Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Είναι γοητευτική η στιγμή της αμφιβολίας



Άνοιξη. Άλλη μια Άνοιξη.  Όταν επαναλαμβάνω κείμενα περασμένα, είναι γιατί ο χρόνος σπρώχνει το χώρο και με εκτινάσσει σε καταστάσεις πυκνότητας, συντήρησης δυνάμεων. Επαναλαμβάνουμε για να βρεθούμε στην αρχή, το μεσοδιάστημα μια τρύπα στο νερό. Να γράψω κάτι επιπλέον, αυτές τις μέρες των εκπτώσεων, της αξιοπρέπειας, δεν μπορώ. Θα κρυφτώ σ’ αυτές τις λέξεις, που όταν γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ίσως γίνω πιο κατανοητός.
Άνοιξη  αναποφάσιστη, μπαινοβγαίνει στη ζωή μας, για να μας θυμίζει, που και που αυτά που είχαμε και χάσαμε. 
Άλλη μια Άνοιξη. «Ας είναι, σε μια διαρκή αφαίρεση ζωής, για να μείνει στο τέλος, το πιο πολύτιμο κομμάτι της ψυχής μας. Λίγη ψυχή, γιατί η υπόλοιπη κάλυψε μέρος των υποχρεώσεων». Άλλη μια άνοιξη και καμιά εξέλιξη. Άλλη μια επανάληψη. Χρόνια τώρα σκάβουμε επί τόπου, στο ίδιο μαύρο χώμα. Ο λάκκος κοντεύει να μας σκεπάσει και εμείς όλο και πιο βαθιά. Ο φόβος, ο θυμός, η πικρά, η ανασφάλεια, η μελαγχολία, που βγαίνουν μέσα από τις λέξεις που τελευταία βάζω στη σειρά, μην σας τρομάζουν. Προειδοποίηση κινδύνου είναι για να τις αποφύγουμε. Πινακίδες για ασφαλή πορεία, για πορεία που δεν πρέπει να ακολουθήσουμε.  Όπως: «Δρόμος που οδηγεί σε αδιέξοδο», «πτώση βράχων».
 

Δεν είναι μόνο τα σκληρά οικονομικά μέτρα, δεν είναι που πτωχεύσαμε, είναι η ένδεια συναισθημάτων, η απογύμνωση του μέσα μας, η υποτίμηση του πλούτου της ψυχής μας, η υπερτίμηση των χρεών που μετριούνται με χαρτονομίσματα.
Ακόμα και αυτές τις ώρες της σιωπής που έβαλαν στη θέση τους εφιάλτες να μας ταράξουν το ύπνο μας, φυσικά και ονειρεύομαι τις μέρες, που οι νύχτες δεν θα έχουν εμπόδια, που δεν θα τρέχουμε λαχανιασμένοι, που δεν θα ξυπνάμε κατάκοποι και κάθιδροι.
Άλλωστε, για πόσο μπορούν κάποιες λέξεις να σπαράζουν μέσα μας; Όσο χρειάζεται η σιωπή να μας δώσει κάποιες ανάσες. Ακόμα και να θέλουμε να τις φυλακίσουμε, οι τύψεις μας γρονθοκοπούν να τις ελευθερώσουμε. Και είναι οι καιροί τέτοιοι, που θα γεννήσουν λέξεις – μαχαίρια, για την ώρα, ας την κουβέντα…
Άνοιξη: Στον ουρανό, γεμάτες βαριές μάζες σύννεφα, προσπαθούν να ξεγελάσουν την εποχή. Αυτήν την ώρα της ημέρας, που άρχισε φανερά να μεγαλώνει, χαραμάδες ρόδινες και χρυσές σου δημιουργούν απορίες. Ένα κράμα από μυρωδιές του χειμώνα που φεύγει και της άνοιξης  που έρχεται, διαπερνούν την ατμόσφαιρα. Είναι γοητευτική αυτή η στιγμή της αμφιβολίας



.

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Στη θέση τους



Παρά την παγκοσμιοποίηση   και την κυριαρχία των αγορών.  Παρά την οικονομική κρίση  και τη φτώχεια που μαστίζει τους λαούς… τα
δέντρα  παραμένουν όρθια.  Ο ήλιος συνεπής ακόμα και στα δευτερόλεπτα  αναβοσβήνει  και  ο ουρανός, όσο και αν προσπαθούν δεν θα ξεχάσει το γαλάζιο. Στο τέλος ούτε και άνθρωποι να μου το θυμηθείτε… Έχει ενδιαφέρον η διήγηση  από τον ΄Ιταλο Καλβίνο, για κάποιον συλλέκτη άμμου, που απογοητεύθηκε όταν απομόνωσε το υλικό από  τη φυσική του θέση.  
Είναι κάποιος που κάνει συλλογή από άμμο, ταξιδεύει στον κόσμο, και όταν φτάνει σε μια θαλάσσια ακτή, στις όχθες ενός ποταμού ή μιας λίμνης, σε μια έρημο, σε έναν ρεικότοπο, μαζεύει μια χούφτα άμμου και την παίρνει μαζί του. Στην επιστροφή, τον περιμένουν τοποθετημένα στη σειρά σε μεγάλα ράφια εκατοντάδες γυάλινα μπουκαλάκια, μέσα στα οποία η λεπτή γκρίζα άμμος της λίμνης Μπάλατον, η πάλλευκη του Κόλπου του Σιάμ, ή εκείνη η κόκκινη που η ροή του Γκάμπια αποθέτει χαμηλά στη Σενεγάλη, ξεδιπλώνουν την όχι μεγάλη γκάμα των ξεθωριασμένων χρωμάτων τους, αποκαλύπτουν μια ομοιογένεια που θυμίζει την επιφάνεια της σελήνης, παρά τις διαφορές του μεγέθους των κόκκων και της υφής τους, από τη λευκή ή μαύρη χαλικοειδή πυκνότητα της άμμου της Κασπίας που λες και είναι ακόμα βουτηγμένη σε αλατισμένο νερό, ως τις επίσης λευκές και μαύρες μικροσκοπικές πετρούλες της Μαρατέα, ή το λεπτό κατάλευκο αλεύρι με τα βιολετιά στίγματα του Κόλπου της Χελώνας, κοντά στο Μαλίντι της Κένυας.

Ιδού που επιστρέφοντας από ένα ταξίδι, προσθέτει καινούργια μπουκαλάκια δίπλα στα άλλα, και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως, χωρίς το λουλακί της θάλασσας, η λάμψη εκείνης της γεμάτης θραύσματα κογχυλιών παραλίας έχει χαθεί, πως από την υγρή ζέστα των ξεροπόταμων της ερήμου δεν έμεινε τίποτα στη συλλεχθείσα άμμο, πως, μακριά από το Μεξικό, η ανακατεμένη με λάβα άμμος του ηφαιστείου Παρικουτίν, είναι απλώς μια μαύρη σκόνη που μοιάζει να βγήκε από τζάκι. Προσπαθεί να ξαναφέρει στη μνήμη του την αίσθηση εκείνης της παραλίας, εκείνη τη μυρωδιά του δάσους, εκείνη τη λάβρα, αλλά είναι σαν να κουνάει απλώς λίγη από εκείνη την άμμο στο βάθος της ετικεταρισμένης μπουκάλας. Παλαιά στα παραμύθια που μας έλεγαν υπήρχε πάντοτε κάποιος κεντρικός ήρωας που τον θαυμάζαμε και τον αγαπούσαμε. Ήταν ένα πρόσωπο κι ας ήταν βγαλμένο από τα παραμύθια. Είχε όνομα. Τα σύγχρονα παραμύθια έχουν ήρωες χωρίς όνομα μιας και η λέξη οικονομικό συμφέρον είναι τόσο ψυχρή για να συγκινήσει την καρδιά ενός μικρού παιδιού. Απ’ ό,τι φαίνεται η παγκοσμιοποίηση δεν θα μπορέσει να ισχύσει για τον κόσμο των παιδιών που θέλουν όνομα για τους ήρωες των παραμυθιών τους. Κι αυτό είναι μια ελπίδα. Αρκεί να υπάρξουν πολλά παιδιά στο μέλλον. Πιο πολλά από τον παιδικό πληθυσμό όλης της γης.

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ας μιλήσουμε για το όργιο



Μπήκαμε στο τριώδιο. Είναι μια ευκαιρία αυτές τις ημέρες με τις μάσκες, να πούμε τις αλήθειες που φοβόμαστε. «Λοιπόν ένα από τα χαρακτηριστικά των πολιτισμών όπου ζούμε, είναι ο συνολικός εκκαρναβαλισμός της ζωής μας», σημειώνει ο Ουμπέρτο Έκο. «Αυτό δεν σημαίνει ότι δουλεύουμε λιγότερο, αναθέτοντας καθήκοντα στις μηχανές, μιας και η αναζωογόνηση και οργάνωση του ελευθέρου χρόνου ήταν πάντα ιερή απασχόληση τόσο των δικτατορικών όσο και των φιλελευθέρων  - μεταρρυθμιστικών καθεστώτων. Σημαίνει ότι εκκαρναβαλίστηκε ακόμα και ο χρόνος της εργασίας μας. Είναι εύκολο και προφανές να μιλάμε για εκκαρναβαλισμό της ζωής μας, αν σκεφτούμε τις ώρες που ξοδεύει ο μέσος πολίτης μπροστά σε μια τηλεοπτική οθόνη που, πέρα από συντομότατα διαστήματα στην «ενημέρωση» -  ο λόγος το λέει -  προσφέρει κυρίως θέαμα  και, μεταξύ των θεαμάτων, προτιμά πια εκείνα που παρουσιάζουν τη ζωή σαν αιώνιο καρναβάλι.»
 Πριν μιλήσουμε λοιπόν για τον εκκαρναβαλισμό στην πολιτική, στην θρησκεία, στον πολιτισμο, στον  αθλητισμό, τον ολοκληρωτικό εκκαρναβαλιτισμό που κινδυνεύει να προκαλέσει την κατάσταση όπως υποστηρίζει ο Έκο, «που περιγράφεται εξαιρετικά από εκείνο το παλιό ανέκδοτο με τον τύπο που πλησιάζει πονηρά μια κοπέλα και τη ρωτάει; «δεσποινίς, τι κάνετε μετά το όργιο;»
Ας μιλήσουμε για το όργιο. Σκεφτόμουνα χθες βλέποντας την εικόνα μας στο καθρέπτη, γιατί έχουμε επιδοθεί  μετά μανίας σ’ αυτήν την εκστρατεία  του «φαίνεσθε»  για να τονώσουμε την ύπαρξη μας, έχοντας μέσα μας το απόλυτο κενό.  Προβάλλουμε το τίποτα,  με την ψευδαίσθηση  ότι  θα ζήσουμε πλέον μέσα στο μαγικό κουτάκι. Εκτός και θέλουμε να μπούμε σ’ αυτή την λογική του καρναβαλιού, που όλα νομιμοποιούνται. Στη διάρκεια του καρναβαλιού, παίζεις αδιάκοπα αλλά για να είναι ωραίο και όχι κουραστικό το καρναβάλι, πρέπει να διαρκεί λίγο. Ύστερα από το ξεφάντωμα, μας μένουν, τενεκεδάκια  αναψυκτικών,  τσαλακωμένα χαρτιά, υπολείμματα από χοτ ντοκ και μουστάρδας, όπως γίνεται  δηλαδή στο τέλος του κάθε καρναβαλιού που σέβεται τον εαυτό του. Ήταν ανάγκη να μπούμε στο τριώδιο για να μιλήσουμε για καρναβάλι;



Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

Ένα ατελείωτο καρναβάλι αυτό το κόμμα



Έχω γράψει πολλά κείμενα για το ΠΑΣΟΚ.  Έχω εξαντλήσει τις λέξεις από σχιζοφρένεια και πάνω. Πρόκειται για ένα πολιτικό χώρο μοναδικό, που καταφέρνει να μεταλλάσσεται κατά τρόπο μαγικό.  Εδώ ΠΑΣΟΚ, εκεί ΠΑΣΟΚ, που είναι το ΠΑΣΟΚ; Έγινε Μύγα, και ύστερα αγελάδα, και μετά κάμπια και  πολύχρωμη  πεταλούδα. Έγινε κλέφτης και αστυνομικός, πόρνη και οσία,  καταστροφέας και σωτήρας. Ένα ατέλειωτο καρναβάλι αυτό το κόμμα.  Έρχεται το χθεσινό ΠΑΣΟΚ  και  βροντοφωνάζει ότι θέλει ένα νέο ΠΑΣΟΚ.  Και αυτοί που το φωνάζουν δεν είναι νέοι.  Ζητούν κατά τρόπο αδιάντροπο συγγνώμη  για τα λάθη  του χθες, που οδήγησαν σε μια κοινωνία των δύο τρίτων, σε κοινωνικά και οικονομικά αδιέξοδα.  Αυτοί που κατέστρεψαν τη χώρα,  ΑΥΤΟΙ απαιτούν να διαχειριστούν  τις τύχες και το μέλλον του τόπου. Και αφού ξεπούλησαν την Ελλάδα  κατέκλεψαν το κράτος  ρίχνουν και ένα  τσιτάτο για δέσει το γλυκό «Η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες!!!»      
Η  επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Εδώ έχουμε βίτσια ανεξιχνίαστα, παιδικά τραύματα που εκδηλώνονται με ανεξήγητο τρόπο και χρίζουν έρευνας και   διαφορετικής αντιμετώπισης.
Έχουμε πάρει όλα εκείνα τα απαραίτητα μέτρα για να σταθούμε απέναντι απ’ αυτό το πανηγύρι. Η επικαιρότητα μας προκαλεί, ενισχύοντας καθημερινά τις θέσεις μας, θα προσπεράσουμε τα κωμικοτραγικά που λαμβάνουν χώρα στη μικρή μας κοινωνία και θα μιλήσουμε για πολιτική.
Είναι επιστήμη η πολιτική και αυτοί που ασχολούνται πρέπει να είναι σχετικοί με το αντικείμενο.  Η πολιτική χρειάζεται ελιγμούς, αλλά και ήθος, χρειάζεται βήματα μπροστά και πίσω, αλλά και αξιοπιστία. Δεν μπορούν να υπηρετούν την πολιτική οι πολιτικά άσχετοι. Η πολιτική θέλει καθαρά πρόσωπα και όχι μασκαράδες.
Τα λάθη των πολιτικών τα πληρώνει κυρίως ο Λαός και πόσες συγνώμες πια να δεχτούμε. Εντάξει, κάνατε λάθος κύριε να σας συγχωρέσουμε, αλλά πηγαίνετε και σπίτι σας. Επιτέλους! 

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2013

Δεν υπάρχουν λόγια


Με αφορμή το οδικό δίκτυο του νησιού.  Η φράση  «βομβαρδισμένο  τοπίο», που κάποτε είχε το στοιχείο της υπερβολής,  σήμερα δεν μπορεί να το αποδώσει.  Θα μου πείτε ο χειμώνας που η βροχή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο... Θα σας πω,  ότι η Κέρκυρα πρέπει να κηρυχθεί σε κατάσταση έκτατης ανάγκης.   
Είναι κάποια πράγματα που όσο η ζωή κι’ αν επιτάσσει, αυτά μένουν εκεί, στάσιμα. Δυστυχώς σε μια κοινωνία, που χαρακτηρίζεται από υψηλές ταχύτητες, εφοδιασμένη με την τελευταία λέξη της τεχνολογία, υπάρχει κάπου η ανορθογραφία της, για να επιβεβαιώσει τον κανόνα. Λυμένα πράγματα από καιρό, τα επαναφέρουμε στο τραπέζι των ατέρμονων συζητήσεων, για να τα μπερδέψουμε και ράβε ξήλωνε δουλειά να μην μας λείπει. Και είναι το φαινόμενο σήμερα, πιο ορατό από ποτέ,  γιατί η αντίθεση μεγαλώνει και κάνει το περπάτημα σημειωτών.
Η τελευταία πρόταση συνήθως παραπέμπει σε μια επιτροπή. Η τελευταία ελπίδα, σχεδόν πάντα σε μια επιτροπή πνίγεται. Πολλά ζητήματα που θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με ένα καταφατικό νεύμα, βαλτώνουν για χρόνια, ανάμεσα σε επιτροπές αναρμόδιων, που το μόνο που ξέρουν καλά είναι να ρίχνουν πάσες στο κέντρο του γηπέδου. Ούτε ένα βήμα μπροστά. Και αν κατά λάθος η μπάλα ξεπεράσει τα όρια της καθυστέρησης, εκεί μόνο τρέχουν για την επαναφέρουν. Σε ένα παλαιότερο χρονογράφημα ο Νίκος Δήμου μεταξύ άλλων, αναφέρει:
 

«… Η δική μας κατάσταση θυμίζει κλασική ταινία του Σαρλό. Όπου ο πρώτος διαβάτης που περνάει πέφτει στην τρύπα με τα βρομόνερα, αγανακτεί, χειρονομεί, υβρίζει. Και ο δεύτερος που τον ακολουθεί, που τον είδε, που χτυπήθηκε στα γέλια με το πάθημα του, πέφτει (φυσικά) κι αυτός στην ίδια τρύπα. Κάποια κωμική (ή τραγική) νομοτέλεια τον υποχρεώνει να επαναλάβει αυτό, που κάλλιστα θα μπορούσε να αποφύγει.
Εδώ το κοινό γελάει. Αλλά οι Έλληνες κλαίμε. Γιατί δεν μπορούμε πια να ζήσουμε σ' αυτόν τον τόπο. Και γιατί αυτό, που είναι μια κωμική σκηνή του βωβού κινηματογράφου, είναι μαζί και η συντομότερη περιγραφή της μοίρας μας. Βλέπαμε, βλέπαμε τους άλλους να προχωράνε: άλλοι να πέφτουν στην τρύπα, άλλοι να την αποφεύγουν εγκαίρως. Κι εμείς…
Κι όμως: Όλα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί και αποφευχθεί - γιατί όλα είχαν ήδη συμβεί και ξεπεραστεί κάπου αλλού!
Τίποτα! Δεν έγινε τίποτα! Με τη μηχανική ακρίβεια της κωμικής (ή τραγικής) ειμαρμένης, πέσαμε στη λούμπα με τα βρομόνερα, αρκετή ώρα αφού οι προηγούμενοι (ή «προηγμένοι») είχαν ήδη βγει από μέσα.
Και το χειρότερο: Εμείς θα μείνουμε μέσα…»
Κάποτε ρώτησαν ένα γέρο Κερκυραίο, τι χρειαζόταν η πόλη του για να βελτιωθεί.
«Τι να θέλει, παιδάκι μου;», είπε. «Μπομπαρνταμέντο θέλει»

Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...