Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Δεν είναι η απουσία γύρω. Είναι η απουσία μέσα

Η μοναξιά έρχεται με τα χρόνια τελικά. Και δεν είναι η απουσία γύρω, είναι η απουσία μέσα. Και ένα βάρος απροσδιόριστο. Να φταίει άραγε εκείνη η ατζέντα με τα «πρέπει», που φυλακίζει το μυαλό; Να φταίει το βράδυ που υποδέχεται αδιάφορα την επιτυχία και την αποτυχία; Να φταίνε κι αυτά τα πρωινά, που όσο κυλάει ο χρόνος στερούνται εκπλήξεων; «Μοναξιά είναι να μην υπάρχουν άνθρωποι να επικοινωνείς μαζί τους σε οποιοδήποτε επίπεδο. Μοναχικότητα είναι να μην υπάρχει κάποιος να επικοινωνήσεις μαζί του στο δικό σου επίπεδο γνωστικής ικανότητας και συναισθηματικής αντίληψης.» (Συμφώνως  προς τον δρ. Μ. Σκοτ Πεκ)Σίγουρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, αν ξέραμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι.  Θα ήταν διαφορετικές οι κοινωνίες,  αν οι  λέξεις συγγένευαν με το νόημα τους. Δεν χρειάζεται τεκμηρίωση για να στηρίξουμε το αυτονόητο.    Το παραπάνω γενικώς.   Από εδώ αρχίσει ο προσωπικός Γολγοθάς του καθένα μας. Οι μοναχικές πορείες, με φτερά ή με σιδερόμπαλες στα πόδια.  Γιατί τελικά όλα στο μυαλό μας είναι, αν θέλουμε να ζήσουμε στη ζέστη και στην υγρασία, θα το κατορθώσουμε και ας φυσάει έξω ο βοριάς…
 
Σ’  αυτήν την προσπάθεια κάποιοι, μεγαλώνουν την απόσταση, απομακρύνονται από το πλήθος,   πετούν και χάνονται…  Διάβασα κάπου ότι μερικοί άνθρωποι, πνίγονται από τα πολλά χαρίσματα τους, γιατί είναι παράταιροι και παράκαιροι και μέσα  και  έξω. Έξω γιατί δεν συμβαδίζουν με την εποχή τους. Μέσα, γιατί δεν ξέρουν να διαχειριστούν όλη αυτή τη δύναμη που διαθέτουν και  δεν την αναγνωρίζουν, διότι δεν τη διαβάζουν στα μάτια των άλλων. Των άλλων τη μίζερη ζωή.
Εξάλλου αυτό που μετράει εν τέλει τις αντοχές μας και τις προκοπές μας, είναι η συναισθηματική μας νοημοσύνη και η πειθαρχημένη της δύναμη. Πειθαρχία που οι έχοντες τα χαρίσματα, ούτε που θέλουν ν΄ ακούν στα αυτιά  τους. Έτσι πολλά αντικρίζουν και τυφλώνονται. Δικές τους  αλήθειες καθιερώνουν και προσκρούουν στα κοινωνικά στεγανά.
Η ιστορία, μας έχει διδάξει ότι όλοι αυτοί στην εποχή τους έμειναν καταραμένοι, περιθωριακοί, οριακές προσωπικότητες, μόνοι, δυσβάσταχτοι για όλους τους άλλους. Κατόπιν βέβαια γίνανε αθάνατοι.
Γιατί όλοι αγαπούν την όπερα, κανείς την πριμαντόνα. Όλοι αγαπούν την ποίηση κανείς τον ποιητή. Όλοι αγαπούν την μουσική, αλλά ο συνθέτης τις νύχτες ουρλιάζει μόνος”. Γιατί είναι η μοναχικότητα πιο πέρα  κι απ’  τη μοναξιά.




Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Η εξουσία γιγαντώνει την βλακεία


«Εσύ που είσαι μέσα στα πράγματα τι λες γι’ αυτό…» με ρώτησε ένας φίλος. «Δεν είμαι μέσα στα πράγματα» του είπα και ξαφνικά συνειδητοποίησα, πόσο πιο εύκολες είναι οι απαντήσεις, όταν είσαι έξω και ανασαίνεις καθαρό αέρα. Και οι λέξεις βγαίνουν χωρίς παρεμβολές, γυμνές και καθαρές, χωρίς στολίδια και βαψίματα. Απ΄ έξω λοιπόν η παρακάτω απάντηση...
Πέντε καραμπινάτες περιπτώσεις από χθες μέχρι σήμερα, με αναγκάζουν, να επαναφέρω το θέμα της βλακείας με σαφή προσδιορισμό. Περισσότερο το κάνω, σαν άσκηση ψυχραιμίας γιατί μπορεί η βλακεία να είναι ανίκητη, πρέπει όμως όταν βρεθούμε απέναντι της, αυτό να καθορίζει και τη στάση μας.
«Δύο πράγματα είναι ατελείωτα: το σύμπαν και η βλακεία του ανθρώπου, όμως για το σύμπαν δεν είμαι ακόμα σίγουρος». Αυτή η φράση, αποδίδεται στον Άλμπερτ Αϊνστάιν.
Ο μοναδικός που κατάφερε να δώσει έναν πειστικό ορισμό στη βλακεία ήταν, το 1988, ο ιστορικός και οικονομολόγος Κάρλο Τσιπόλα: βλάκας είναι αυτός που προκαλεί ζημιά σε κάποιον άλλο αλλά παράλληλα δεν πετυχαίνει κάποιο πλεονέκτημα για τον εαυτό του ή ακόμα και υφίσταται ζημιά και ο ίδιος. «Η ζωή μας είναι γεμάτη απώλειες χρήματος, χρόνου, ενέργειας, ησυχίας και καλής διάθεσης, λόγω των απίθανων πράξεων κάποιου παράλογου πλάσματος που μας τυχαίνει τις πιο απρόσμενες στιγμές και ζημιώνει, ακυρώνει και δυσκολεύει τη ζωή μας, χωρίς να έχει απολύτως τίποτα να κερδίσει από τις πράξεις του», γράφει ο Τσιπόλα. Ένα πράγμα είναι λοιπόν ξεκάθαρο: η βλακεία έχει μια ευκρινή κλίση να μεταφράζεται σε πράξεις, και αυτό την καθιστά επικίνδυνη.

Η βλακεία είναι ασυναίσθητη και υποτροπιάζει. «Ο κίνδυνος της βλακείας προέρχεται από τον βλάκα που δεν ξέρει ότι είναι βλάκας», εξηγεί ο Τσιπόλα. «Αυτό δίνει μεγαλύτερη δύναμη και αποτελεσματικότητα στην καταστρεπτική δράση της». Ο βλάκας δε γνωρίζει τα όριά του, παραμένει προσκολλημένος στις πεποιθήσεις του και δεν ξέρει πώς να αλλάξει, με αποτέλεσμα να επαναλαμβάνει επ’ άπειρον τα ίδια λάθη.
Σε κλινικό επίπεδο, η βλακεία είναι η χειρότερη ασθένεια, γιατί είναι αθεράπευτη. Ο βλάκας έχει την τάση να επαναλαμβάνει πάντα την ίδια συμπεριφορά, γιατί δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τη ζημιά που προκαλεί και συνεπώς δεν μπορεί να αυτοδιορθωθεί. Ο βλάκας είναι σαν τα διαμάντια: παντοτινός.
Υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας που γιγαντώνει τη βλακεία: η εξουσία. «Η εξουσία αποβλακώνει», έγραψε ο Γερμανός φιλόσοφος Φρίντριχ Νίτσε. Τα άτομα που έχουν εξουσία τείνουν να πιστεύουν ότι, ακριβώς επειδή έχουν εξουσία, είναι οι καλύτεροι, οι πιο ικανοί, οι πιο έξυπνοι, οι πιο σοφοί από όλη την ανθρωπότητα. Εξάλλου, περιστοιχίζονται από αυλικούς, οπαδούς και κερδοσκόπους, που ενισχύουν διαρκώς αυτή την ψευδαίσθηση. Με αυτό τον τρόπο όποιος βρίσκεται στην εξουσία καταλήγει να διαπράττει κατά γενική ομολογία τις μεγαλύτερες ανοησίες.
Γι’ αυτήν τη βλακεία ο λόγος, που δεν προκαλεί γέλια αλλά κλάματα…

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Ταινία του Σαρλό

Ζαλίστηκα. Ανέξοδες ηλεκτρονικές μαλακίες, στον μαγικό κόσμο του διαδικτύου, μας αδειάζουν το κεφάλι. Όπως και να το κάνουμε κάποτε υπήρχε ένα κόστος, που μας ανάγκαζε να επιλέγουμε με ιδιαίτερη προσοχή, αυτά που θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Ήταν ακριβό το χαρτί και το μελάνι. Στην εικόνα τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σοβαρά. Μπορεί να έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος να καεί το φιλμ, η υπερέκθεση όμως… εκθέτει πολλούς επίδοξους επιδειξίες. Όχι δεν έχω τίποτα με την τεχνολογία, απεναντίας, η κακή χρήση με βρίσκει απέναντι.
Το εισαγωγικό ανάλογο της διάθεσης, μιας μέρας υγρής και μουντής, Μιας εποχής, που είναι και δεν είναι. Μιας πόλης που είναι και δεν είναι. Και αυτό που σήμερα δίνει την αφορμή, είναι ένα διαδικτυακό ερέθισμα, πρόχειρο και αποσπασματικό, που επιχειρεί να συμβάλλει στην ενίσχυση της εικονικής πραγματικότητας.
Για να έρθουμε στον κανονικό κόσμο. Οδικό δίκτυο του νησιού. Η φράση «βομβαρδισμένο τοπίο», που κάποτε είχε το στοιχείο της υπερβολής, σήμερα δεν μπορεί να το αποδώσει. Θα μου πείτε ο χειμώνας που η βροχή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο... Θα σας πω, ότι η Κέρκυρα πρέπει να κηρυχθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.


Είναι κάποια πράγματα που όσο η ζωή κι’ αν επιτάσσει, αυτά μένουν εκεί, στάσιμα. Δυστυχώς σε μια κοινωνία, που χαρακτηρίζεται από υψηλές ταχύτητες, εφοδιασμένη με την τελευταία λέξη της τεχνολογία, υπάρχει κάπου η ανορθογραφία της, για να επιβεβαιώσει τον κανόνα. Λυμένα πράγματα από καιρό, τα επαναφέρουμε στο τραπέζι των ατέρμονων συζητήσεων, για να τα μπερδέψουμε και ράβε ξήλωνε δουλειά να μην μας λείπει. Και είναι το φαινόμενο σήμερα, πιο ορατό από ποτέ, γιατί η αντίθεση μεγαλώνει και κάνει το περπάτημα σημειωτόν.
Η τελευταία πρόταση συνήθως παραπέμπει σε μια επιτροπή. Η τελευταία ελπίδα, σχεδόν πάντα σε μια επιτροπή πνίγεται. Πολλά ζητήματα που θα μπορούσαν να αντιμετωπισθούν με ένα καταφατικό νεύμα, βαλτώνουν για χρόνια, ανάμεσα σε επιτροπές αναρμόδιων, που το μόνο που ξέρουν καλά είναι να ρίχνουν πάσες στο κέντρο του γηπέδου. Ούτε ένα βήμα μπροστά. Και αν κατά λάθος η μπάλα ξεπεράσει τα όρια της καθυστέρησης, εκεί μόνο τρέχουν για την επαναφέρουν. Σε ένα παλαιότερο χρονογράφημα ο Νίκος Δήμου μεταξύ άλλων, αναφέρει:
«… Η δική μας κατάσταση θυμίζει κλασική ταινία του Σαρλό. Όπου ο πρώτος διαβάτης που περνάει πέφτει στην τρύπα με τα βρομόνερα, αγανακτεί, χειρονομεί, υβρίζει. Και ο δεύτερος που τον ακολουθεί, που τον είδε, που χτυπήθηκε στα γέλια με το πάθημα του, πέφτει (φυσικά) κι αυτός στην ίδια τρύπα. Κάποια κωμική (ή τραγική) νομοτέλεια τον υποχρεώνει να επαναλάβει αυτό, που κάλλιστα θα μπορούσε να αποφύγει.
Εδώ το κοινό γελάει. Αλλά οι Έλληνες κλαίμε. Γιατί δεν μπορούμε πια να ζήσουμε σ' αυτόν τον τόπο. Και γιατί αυτό, που είναι μια κωμική σκηνή του βωβού κινηματογράφου, είναι μαζί και η συντομότερη περιγραφή της μοίρας μας. Βλέπαμε, βλέπαμε τους άλλους να προχωράνε: άλλοι να πέφτουν στην τρύπα, άλλοι να την αποφεύγουν εγκαίρως. Κι εμείς…
Κι όμως: Όλα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί και αποφευχθεί - γιατί όλα είχαν ήδη συμβεί και ξεπεραστεί κάπου αλλού!
Τίποτα! Δεν έγινε τίποτα! Με τη μηχανική ακρίβεια της κωμικής (ή τραγικής) ειμαρμένης, πέσαμε στη λούμπα με τα βρομόνερα, αρκετή ώρα αφού οι προηγούμενοι (ή «προηγμένοι») είχαν ήδη βγει από μέσα.
Και το χειρότερο: Εμείς θα μείνουμε μέσα…»

Μόνο τη μνήμη μου εξασκώ



Όχι δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Μόνο τη μνήμη μου εξασκώ.  Οι μεταφερόμενες εικόνες από τα βάθη του δικού μου  χρόνου, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Με εκπλήσσουν ευχάριστα. Γίνονται ένα καινούργιο κομμάτι εμπειριών, με πρόσφατες ημερομηνίες. Εκείνα που έζησα τρομάζουνε το χρόνο. Και ήταν εκείνα, εκείνου που τα έζησε,  σ’ εκείνη την χρονική στιγμή. Σαν μια ταινία από τη θέση του θεατή.
Κάποιους η νοσταλγία τους βυθίζει στην θλίψη.  Είναι αυτοί  που παραβλέπουν το χρόνο, ακινητοποιημένοι στο παρελθόν, δίνουν στα γεγονότα μια συνέχεια,  έχοντας την ψευδαίσθηση ότι εκείνοι που ήταν τότε, είναι αυτοί που είναι σήμερα.  Όχι δεν νοσταλγώ και δεν επιθυμώ κάτι ξανά. Μόνο να θυμηθώ προσπαθώ.
Όταν είχε γραφτεί, χαρακτηρίστηκε ακραίο και εν μέρη άδικο, δεν σας κρύβω ότι   και εγώ κατά βάθος, είχα την αίσθηση της υπερβολής.  Σήμερα με την καταστροφή επιβεβαιωμένη,  φαντάζει αδύνατο να σταθεί με αξιώσεις,  σε ένα δημόσιο διάλογο.        
Τα υλικά δεν είναι ανακυκλώσιμα, γ’ αυτό όσες προσπάθειες και να γίνουν, όσα ανακατέματα, αυτής της άνοστης σούπας, οι φελλοί θα έρθουν στην επιφάνεια.
Αυτή τη φορά τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν, όπως η ιστορία μας έχει μάθει.
Η γενιά μας γέρασε απότομα, από τα πενήντα. Δεν είναι που τα έκανε θάλασσα, φρόντισε με τις αλλόκοτες επιλογές της, να μην είναι πλέον χρήσιμη.
Υπάρχουν χιλιάδες δικαιολογίες. Για το αποτέλεσμα όμως ο λόγος.
Και το αποτέλεσμα, είναι που στρίβει με ελαφρά πηδηματάκια, απέναντι στα αδιέξοδα που δημιούργησε.
 

Σκληρά και άδικα θα μου πείτε, για τους γονείς, που εργάζονται διπλά για να δώσουν στα παιδιά τους και είναι η πλειοψηφία, για όλους αυτούς, που μπορεί να είχαν καλές προθέσεις, αλλά στύβουν το κεφάλι τους να βρουν τι δεν έκαναν καλά και όταν το βρουν το ντύνουν με μια από τα χιλιάδες δικαιολογίες που προανέφερα και προσπαθούν να τους πάρει ο ύπνος.
Αυτή η αλυσίδα της αλληλουχίας, που χαρακτήριζε γενιές και γενιές, έσπασε, χωρίς μάλιστα να προηγηθεί ένας Ηρώδης.
Ακόμα και οι νέοι, που συνεργάστηκαν και έμαθαν μαζί τους, σήμερα, χτυπημένοι πλέον από την νόσο, αδυνατούν να βάλλουν πλάτη.
Υπάρχουν αντιρρήσεις; Καμία αμφιβολία. Οι ακραίες θέσεις, δεν βλάπτουν κατ’ ανάγκη. Σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν διαπραγματευτικό ατού για να πάρουμε κάτι παραπάνω.
Για να μπορέσουμε έστω και τώρα όχι να βάλουμε μια δικαιολογία απέναντι σε τούτα εδώ τα αδιέξοδα, αλλά να δώσουμε το λόγο μας, όπως μια κυρία  από ραδιοφώνου σε κρίση αυτοκριτικής…« Θα προστατεύσω τα νήπια βήματα σου μέχρι να μην χρειάζεσαι την ηλικία μου για να τρέξεις μακριά, ελεύθερος και ανθεκτικός. Σε βλέπω να γελάς με μια αθωότητα που ομολογώ είχα ξεχάσει και σκέφτομαι όση καταστροφή και αν πίνουμε, δεν τελείωσε ο κόσμος. Έρχονται νέοι ιχνηλάτες και πυροτεχνουργοί να δοξάσουν τις ήττες μας και να προβάρουν τις δικές τους;»

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Για σένα κτυπάει η καμπάνα…


18 Απριλίου του 1916 έγραφε το ημερολόγιο, όταν αφίχθη στο νησί μας, ο τελευταίος Σέρβος στρατιώτης. Εκατό χρόνια συμπληρώνονται την ερχόμενη Δευτέρα, από ένα μεγάλο  ιστορικό γεγονός.  Πάνω από 150.000 Σέρβοι  στρατιώτες και πολίτες, είχαν μεταφερθεί στην Κέρκυρα  με συμμαχικά πλοία από το λιμάνι Αυλώνα της Αλβανίας. Πάνω από 150. 000 πρόσφυγες , πολύ περισσότεροι  από τον πληθυσμό του νησιού φιλοξενήθηκαν για 3 χρόνια από τους συμπατριώτες μας. 
Αυτή η μεγάλη προσφορά του λαού μας, εκείνη την περίοδο,  αποτελεί και ένα από τα σημαντικότερα  στοιχεία της φιλίας  μας με τους Σέρβους,  τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι σήμερα. 
«Νησί της σωτηρίας» μας αποκαλούν οι Σέρβοι. Ανεπίσημα, η Κέρκυρα για δυο χρόνια έγινε η πρωτεύουσα της Σερβίας. Το κτίριο του Δημοτικού Θεάτρου φιλοξένησε τη Βουλή, ενώ το ξενοδοχείο «Bella Venezia» την  εξόριστη  Σερβική Κυβέρνηση. Εδώ λειτούργησε  σέρβικο δημοτικό σχολείο με 290 μαθητές και προγυμνάσιο  με 120 μαθητές. 


Το ήπιο μεσογειακό κλίμα,  η κατάλληλη ιατρική  φροντίδα και η διατροφή, αλλά πάνω απ’  όλα οι εγκάρδιες  σχέσεις με τον τοπικό πληθυσμό, συνέβαλαν στη θεαματική ανάρρωση  του σερβικού  στρατού.  
Από το 1916 έως το 1918, οι Σέρβοι διαμόρφωσαν 28 στρατιωτικά νεκροταφεία, τα οποία βρίσκονταν στα στρατόπεδα των μεραρχιών στα Γουβιά, τον Ύψο, τη Στρογγυλή, τη Μεσογγή, τον Άγιο Ματθαίο, τα Βραγγανιώτικα, το Κατωμέρι,  και στο Δημοτικό Νεκροταφείο της πόλης. 
Χιλιάδες τάφοι βρίσκονται σπαρμένοι σ’ ολόκληρη την Κέρκυρα. Στα τρία χρόνια παραμονής τους, οι Σέρβοι στρατιώτες, δημιούργησαν θερμούς δεσμούς φιλίας με τους κατοίκους. Στη μνήμη αυτών που χάθηκαν, ανεγέρθη το 1936 το μαυσωλείο-οστεοφυλάκιο,  στο Βίδο, εκεί τοποθετήθηκαν τα οστά των Σέρβων στρατιωτών, που είχαν ταφεί στη νησίδα εκείνη την περίοδο. 
Στην Κέρκυρα γράφτηκε μια σημαντική σελίδα της πολιτικής ιστορίας της Σερβίας. 
Γιατί αναφέρομαι σ΄ αυτό το πασίγνωστο ιστορικό γεγονός;  Γιατί έχω την αίσθηση ότι η συντριπτική πλειοψηφία  των κερκυραίων δεν το γνωρίζει. Και δεν το γνωρίζει  γιατί δεν φροντίσαμε να το κάνουμε γνωστό στους χώρους μάθησης.  Πέρα από τις εκδηλώσεις μνήμης που διοργανώνουν κάθε χρόνο οι Σέρβοι σε συνεργασία με το Δήμο ουδέν. Αντίθετα οι Σέρβοι έρχονται κάθε χρόνο στην Κέρκυρα και πέρα από την ισχυρή πολιτική και στρατιωτική παρουσία, φέρνουν μαζί τους  μαθητές  και πολίτες.  Εκτός του Προέδρου της Σερβικής Δημοκρατίας Τόμισλαβ Νίκολιτς και ισχυρής πολιτικής παρουσίας,   δυόμιση χιλιάδες Σέρβοι θα έρθουν φέτος στο νησί μας για την 100η επέτειο. 
Το αναφέρω επίσης γιατί αυτό το ιστορικό γεγονός αποκτάει ιδιαίτερη σημασία στις μέρες μας, που   χιλιάδες πρόσφυγες από την Συρία έρχονται θαλασσοδαρμένοι στα νησιά του Αιγαίου με προοπτική να περάσουν στην Βόρεια Ευρώπη. 
Η Κέρκυρα δεν έχει να επιδείξει μόνο τα κάλλη της φύσης της. Το παραπάνω ιστορικό γεγονός αποτελεί παράδειγμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς και πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία,  ώστε να μαθαίνουν οι νεοέλληνες ότι: «η αλληλεγγύη προέρχεται  από την αναγνώριση ότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, η απελευθέρωση μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη κάθε άλλου όντος στον πλανήτη, και ότι πολιτικά, πνευματικά, στην καρδιά της καρδιάς μας γνωρίζουμε πως οτιδήποτε άλλο είναι δυσβάσταχτο». - Aurora Levins Morales 
Γιατί Κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί, εντελώς μόνος του. Κάθε άνθρωπος είναι ένα κομμάτι της ηπείρου, ένα μέρος του συνόλου. Ο θάνατος οποιουδήποτε ανθρώπου μας  μειώνει, επειδή ανήκουμε  στην  ανθρωπότητα, και ως εκ τούτου: μη στείλεις ποτέ για να μάθεις για ποιόν χτυπάει η καμπάνα, χτυπάει για σένα.

Κυριακή, 10 Απριλίου 2016

«Εμείς οι δυο πως γίναμε δυο»




Είχε γραφτεί  πριν χρόνια με διαφορετική αφορμή, η αιτία παραμένει στη θέση της. Είναι στιγμές που χάνουμε τον κόσμο.  Εκεί που σκέφτεσαι το χθεσινό,  έρχεται το σημερινό  και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες, πριν από λίγο.   Κάνεις μια προσπάθεια, πάνω από την υδρόγειο – μινιατούρα,  που βρίσκεται στο γραφείο σου, να  χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά.  Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια  τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και  χαμογελάς.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δίχως κοινωνικές  συμπεριφορές της ψευτιάς και κάπως απροσάρμοστα, πορευτήκαμε  χρόνια και χρόνια: με αγαπημένους ποιητές, και συγγραφείς, που μας ταξίδεψαν,  με  έντυπα που εκδίδαμε κατά καιρούς  για να βρούμε τους όμοιους. «Σαν τον παράξενο Τζον του Τζορτζ Στάμπλετον, που εξέπεμπε σήματα ειδικά μέχρι την Κίνα, να συναντήσει τ’ αδέλφια του.
Ναι και το χωριό μας κουβαλήσαμε  στην πόλη,  γιατί στο φινάλε θέλαμε να είμαστε απλώς εμείς.  Χωρίς εικόνα γοητευτική και πρότυπο  της εποχής, για να τους μοιάσουμε. Δίχως μόδες ετικετάκια και ταμπέλες, ρούχων και συμπεριφορών.
Θα με ρωτήσετε που ξέρεις, ότι αυτό που υπερασπίζεσαι είναι ο εαυτός σου! Δεν ξέρω τον αναζητώ.  Και εμπιστεύομαι την εικόνα του και τον αέρα  που αποπνέει. Έτσι, χωρίς βερνίκια και λούστρα. Ανασφαλή και κάθε άλλο παρά αυτάρκη. Με μια τεράστια ανάγκη να αγαπά και να  αγαπιέται.


Με αυτά και με αυτά πορευτήκαμε με τις παρέες να έχουν τον πρώτο λόγο. Με τις παρέες που ονειρευόμαστε να τις μεγαλώσουμε,  έτσι που να γίνουμε όλοι μια παρέα. Και σήμερα που δεν έχω τι να γράψω  «Ήρθε ένας μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά, έκλεισε μες στη χούφτα σου θαλασσινά χαλίκια άνοιξες και πέταξαν πουλιά
Κι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο…»
Και  ακόμα σήμερα που κρύφτηκαν οι λέξεις.  Kι’ ακόμα σήμερα που φαίνονται όλα χαμένα… ακόμα εκείνο το όνειρο  μας ταξιδεύει.
Γι αυτό σου λέω να εμπιστεύεσαι την εικόνα σου και γίνε ο εαυτό σου.  Και ας λένε οι άλλοι.  Εσύ φόρεσε το κόκκινο καπέλο που σου πάει  και τότε όλα γίνονται εύκολα. Γιατί τα βρίσκεις ξαφνικά τα βήματα, τις βρίσκεις τις λέξεις  και τους ανθρώπους… Βρίσκεις το ρυθμό σου  και αυτόν τον χαμένο εαυτό σου.
Γιατί τα σήματα που εκπέμπεις  είναι  τ’ αληθινά και φτάνουν ως τον προορισμό τους… Γιατί οι κραδασμοί που προκαλείς  είναι  οι δικοί σου, τελικά...
« Ύστερα ο μάγος έσπασε δυο γυάλινα ποτήρια κι έφτιαξε από τα θρύψαλα νερό
θα κόβεσαι είπε αν μόνη σου το ακουμπάς στα χείλια θα ξεδιψάς αν πίνετε κι οι δυο».

Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος

Θέλει και ρώτημα; Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος. Όμως δεν είμαι και προφανώς δεν μπορώ να ζήσω πλούσια. Αυτό τις προηγούμενες δεκαε...