Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Πάλι Δεκέμβρης ήταν…



Πάλι Δεκέμβρης  ήταν, «Αγίου Νικολάου». Ένα νέο παιδί ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος  έπεφτε νεκρό από σφαίρα  ιδικού φρουρού στα Εξάρχεια.
Αυτές τις μέρες ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες και φίλος του Αλέξανδρου, ο Νίκος Ρωμανός, βρίσκεται αντιμέτωπος με τη θανατική εξάντληση, ύστερα από πολυήμερη απεργία πείνας. Εκτίει κάθειρξη 16 ετών για ληστεία. Έχει πετύχει στις πανελλαδικές εξετάσεις και παρ’ ό,τι έχει βραβευτεί γι’ αυτό από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, δεν του επιτρέπεται η δια ζώσης παρακολούθηση των μαθημάτων του.
Μέρα με τη μέρα η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Οι πολίτες παρακολουθούν άναυδοι την εξέλιξη της ιστορίας. Ποιος μπορεί να αντισταθεί σε ένα παιδί που αργοπεθαίνει;  
Ένα προαίσθημα με οδηγεί, σε εκείνες  τις μέρες του 2008. Παραμονή Αγίου Νικολάου Σήμερα  
Μια σπίθα ήταν αρκετή για να λαμπαδιάσει η οργή. Μια οργή που σωρεύτηκε όλα αυτά τα χρόνια. Ένα μίσος, που φώλιαζε, για μια γενιά πολιτικών που θεωρούν την αυθαιρεσία κανονικότητα. Για τα σκάνδαλα που κουκουλώνονται. Ένας κόσμος απαξιωμένος, μια γενιά προδομένη, που δεν περιμένει τίποτα απ’ αυτούς που έχουν την υποχρέωση να την στηρίξουν, μια γενιά που δεν έχει πλέον σύμμαχο την αλληλεγγύη. Ο φόνος υπαρκτός και συμβολικός. Η εκδίκηση, δεν έχει χρώμα, δεν έχει κόμμα, δεν έχει ιδεολογία. Τροφοδοτείται από τη συλλογική μνήμη.
Αυτό που ζούμε δεν το έχουμε ξαναζήσει θυμάμαι το Νοέμβριο του 1980. Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας. Μαζική διαδήλωση. Η εργάτρια Σταματίνα Κανελλοπούλου, 21 ετών, πέφτει νεκρή, χτυπημένη από τα κλομπ των αστυνομικών, ενώ ο Κύπριος φοιτητής Ιάκωβος Κουμής, 26 ετών, σκοτώνεται από πυροβόλο όπλο. Πάλι Νοέμβριος στην επέτειο του Πολυτεχνείου το 1985, κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ. Ο αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας σκοτώνει τον μαθητή Μιχάλη Καλτεζά στα Εξάρχεια. Η σφαίρα βρίσκει τον δεκαπεντάχρονο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Ότι ακολούθησε τότε δεν μπορεί να συγκριθεί με αυτά που ζούμε σήμερα. Ο φόνος του μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, από σφαίρα του ειδικού φρουρού στα Εξάρχεια ήταν η σπίθα σε μια χώρα που όπως σωστά υπογραμμίζει η Μαρία Κατσουνάκη «…Είμαστε μια χώρα που πενθεί. Είμαστε ένας λαός απογοητευμένος, διαψευσμένος, οργισμένος. Πολύ οργισμένος. Ανέχεται όλο και λιγότερο, αντέχει όλο και λιγότερα. Τώρα, χτύπησε ο συναγερμός. Όλοι τον ακούν αλλά κανείς δεν μπορεί, πλέον, να σημάνει τη λήξη του...»
Άναψε η σπίθα ανάμεσα στα δυο διαχρονικά στρατόπεδα οι έχοντες και οι μη έχοντες σε θέση μάχης. 


Οι διαδηλώσεις παίρνουν τη μορφή εξέγερσης, υπάρχει πολύς θυμός για όσα γίνονται τελευταία. Υπάρχει πολύς θυμός γι’ αυτούς που κυβερνάνε, όπως κυβερνάνε αυτή τη χώρα.
ο Μάνος Χατζιδάκις, γνωστός για τις δεξιές πολιτικές πεποιθήσεις του, είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό "Τέταρτο" με τον τίτλο "Μια μοβ σκιά Μαΐου" ένα συγκλονιστικό προφητικό κείμενο. Εκεί υπογράμμιζε ότι αρνείται να δει τον εχθρό στο πρόσωπο των "παιδιών των Εξαρχείων" και σημείωνε ότι η Αστυνομία έφτασε "να εκπροσωπεί ό,τι χολεριασμένο και άρρωστο κρύβει μέσα του ο άνθρωπος για να προστατέψει μ' έναν ακάθαρτο μανδύα τις έννοιες έθνος, πατρίδα, σπίτι, εκκλησία, κράτος και οικογένεια. Έννοιες ιερές, που έγιναν πανάθλιες απ' όσους ανέλαβαν με αυθαιρεσία ανάξια να τις φρουρήσουν» Κι εκείνος ο στίχος - του Νίκου Καρούζου- από τα βάθη του μέλλοντος: «Να μεγαλώνει / η φωτιά να μεγαλώνει / να γίνεται ολοένα ψηλότερη / εξαρπάζοντας ιαματικά τον πλανήτη»...
Όσο η βία θα κρύβεται κάτω από τον μανδύα της νομιμότητας, οι νέοι γιατί μόνο νέοι μπορούν, θα απονείμουν την δική τους δικαιοσύνη. Προφητικά ο Ρούσος Βρανάς γράφει στα «Νεα»
«Ο τρόπος παραγωγής είναι μια νόμιμη βία. Η εξουσία είναι μια νόμιμη βία. Η Αστυνομία είναι μια νόμιμη βία. Η φυλακή είναι μια νόμιμη βία. Η Δικαιοσύνη είναι μια νόμιμη βία. Η ανεργία είναι μια νόμιμη βία. Το ταμείο ανεργίας είναι μια νόμιμη βία. Η κερδοσκοπία είναι μια νόμιμη βία. Το χρηματιστήριο είναι μια νόμιμη βία. Οι τράπεζες είναι μια νόμιμη βία. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μια νόμιμη βία. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια νόμιμη βία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια νόμιμη βία.
Κι όσο αυτή η νόμιμη βία θα ονομάζεται δικαιοσύνη, τόσο η δικαιοσύνη των νέων θα ονομάζεται βία».
Φυσικά και δεν συμφωνώ με τις καταστροφές, το κάψιμο των αυτοκινήτων, των καταστημάτων, το πλιάτσικο που ακολουθεί. Όσο όμως παρακολουθώ τα γεγονότα από την τηλεόραση σκέφτομαι ότι δεν δικαιούμαι να ομιλώ…

Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Ο φασισμός της τηλεόρασης



Τελικά είναι πολύ περισσότερα αυτά που γίνονται κάθε μέρα στην τηλεόραση απ’ ότι στην πραγματικότητα. Όλα τα προβλήματα μικρά ή μεγάλα που μας απασχολούν, στο γυαλί αποκτούν μία άλλη διάσταση. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται ακραία και απειλούν με βιβλικές καταστροφές, η οικονομική κρίση μας οδηγεί στην χρεοκοπία, η δραματοποίηση της πραγματικότητας δεν ακολουθεί τους δημοσιογραφικούς κανόνες, για το καλύτερο αποτέλεσμα επιστρατεύονται σκηνοθέτες του κινηματογράφου, όσο για τα αναγκαία διαφημιστικά μηνύματα, αυτοκινήτων και κινητών τηλεφώνων κυρίως βγάζουν τη γλώσσα σ’ αυτά που προηγήθηκαν και σ’ αυτά που θα ακολουθήσουν…
Οι πολιτικοί βγάζουν μεροκάματο στα τηλεοπτικά παράθυρα και αποτελούν πλέον μέρος του παιγνιδιού, βλέπω τόσες φορές κάποια πρόσωπα, που νομίζω που έπιασαν δουλειά στο κανάλι…
«Παρουσιαστές αναλυτές, καλεσμένοι, εν ταχεία εξελίξει τηλεοπτικοί εθνοσωτήρες όλοι, κάτοχοι της απολύτου αληθείας και της απολύτου σωτηρίας, βρίσκουν καθημερινά τρόπο να περάσουν στην τηλεόραση τους μεγαλύτερους ή μικρότερους φασισμούς τους, εκφραστές υποτίθεται ενός λαού από τον οποίον κάνουν ότι μπορούν για να ξεχωρίσουν. Γιατί φασισμός τι είναι; φασισμός κατ’ αρχήν είναι να βγαίνεις και να κολακεύεις ως περιούσιος αυτούς που στην πραγματικότητα και με την πρώτη ευκαιρία περιφρονείς. Να ανεμίζεις φιλολαϊκές σημαίες απλώνοντας το φαρδύ πισινό σου πάνω σε μια παχιά στρώση εκατομμυρίων...»

Τα εντός εισαγωγικών, απόσπασμα από ένα παλαιότερο άρθρο της κ Αποστολοπούλου για τον φασισμό της τηλεόρασης.
Έχει ενδιαφέρον αυτός ο αυτοσαρκασμός, που έχει αναπτυχθεί στα ΜΜΕ, ένας αυτοσαρκασμός, που θα βοηθήσει πιστεύω να βρούμε μια άκρη. Οι δημοσιογράφοι, που σέβονται τον εαυτό τους είναι ανάγκη να βρεθούν στην πρώτη γραμμή, αυτοί πρέπει να αποτελέσουν την αιχμή του δόρατος, για να καταπολεμηθεί η φασίζουσα νοοτροπία που έχει εισβάλει στα ΜΜΕ και ιδιαίτερα στην τηλεόραση.
Η δύναμη του κακού είναι μεγάλη, εξίσου μεγάλη όμως είναι και η δύναμη του καλού...

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Είναι η πραγματικότητα που τη βιώνουμε αισιόδοξα



Δόση με δόσεις, Δόση δηλητήριο. Οι δανειστές πλέον ζητούν ενέχυρο, ένα εξαθλιωμένο λαό, στρατιές  ανέργων, μισθούς πείνας,   την εθνική μας ανεξαρτησία,   την εδαφική μας κυριαρχία, την κρατική  περιουσία  και ό,τι τέλος πάντων μπορεί να έχει κάποια αξία σ’ αυτόν τον τόπο. Αυτές τις μέρες, είναι αλήθεια, δύσκολα μου βγαίνουν οι λέξεις. Ακόμα και τα παραμύθια ημιτελή τα παρατάω.
Τα δάκρυα έπονται, προηγούνται οι συμβιβασμοί οι ταπεινώσεις, οι εκποιήσεις οι αλλοτριώσεις, οι εκρήξεις, η φρίκη, έτσι που και με τον άνθρωπό σου γίνεσαι εχθρός και με τον εαυτό σου ξένος.
Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωρούν στην πραγματικότητα.
Ημιτελή παραμύθια, με επίλογους από λάστιχο. Τα δικά μας παραμύθια, που παίρνουν μορφή ανάλογα με τους καιρούς. Σήμερα βρέχει, αύριο θα έχει λιακάδα και το βράδυ ξαστεριά.
Δεν είναι η κρίση σημερινή. Πάντα σε κρίση βρισκόμαστε, βιώνοντας το παρόν και αδιαφορώντας για το μέλλον. Αυτό κάνουμε και σήμερα, το παρόν βιώνουμε δανειζόμενοι, παραχωρώντας ως εγγύηση  ό,τι  ιερό και όσιο,  κάτω από τη σκληρή επιτήρηση των δανειστών μας, όχι βεβαίως για να εξασφαλίσουν το μέλλον μας, αλλά τα χρήματα που μας δάνεισαν.
Από όσο θυμάμαι μια ζωή αυτός Λαός, θυσίες κάνει, χωρίς ακόμα να κατορθώσει να έχει την εύνοια των θεών.

Δεν είναι η απαισιοδοξία που με οδηγεί σ’ αυτήν την διαπίστωση, είναι η πραγματικότητα που τη βιώνουμε αισιόδοξα. «Έχει θεός», για το αύριο και κάπως έτσι περνάμε τις μέρες, τσιμπολογώντας.
Η ανακύκλωση των προβλημάτων, η μάχη της καθημερινότητας, οι προσωρινές λύσεις, μας έχουν καταδικάσει σε μια διαχείριση του σήμερα, χωρίς επιπλέον δυνάμεις και δυνατότητες.
Ένα οικοδόμημα χωρίς θεμέλια, που μοιάζει περισσότερο με ημιυπαίθριο, που να στηρίξει το μέλλον, πώς να σταθεί αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται.
Τα καταφέραμε και φέτος, για του χρόνου… « Έχει ο θεός»
Τα γράφω με καμάρι. Αφού ακόμα τριγυρίζουμε γύρω από τον Παρθενώνα, το κάθε αύριο γίνεται σήμερα και είμαστε εδώ, αισιόδοξοι για το θαύμα που δεν θα γίνει μιας και από μόνοι μας είμαστε ένα θαύμα!
Είναι θαύμα ότι υπάρχουμε σαν χώρα σήμερα. Και αύριο θα υπάρχουμε ακόμα και χωρίς την βοήθεια των Θεών…

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Τι να γεννηθεί από έναν;



Εσύ  δεν πρέπει  να κάθεσαι στο 2012,  να πας στο ’14 που εκπνέει, είπα σε ένα παλαιότερο  κείμενο. Όσο και αν προσπάθησα, δεν μπόρεσα να αντικαταστήσω τις λέξεις, ούτε και τη διάθεση.   Τελειώνει ο χρόνος και μας τελειώνει. Πολλά μαζεμένα αυτές τις τελευταίες μέρες και νύχτες, με αναμονές και προσμονές, που επιμηκύνουν το διάστημα,  σχεδόν το ακινητοποιούν. Δεν περνάει  με τίποτα. Είναι και η βροχή… Και ένα βάρος, σε απροσδιόριστο σημείο, από πολλά μαζεμένα μιας ζωής,  που την κυνηγούν οι μήνες. Βγήκα στη ταράτσα  του σπιτιού μου,  που δεν τη  στολίζουν πολύχρωμα λαμπιόνια  των ημερών. Απέναντι φωτισμένα  μπαλκόνια με χαρούμενη μουσική απ’  τα κινεζικά φωτάκια που τραγουδούν χαζά, χριστουγεννιάτικους ρυθμούς της κατανάλωσης. Γελάω  με την εικόνα, για να μην αφήσω τη ζήλια  να εκδηλώσει καμία  αξίωση. «Θέλω να μείνω μόνος».  Επακόλουθο, μιας αμυντικής λειτουργίας, με τον εγωισμό να θριαμβεύει. Τη μάχη  απέναντι  σε όλους τους άλλους, που μου φταίνε,  πάντα με ένα πικρό παράπονο την κερδίζω, όπλο δοκιμασμένο και αποτελεσματικό. Η όποια φωνή αυτοκριτικής, που επιχειρεί να ψελλίσει  κάτι, πνίγεται εν τη γενέσει της.

Δεν έχει σημασία πως,  δυνατός ή ηττημένος, πικραμένος ή  χαρούμενος. Σημασία έχει ότι μ’  αυτά και μ’  αυτά,  κατάφερα να μείνω μόνος  εδώ στο κέντρο της ταράτσα μου, στο κέντρο   του κόσμου. «Μαζεύω ότι κομμάτια απόμειναν. Μέσα στα κομμάτια προβάλλονται στιγμές αναπαραγωγής ενός μυαλού, που δεν θέλει να αισθάνεται. Τίποτα. Κανέναν…»
Από εδώ στριφογυρίζοντας, γύρω από τον άξονα μου, αρχίζω να κτίζω τον τοίχο προστασίας μου. Κάθε πέτρα και παράπονο και πάντα μπροστά ένα «Εγώ», όπως αυτό του Καζαντζίδη:  Εγώ περπάτησα γυμνός εγώ βαδίζω μόνος μου `γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος
Δεν ξέρεις τι `ναι μοναξιά καρδιά που κλαίει τη νύχτα όσα τραγούδια σου `γραψα
στην κρύα νύχτα ρίχ΄ τα

Μια στιγμή αρκεί  για να  αλλάζει η ορμή,  να καεί με το οξυγόνο μιας αλήθειας, που προηγήθηκε. Άναψα και κάηκα.
Και συνεχίζει το παράπονο να γκαζώνει,  να τα σκεπάζει όλα σαν δέκα μέτρα χιόνι. «Θέλω να μείνω μόνος», ούτε λαμπιόνια, ούτε αστέρια,  ούτε Χριστούγεννα. Τι να γεννηθεί από έναν μόνο του; 

Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...