Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά


Εδώ σ’ αυτό το μικρό χώρο της στήλης κατοικώ. Εδώ ζω χωρίς τις προσωπίδες, που αναγκάζομαι κάθε μέρα να φοράω. Εδώ αναπνέω τον καθαρό αέρα, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αντέξω τη μπόχα εκεί στον έξω κόσμο. Κάθε φορά, που με επισκέπτονται καινούργιοι φίλοι, νοιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί τους, κάποιες από τις στάσεις αυτής της υπέροχης διαδρομής. Ένα παλαιότερο κείμενο, διαπιστευτήριο αυτής της στήλης, που γράφτηκε εδώ και πολλά χρόνια, για σήμερα.
Μόνιμα αμυνόμενος σε μια κοινωνία, που με θέλει μετρημένο. Κομμένο και ραμμένο σε μέτρα πυγμαίου για ν’ αναλάβει εκείνη ως γίγαντας να με προστατεύσει.
Μια κοινωνία που προσπαθεί να μου προσάψει ενοχές και αμαρτίες.
Αλήθεια, τι θα πει αμαρτία; Ερώτηση, με κάθε δικαίωμα πονηριάς, που μου έδινε η παρορμητική ηλικία.
Μαζί της έφτιαχνα παραμύθια. Στο τέλος της διήγησης είχε καταλήξει στο συμπέρασμα. Σημασία έχει η πρόθεση...
«Βάλε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών το καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά».
Έτσι πέρναγε η νύχτα. Διώχναμε τα κακά πνεύματα ξορκίζαμε το καλό και το κακό.
Στη συνέχεια του απολογισμού της... «Ξημερώναμε γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές».
«Ξημερώναμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στη συκιά αλλά στην καταξίωση». Σημασία έχει η πρόθεση.
Ή πόλη είχε γεμίσει παράξενα υβρίδια. Ψιλοεκβιαστές, απατεωνίσκοι, αριβίστες, πολιτικοί φαφλατάνοι, ρουφιάνοι, γλείφτες, τοκογλύφοι, πολλοί μαλάκες, πουτάνες ψυχή τε και σώματι. Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοί.
Βυθίστηκα ξανά, σε μια κατάσταση γνώριμη. Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά.




Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

«Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του»


Είναι στιγμές που χάνουμε τον κόσμο. Εκεί που σκέφτεσαι το χθεσινό, έρχεται το σημερινό και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες, πριν από λίγο. Κάνεις μια προσπάθεια, πάνω από την υδρόγειο, που βρίσκεται στο γραφείο σου, να χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά. Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και χαμογελάς.
Άνοιξη… να σου υπενθυμίζει μέσα σ’ αυτό τον πανικό, ότι η ζωή είναι στο επόμενο βήμα, να σου φανερώνεται σε τρεις ζωγραφιές, που σε νανουρίζουν, με αρώματα και μουσικές και να σου επαναφέρει στη μνήμη όλα όσο έζησες. Τόσο πολλά, τόσα δυνατά, που τρομάζουνε το χρόνο. Άνοιξη και μια στάση, μια ανάσα, για να αντέξεις.
Για το πως πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πως περάσαμε, ο λόγος. «Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του», έγραφε σε παλαιότερο άρθρο του ο Νίκος Ξυδάκης. Και κανείς δεν μπορεί να εορτάσει μόνος του, ούτε και να χαρεί, ούτε και να πεθάνει.
Για το πώς πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πώς περάσαμε και το πως θα πορευτούμε από δω και πέρα ο λόγος.
Ευτυχώς που η κεκτημένη ταχύτητα της συνήθειας, ακόμα και αυτή την εποχή της σκληρής λιτότητας, μας επιτρέπει να κινούμαστε με μια ρόδα και με σπασμένα φρένα . Την μονοήμερη την κάνουμε δεκαπενθήμερη και οι γερμανοί ακόμα ψάχνουν. Λίγο πριν, λίγο μετά, κάνουμε τη ζωή μας μια γιορτή. Οι μέρες του χρόνου δεν αρκούν, γι’ αυτό κλέβουμε και από τον επόμενο. Για το μετά του Πάσχα, μέχρι την Κυριακή του «Θωμά» του άπιστου, η προσθήκη του χρόνου, κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη.
Με αυτά και με αυτά πορευτήκαμε με τις παρέες να έχουν τον πρώτο λόγο. Με τις παρέες που ονειρευόμαστε να τις μεγαλώσουμε, έτσι που να γίνουμε όλοι μια παρέα. Και σήμερα που δεν έχω τι να γράψω «Ήρθε ένας μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά, έκλεισε μες στη χούφτα σου θαλασσινά χαλίκια άνοιξες και πέταξαν πουλιά. Κι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο…» Και ακόμα σήμερα που κρύφτηκαν οι λέξεις. Kι’ ακόμα σήμερα που φαίνονται όλα χαμένα… ακόμα εκείνο το όνειρο μας ταξιδεύει. « Ύστερα ο μάγος έσπασε δυο γυάλινα ποτήρια κι έφτιαξε από τα θρύψαλα νερό θα κόβεσαι είπε αν μόνη σου το ακουμπάς στα χείλια θα ξεδιψάς αν πίνετε κι οι δυο».



Της ίωσης

Μια ίωση με ταλαιπωρεί και μου αφαιρεί τον τελευταίο θυμό. Σαν αντιβίωση να δείτε το παρακάτω. Συνταγή παλαιά, δοκιμασμένη, με κείμενα πο...