσουμε τα αθώα  θύματα του Παρισιού από τους  τζιχαντιστές. Τώρα που γίναμε όλοι Γάλλοι, καλό είναι να ρίξουμε μια ματιά εκεί που οι τηλεοπτικές κάμερες δεν ζουμάρουν. Να γίνουμε και  Σύριοι και Παλαιστίνιοι  και Κούρδοι και Ιρακινοί  και  Λιβανέζοι και Αφγανοί   και όπου της γης οι κολασμένοι.
Να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, από εκεί που ο καπιταλισμός δεν είχε και τις καλύτερες προθέσεις.
Σήμερα κάπου διάβασα ότι η Γαλλία, πουλούσε όπλα  στους τζιχαντιστές. Για φαντάσου  εσύ που έβαψες το προφίλ σου στο διαδίκτυο  με τα χρώματα της Γαλλικής σημαίας. Για φαντάσου κάποιο  όπλο  απ’  αυτά που σκόρπισαν το θάνατο στο κέντρο του Παρισιού, να έχει Γαλλική προέλευση.
Αυτοί οι παρανοϊκοί δολοφόνοι που ζώνονται εκρηκτικά και παίρνουν μαζί τους αθώους πολίτες, δεν μας προέκυψαν ξαφνικά. Χρησιμοποιηθήκαν από τους ισχυρούς προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντας τους.  Το “Πολέμα τον εχθρό σου δια μέσου του εχθρού σου”, μπορεί να είναι μεγάλη κουβέντα, έχει  όμως και τις εξαιρέσεις της και στην περίπτωση της Αραβικής «άνοιξης» έφερε το χειμώνα, για να θυμίσει και την άλλη μεγάλη κουβέντα  «Ο  εχθρός του εχθρού σου  δεν είναι φίλος μου. Συνήθως -αν συμμαχήσεις- όταν νικήσετε τον κοινό εχθρό, σου μένει αμανάτι ένας «φίλος» που είναι τρεις φορές χειρότερος από τον νικημένο εχθρό σου.”  
Τώρα θερίζουν θύελλες.  Τα σύγχρονα όπλα ωχριούν μπροστά στους τζιχαντιστές.  Από τη στιγμή που έχουν ξεγράψει την ζωή τους, είναι ένα βήμα μπροστά. Από την στιγμή που δεν μπαίνουν στο κόπο των αριθμών και στην λογική των συμφερόντων δεν πρόκειται να ξεμπερδέψουμε εύκολα. Ο  Αλλάχ θα μπορούσε να τους σταματήσει, μόνο που Αλλάχ δεν υπάρχει. Άλλη μια πληγή στις τόσες που έχει  δημιουργήσει ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός.
Δεν θα ξεμπερδέψουμε, από τους παρανοϊκούς φανατικούς ισλαμιστές, αν δεν ξεμπερδέψουμε πρώτα από την λογική του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, που μπροστά  στα συμφέροντα των ισχυρών  που εξυπηρετεί βάζει σε δεύτερη μοίρα τη ανθρώπινη ζωή.

Θρηνώ για τα αθώα θύματα του Παρισιού και το ίδιο θρηνώ για τα θύματα αυτού του άδικου πολέμου που έχει ξεσπάσει στις χώρες του αραβικού κόσμου και για όλα τα θύματα, αυτών που στην θέση, των ανθρώπων βάζουν ψυχρούς αριθμούς.  

Η Πολιτική παρέδωσε. Η Οικονομία βασιλεύει

Θεωρητικά και ένα ευρώ το μήνα παραπάνω, θεωρείται αύξηση στο μισθό, θεωρητικά, ουσιαστικά; Η κρίση μας ακινητοποίησε. Μέσα στη διάχυτη β...