Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Από Σεπτέμβρη σε Σεπτέμβρη


Το ταραγμένο καλοκαίρι του 1974, η μεταπολίτευση κι εμείς. Εμείς ολομόναχοι στον έρωτα, στη ζωή, στον θάνατο και στους μεγάλους αποχαιρετισμούς. Τότε που ήμασταν ακόμη νέοι, αλλά έπρεπε να αποκτήσουμε γρήγορα τη σοφία των δοκιμασμένων – και περισσότερο εγώ που, όπως έλεγε και η Φανή, κυνηγούσα τα φαντάσματα της αγάπης μέσα στα παραμύθια μιας ένοχης αθωότητας… Μα δεν γινόταν ν’ απαρνηθώ τη ζωή μου στο άψε σβήσε, τόσο γρήγορα, με το πρόσχημα της ενηλικίωσης. Κι εξάλλου ήθελα να ζήσω το δράμα αυτής της περίφημης «ενηλικίωσης» σ’ όλη του την έκταση, για να μάθω, επιτέλους, ποιο ήταν το άλλοθι για τόσα «συναισθηματικά τιμήματα». Κάποτε, όμως, άρχισα να μεγαλώνω πραγματικά και μόνο τότε ταξινόμησα εκείνες τις σκόρπιες μέρες του «Χάρτινου Σεπτέμβρη», που πέρασε κι έφυγε μέσα απ’ τα πιο λαμπερά καλοκαίρια μας, λογαριάζοντάς τον σαν μήνα του φθινοπώρου από συνήθεια ημερολογιακή… Απόσπασμα από τον “χάρτινο Σεπτέμβρη της καρδιά μας” του Γιάννη Ξανθούλη
 
Κάποιες φορές το χαρτί μας δίνει ζωή και κάποιες άλλες γκρεμίζει τα όνειρά μας. Το παρακάτω περσινό, που συνεχίζει το παραπάνω, σε άλλο χρόνο και τόπο, με την ίδια όμως γλυκιά μελαγχολική διάθεση. Πριν κάποια χρόνια περιμένοντας τις εκλογές, ο Σεπτέμβρης πέρασε καλυπτόμενος από προεκλογικές αφίσες. Ευχή κάθε χρόνο να μην είναι χάρτινος.
Τα πράγματα είναι απλά, ένα και ένα κάνουν δύο και όχι έντεκα όπως, καθοδηγούμενοι από την αγωνία της πλειοδοσίας προσπαθούν να μας πλασάρουν.
Πάμε λίγο πίσω, να κάνουμε ένα διάλειμμα.
Τις μέρες του απόλυτου ψεύδους, που τα συνθήματα έχουν αντικαταστήσει το διάλογο και οι όποιες φιλότιμες απόπειρες ειλικρινείας, αντιμετωπίζονται με καχυποψία, η οικονομία του λόγου αποτελεί την πιο επιθετική συμπεριφορά.
Τώρα που το σκέφτομαι, ξέρεις πόσους Σεπτέμβρηδες, μου έχουν κλέψει; Αυτόν το μήνα, με αρκετή δόση γλυκιάς μελαγχολίας και ανασφάλειας έκανα σχέδια, όχι για το χειμώνα που έρχεται αλλά για το επόμενο καλοκαίρι…
Είναι πολύ, πότε για το βασιλιά, πότε για το βουλευτή, πότε για το δήμαρχο , να χάνουμε τους μισούς πιο γλυκούς μήνες της ζωής μας.
Ευτυχώς που υπάρχει και το ραδιόφωνο... “και όταν πέφτει το σκοτάδι, που οι συνοικισμοί των ανθρώπων γίνονται ένα σιωπηλό ερημητήριο, οι ανήσυχες ζωές φλερτάρουν με το μπαλκόνι, τη θάλασσα, τα δέντρα πού φοράνε τα καφέ κουστούμια, γλυκές φωνές σφηνώνουν ανάμεσα σε μουσικά ταξίδια και πάμε…”
«Πάντα εκεί. Στην πρώτη αγάπη, στο πρώτο φιλί, στην πρώτη προδοσία, στο πρώτο χαστούκι, στην πρώτη ηδονή, στο πρώτο τσάκισμα. Μια είναι η πρεμιέρα και τα περιλαμβάνει όλα. Μετά ο ηθοποιός ψιλοβαριέται. Μπερδεύει το ρόλο του, επαναλαμβάνει στη ζωή πράξεις της σκηνής και ανάποδα... Μέχρι που ξεριζώνει τα μάτια του και, όταν συνέρχεται στο νοσοκομείο, οι φίλοι με τρόπο του εξηγούν πως δεν το λένε Οιδίποδα, παρά Μάκη, μόνο Μάκη, τα άλλα που αισθάνθηκε ήταν από τη ζωή ενός άλλου. Πάντα εκεί στις μικρές πόλεις που δέχτηκαν να μας αναθρέψουν με αντάλλαγμα ένα κομμένο ορίζοντα.»
Συνεχίζουμε με εκείνο το χαρτί που δεν μας κοροϊδεύει, με κείνο που απ' τα μικρά μας, μας ταξιδεύει.
"Ένας άνθρωπος", γράφει ο Μπόρχες στον Επίλογο του "Ποιητή", "βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, άστρα, άλογα κι ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του".
Από Σεπτέμβρη σε Σεπτέμβρη. Όμορφα καραβάκια! Κι ας είναι χάρτινα, έρχονται όμως. Πάντα βρίσκουν το δρόμο τους.


Με τα δικά σου τα φτερά

Συνηθίζεται μετά τις διακοπές, το πρώτο κείμενο να έχει το πλεονέκτημα του χρόνου, την απουσία της καθημερινότητας, την προσοχή της επανεκκίνησης, το περιτύλιγμα του εντυπωσιασμού. Δεν θα συμβεί με το σημερινό.
Κάποιοι μου λένε πως δεν έχω φιλοδοξίες. Έχουν δίκιο. Η μόνη φιλοδοξία μου είναι, να μην είμαι απολύτως τίποτα. Σ’ αυτό το δρόμο θα συνεχίσουμε με την ελπίδα να καταφέρουμε «Κάτι».

Μπορεί να άλλαξαν οι εποχές, να μεγάλωσαν, αλλά είναι κάποια πράγματα, που λες και μένουνε πάντα παιδιά. Με καταλαβαίνετε έτσι δεν είναι; Και επειδή ο Σεπτέμβρης θέλει αλήθειες, οι σαφείς απαντήσεις, χρειάζονται και γενναίες ερωτήσεις. Στο δια ταύτα: ρώτα μόνο εσένα πια. Κανείς άλλος δεν θα σου απαντήσει, όπως εσύ. Δεν είναι εγωισμός. Θάρρος είναι.
Αυτές τις πρώτες ώρες του φθινοπώρου , προσπαθώ να επαναφέρω το ρολόι στην κανονική του λειτουργία. Αυτές τις μέρες και κυρίως τις νύχτες προσπαθώ να ονειρευτώ για να τις μεγαλώσω. Τι ονειρεύομαι; Την ευτυχία που δε μου τάξανε.
Μπορεί στα μαθηματικά να υστερώ, όμως οι εξισώσεις δεν λύνουν το πρόβλημα. Ο κόσμος που περνάει, είναι άγνωστος και πουθενά δε βλέπω τον “Χ”. Χρόνια τώρα, ψάχνω το εαυτό μου, ανάμεσα στο άγνωστο και η αλήθεια είναι ότι πολλά δικά μου έχω συναντήσει.
Στο δια ταύτα: «Και έπειτα βάδισες αργά όπως βαδίζουν τα όνειρα. Σκυφτή όπως σκυφτή είναι η αρετή. Μόνη όπως μόνη είναι η αγάπη. Σε βήματα νέας ζωής πατούσες όμως πια, στρωμένα απ’ τα δικά σου τα χαμένα τα φτερά…»

“Θέλεις να βοηθήσεις πραγματικά ή να φτιάξεις βιογραφικό;”

Είναι η εποχή τόσο μπερδεμένη, που μας δυσκολεύει να φανερώσουμε μια σταθερή θέση, να δώσουμε μια επιθετική απάντηση. Στην ερώτηση “τι λες εσύ” το μυαλό μας περιπλανιέται σε πρώτες, δεύτερες, και τρίτες σκέψεις και καταλήγει σε ένα - με μεγάλη δόση αμφιβολίας - “νομίζω”. 
Δεν ήταν πάντα έτσι, θα έπρεπε να γκρεμισθεί ένας κόσμος, που βομβάρδιζε με βεβαιότητες τα άγουρα μυαλά μας, να ηττηθούν τα δόγματα που μας νανούριζαν, να προστεθεί γνώση και χρόνος, για να εντάξουμε την αμφιβολία στην καθομιλούμενη.
Η εποχή μας βομβαρδίζει, αν χάσεις την προσήλωση στο στόχο και ακολουθήσεις τις προτροπές της, κινδυνεύεις να σκορπίσεις και στο τέλος, δεν θα είσαι χρήσιμος σε κανέναν. “Ένα ξέπνοο σώμα που έδωσε το παρόν σε όλες τις μάχες και δεν βοήθησε σε καμία” γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “Πόσα συνεχόμενα ενενηντάλεπτα μπορείς να παίξεις σε υψηλό επίπεδο; Σε πόσα αθλήματα μπορείς να διεκδικήσεις κάτι παραπάνω από την τιμητική συμμετοχή σου; Θέλεις να βοηθήσεις πραγματικά ή να φτιάξεις βιογραφικό;”
Σε εποχές με όλα τα μέτωπα ανοιχτά, επιλέγεις τις μάχες σου. Τι κάνουμε; Τι άλλο από να κρατηθούμε όρθιοι και να προσηλωθούμε ο καθένας στο στόχο του.
Πολλά μέτωπα ανοιχτά, μεγάλες οι ανάγκες, δε μπορούμε. Θα λιώσουμε. Θα τελειώσουμε. Γι’ αυτό από τη θέση του ο καθένας, που μπορεί να σημαδεύει και να βρίσκει το στόχο. Αυτό το λίγο είναι πολύ.
Δεν χρειάζεται να κολλήσουμε και άλλα ένσημα από την παρουσία μας εδώ και εκεί και πουθενά στο τέλος.

Μην περιμένετε να λερώσω τα χέρια μου

Τα ψέματα τελείωσαν μαζί με τον Αύγουστο. Και επειδή τα πράγματα θα αρχίσουν να σοβαρεύουν, καλό είναι να τα βάλουμε στη θέση τους. Μην περιμένετε να λερώσω τα χέρια μου. Δεν πρόκειται να ανακατευτώ. Θα οριοθετήσω το χώρο μου και θα κλειστώ στο γυάλινο κλουβί μου. Άλλωστε όπως έγραφα και παλαιοτέρα…. «Τι ελπίδες έχει ένας έξυπνος άνθρωπος, ζωντανός προοδευτικός ανάμεσα στο βασίλειο των κουτών; Ελάχιστες, ή θα συμβιβαστεί, ή θα φύγει. Οι παντοδύναμοι ηλίθιοι θα τον ταλαιπωρήσουν, θα τον κυνηγήσουν, θα τον απελπίσουν. Και εννέα στις δέκα φορές θα τον οδηγήσουν σε παραίτηση».
Τα επιχειρήματα σε μια πρώτη ανάγνωση, δεν δείχνουν ισχυρά. Σε πρώτο επίπεδο, που η ερμηνεία γίνεται με όρους καθημερινότητας, και πράξεις αριθμητικής, το αποτέλεσμα είναι απολύτως αντίθετο με την έρευνα του δείκτη νοημοσύνης. Οι έξυπνοι που ασφυκτιούν και παραιτούνται είναι οι κουτοί της ιστορίας, αντιθέτως οι κουτοί είναι οι έξυπνοι, αποκτούν δύναμη και καθορίζουν το παιγνίδι.
Σε μια δεύτερη επεξεργασία, που τα μεγέθη υπολογίζονται, με πιο ακριβά πράγματα αυτής της ζωής, η οριοθέτηση αρχίζει να αποκτάει την διάσταση εκείνη, που το βασίλειο των κουτών είναι αδύνατον να κατανοήσει. 
Δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα το διαφορετικό. Οι μεν και οι δε, πρέπει να αισθάνονται ευχαριστημένοι. Ο διαχωρισμός εδώ δεν έχει να κάνει με ταμπέλες άνευ περιεχομένου, αλλά με δύο διαφορετικά ανθρώπινα βασίλεια, που η φύση τα καταδίκασε, να φαίνονται ίδια.
Οι κουτοί, δυνατοί ζουν και βασιλεύουν απολαμβάνοντας όσα αγαθά φτάνει το μυαλό τους, το χρήμα και τη δόξα δηλαδή. Οι άλλοι: «Η ιστορία τους χαράμισε να σκάσουν μύτη πάνω στην τεμπελιά της. Έτσι ανακάλυψαν τους εαυτούς τους, την ομφαλοσκόπηση την ψυχανάλυση, την βαθιά σκέψη την βαριά ανάλυση, με ταλέντο δε λέω, με χιούμορ, αλλά και μπόλικο σαρκασμό. Κάνανε τις πληγές τους λόγια, λέξεις, έννοιες. Κάποιοι βάλανε μουσικές, κάποιοι άλλοι φωνές, επικοινώνησαν και γίνανε οι αποκλειστικοί φορείς του αυστηρά προσωπικού. Δηλαδή της μοναξιάς τους».
Σε ένα τρίτο επίπεδο, ο καθένας θα ζητήσει αυτό που το μυαλό του υπαγορεύει. Και επειδή ζητάμε διαφορετικά πράγματα ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...