Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2019

Ο Δημήτρης Μηλιώτης δεν φλυαρεί, είναι ένας ταπεινός εργάτης της τέχνης

Πολλές φορές παρασύρομαι, με όλα τούτα τα επιδερμικά. Δεν μπορεί όμως να είναι όλα τόσο χάλια . Πίσω από τις φιέστες, αλλά και πίσω από την κακομοιριά υπάρχει και η άλλη Κέρκυρα, αυτή που στις υπάρχουσες δύσκολες συνθήκες παλεύει, προσφέρει και ελπίζει.

Μερικές φορές εστιάζουμε σε πρόσωπα για να τονίσουμε τη σκέψη, να δώσουμε έμφαση, στο λόγο για να μην περάσει απαρατήρητος. Φυσικά και υπάρχουν πολλοί, που ανιδιοτελώς προσφέρουν σε διάφορες κοινωνικές δραστηρίοτητες. Φυσικά υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, που δεν περιορίζεται σε σχολιασμούς, που αντιστέκεται έμπρακτα στην απάθεια, που στέκεται αλληλέγγυο στις γενιές που έρχονται, που αμύνεται κόντρα στους εγωιστικούς καιρούς.
Ο λόγος σήμερα για το δημιουργό Δημήτρη Μηλιώτη. Επισκέφτηκα την έκθεση σχεδίων και χαρακτικών στην Δημοτική Πινακοθήκη και έφυγα με αυτοπεποίθηση: υπάρχει ελπίδα αρκεί να πονέσουμε ξανά και ο Δημήτρης Μηλιώτης, μας έδειξε ότι πονάει γι’αυτό που κάνει.
Εντυπωσιάστηκα από την λεπτομέρεια, την τεχνική, την αφοσίωση, την επιμονή και την υπομονή. Τον χρόνο τον πολύ, που ο Μηλιώτης αφιερώνει για να υπηρετήσει την τέχνη. Δεν είμαι αυτός που θα κρίνω το έργο του. Δεν έχω τις γνώσεις. Μόνο τα συναισθήματά μου καταθέτω. Αξίζει τον κόπο να επισκεφτείτε την έκθεση. Αυτό που θα δείτε σε λίγη ώρα, ο Μηλιώτης έκανε τριάντα χρόνια για να μας το δώσει. Η ψυχή του είναι εκεί, χαραγμένη και ανάγλυφη. Η ψυχή του ζωγραφισμένη στην πέτρα, για να γίνει Λιβελούλα στο χαρτί. Και η μουσική είναι ζωγραφισμένη. Ποιος σας είπε ότι οι ήχοι δεν αποτυπώνονται . Ρωτήστε, τον Μηλιώτη να σας πει. Ο Δημήτρης είναι από τους εργάτες της τέχνης που τιμούν το νησί μας.
Σε μια προσπάθεια να ξεφύγω απ’ τη μιζέρια, συνεχίζω την αναφορά μου στους Κερκυραίους , που μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά με τα δικά τους φώτα, προχωρούν στην δύσκολη πορεία της καθημερινότητας, της επιβίωσης, αλλά και της ατομικής προσφοράς στην κοινωνία.
Η άλλη Κέρκυρα λοιπόν, που στο περιθώριο της γκρίνιας και της μιζέριας σιγά - σιγά και ταπεινά αναπτύσσεται και δημιουργεί. Για αυτή την Κέρκυρα μιλάω, που εργάζεται, που αναπτύσσεται και προσφέρει, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Μιλάω για την Κέρκυρα που δεν εφησυχάζει, αναμασώντας τσιτάτα του «ένδοξου παρελθόντος», αλλά που ξέρει τα μπόσικα και προσπαθεί να τα κρατήσει. Δεν είναι όλα τόσο χάλια.

Και συνεχίζω, με Χατζιδάκι

Μάταια ψάχνω κάποιες λέξεις. Δεν υπάρχουν τέτοιες, που να μπορούν να κλείνουν τους δρόμους, τους πεπατημένους. Τα βήματα τις περισσότερες φορές αυτενεργούν. Εμείς μένουμε να σχολιάζουμε. Εκ του ασφαλούς δε λέω, όμως μέχρι εκεί. Τώρα δεν έχω άλλες. Και οι ίδιες χάνουν την αξία τους, αν επαναληφθούν.
Όσο οι επαναλήψεις, αποτελούν μέρος της επικαιρότητας, τόσο σκάβουμε πιο βαθιά το λάκκο μας. Τόσο μένουμε σε χρόνο νεκρό από τα ίδια και τα ίδια. Τελικά αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει.
Αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, γίνονται αφορμή για λογοτεχνικές αναζητήσεις. Δεν με βοηθάνε πια τα παραμύθια και ο ακραίος ρομαντισμός μου περί αγαθής και μονίμως παραπλανημένης ανθρώπινης φύσης. “Δεν μπορείς να ζεις συνέχεια με το σπαθί στο χέρι”, γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου “πρέπει να μάθεις να προσπερνάς. Ακούγεται φυγομαχία, μπορεί και να είναι, όμως το ξόδεμά σου σε διαλόγους που γίνονται σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις, είναι σπαταλημένο νερό. Και το νερό δεν είναι ανεξάντλητο. Τρέχει εκεί από όπου πίνει το κουράγιο σου, εκεί που ποτίζονται οι γλάστρες στο μπαλκόνι σου, που γεμίζει η μικρή το νεροπίστολο, εκεί που ξεπλένεις τον ιδρώτα σου από τον έρωτα με την γυναίκα της ζωής σου. Αυτά που αν τα χάσεις από δίψα, δεν θα έχει μείνει για σένα κόσμος να αλλάξεις.”
Συμφωνώ. Παρατάω το κείμενο που ξεκίνησα. Δεν έχει νόημα. Και συνεχίζω, με Χατζιδάκι.
«Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι». Αργά και βασανιστικά, ξεκινάει «ο μεγάλος ερωτικός». Στο περιθώριο ενός κατάλευκου εγγράφου, που έχω απέναντι μου και θέλει ν’ ανταμώσει με φράσεις, που να δίνουν λίγο μπόι σ’ αυτόν το ξεχασμένο εγωισμό, «Τι ρόλο παίζω;» και «Γαμώ τις ηλίθιες ευαισθησίες μου, που επιμένουν να με δείχνουν δυνατό», αυτός εκεί στην κόντρα «αν μ’ αγαπάς και είναι όνειρο ποτέ να μη ξυπνήσω, γιατί με την αγάπη σου ποθώ να ξεψυχήσω…» Αδιαχείριστες καταστάσεις ψυχής οι αποψινές.
Είναι από τις μέρες που δεν γράφεις για κανέναν και όμως υπάρχει η βεβαιότητα ότι μέσα απ’ αυτές τις μπερδεμένες λέξεις, κάποιοι θα νοιώσουν το δικό τους αίμα να τις διαπερνά, «Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι».

Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

¨Έτσι τον βρήκαν

Μετά το μεγάλο παραμύθι των προηγούμενων δεκαετιών, ήρθε η ανώμαλη προσγείωση, φορτωμένη όμως από ενοχές. Πέραν όλων των άλλων, η ατομική ενοχή, αποτελεί ισχυρή τροχοπέδη στην έκφραση της αναμενόμενης αντίδρασης.
Αισθάνεται ένοχος που πήγε στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, για την αγορά ενός ψυγείου και αγόρασε 20 ηλεκτρικές συσκευές με 1.000 άτοκες δόσεις. Για το χρηματιστήριο, που έπαιξε και έχασε. Για το στεγαστικό, για το εορτοδάνειο. Για το καινούργιο αυτοκίνητο, παραπάνω κυβικών από τα κυβικά του.
Αισθάνεται ένοχος που βρήκε εργασία με την «βοήθεια» του βουλευτή, που δεν έκοψε απόδειξη, που δε ζήτησε απόδειξη, που έδωσε φακελάκι, που ακολούθησε το ρέμα… γιατί διαφορετικά… Αν δεν είχε αφομοιωθεί, δεν είχε εξομοιωθεί, δεν είχε γίνει φωτοτυπία, το σύστημα θα τον ανέκοπτε θα τον ξερνούσε, θα τον απομάκρυνε. Όποιος έκανε μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιούσε το βηματισμό του, ήταν σίγουρο που θα βρίσκονταν εκτός…και αυτός ήθελα να είναι εντός, μέσα στα μέσα, με τους πολλούς.
Έχει ενοχές γιατί δεν ήθελε ισότητα στην ένδεια, αλλά ισότητα ή πιο σωστά ανισότητα στην κατοχή, όπως όλοι δηλαδή.
Αυτά που του προσφέρθηκαν, ήταν μέρος του σταδίου της αποπλάνησης. Πάντα έτσι συμβαίνει άλλωστε. Καλοπιάσματα,
καραμελίτσες του συστήματος, χάπια για τον ύπνο. Άρτον και θεάματα. Τι ακολουθεί; Ο στιγματισμός που ενέδωσε στις απολαύσεις και χώθηκε στο βούρκο της ακολασίας.
Σήμερα απέναντι στην ισοπέδωση των πάντων και στην ολική καταστροφή, κυνηγημένος από τις Ερινύες, με σκυμμένο το κεφάλι υπομένει, περιμένει, ψάχνει να βρει τον εαυτό του. Εκεί τον βρήκαν και τον χτύπησαν, στο μαλακό υπογάστριο. Παντελώς ευάλωτο από τον φορτίο των ενοχών, που τον βαραίνουν.

“Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής...”

Ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις στο μαγικό κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αυτές τις δύσκολες μέρες του εγκλεισμού,...