Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Η γλύκα της μεγάλης παρασκευής




Πάντα Μεγάλη Παρασκευή  μου συμβαίνει. Φυσάει ένας αέρας και σβήνει χρόνια. Φέρνει μυρωδιές  από τριανταφυλλώνες  ψηλά και νεραντζιές.
Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου.
Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ… γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα, όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουν ταπεινά προς τα κάτω τι στιγμή, που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται… Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία… τι μελωδία… τι ήχοι ακούγονται… τι στίχοι… Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό… Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος..»
 

Γιατί λέτε με απασχολεί ο χρόνος; Είναι το βάρος, που μεγαλώνει και οι  ώμοι που αδυνατίζουν. Μακάρι και το μυαλό να μπορούσε να σβήσει τα ένδοξα χρόνια της νεότητας μας και να προσαρμοστεί στην σκληρή πραγματικότητα. Όμως ζηλεύει τις στιγμές εκείνες και επιχειρεί που και που να τις ξαναζήσει. Για λίγο όσο διαρκεί το σχόλια ανάμεσα από δύο τραγούδια, της συμπλέουσας με τις απόψεις μου, σε μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή.
«Καρδιά μου εγώ, μιλιά μου εγώ, παρελθόν μου εγώ, βλακεία μου εγώ. Η αποθέωση του δύο είναι το ένα και μόνο του. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Θυμάμαι, παραμόνευα τον ίσκιο μιας λέξης, ούτε καν τη λέξη την ίδια, για να βγάλω φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι ήταν αρκετή η υποψία ενός βλέμματος, ούτε, καν το ίδιο το βλέμμα, για να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να έρθω να φύγουμε για οπουδήποτε. Τώρα είναι αλλιώς. Άρχισαν οι μιζέριες, Και; Τι ώρα μου είπες; Δεν γίνεται λίγο αργότερα; Αν το κάνουμε αύριο πειράζει; Έλα, τα λέμε. ‘Όχι, δεν γέρασε η αγάπη. Η καρδιά άσπρισε».

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν στη συκιά…



Εδώ σ’ αυτό το μικρό χώρο της στήλης κατοικώ. Εδώ ζω χωρίς τις προσωπίδες, που αναγκάζομαι κάθε μέρα να φοράω. Εδώ αναπνέω τον καθαρό αέρα, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αντέξω τη μπόχα εκεί στον έξω κόσμο. Κάθε φορά, που με επισκέπτονται καινούργιοι φίλοι, νοιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί τους, κάποιες από τις στάσεις αυτής της υπέροχης διαδρομής. Ένα παλαιότερο κείμενο, διαπιστευτήριο αυτής της στήλης, που γράφτηκε εδώ και πολλά χρόνια, για σήμερα.
Μόνιμα αμυνόμενος σε μια κοινωνία, που με θέλει μετρημένο. Κομμένο και ραμμένο σε μέτρα πυγμαίου για ν’ αναλάβει εκείνη ως γίγαντας να με προστατεύσει.
Μια κοινωνία που προσπαθεί να μου προσάψει ενοχές και αμαρτίες.
Αλήθεια, τι θα πει αμαρτία; Ερώτηση, με κάθε δικαίωμα πονηριάς, που μου έδινε η παρορμητική ηλικία.
Μαζί της έφτιαχνα παραμύθια. Στο τέλος της διήγησης είχε καταλήξει στο συμπέρασμα. Σημασία έχει η πρόθεση...
«Βάλε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών το καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά».
Έτσι πέρναγε η νύχτα. Διώχναμε τα κακά πνεύματα ξορκίζαμε το καλό και το κακό.
 

Στη συνέχεια του απολογισμού της... «Ξημερώναμε γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές».
«Ξημερώναμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στη συκιά αλλά στην καταξίωση». Σημασία έχει η πρόθεση.
Ή πόλη είχε γεμίσει παράξενα υβρίδια. Ψιλοεκβιαστές, απατεωνίσκοι, αριβίστες, πολιτικοί φαφλατάνοι, ρουφιάνοι, γλείφτες, τοκογλύφοι, πολλοί μαλάκες, πουτάνες ψυχή τε και σώματι. Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοί.
Βυθίστηκα ξανά, σε μια κατάσταση γνώριμη. Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Αυτά που γράφω δεν είναι αυτά



Εδώ που έχουμε φθάσει, πριν ξοδέψουμε λόγια, που μας χοντραίνουν το πετσί και μεγαλώνουνε την ανοσία, ας τα κρατήσουμε.
Είναι μέρες τώρα, που μια σιωπή με ακολουθεί, αυτά που γράφω δεν είναι αυτά, αυτά είναι τα λόγια της σιωπής, που θέλει να με προστατεύσει.
Όταν επαναλαμβάνω κείμενα περασμένα, είναι γιατί ο χρόνος σπρώχνει το χώρο και με εκτινάσσει σε καταστάσεις πυκνότητας, συντήρησης δυνάμεων, που θα μας χρειαστούν. Επαναλαμβάνουμε για να βρεθούμε στην αρχή, το μεσοδιάστημα μια τρύπα στο νερό. Να γράψω κάτι επιπλέον, αυτές τις μέρες των εκπτώσεων, της αξιοπρέπειας, των διεκδικήσεων, και των κεκτημένων, δε μπορώ. Θα κρυφτώ σ’ αυτές τις λέξεις, που όταν γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ίσως γίνω πιο κατανοητός. Για την ώρα «ας την κουβέντα».
Ακόμα και αυτές τις ώρες της σιωπής που έβαλαν στη θέση τους εφιάλτες να μας ταράξουν το ύπνο μας, φυσικά και ονειρεύομαι τις μέρες, που οι νύχτες δεν θα έχουν εμπόδια, που δεν θα τρέχουμε λαχανιασμένοι, που δεν θα ξυπνάμε κατάκοποι και κάθιδροι.
Άλλωστε, για πόσο μπορούν κάποιες λέξεις να σπαράζουν μέσα μας; Όσο χρειάζεται η σιωπή να μας δώσει κάποιες ανάσες. Ακόμα και να θέλουμε να τις φυλακίσουμε, οι τύψεις μας γρονθοκοπούν να τις ελευθερώσουμε. Και είναι οι καιροί τέτοιοι, που θα γεννήσουν λέξεις – μαχαίρια, για την ώρα, ας την κουβέντα…

Το παρακάτω το έγραψα πριν 2 χρόνια πάλι Απρίλιος. Στο μυαλό μου υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο,  σήμερα δυστυχώς δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο, μπορεί να φορεθεί  από πολλούς αυτήν την εποχή.  

«Είναι αλήθεια: το πολικό σύστημα δε μπορεί να αλλάξει από ανθρώπους που το υπηρετήσαν. Μιλάμε για διεφθαρμένες, συνειδήσεις, για πρακτικές που χόντρυναν το πετσί τους και έκαψαν την ψυχή τους. Το κομμάτι εκείνο της κοινωνίας που λειτούργησε στα πλαίσια του συστήματος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν μπορεί να μοιρασθεί εξ’ ίσου τις ευθύνες με αυτούς, που το οδήγησαν σε συμβιβασμούς και το εκπαίδευσαν σε λογικές που τους εξυπηρετούσαν. Για αυτούς ο λόγος.
Παρακολούθησα χθες κατά λάθος, μια εκπομπή σε τοπικό κανάλι και έπαθα σοκ. Η έπαρση στο αποκορύφωμα της, ο Μέγας Ναπολέων χαμήλωσε το βλέμμα. Στην αρχή εκνευρίστηκα, στη συνέχεια άρχισα να το διασκεδάζω, προς το τέλος όμως άρχισα να προβληματίζομαι σοβαρά.
Το πολιτικό σύστημα, δε μπορεί να αλλάξει από ανθρώπους που το υπηρετήσαν. Είναι καμένοι, έχουν απολέσει βασικές ανθρώπινες λειτουργίες, έχουν υποστεί ανήκεστη βλάβη στα εγκεφαλικά τους κύτταρα, έχουν εκπαιδευτεί, με τέτοιο τρόπο, ώστε να πιστεύουν τα ψέματα τους. Μιλούν αριστερά, μέσα από τη δεξιά που υπηρετούν και υπόσχονται να αλλάξουν το σάπιο σύστημα, που ακόμα και σήμερα στηρίζουν.
 

Το ύφος της στήλης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ σε αποσπάσματα, για να γελάσετε και να κλάψετε. Να κλάψετε, για μια χώρα που επιμένει να στηρίζεται στους φελλούς. Για μια κοινωνία, που επιβραβεύει τον λαϊκισμό και τη δημαγωγία.
Να κλάψουμε όλοι, γατί τους αφήσαμε, να επικαλούνται σήμερα τη λατρεία του λαού που τους ακολουθεί.
Να κλάψουμε γιατί γυρίσαμε τη πλάτη στην πολιτική, αγνοώντας ότι όλοι αυτοί οι ανεπαρκείς, που βρέθηκαν στο προσκήνιο, κάποια στιγμή θα τους μεθούσε η εξουσία και τότε… Άντε τώρα να τους μαζέψουμε.

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Μεγάλη εβδομάδα που γίνεται μεγαλύτερη



Μεγάλη εβδομάδα, θα μπορούσε να γίνει η συνήθης αναφορά, όμως οι παραμονές, οι εορτές, τα έθιμα, πολλές φορές υπολείπονται των γεγονότων. Οι αναφορές σε σημαντικές ιστορικές στιγμές συνοδεύονται, αν ο χρόνος συμμαχήσει, με κάποια Χριστούγεννα, με κάποιο Πάσχα, με κάποια μεγάλη εβδομάδα, που γίνεται μεγαλύτερη. Η εβδομάδα των παθών συνδυαστικά με τα πάθη ενός λαού, που ακόμα δε ξέρω τι περιμένει, αποκτάει ιδιαίτερο συγκινησιακό χαρακτήρα. Γίνεται το απόλυτο σκηνικό ενός ατελείωτου Γολγοθά, με χιλιάδες σταυρούς κρυμμένους πίσω από τα κλειστά παράθυρα της Ελλάδας, των ελλήνων χριστιανών….
Εβδομάδα των παθών, όπως και οι προηγούμενες εβδομάδες, για τους ταπεινούς και καταφρονημένους. Στα ήδη γνωστά προβλήματα, αυτές οι μέρες προσθέτουν και το συναισθηματικό βάρος. Το βάρος όχι βέβαια από τα πάθη του Χριστού, αλλά από την ανάγκη που φτάνει στα όρια της ντροπής
Την εβδομάδα των παθών, που η επικαιρότητα περιμένει, να βγουν οι επιτάφιοι, για να ανταλλάξουμε εν συνεχεία το φιλί του Ιούδα, το όνειρο μόνο οι ποιητές έχουν την δύναμη, να το περάσουν στις αισθήσεις.
Η αγαπημένη Κική Δημουλά, που πίσω από τις λέξεις της, χωράμε να κρυφτούμε όλοι.
 

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ
λα τ ποιήματά μου γι τν νοιξη,
τέλειωτα μένουν.
Φταίει πο
πάντα βιάζεται νοιξη,
φταίει πο
πάντα ργε διάθεσή μου.
Γι
᾿ ατ ναγκάζομαι
κάθε σχεδ
ν ποίημά μου γι τν νοιξη
μ
μι ποχ φθινοπώρου
ν
᾿ ποτελειώνω.
Πως αλλιώς θα μπορέσει να αντέξει το βάρος των ημερών η καρδιά. Πως αλλιώς, με τόσους Ιούδες, που βρίσκονται ανάμεσα μας και καλύπτονται πίσω από την λαστιχένια πολιτική, θα κρατήσουμε τον θυμό μας; Αλλά γι’ αυτούς που θέλουν να πιστεύουν ότι μπορούν να ψεύδονται, να εγκληματούν, να προδίδουν, να υβρίζουν, να λοιδορούν, να παίζουν με τον ανθρώπινο πόνο, κάτω από την ασυλία της «πολιτικής», θα είμαστε εδώ κάθε μέρα για τους αποδείξουμε, ότι κάποια στιγμή τα πολιτικά εγκλήματα δεν παύουν να είναι εγκλήματα και πρέπει τιμωρούνται…
Είναι της Άνοιξης αυτά, της Άνοιξης που αντιστέκεται στην βαρβαρότητα, που αποκρούει τις επιδρομές, που επιβεβαιώνει την κυκλική της πορεία και μας υπόσχεται για την επιστροφή της.
Για την πόλη είχα ξεκινήσει να γράψω και για την συμμαχία της με την Άνοιξη, που τις καλύπτει τις πληγές. Για την πόλη που είναι ο χρόνος που μου έκλεψαν και για τον χρόνο που είναι η πόλη που κτίζω μέσα μου.


Η Πολιτική παρέδωσε. Η Οικονομία βασιλεύει

Θεωρητικά και ένα ευρώ το μήνα παραπάνω, θεωρείται αύξηση στο μισθό, θεωρητικά, ουσιαστικά; Η κρίση μας ακινητοποίησε. Μέσα στη διάχυτη β...