Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Το «τίποτα» κάνει μεγάλη φασαρία

Χθες η στήλη μπήκε σε ξένα χωράφια. Συμβαίνει κατά καιρούς. Άφησα  τις διαδρομές πέρα από τα χωρικά ύδατα και επιχείρησα  να προσεγγίσω από την άλλη όψη του νομίσματος,  ένα τοπικό θέμα, κατά τη γνώμη μου ήσσονος σημασίας, που παρ’ όλα αυτά έγινε «πρωτοσέλιδο».   Προσπάθησα να αναζητήσω ευθύνες πέρα από την επιφάνεια,   πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα της ευκολίας που μας διακρίνει.  Ξεπέρασα τα γεγονότα και πέρασα στις προθέσεις. Αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το συρμό, πρέπει  να σκάψουμε βαθιά στο χώμα. «Σημασία έχει η πρόθεση...» έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο... «...Βάλτε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών τον καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά.  Το ξημέρωμα θα σας  βρει με την εικόνα ολοζώντανη, χωρίς φίλτρα και φτιασιδώματα, μια εικόνα   γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές, έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στην συκιά αλλά στην καταξίωση».
Για να επανέλθω στην τάξη. Το να ξεφεύγεις από την πραγματικότητα, στις μέρες μας αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Μια στάση εδώ, μια στάση εκεί στη σκιά της φαντασίας και της ευχέρειας που σου δίνει να πλάθεις όνειρα, πριν σε πάρει ο ύπνος, γιατί αυτά που ακολουθούν, κατά πάσα πιθανότητα σε ξυπνούν βάναυσα, για να σε προετοιμάσουν για την καθημερινή σου μάχη.
Για μας που αρνηθήκαμε το «δεν βαριέσαι», που πήγαμε κόντρα στην επικρατούσα ιδεολογία, που ακόμα το συναίσθημα έμεινε για να μας βασανίζει, το όνειρο που χτίζουμε σε κάθε στάση, είναι ανάσα επιβίωσης. Δεν αποφεύγω με κείμενα συναισθηματικών διεργασιών την πολιτική πραγματικότητα, απεναντίας.  Ποιος είπε ότι το συναίσθημα δεν έχει πολιτική πλευρά; Ποιος νομοθέτησε να μας κυβερνούν οι αναίσθητοι και οι ακαλλιέργητοι; Οι ίδιοι θα μου πείτε, το πρόβλημα όμως είναι ότι την πληρώνουν αθώοι, αθώοι που βρέθηκαν στο λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. «Οι ένοχοι ξαναντύνονται την αδιατάρακτη αυτοπεποίθησή τους και συνεχίζουν με ψέματα και μίμηση συναισθημάτων να παίρνουν κόσμο στο λαιμό τους»
Αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες, αν επιλέγω το συναίσθημα είναι ότι χρειάζομαι συνοδοιπόρους, γιατί δεν αισθάνομαι καλά σ’ αυτήν την έρημη πόλη.
Και εγώ σαν και εσάς αγαπητή μου Κυρία «θέλω κόσμο πολύ κι ας μην ξέρω κανέναν τους, να περπατώ ανάμεσα σε σώματα που προχωρούν στο δικό τους πεπρωμένο, να διασχίζω δρόμους που προπορεύονται και έπονται άλλοι κι ας μην ξέρω κανέναν κι ας μη μου μιλήσει κανείς. Είναι η ελπίδα πως ίσως... που ξέρεις… μπορεί… σ’ αυτή τη στροφή…. στην επόμενη... να περιμένει μια συνάντηση…»
Γι’ αυτό επιμένω στις παρέες, για να μην έχει η πόλη την εικόνα της ήττας, από μια μοναξιά που όλο και περισσότερο την πνίγει.. 
«Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη", έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, μήπως όμως θα μπορούσε να είναι άλλη; Μήπως αυτές οι τηλεοπτικές αψιμαχίες, θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από την άλλη Κέρκυρα, που σκέφτεται θετικά, που δημιουργεί, που προσφέρει, που προβληματίζεται που αγωνίζεται, που δεν γκρινιάζει για του ψύλλου πήδημα.  
Το τίποτα κάνει μεγάλη φασαρία. Αξιοπεριφρόνητες σαχλαμάρες, που θεριεύουν εκ του μηδενός  γίνονται προβλήματα πρώτου μεγέθους εδώ στην μικρή μας πόλη…



Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;

Και  αφού  λύσαμε όλα τα προβλήματα εδώ στη μικρή μας πόλη,  για  δύο και πλέον εβδομάδες, η επικαιρότητα μονοπωλείται με το άδειασμα των «αχρήστων»,  των ξενοδοχείων «Χανδρής».
Για πλιάτσικο  κάνουν λόγο  τα  τοπικά Μ.Μ.Ε. και εκατοντάδες αναρτήσεις στο διαδίκτυο στηλιτεύουν  την διαδικασία, εκκένωσης των ξενοδοχείων από τη σαβούρα, που εμπόδιζε τη χωρίς καθυστέρηση ανακαίνισή τους.  
Τι φτώχεια θεέ μου! Πόσο λαϊκισμό θα ζήσουμε ακόμα. Φτάσαμε στο σημείο να γίνει θέμα στο Δημοτικό Συμβούλιο και   περιοχές πέριξ των ξενοδοχείων να διακόψουν τις διπλωματικές τους  σχέσεις.  «Τα σύνορα μεταξύ Άνω και Κάτω Παναγιάς έκλεισαν μέχρι νεωτέρας».  Έχετε βρεθεί σε ώρα που κλείνει η λαϊκή αγορά πάνω από τα σάπια φρούτα και λαχανικά. Κάπως έτσι. Και δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς, συμβαίνει και στις καλλίτερες οικογένειες. Θα έχετε παρακολουθήσει τον πανζουρλισμό που δημιουργείται σε χώρες της Ευρώπης, όταν  πολυκαταστήματα  με δέλεαρ μεγάλες εκπτώσεις, ανοίγουν τις πόρτες να περάσει το αγοραστικό κοινό. Πατήσμε  - πατώσε.  Φαντασθείτε τζάμπα, μέχρι και νεκρούς.
Αλήθεια αναρωτήθηκε κανείς τις ευθύνες της ιδιοκτήτριας εταιρείας; Μήπως πρέπει να τους γράψουμε με χρυσά γράμματα, για τα σκουπίδια που ξεφορτώθηκαν  ανέξοδα και μάλιστα σε χρόνο που θα ήταν  αδύνατο κάτω από κανονικές συνθήκες;

Ακόμα και ένας φτωχός πολίτης που έχει ένα άχρηστο ρούχο, το διπλώνει, το βάζει σε μια σακούλα και κοιτάζει να το  δώσει  κάπου που θα πιάσει τόπο.  Αν ήθελε η  ξενοδοχειακή εταιρεία   να δωρίσει τον άχρηστο γι’ αυτήν εξοπλισμό, θα μπορούσε  να τον ξεφορτωθεί  με άλλες διαδικασίες.
Οι ιδιοκτήτες λειτούργησαν   όπως στα βαφτίσια  οι  «Νονοί» που πετούν τα φραγκοδίφραγκα  στα πιτσιρίκια.  Να γίνει σκοτωμός ποιος θα τ' αρπάξει και να γελάνε.
Θα μπορούσε να έχει προεκτάσεις το θέμα και να παραπέμπει σε συμβολισμούς  άλλων  εποχών,  εκεί που τα πράγματα ήταν πιο ευδιάκριτα μεταξύ των ισχυρών και του όχλου, όμως αυτό  αποτελεί αντικείμενο μια άλλης προσέγγισης.
Επί του προκειμένου  για να τελειώσει αυτή συζήτηση.  Την ευθύνη για τις τριτοκοσμικές εικόνες που έλαβαν χώρα κατά την εκκένωση του εξοπλισμού των ξενοδοχείων  "Χανδρής", την έχουν αυτοί που έχουν τα κλειδιά.  Και τα κλειδιά  των ξενοδοχείων δεν τα έχει ούτε ο Δήμος ούτε η Περιφέρεια, που είναι αποδέκτες του εξοπλισμού. Άλλωστε πριν λάβουν τα επίσημα έγγραφα οι φορείς, για τη δωρεά ( πριν λίγες μέρες έγινε αυτό), τα ξενοδοχεία, όπως φημολογείται  ήταν σουρωτήρια.













   

Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Η αισιοδοξία κρίνεται επί του παρόντος

Απαισιοδοξία εισπράττουν οι αναγνώστες και άντε τώρα εσύ να ξεκολλήσεις τη στάμπα. Με τίποτα. Κατά καιρούς προσπαθώ με διάφορα επιχειρήματα να απαλλαγώ από έναν  άδικο κατά την γνώμη μου χαρακτηρισμό, όμως το αμέσως επόμενο κείμενο τον ενισχύει.  Και τον ενισχύει γιατί τελικά η αισιοδοξία δεν έχει  να κάνει με το μέλλον.
«Τι κάνουμε στο παρόν μας;  Όσοι  αγωνιούμε γι’ αυτό,  είμαστε από την πλευρά των αισιόδοξων, εκείνων  που δημιουργούν, που παράγουν ομορφιές,  που αμφισβητούν,  που μάχονται και  ας προβλέπουν  πως όλα θα πάνε χάλια. Στον αντίποδα όσοι έχουν νεύρωση με το «όλα καλά θα πάνε» και τους βλέπεις να σαπίζουν στο παρόν τους, στην παράδοση, στην εσωστρέφεια, το συμβιβασμό, τη συναλλαγή,  την διαχείριση του παρελθόντος,   την προσωπική ικανοποίηση του Εγώ τους…   μόνο θλίψη μεταφέρουν…» ούτε και αυτό το απόσπασμα σε κείμενο πριν δύο χρόνια υπό τον τίτλο «Χαλασμένη παρτίδα» κατάφερε να διασκεδάσει τις φήμες.  Χρειάζονται ακραία παράδειγμα  όπως αυτά που χρησιμοποιεί ο Οδυσσέας Ιωάννου για να αποβάλλει την στάμπα της απαισιοδοξίας που του έχουν κολλήσει οι αναγνώστες του.  

«Αν δεχτώ τον –εντελώς πρόχειρο και άστοχο- ορισμό πως η αισιοδοξία και η απαισιοδοξία διακρίνονται από την πρόβλεψη του μέλλοντος, δεν θα μπορούσα να είμαι τίποτα άλλο από απαισιόδοξος. Πρόσεξε ποιο είναι το μέλλον. Θα μεγαλώσουμε, θα κηδέψουμε φίλους, γονείς, αδέρφια, θα αρρωστήσουμε, θα πεθάνουμε. Υπάρχει κανείς που πιστεύει πως θα κάνει την έκπληξη, θα σπάσει αυτήν την αλυσίδα, θα αμφισβητήσει έμπρακτα αυτήν τη διαδοχή; Άρα, τι σημαίνει «όλα θα πάνε καλά;» Τίποτα δεν θα πάει καλά στο βαθύ χρόνο, μόνο κάτι καλοκαίρια υπό προθεσμία.
Αυτή η τόσο αυτονόητη παραδοχή όμως δεν σε κάνει απαισιόδοξο, γιατί τότε ο ορισμός του αισιόδοξου θα ήταν «άνθρωπος που πιστεύει στην αφθαρσία σώματος, πνεύματος και αισθημάτων, στην αιώνια ζωή» Δηλαδή στο μαρτύριο της πλήξης μέχρι θανάτου, χωρίς θάνατο…»
Έτσι λοιπόν η αισιοδοξία κρίνεται επί του παρόντος. «να χτίζεις  στην άμμο σαν ήταν  στην πέτρα» γιατί όποιος βγαίνει κερδισμένος στις προβλέψεις, είναι χαμένος στην ζωή,  για να  θυμηθούμε και τον Στρατή Τσίρκα.
Μπόρχες, Τσίρκας και Ιωάννου,  συμφωνούν  και εγώ μαζί  τους, ότι ο απαισιόδοξος για το μέλλον είναι τελικά άνθρωπος αισιόδοξος.




 


Τη νύχτα

“Ζήστε τη ζωή σας” έγραφα προχθές και ήταν μέρα μεσημέρι. Εξαιρετικές θεωρίες. Μας χαϊδεύουν τα ωραία μας αυτιά οι κάθε λογής επιστήμονες. ...