Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Τα κείμενα θα είναι χειροποίητα


Σ’ αυτά θα στηριχτούμε, που δεν ξεβάφουν με την πρώτη σταγόνα της βροχής, που μας δίνουν, ταυτότητα και στυλ. Σε αυτά που δεν τ’ ακούμε στις ειδήσεις. Σ’ αυτά που έρχεται μια σιωπή και μας τα ψιθυρίζει, όταν ο θόρυβος της τρέχουσας επικαιρότητας, μας καλεί να ακολουθήσουμε το συρμό.
Πάλι εδώ, γιατί η ψυχή είναι ανήσυχη. Με τα άκρως απαραίτητα. Απαλλαγμένοι από όλα εκείνα τα περιττά μιας χρήσης και εφοδιασμένοι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με όλα εκείνα τα χρήσιμα, για μια ζωή.
Με αυτόν το βαρύ οπλισμό των συναισθημάτων μας πορευόμαστε, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τον εαυτό μας, όχι μέσα στον καθρέπτη, αλλά στα μάτια των άλλων.

Για ένα διάστημα, μέχρι το χέρι να συνηθίσει στα παλιά θα σταματήσω να γράφω στον υπολογιστή.
Έρχεται σιγά σιγά χωρίς να καταλάβεις και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι υπάρχει δυσκολία να πιάσεις το μολύβι με την άνεση που κάποτε είχες, να γράψεις εκείνα τα όμορφα καλλιγραφικά. Μέχρι νεωτέρας, δηλαδή μέχρι το χέρι να ξαναθυμηθεί, τα κείμενα θα είναι χειροποίητα.
Στο κυνήγι του χρόνου, θα φτάσουμε κάποια στιγμή όχι μόνο να ξεχάσουμε να γραφούμε,αλλά και να μιλάμε. Για τα μαθηματικά δεν γίνεται λόγος. Το ένα και ένα σε λίγο θα τον υπολογίζουμε για έντεκα
Στη ζωή μας την άκρως βιαστική, το έχουμε νιώσει, όταν αδειάζουμε, στη χάση και στη φέξη, λίγο να σκεφτούμε.. Όταν επιταχύνουμε διαρκώς, καθημερινώς για να χαθούμε: από τον αληθινό εαυτό μας, τις βαθύτερες σκέψεις μας, τις βασικές αλήθειες και αρχές της όντως ζωής.
Ούτε ένα δευτερόλεπτο κενό. Πρόγραμμα ακόμα και στο ύπνο. Με θεωρίες άλλοθι και μια ζωή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας. Το διαπιστώνουμε αυτό στα όνειρα μας, τινάζοντας ξαφνιασμένα το κεφάλι μας.
Στη «βραδύτητα» ο Μίλα Κούντερα, επιμένει: «Στα υπαρξιακά μαθηματικά, η εμπειρία της ζωής λαμβάνει τη μορφή δύο στοιχειωδών εξισώσεων: ο βαθμός της βραδύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της μνήμης. Ο βαθμός της ταχύτητας είναι ευθέως ανάλογος με την ένταση της λήθης»
«Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας;» «Που είναι οι παλιοί αργόσχολοι;» Μας ρωτάει ο συγγραφέας «Που είναι αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στην ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τους χωματόδρομους, μαζί με τα ξέφωτα, μαζί με τη φύση;
Ο χρόνος τελικά είναι αυτός που μας λείπει περισσότερο και χτίζει ένα κόσμο που χάνει την μνήμη του. Η ζωή αποκτά την ταχύτητα του φωτός, γίνεται δηλαδή ένα τίποτα.



Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Από εδώ πάνω φαίνεται καθαρά…

Για την συνέχεια έσκαψα βαθύτερα. Από το φωτεινό δωμάτιο τράβηξα πέντε λέξεις. Δεν θέλω να γράφω για όλα, χρησιμοποιώντας την ευκολία που μου προσφέρει η επιφάνεια. Δεν θέλω να γράψω αυτά που μου υπαγορεύει ο μικρόκοσμος, που ζω. Θέλω να γράψω από εκεί ψηλά, που ίσα - ίσα τον διακρίνω, από εκείνο το σημείο που κάθε λεπτό νοιώθω αθάνατος. Να γράψω λίγες λέξεις, που δεν θα υπαγορεύονται από θυμούς, απογοητεύσεις, προσωπικές πικρίες. Λίγες λέξεις που φυτρώνουν αυθαίρετα τη στιγμή που σκέφτεσαι να αγαπήσεις τα πάντα και όλους.
Φυσικά και δεν είναι όλα μαύρα ή άσπρα, όμως το γκρι δεν το συζητάω, το μαύρο είναι εύκολο και το παίζεις στάνταρ, στο άσπρο σε θέλω.Αυτοί που γράφουν κάθε μέρα θα με καταλάβουν, υπάρχουν μέρες που δεν σου χρειάζονται λέξεις, μπορεί καλύτερα να εκφραστείς, με μια αποστροφή του προσώπου, μια ματιά, μια κίνηση του χεριού, που δεν θα χαιρετάει, μια κλωτσιά, μια φτυσιά.
Mήπως να αντικαταστήσω τις λέξεις με σύμβολα, που κάθε σύμβολο θα έχει χίλιες λέξεις; Ένα μαχαίρι, ένα πιστόλι, ένα ηφαίστειο μια θάλασσα έναν φεγγάρι έναν ήλιο, ένα βλέμμα…
Προς τι τόση φλυαρία; Προς τι να γράψω για την Πατρίδα μας, που μας σκοτώνει και για την ιδιαίτερη, που όλο βυθίζεται. Είναι άχαρος ο ρόλος να μετράς κάθε μέρα τα πόσα μέτρα βάθους.
Δικαίως θα με ρωτήσει κάποιος. Τίποτα αισιόδοξο, τίποτα θετικό δεν φαίνεται στον ορίζοντα; Τόσες λέξεις κάθε μέρα για μαύρες περιγραφές; Είναι θέμα οπτικής. Από την δική μου, οι προβληματισμοί χρησιμεύουν σαν ενισχυτικό φωτισμού. Όσο περισσότερο μαύρο, τόσο περισσότερο φως. Χρησιμοποιώ το χειμώνα, έχοντας πάντα στο μυαλό μου την άνοιξη, ανάβω κεριά του επιταφίου για να υποδεχτώ το αναστάσιμο φως. Πως αλλιώς θα μπορούσαμε να πορευτούμε; Πως αλλιώς θα βγει αυτή η ανηφόρα, αν εκεί στο τέρμα, δεν μας περίμενε ένα ποτήρι νερό; Και φως υπάρχει στον ορίζοντα…
Πίσω από τις λέξεις, που δεν χαϊδεύουν, κρύβεται η ζωή. Από εδώ πάνω φαίνεται καθαρά…



Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

Ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα ...


Όσο περνάει ο καιρός, έχω την αίσθηση ότι περισσεύω σε ένα παρελθόν που προσπάθησα να γίνει μέλλον, γιατί αυτό που ήθελα, ήταν μόνο το μέλλον του.
Στο νου μου έρχονται εκείνα τα παραμύθια, που μας μετέφεραν σε κόσμους, που όλα καλώς καμωμένα ήταν και αναρωτιέμαι, πως καταλήξαμε... Δεν είμαστε οι κακοί και όμως χάσαμε.
Όσο μικραίνει ο χρόνος, δυσάρεστες συζητήσεις καλύπτουν πλέον,ένα μεγάλο μέρος των ενδιαφερόντων, των ανθρώπων της ηλικίας μου. Ξεκινούν χαλαρά με αναλύσεις αίματος και ούρων, με κάποια προγραμματισμένα τσεκάπ και φτάνουν προοδευτικά στα εγκεφαλικά στις ανακοπές, στο σάκχαρο, που δεν πρόσεξε, μέχρι που φτάνουν να ξεθάψουν κάποιους γνωστούς συνγχωρεμένους.
Ξεκινάω από την πρεσβυωπία και φτάνω να βγάζω τη γλώσσα στο θάνατο σε μια απόπειρα «για να σωπάσουν οι σκιές»

Θυμάστε που έγραψα παλιότερα για τις ευεργετικές επιπτώσεις της πρεσβυωπίας; Ε! λοιπόν αυτή η καλπάζουσα πρεσβυωπία, που λειτουργεί σε αντιστάθμισμα του χρόνου του αδυσώπητου, σβήνει πολλά από τα μελαγχολικά σημάδια του. Αφαιρεί στα δικά μας, στραβά μάτια πολλά χρόνια που μας επιβαρύνουν. Στον καθρέπτη συνεχίζουμε να βλέπουμε, αφού δεν βλέπουμε, καστανά τα γκρίζα μας μαλλιά και χωρίς ίχνος ρυτίδας το αυλακωμένο πρόσωπό μας. Μας ενεργοποιεί τη μνήμη και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα στην ανηφόρα της ζωής. Στην ανηφόρα; Ποια ανηφόρα, μακάρι να είχε πολλά χιλιόμετρα ακόμα και ας μας δυσκόλευε. Το ευχάριστο είναι ότι το μέγεθος του βαθμού, φτάνει στο σημείο, να συνεχίζουν τα μάτια μας, να βλέπουν ανήφορο τον κατήφορο, που έχει ξεκινήσει. Και προχωράμε και προχωράμε…χωρίς κίνδυνο να γλιστρήσουμε, αφού οι άγιες μέρες της νεότητας μας επανέρχονται στη μνήμη και μας στηρίζουν. Έτσι γλυκά θα βουλιάξουμε χωρίς να το μάθουμε ποτέ. Αυτοί που φεύγουν, από την τσέπη τους δε λείπει το εισιτήριο της επιστροφής και ας μην γυρίσουνε ποτέ...
Ο Σικελιανός επέμενε πως η ζωή δεν είναι παρά «μέγιστη πρόβα θανάτου». Ο Σνάιτερ ότι η γραφή είναι «απόπειρα για να σωπάσουν οι σκιές» και τίποτα δεν μπορεί να γραφτεί «χωρίς φόβο θανάτου».
Ο Εβερετ στην «Αμερικάνικη έρημο» ότι «ο θάνατος είναι ένα σημείο στο χρόνο χωρίς διαστάσεις, χωρίς νόημα, ασήμαντο, αλλά περιέχει όλες στις γνώσεις περί ζωής». Κι ο Μπόρχες υπογράφοντας το ανυπέρβλητο «Τώρα μπορώ να ξεχάσω. Φτάνω στο στόχο μου/ στην άλγεβρά μου, στην κλείδα/ και στον καθρέφτη μου/ Σύντομα θα ξέρω ποιος είμαι» μας προϊδέασε ότι ενδεχομένως τότε και να λύνεται ο γρίφος.
Ο ύψιστος γρίφος ζωής που μας αποκαλύπτεται πια σε μάταιο χρόνο.
Διότι η αναμέτρηση με την απώλεια μπορεί να αποτελεί μέγα γεγονός και αφετηρία για την δημιουργία, αλλά η αναμέτρηση με τον θάνατό σου είναι το μέγιστο. Κι αυτό το αποδεικνύει η ίδια η δημιουργία.
Καθόλου τυχαίο το ότι μεγάλοι συγγραφείς επιλέγουν να αντιμετωπίσουν τον θάνατο μετωπικά λίγο πριν από το τέλος.
Και προχωράμε, σ’ αυτήν τη συναρπαστική διαδρομή, την κατηφόρα, που ευτυχώς δεν βλέπουμε, πάντα με την θεωρία στο τσεπάκι να ντύνει την πράξη, έχοντας κατά νου, ότι ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα…


Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Σου πάει το καλοκαίρι


Πολλά ο φετινός Ιούλιος και που να χωρέσουν. Ευτυχώς, που η καρδιά είναι πλασμένη από υλικό που τεντώνεται και φτάνει στο άπειρο, τον Ιούλιο δε, ακόμα παραπέρα. Αλλιώς πως να χωρέσει τόσες νίκες και ήττες μαζί. Ε! λοιπόν τον Ιούλιο μεγαλώνει η καρδιά τα βάζει όλα σε μια τάξη. Το μυαλό είναι αυτό που πανικοβάλλεται περιμένοντας το άγνωστο. Το μυαλό είναι αυτό, που δεν αντέχει να περιμένει. Και το μυαλό είναι εκείνο που στην αναμονή παίρνει παράδρομους και χάνεται. Διότι η άγνοια στο μυαλό κατοικοεδρεύει. Η καρδιά όμως τα χωράει όλα και άλλα τόσα.
Από Ιούλιο σε Ιούλιο προχωράμε, οι ρωγμές που γεμίζουμε δεν μας τρομάζουν, τόσα χρόνια μάθαμε, άλλωστε από ρήγματα μονάχα μπορούμε να αντικρίζουμε τον κόσμο. Σπαράγματα αλήθειας το υπέρτατο κέρδος. Και μια αθωότητα σαν το βλέμμα εκείνου του μωρού, που δεν έμαθε τίποτα ακόμη.

Ήταν Ιούλιος θυμάμαι και τότε, αμέσως το αισθάνθηκα, «έχεις κάτι από το παρελθόν μου εσύ» σκέφτηκα, δεν στο είπα, γύρω γύρω στο έφερνα μη σε τρομάξω θα καταλάβεις με τον καιρό. Το ότι θα ήσουν η τελεία του μέλλοντος μου, αυτό ούτε και εγώ δεν το είχα καταλάβει. «Σου πάει το καλοκαίρι» σου είπα. «Μας πάει» μου είπες. Και ήταν τόσο μεγάλη η νίκη που όσες ήττες και να ακολουθήσουν, δεν θα μπορέσουν να την επισκιάσουν. Μια νίκη που πλημμύρισε την καρδιά, την καρδιά που για χάρη της μεγάλωσε. Οι ήττες, σημάδια που έδειχναν την διαφορά, στριμώχθηκαν σε μια γωνιά. Ήταν τόσο σαρωτική η νίκη εκείνου του Ιούλη, που κατάπιε όχι μόνο την οικονομική κρίση, άλλα και τις απανωτές ήττες από την «πρώτη φορά αριστερά». Και την ανασφάλεια κατάπιε και την κάθε είδους ενοχή και το φαίνεσθαι και εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που αρέσκεται σε σχολιασμούς ελαφρά τη καρδία.
«Από Ιούλιο σε Ιούλιο προχωράμε,  οι ρωγμές  που γεμίζουμε δεν μας τρομάζουν, τόσα χρόνια μάθαμε, άλλωστε από ρήγματα μονάχα  μπορούμε  να αντικρίζουμε τον κόσμο. Σπαράγματα αλήθειας το υπέρτατο κέρδος. Και μια αθωότητα σαν το βλέμμα εκείνου  του μωρού, που δεν έμαθε τίποτα ακόμη…»

Ο γύψος θα βγει, τα άλλα πως βγαίνουν;


Αλλάζω τη σειρά χωρίς να αυθαιρετώ, είναι γραμμένο έτσι, που το“χθες”γίνεται“σήμερα". Ο Γιατρός είπε σε 25 μέρες θα βγει ο γύψος. Σάββατο πέφτει και Πανσέληνος. Ο γύψος θα βγει γιατρέ, τα άλλα πως βγαίνουν; Είναι αυτά, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του συναδέλφου του, έμειναν εκεί βαθιά ριζωμένα για να με βασανίζουν. Γιατί δεν είναι φυσιολογικό ο θυμός να έρχεται όταν κρυώσει ο πόνος. Είναι παράδοξο με αίμα παγωμένο να βράζω μέσα μου. Το άλλο πάλι, να τρίβω από χαρά τα χέρια μου σε κάθε εμφάνιση ακραίου καιρικού φαινομένου;
Λατρεύω τις χιονοθύελλες και τις ανεμοθύελλες. Τις μπόρες, τις καταρρακτώδεις βροχές και τις πλημμύρες. Τις αστραπές και τις βροντές που τρίζουν τα πατώματα. Τη λάβα του ηφαιστείου να με κυνηγά. Το χαλάζι, Α! το χαλάζι, σαν καρύδι να πέφτει και να κτυπά η κάθε του μπίλια τη λαμαρίνα, ηχεί στα αυτιά μου σαν πιρουέτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Τη θάλασσα να φουσκώνει, δείχνοντας ότι τη στενεύει το φουστάνι. Τη θάλασσα γυμνή να διεκδικεί με αξιώσεις το μερίδιο της από τη ξηρά. Μόνο ο σεισμός με αφήνει αδιάφορο, ίσως γιατί δεν είναι ορατός και η καταστροφή που επιφέρει προέρχεται από μαχαιριά πισώπλατα.

Ο γιατρός χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιος, μου είπε ότι τα εξωτερικά καιρικά φαινόμενα, που σου προκαλούν ενθουσιασμό, είναι γιατί κρατούν τη στάθμη του ποταμού που τρέχει μέσα σου, σε επίπεδα ασφαλείας. Τι ωραία που τα λέει ο Γιατρός. Πόσο θα ήθελα τον πιστέψω. Ισορροπία λοιπόν γιατρέ γιατί εγώ το θεωρούσα διαστροφή και χρόνια πάλευα γεμάτος ενοχές για να το διώξω.
Να επανέλθουμε στο τρακάρισμα . Το κεφάλι εντάξει, παρότι δεν φορούσα κράνος. Το μυαλό φαίνεται πως το κράτησε στη θέση του.
Το μυαλό εκεί και η μνήμη παρούσα. Και η Κυρία του ραδιοφώνου με τη βραχνή φωνή, που συμφωνεί μαζί μου, πάντα παρούσα και ας έχει χρόνια ν' ακουστεί. Μεγαλώσαμε βλέπεις… «Μεγαλώσαμε, αλητέψαμε, λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν, πειρατές επιπόλαιοι, χωρίς χρυσό δόντι και γάντζο στα χέρι, κάναμε γιουρούσι στις ήττες, και τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος! Αυτό το γέλιο που στάζει αλμύρα και έχει τον ίσκιο των αναμνήσεων στον ήχο του. Μην κλείνεις τα μάτια τώρα που λιγόστεψε η διαδρομή. Άσε το αεράκι να διαπεράσει τις ηλικίες σου και πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο όνειρό σου. Αμέσως, και που είσαι; Εκείνο το κρυμμένο τραύμα πως το κρατάς ακόμα κόκκινο.»

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για να μας χωρέσει


Πρέπει να ξαναδιαβαστεί. Ας θεωρηθεί μια υποσημείωση στο προηγούμενο. Θα σας πω ένα μυστικό, όλα τα τελευταία κείμενα τα στήριξα πάνω σε ένα σπασμένο πόδι. Σε ένα πόδι βαρύ που έγινε ασήκωτο με την τοποθέτηση του γύψου.
Συνέβη την περασμένη Τρίτη, σε μια βόλτα από εκείνες που θέλεις όσο τίποτα στο κόσμο τον αέρα να σε γεμίσει χαστούκια. Κανονικά αυτές τις μέρες πρέπει να κρύβεσαι, μου λέει ο Οδυσσέας Ιωάννου, «Έχει βγει ο τύπος και μαζεύει. Κουλουριάσου στην κούνια σου, γιατί έχει υποτροπιάσει πάλι ο Ηρώδης και κόβει μίσχους. Από νωρίς ο διάολος έχει πιάσει τα γλωσσόφιλα. Είναι μέρες που το κλάμα το στρώνει». Για κάποια στιγμή χάθηκα στην προθέρμανση. Ήταν ένας συνηθισμένος γύρος, για να ζεσταθεί το μυαλό λίγο πριν μπει στον αγώνα. Η κατάληξη στο νοσοκομείο, ευτυχώς όχι τόσο σοβαρά. Θα ζήσω αλλά θα ταλαιπωρηθώ για λίγες μέρες. Αιτία μια γλυκιά γάτα στα χρώματα της δικής μου Τζίνας.
-Που βρέθηκες ρε Τζίνα στον παράλληλο δρόμο του παραλιακού της Γαρίτσας… μπροστά στη ρόδα μου;

Περισσότερη δύναμη από όσο χρειαζόταν στο μπροστινό φρένο για τη χάρη της και ο ουρανός ευτυχώς είναι ακόμα γαλανός... Βαριά η Μηχανή, βαρύς και εγώ, ραγίζουν τα κόκαλα στην ηλικία μας . Για τις καρδιές μας, τι να λέμε… Κρύσταλλο από εκείνα τα φίνα, τα πολύ πολύ λεπτά, που σπάνε με ένα βλέμμα. Η Τζίνα σώα και αβλαβής.
Ο Αύγουστος θέλει αλήθειες μου είπαν και εγώ με ένα πόδι στο γύψο και με πολύ χρόνο για αληθινά πράγματα αυτό έκανα, έγραψα την πάσα αλήθεια. Κανείς δεν με πίστεψε. Στην εφημερίδα, μου έχουν εμπιστοσύνη και δημοσιεύουν τα κείμενα χωρίς να τα διαβάζουν, κάποιοι φίλοι όμως στο διαδίκτυο, που διάβασαν τα κείμενα τα επιβράβευσαν, «Μου αρέσει» μου μήνυσαν αυτά που γράφεις, προφανώς για το κείμενο. Και για το πόδι;
Αυτή είναι η μαγεία της γραφής να γράφεις την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν ανησύχησε, τα κείμενα έγιναν αέρας, πέταξαν, έγιναν δικά τους. Και η δική μου χαρά είναι μεγαλύτερη, που οι λεπτομέρειες (σιγά ένα σπασμένο πόδι), δεν εμπόδισαν τις λέξεις να διαβαστούν και να φανερώσουν τη ψυχή τους.
Ναι Κυρία μου, συμπάσχουσα, μια χαρά τα λέει η λαϊκή ούτως ειπείν σοφία, «Η αλήθεια καθενός είναι ο δρόμος του , δηλαδή το ψέμα του, για σκέψου, πόσες φορές έχουμε σκηνοθετήσει την πραγματικότητα για να μας χωρέσει; Πόσα χρόνια περάσαμε επιχρωματίζοντας το σώμα μας, να μην φαίνονται ουλές και τραύματα, και φορέσαμε στην καρδιά μας αθλητικά παπούτσια, να φαντάζει δρομέας μακρινών αποστάσεων κι ας τα έχει φτύσει στο πρώτο κατοστάρι απόρριψης; Είναι καλύτερα να μεγαλώνεις και να βρίσκεις τις νεραΐδες  στις οποίες πίστεψες σκοτωμένες σε αυτοκινητιστικό;»
Η δική μου Τζίνα με κοιτάζει στα μάτια, θέλει χάδια, θα ήθελα να έχω δίπλα και την άλλη, που προξένησε το ατύχημα και ας διαμαρτύρεται το γυψωμένο πόδι...

Τη νύχτα

“Ζήστε τη ζωή σας” έγραφα προχθές και ήταν μέρα μεσημέρι. Εξαιρετικές θεωρίες. Μας χαϊδεύουν τα ωραία μας αυτιά οι κάθε λογής επιστήμονες. ...