Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Μας είπε την αλήθεια ο Μιχάλης Κατσαρός

Να και η άλλη ματιά, απαλλαγμένη από πάθη του παρελθόντος, από εμφυλίους και δικτατορίες. Πατάει στην πεμπτουσία του συστήματος, στα στάνταρ μιας εποχής, που οι όποιες αποκλείσεις, σε πετούσαν στο περιθώριο. Σ’ αυτά που δεν έμαθε γιατί δεν θα μπορούσε να μάθει και ανακαλύπτει εκ των υστέρων, την αλήθεια και ελευθερώνεται.
«Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι  και λέει : καλά είμαι εδώ...»
Κι άλλα ακόμα «αντισταθείτε» έγραφε ο Μιχάλης Κατσαρός εξήντα χρόνια πριν, στη «διαθήκη του» τότε που φιλοξενούσε το Μίκη Θεοδωράκη στο μικρό του υπόγειο στο Χαλάνδρι. Σήμερα, λέει ο Οδυσσέας Ιωάννου, το σπιτάκι, το εξοχικό, το αυτοκίνητο, την άδεια ταξί, την άδεια φορτηγού… αυτά που μας έταζε ο καπιταλισμός για να τον αγαπήσουμε», μας τα χτυπά. Μας παίρνει πίσω την μικροϊδιοκτησία μας.

Όσα μας είπαν να αποκτήσουμε, για όσα σπουδάσαμε, για όσα δουλεύουμε, για όσα κουράστηκαν οι προηγούμενοι για να μας εξασφαλίσουν, για το ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας, ας τιμωρηθούμε τώρα.
Για την πολυπόθητη εξασφάλιση του πτυχίου, για τη θέση στο δημόσιο, τη θέση κάπου τέλος πάντων, τα σχολεία των παιδιών, την κυριακάτικη ταβέρνα, τις μικρές διακοπές τον Αύγουστο, να τιμωρηθούμε. Λάθος πορεία ακολούθησες κυρία μου! Αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις. Το σπιτάκι, το αυτοκινητάκι κ.τ.λ.
Μα ήμουν καλή μαθήτρια, καλή φοιτήτρια και συνεπής εργαζόμενη, όλα για το σπιτάκι και το αυτοκινητάκι. Μάθαινα και ξένες γλώσσες, διάβαζα και εξωσχολικά, μου άρεσε και η ποίηση. Κατσαρό διάβασες; Δεν τον ήξερα.
Η αλήθεια του κρυβόταν ακριβώς επειδή ήταν αλήθεια. Τώρα, τα προφητικά του λόγια, τον κάνουν να μοιάζει μάντης παρά ποιητής. Γιατί έγραψε απαλλαγμένος από την ανάγκη της ύλης, την εξάρτηση της κάθε λογής εξουσίας, ελεύθερος από τις ανάγκες που μας δημιούργησαν για να μας τις πάρουν βίαια πίσω. Μας είπε την αλήθεια ο Μιχάλης Κατσαρός, αλλά το δυτικό όνειρο του καπιταλισμού υλοποιημένο άτσαλα εδώ, στην ανατολική άκρη της Μεσογείου, δε μας άφησε να τη δούμε.
Η αλήθεια δε διδάσκεται, δεν κυκλοφορεί. Τη βλέπεις μόνο, με μάτια ανοιχτά και μυαλά ελεύθερα. Ελευθερία είναι η αλήθεια, όχι ανάπηρη όμως.




Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Που πάνε όλοι αυτοί;

Είναι της εποχής το παρακάτω. Πριν μια δεκαετία γράφτηκε, αν προσθέσουμε ότι η κατάσταση έχει επιδεινωθεί και η “Ελευθεροτυπία” έχει κλείσει, ταιριάζει γάντι.
Η πόλη κόλαση. Οι παραλίες αποτελούν επιπλέον μια δοκιμασία. Πάντα τέτοιες μέρες γεννιέται η απορία. Που πάνε όλοι αυτοί; Παρατηρώντας όσο γίνεται από πιο μακριά, αυτούς τους δύστυχους εκδρομείς, νοιώθουμε ευτυχείς, που ξέρουμε τα κατατόπια.
Ναι, υπάρχουν κάποιοι στον πλανήτη που δουλεύουν Αύγουστο. Ιδίως στα νησιά. Αλλά, δεν ζηλεύουμε, δεν φθονούμε.
Διαβάζοντας την τελευταία σελίδα αριστερά της ελευθεροτυπίας (2 – 8 – 2008) το άρθρο του συμπατριώτη μας Ευγένιου Αρανίτση παρηγορήθηκα. Είμαστε από τους τυχερούς, απ’ αυτούς, που μπορούν ακόμα να μην φεύγουν για το πουθενά, που την στάση την κάνουμε κίνηση. Είμαστε στη θέση του θεατή καλοκαιρινών περιπετειών, απελπισμένων φυγάδων, που αποδράσανε από την κόλαση χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει. Παρηγορηθείτε:
Στη γλώσσα του σώματος χρωστάμε συμπεράσματα εκατό τοις εκατό αδιάψευστα, μεταξύ των οποίων και η διάγνωση του πανικού κατά τη μετακίνηση των πληθυσμών από τις πόλεις προς τα θέρετρα, όταν δίνεται το πράσινο φως για τις λεγόμενες διακοπές, με ορόσημο την παραδοσιακή 1η Αυγούστου, οπότε τα λιμάνια και τα αεροδρόμια κυριεύονται δι' εφόδου. ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ, οι σκηνές μαζικής αλλοφροσύνης που ξετυλίγονται στις προβλήτες του Πειραιά ή στα διόδια της Εθνικής περιγράφουν την απώλεια εκείνου που συνιστούσε κάποτε το κίνητρο για την καλοκαιρινή έξοδο και που δεν ήταν παρά το όνειρο ενός ιδεώδους προορισμού. Ομολογουμένως, το πλεονέκτημα μιας τέτοιας ευτυχισμένης επιθυμίας έπαψε να ισχύει γύρω στις αρχές τις δεκαετίας του '90. Έκτοτε, όπου κι αν κατευθύνεσαι, η ματαιότητα της επιστροφής καραδοκεί. ΣΑΝ ΝΑ λέμε ότι μέχρι πριν από είκοσι χρόνια, για όσους το θυμούνται, οι άνθρωποι πηγαίναμε όντως κάπου, κι αυτό γινόταν φανερό στις χειρονομίες μας, στις εκφράσεις των προσώπων και στην εντύπωση επίσης, μιας ραθυμίας ή σιγουριάς που ερχόταν από προγενέστερες εποχές, λιγότερο αγχώδεις και πιο εγκάρδιες.

Μας συνόδευε η ευεξία ενός αγαθού που έμοιαζε με ευρύτητα ψυχής και που το συντηρούσε η προσμονή της εκπλήρωσης οριακών συναισθηματικών υποσχέσεων, κάτι που ενθάρρυνε την έλξη για παραδείσιους τόπους με των οποίων την ηλιόλουστη φιλοξενία ο καθένας μας ερωτοτροπούσε νοερά απ’ όταν ήταν παιδί. Τέλος, μας ενέπνεε η δυνατότητα να παραμείνουμε άνθρωποι μέσα σ’ έναν συνωστισμό που, όχι σπάνια, αποδεικνυόταν συναρπαστικός. Η εξημέρωση των αντιθέσεων που συνέδεαν τον χρόνο της πόλης μ’ εκείνον της υπαίθρου είχε ανατεθεί στους θεούς και στον αέρα αντηχούσε η ελπίδα ενός εικοσαήμερου που θα συγκρινόταν με την αιωνιότητα. ΑΠΕΝΑΝΤΙΑΣ, σήμερα, δεν πηγαίνουμε κάπου αλλ’ απλώς φεύγουμε από κάπου, συγκεκριμένα από εκεί όπου η ζωή κατέληξε αφόρητη. Η φυγή προς το πουθενά προδίδει τις συνθήκες εκτάκτου ανάγκης που την προκάλεσαν, ενώ μια τυφλή και σχεδόν μοχθηρή νευρικότητα κορυφώνεται με την αναβίωση επεισοδίων από την εκκένωση της Ανατολικής Πρωσίας το 1944, εν όψει της εισβολής του σοβιετικού στρατού. Η απελπισία των οδηγών που σχηματίζουν ουρές με σπασμωδικές μανούβρες και κορνάροντας είναι μάρτυρας της ασφυξίας που απειλεί το λεκανοπέδιο. Δεν υπάρχει πλέον προορισμός, μόνον απόδραση και μια δόση τρομώδους επίσπευσης των απαραίτητων τουριστικών διευθετήσεων. Είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα.
Αύγουστος, φίλες και φίλοι ανταλλάσσουν ηλεκτρονικές ταξιδιωτικές οδηγίες και ευχές, εγώ εδώ στην επαρχία και ας λέγεται Κέρκυρα. Ας παρηγορηθώ με λόγια, που μου ανατρέπουν την ασφάλεια, κάνοντας ταξίδια επιτόπου.
«Ποια πλάνη θα διαλέξουμε αυτό το καλοκαίρι, όταν θα έρθει η μέρα να διακόψουμε τη ζωή μας σε πριν και μετά το χαλαρό διάστημα, που μας οφείλει ο εργασιακός μας χρόνος; Ημερολόγιο ανησύχων σωμάτων που κατευθύνουν το μυαλό στα λιμάνια με τη λιγότερη δυνατή ασφάλεια. Το ρίσκο είναι η πυξίδα, τα ταξίδια το πρόσχημα, ο προορισμός το ψέμα. Με ποιο λάθος θα κοιμηθούμε κατά τη μεγάλη πανσέληνο του Αυγούστου για να ξυπνήσουμε στο οικείο χωροχρόνο της προδοσίας;» αναγκαία ερωτηματικά από μια ομοιοπαθούσα…

Γράφω γιατί δεν έχει νόημα να πω...

Μερικές φορές γράφω γιατί δεν έχω τι να πω. Όχι, δε γράφω από υποχρέωση. Στην αναμονή της επόμενης λέξης, ανακαλύπτω.
«Χωρίς βουλή χωρίς Θεό» που λέει και ο Σαββόπουλος, μελοποιώντας έτσι την αταξία του νου του και δίνοντας με αυτόν τον τρόπο διάσταση στις σκέψεις, που ξεπερνούσαν το εφήμερο του παρόντος του.
«Σαν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα μας περιμένει» και μεταμεσονύκτια, η φωνή που σχολιάζει το τραγούδι προχωράει ακόμα παραπέρα... σαν βγούμε απ’ αυτή τη φυλακή, θα μπούμε σε μια άλλη. Όταν σιγάζει ο παγκόσμιος πόνος, παίρνει τα πάνω του ο προσωπικός. Επιστρέφουμε στις ατομικές πληγές, καθόμαστε στις ουρές με το δελτίο τροφίμων του ιδιωτικού μας ασύλου και επενδύουμε πάλι σε αισθήματα, διαλέγοντας η μαχαιριά που θα εισπράξουμε να είναι τουλάχιστον της αγάπης.
«Όπως κάποιοι, εργάζονται από πλήξη, μερικές φορές γράφω γιατί δεν έχω τι να πω. Στην ονειροπόληση, στην οποία χάνεται με τρόπο εντελώς φυσικό όποιος δεν σκέφτεται, εγώ χάνομαι γραπτώς, γιατί ξέρω να ονειρεύομαι σε πρόζα. Και υπάρχει πολύ ειλικρινές συναίσθημα, πολλή νόμιμη συγκίνηση που δοκιμάζω επειδή δεν αισθάνομαι.
Υπάρχουν στιγμές που η κενότητα, του να νοιώθεις πως ζεις, αγγίζει την πυκνότητα κάποιου πράγματος θετικού…»  Από το «βιβλίο της ανησυχίας» του Πεσσόα και πώς να μείνεις απαθής .
Γράφω γιατί δεν έχω τι να πω, είναι και οι απέναντι τοίχοι, που όχι μόνο δεν ακούν αλλά είναι και ανίκανοι να προκαλέσουν αντίλαλο. Αυτές οι λέξεις όμως της αταξίας του μυαλού, φεύγουν σε άγνωστους προορισμούς δημιουργώντας προϋποθέσεις για κάποια συνάντηση.
“Γράφω καθυστερώντας τις λέξεις, όπως μπροστά σε βιτρίνες που δεν βλέπω, κι αυτό που μου μένει είναι μισοαισθήσεις σχεδόν εκφράσεις σαν χρώματα από υφάσματα που δεν είδα τι είναι, αρμονίες καμωμένες από δεν ξέρω τι είδους αντικείμενα... Λέξεις μάταιες, χαμένες, μεταφορές ασύνδετες , που μια ακαθόριστη αγωνία αλυσοδένει σε σκιές...Λείψανα καλύτερων στιγμών, βιωμένα στο βάθος κάποιων δενδροστοιχειών ... Λάμπα σβησμένη που ο χρυσός της λάμπει στο σκοτάδι χάρη στη μνήμη του φωτός που χάθηκε... Λέξεις που αφέθηκαν, όχι στον άνεμο, αλλά στο έδαφος, από τα δάκτυλα, που δεν τις έσφιγγαν , σαν φύλλα ξερά που είχαν πέσει σ' αυτά από κάποιο δένδρο αόρατα ακαθόριστο ...Νοσταλγία για τις στέρνες των αγροικιών των άλλων.. τρυφερότητα γι΄ αυτό που ποτέ δεν συνέβη...
" Γράφω γιατί δεν έχει νόημα να πω, κανείς δεν θα με ακούσει. Γράφω για να μπορώ να ονειρευτώ απόψε άλλους προορισμούς.







Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Που επιστρέφει κανείς όταν πρέπει;

Σήμερα που ο χρόνος στάθηκε ανελέητος,  θα δημοσιεύσω ένα παλαιότερο κείμενο. «Η  εκδίκηση του χρόνου» ο τίτλος του. Θα μου πείτε σήμερα που βράζει το καταπέτασμα.  Ο χρόνος, δεν ξέρει από τέτοια και αν το καλοσκεφτείτε, τώρα που μοιάζουν όλα μαύρα, ίσως είναι η καλλίτερη στιγμή. Ποιος ξέρει αύριο τι ξημερώνει;     
Καρδιά καλοκαιριού με τα γεγονότα να καίνε περισσότερο από τον ήλιο. Τελεία.
Που είχαμε μείνει; Στο χρόνο, που αλλού. Όταν συνάντησα το βλέμμα τους, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι η συνάντηση που θα ακολουθούσε θα έπαιρνε τόσο χρόνο. Είκοσι χρόνια μετά. Πέντε διαφορετικές γυναίκες, που σε ανύποπτο χρόνο φωτογραφήθηκαν στο μυαλό μου, τις γνώρισα φέτος τον Ιούνιο. Απαλλαγμένες από υποχρεώσεις και διαθέσιμες. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται στη συνεχεία, βρίσκεται στο γεγονός. Η εκδίκηση του χρόνου, δεν μπορώ να δώσω διαφορετική ερμηνεία, σ’ αυτήν την πενταπλή σύμπτωση. Κάτι συνέβη, κάτι μαγικό. Ήταν απασχολημένες τότε, αμφιβάλλω αν με είχαν προσέξει και καταλήγω ότι η δική μου επιθυμία εκπλήρωσε την μεταχρονολογημένη συνάντηση. Και το έκανε σε μένα, τον άπιστο που μόνο σε σύμπτωση ρίχνω την εξήγηση, αλλά πενταπλή;
 

Παλαιότερα είχα κάνει μια αναφορά στην ανεκπλήρωτη στιγμή, την επαναλαμβάνω για όσους τους ενδιαφέρει η συνεχεία.
Έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, όμως μια ανεκπλήρωτη στιγμή παραμένει ακόμα ζωντανή. Θυμάμαι είχα διστάσει να προχωρήσω σε ένα ερωτικό κάλεσμα, ένα αυγουστιάτικο απόγευμα σε μια παραλία. Πέρασαν δέκα χρόνια από εκείνη τη στιγμή, σε πιο εύκολες συνθήκες, η επιθυμία μου εκπληρώθηκε. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και σήμερα πενθώ τη στιγμή που έχασα, σε κείνο το χρόνο, σε εκείνο τον τόπο με κείνα τα νιάτα.
Στην ίδια παραλία, με την ίδια γυναίκα, τον ίδιο μήνα και απόγευμα με διαφορά δέκα χρόνια, ήταν μια άλλη στιγμή, που όσο καλή και να ήταν, δεν κατάφερε να καλύψει την απώλεια. Είναι ο χρόνος
τελικά…

Και μια άλλη ερμηνεία από την Κυρία που μάλλον δεν πιστεύει στις συμπτώσεις
«Μην ψάχνεις τον κόσμο να βρεις τίποτα. Ό,τι είναι να βρεθεί, βρίσκεται ήδη κοντά σου, δίπλα σου, στο απέναντι μπαλκόνι. Όταν πρόκειται να συμβεί η συνάντηση, οι δρόμοι, λες και έχουν συνεννοηθεί, αν και παράλληλοι, προσποιούνται ότι τέμνονται και έρχονται τα βήματα κοντά. Σαν να υπάρχει ένας αόρατος κόσμος μέσα στον κόσμο που κινεί νήματα κι εμείς σαν μαριονέτες οδεύουμε σ’  αυτό που νομίζουμε τυχαίο και τελικά είναι μοίρα. Κι ύστερα; Κι ύστερα όλα σαν όνειρο περνούν, αν δεχτούμε ότι τα όνειρα δε μένουν πιστά στο δημιουργό τους κι όταν ξημερώνει φοράνε τα ρούχα μας και βγαίνουν στους δρόμους αναζητώντας μια δεύτερη ευκαιρία σ’ ένα δεύτερο κορμί. Που επιστρέφει κανείς όταν πρέπει;»

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...