Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2008

τον έχω φυλακίσει το χρόνο

Μόλις επέστρεψα από τον «Τιτανικό». Η καταστροφή επικυρωμένη από το χρόνο αποκτά ιδιαίτερη αξία. Το γεγονός δοσμένο από το σκηνοθέτη γίνεται μέσο ψυχαγωγίας σ’ έναν κόσμο που έμαθε να παρακολουθεί τις σφαγές από την τηλεόραση τρώγοντας τσιπς. Χρειάζεται χρόνος τελικά για να αποκτήσουν τα γεγονότα κάποια αξία. Όταν μετά από χρόνια θα παρακολουθούμε τη σημερινή πραγματικότητα σε κάποια ταινία, ίσως αντιληφθούμε το μέγεθος της καταστροφής.
Βρέχει, βρέχει συνεχώς, γκρίζα ομίχλη και παγωνιά. Ένα συνεχές δυστυχισμένο μισοσκόταδο. Στο σπίτι που αλλού. Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι να σκεφτώ και τι να πω. Πολύ θα ήθελα να έχω την απαραίτητη ανθεκτικότητα να ξαναρχίσω. Θα αρκεστώ τώρα να κλειδώσω το χρόνο. Έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν του δίνω ελπίδες απόδρασης.
Είχα συνηθίσει στον ήλιο και τη ζέστη, στα χρώματα και στις αποχρώσεις, στο φως, σε πολύ φως. Θα συνηθίσω άραγε ποτέ σε τούτω το μαυρόασπρο τοπίο με όλες τις διαβαθμίσεις του γκρι; Μπορείς και με κάρβουνο να ζωγραφίσεις, και με μολύβι, να μην ξεχνάμε και τις παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες.
…………………………………………………………………………………..
Έβαλα τελεία με το μαύρο και συνεχίζω με κόκκινο στυλό. Οι διαχειριστές της εξουσίας , θα έχουν θέση στην ιστορία μόνο για να κρατηθεί η χρονική σειρά. Όνομα και χρονολογία, τίποτα παραπάνω στο εγκυκλοπαιδικό λήμμα. Ένα μεσοδιάστημα, κάτι σαν το μεσαίωνα. Το μεσοδιάστημα όμως είναι τώρα. Οι αντιστάσεις έχουν μειωθεί σημαντικά. Είμαστε άτυχοι που το ζούμε και θα έχουμε και ευθύνες αν πάει περισσότερος χρόνος χαμένος.
………………………………………………………………………………….
Η κυβέρνηση ξεπούλησε τα φιλέτα στη Μονή Βατοπαιδίου, η εκκλησία φαίνεται θέλει φιλέτα για να δίνει ψίχουλα, πως αλλιώς θα μπορούσε να δικαιολόγησει το κοινωνικό της έργο... Ο Βουλγαράκης προκαλεί διαφημίζοντας τα πλούτη του, στους άνεργους, στους συνταξιούχους στους καταναλωτές, στο φτωχό λαό που κυβερνάει. Η ολυμπιακή ξεπουλιέται, τα ομόλογα έκαναν φτερά. Τόσα σκάνδαλα μαζεμένο και ίχνος ντροπής και αντίδρασης ποτέ δεν θυμάμαι.
Η ανάγκη θα μας οργανώσει και πάλι. Ο χρόνος θα κυλήσει στην ώρα του, θα αρχίσει να μετράει κανονικά και οι εικόνες θα έχουν διαπεραστικά χρώματα. Τον κρατάω τον χρόνο εδώ φυλακισμένο, μην αναλωθεί άσκοπα σε τούτο βαθύγκριζο τοπίο.
…………………………………………………………………………………
Η ιστορία αφήνει πίσω της αληθινά συντρίμμια, κάποιες φόρες γίνονται αναμνηστικά και μοσχοπουλιόνται, όπως ο «Τιτανικός». Οι σημερινοί διαχειριστές ένα τοπίο στην ομίχλη, όχι όμως ικανό να εμπνεύσει έναν Αγγελόπουλο της εποχής.
Σημειώστε: όνομα και χρονολογία χωρίς ιδιαίτερες αναφορές…
…………………………………………………………………………………..
Αποσπάσματα του παραπάνω κειμένου από ένα παλιότερο που έγραψα μετά την πρεμιέρα της Ταινίας «Τιτανικός». Και σήμερα από έναν Τιτανικό επιστρέφω…

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2008

Στη Κούβα

Επόμενη στάση; Η Κούβα, εκεί που οι γυναίκες δεν σε κλωτσάνε στο ύπνο τους. Κοιμούνται σαν άγγελοι, απαλλαγμένες από ενοχές, νευρώσεις και εφιάλτες. Στην Κούβα δεν ξέρω να μαγειρεύω να κάνω δουλειές του σπιτιού. Στη Κούβα. Να καπνίζω πούρα χειροποίητα και να πίνω ρούμι. Για τα αλλά; Θα φροντίσουν οι χαμογελαστές Θεές.Τρία αποσπάσματα σήμερα που τα έγραψε «για μένα» μια Θεά, που με συντροφεύει τα βράδια και μου μαλακώνει τη ψυχή. Στην Κούβα δεν χρειάζεται να γράφεις τέτοιο πόνο, ίσως να μην χρειάζεται να γράφεις καθόλου.«Βήμα βήμα η μακρύτερη πορεία. Του ουρανού τα υλικά δεν ευδοκιμούν στη γη. Εδώ κάτω στη λάσπη αφήνουμε τα ίχνη μας, στη σκόνη υπογράφουνε τα κατά καιρούς ονόματα μας. Στο χώμα αποθηκεύουμε τα υγρά διαμάντια των ματιών μας. Οι ψευδαισθήσεις μας γεμίζουν στιγμιαίο θάρρος, οι μύες ακινητοποιούνται σε μια στάση προς τα εμπρός, αγάλματα παγωμένων ονείρων, στοπ καρέ στιγμών χαράς, πλάνα έξω από το χρόνο, σώματα σε αναμονή. Πως δραπετεύει κανείς από τη ζωή του;»Στην Κούβα!«Είχες πάντα το άγχος να μεγαλώσεις, να εξουσιάζεις τα ζωή σου, νόμιζες όλα τότε θα ήταν αλλιώς, πιο εύκολα, πιο χαρούμενα, πιο τίμια. Μεγάλωσες και δεν άλλαξες τίποτα. Συνέχισες να πληρώνεις τα χρέη των άλλων, άλλαξες τον ύπνο σου με χάπια, νοίκιασες το μυαλό σου για πτώση από τον τέταρτο, αγάπησες όσο δεν άντεχες, πουλήθηκες, τρελάθηκες. Προχθές σου είπε μια φίλη «γερνάς» και αναποδογύρισε ο κόσμος μέσα σου. Γερνάς! Πως είναι δυνατόν; Αφού εσύ ακόμα δεν μεγάλωσες»Στην Κούβα για να μη μεγαλώσεις ποτέ.«κράτησες τη ζωή σου μακριά από την αγορά του κόσμου. Αποφάσισες να επιλέγεις και για ζωή και για θάνατο, να πορεύεσαι χωρίς εξαρτήσεις, είπες φίλους τα φιλιά και αδέλφια τα γεράκια, χτίζοντας μια μοναξιά από γυαλότουβλο, να μπαίνει λίγο φως, να βγαίνει το σκοτάδι. Πίστεψες ότι τα έχεις λογαριάσει όλα, κανείς δε θα σε πληγώσει, κανείς δε θα αθετήσει τις υποσχέσεις του, κανείς δε θα πατήσει τους όρκους του, γιατί εσύ είσαι πουλί πετάμενο, δε στέκεσαι πουθενά, περπατά πετάς, διαβαίνεις, δεν προλαβαίνει πίσω σου να γεννηθεί σκιά. Και λοιπόν; Τι κατάφερες; Τόσο παράπονο που μάζεψες που θα το απλώσεις να στεγνώσει;»Στη Κούβα
Επόμενη στάση; Η Κούβα, εκεί που οι γυναίκες δεν σε κλωτσάνε στο ύπνο τους. Κοιμούνται σαν άγγελοι, απαλλαγμένες από ενοχές, νευρώσεις και εφιάλτες. Στην Κούβα δεν ξέρω να μαγειρεύω να κάνω δουλειές του σπιτιού. Στη Κούβα. Να καπνίζω πούρα χειροποίητα και να πίνω ρούμι. Για τα αλλά; Θα φροντίσουν οι χαμογελαστές Θεές.Τρία αποσπάσματα σήμερα που τα έγραψε «για μένα» μια Θεά, που με συντροφεύει τα βράδια και μου μαλακώνει τη ψυχή. Στην Κούβα δεν χρειάζεται να γράφεις τέτοιο πόνο, ίσως να μην χρειάζεται να γράφεις καθόλου.«Βήμα βήμα η μακρύτερη πορεία. Του ουρανού τα υλικά δεν ευδοκιμούν στη γη. Εδώ κάτω στη λάσπη αφήνουμε τα ίχνη μας, στη σκόνη υπογράφουνε τα κατά καιρούς ονόματα μας. Στο χώμα αποθηκεύουμε τα υγρά διαμάντια των ματιών μας. Οι ψευδαισθήσεις μας γεμίζουν στιγμιαίο θάρρος, οι μύες ακινητοποιούνται σε μια στάση προς τα εμπρός, αγάλματα παγωμένων ονείρων, στοπ καρέ στιγμών χαράς, πλάνα έξω από το χρόνο, σώματα σε αναμονή. Πως δραπετεύει κανείς από τη ζωή του;»Στην Κούβα!«Είχες πάντα το άγχος να μεγαλώσεις, να εξουσιάζεις τα ζωή σου, νόμιζες όλα τότε θα ήταν αλλιώς, πιο εύκολα, πιο χαρούμενα, πιο τίμια. Μεγάλωσες και δεν άλλαξες τίποτα. Συνέχισες να πληρώνεις τα χρέη των άλλων, άλλαξες τον ύπνο σου με χάπια, νοίκιασες το μυαλό σου για πτώση από τον τέταρτο, αγάπησες όσο δεν άντεχες, πουλήθηκες, τρελάθηκες. Προχθές σου είπε μια φίλη «γερνάς» και αναποδογύρισε ο κόσμος μέσα σου. Γερνάς! Πως είναι δυνατόν; Αφού εσύ ακόμα δεν μεγάλωσες»Στην Κούβα για να μη μεγαλώσεις ποτέ.«κράτησες τη ζωή σου μακριά από την αγορά του κόσμου. Αποφάσισες να επιλέγεις και για ζωή και για θάνατο, να πορεύεσαι χωρίς εξαρτήσεις, είπες φίλους τα φιλιά και αδέλφια τα γεράκια, χτίζοντας μια μοναξιά από γυαλότουβλο, να μπαίνει λίγο φως, να βγαίνει το σκοτάδι. Πίστεψες ότι τα έχεις λογαριάσει όλα, κανείς δε θα σε πληγώσει, κανείς δε θα αθετήσει τις υποσχέσεις του, κανείς δε θα πατήσει τους όρκους του, γιατί εσύ είσαι πουλί πετάμενο, δε στέκεσαι πουθενά, περπατά πετάς, διαβαίνεις, δεν προλαβαίνει πίσω σου να γεννηθεί σκιά. Και λοιπόν; Τι κατάφερες; Τόσο παράπονο που μάζεψες που θα το απλώσεις να στεγνώσει;»
Στην Κούβα

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2008

Στην Κούβα

Επόμενη στάση; Η Κούβα, εκεί που οι γυναίκες δεν σε κλωτσάνε στο ύπνο τους. Κοιμούνται σαν άγγελοι, απαλλαγμένες από ενοχές, νευρώσεις και εφιάλτες. Στην Κούβα δεν ξέρω να μαγειρεύω να κάνω δουλειές του σπιτιού. Στη Κούβα. Να καπνίζω πούρα χειροποίητα και να πίνω ρούμι. Για τα αλλά; Θα φροντίσουν οι χαμογελαστές Θεές.
Τρία αποσπάσματα σήμερα που τα έγραψε «για μένα» μια Θεά, που με συντροφεύει τα βράδια και μου μαλακώνει τη ψυχή. Στην Κούβα δεν χρειάζεται να γράφεις τέτοιο πόνο, ίσως να μην χρειάζεται να γράφεις καθόλου.
«Βήμα βήμα η μακρύτερη πορεία. Του ουρανού τα υλικά δεν ευδοκιμούν στη γη. Εδώ κάτω στη λάσπη αφήνουμε τα ίχνη μας, στη σκόνη υπογράφουνε τα κατά καιρούς ονόματα μας. Στο χώμα αποθηκεύουμε τα υγρά διαμάντια των ματιών μας. Οι ψευδαισθήσεις μας γεμίζουν στιγμιαίο θάρρος, οι μύες ακινητοποιούνται σε μια στάση προς τα εμπρός, αγάλματα παγωμένων ονείρων, στοπ καρέ στιγμών χαράς, πλάνα έξω από το χρόνο, σώματα σε αναμονή. Πως δραπετεύει κανείς από τη ζωή του;»
Στην Κούβα!
«Είχες πάντα το άγχος να μεγαλώσεις, να εξουσιάζεις τα ζωή σου, νόμιζες όλα τότε θα ήταν αλλιώς, πιο εύκολα, πιο χαρούμενα, πιο τίμια. Μεγάλωσες και δεν άλλαξες τίποτα. Συνέχισες να πληρώνεις τα χρέη των άλλων, άλλαξες τον ύπνο σου με χάπια, νοίκιασες το μυαλό σου για πτώση από τον τέταρτο, αγάπησες όσο δεν άντεχες, πουλήθηκες, τρελάθηκες. Προχθές σου είπε μια φίλη «γερνάς» και αναποδογύρισε ο κόσμος μέσα σου. Γερνάς! Πως είναι δυνατόν; Αφού εσύ ακόμα δεν μεγάλωσες»
Στην Κούβα για να μη μεγαλώσεις ποτέ.
«κράτησες τη ζωή σου μακριά από την αγορά του κόσμου. Αποφάσισες να επιλέγεις και για ζωή και για θάνατο, να πορεύεσαι χωρίς εξαρτήσεις, είπες φίλους τα φιλιά και αδέλφια τα γεράκια, χτίζοντας μια μοναξιά από γυαλότουβλο, να μπαίνει λίγο φως, να βγαίνει το σκοτάδι. Πίστεψες ότι τα έχεις λογαριάσει όλα, κανείς δε θα σε πληγώσει, κανείς δε θα αθετήσει τις υποσχέσεις του, κανείς δε θα πατήσει τους όρκους του, γιατί εσύ είσαι πουλί πετάμενο, δε στέκεσαι πουθενά, περπατά πετάς, διαβαίνεις, δεν προλαβαίνει πίσω σου να γεννηθεί σκιά. Και λοιπόν; Τι κατάφερες; Τόσο παράπονο που μάζεψες που θα το απλώσεις να στεγνώσει;»
Στη Κούβα

Ο ουρανός δεν θα ξεχάσει το γαλαζιο



Στον ουρανό γεμάτες βαριές μάζες σύννεφα, προμηνύουν την καταιγίδα.
Αυτή την ώρα της ημέρας που άρχισε φανερά να μικραίνει, χαραμάδες ρόδινες και χρυσές σου δημιουργούν απορίες. Ένα κράμα από μυρωδιές του
Φθινοπώρου, που επιβεβαιώνει την παρουσία του και του καλοκαιριού που φεύγει, διαπερνούν την ατμόσφαιρα. Είναι γοητευτική αυτή η στιγμή της αμφιβολίας.
Δεν ξέρω γιατί έχω συνδυάσει αυτόν το μήνα με τις μετακομίσεις, όσες έκανα στην ζωή μου πάντα Σεπτέμβρη τις έκανα. Από τις φοιτητικές μέχρι τις σημερινές των ρήξεων και των κατεδαφίσεων.
Αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες όπως από την αρχή έχουμε συστηθεί, εμένα μια ζωή με κυνηγούσε το εφήμερο, στο κόμμα στην εφημερίδα, στο έρωτα στον πόλεμο και την ειρήνη. Και λέω με κυνηγούσε γιατί ποτέ δεν ήταν στις προθέσεις μου. Μαζί με το εφήμερο με κυνηγούν και οι μετακομίσεις. Πολλές μετακομίσεις σ’ αυτή τη ζωή. Κάθε μετακόμιση και απώλεια για να μειώνεται το φορτίο. Κάθε μετακόμιση και ξεμπέρδεμα τα βιβλία, οι φωτογραφίες τα παλιά ενθύμια, τα CD, τα σώβρακα και οι γραβάτες, όλα στο τραπέζι της διαλογής, με τις αναμνήσεις να συννεφιάζουν το τοπίο.
Αν η ζωή μου δεν έχει την ποιότητα που επιθυμώ τι να την κάνω. Αφέθηκα στις πρόχειρες λύσεις έκανα μόνιμο το προσωρινό. Συμβιβάστηκα με το χαλαρό και ας απείχε χιλιόμετρα από την ψυχή μου. Με κέρδισαν τελικά οι ποσότητες;
Στο μεταίχμιο αυτής της εποχής σε εκείνο ακριβώς το σημείο που σε ξεγελάει, ανασύρω απ’ τα συρτάρια της μνήμης μου όλες εκείνες τις πράξεις που μου δίνουν το δικαίωμα να καταδικάσω τον εαυτό μου. Η ρομαντική εφηβεία μου ξεσηκώνεται και αρχίζει τις διαδηλώσεις. Το μεγάλο πλακάτ μου θυμίζει εκείνα που ήθελα να υπηρετήσω. Που είναι όμως η ποιότητα ζωής; Συντρίφτηκε στην καθημερινότητα.
Θα αφήσω ελεύθερη την πλημμυρίδα των αισθημάτων μου, μήπως και γλιτώσω από την αφόρητη ξηρασία της σιωπής. Θα κλειστώ όλος σ’ ένα λευκό φύλλο για να γεννηθεί η αιχμηρή μαγεία των λέξεων, αυτών που οδηγούν στην πράξη, στο αποτέλεσμα ενός όμορφου χειροποίητου μοντέλου. Αρνούμαι να συμπλεύσω σε ρεύμα προς τα πίσω. Η κόλαση που κουβαλάω εδώ, εκτεθειμένη στο άπλετο φως που μας χρειάζεται, οι καπνοί δεν εμποδίζουν τον ουρανό, ποτέ δεν θα τον κάνουν να λησμονήσει το γαλάζιο.






Μείναμε απο λάστιχο



Θα συνεχίσουμε με επαναλήψεις μέχρι την αποθεραπεία. Η αλήθεια είναι που έρχονται κάτι παλαιοτέρα κείμενα στην επιφάνεια και μου θυμίζουν ότι το κοινωνικό είναι και προσωπικό. Το παρακάτω κείμενο δεν θα μπορούσε να γραφτεί σήμερα και ας είναι για σήμερα. Σας το γράφω κομψά σε μια προσπάθεια να αποφύγω, να χαρακτηρίσω το σημερινό, γιατί το τέλος πονάει, είτε ήρεμα γίνει είτε με συγκρούσεις.
«Εκ του αποτελέσματος θα μετρήσουμε τις αγάπες μας;» αναρωτιέται η κυρία που ομορφαίνει τα τραγούδια, στη τελευταία μεταμεσονύκτια εκπομπή της αυτού του χρόνου. «Δεν πολυσυμφέρει. Οι ισολογισμοί μπατάρουν. Όσο άσχημα και να τελειώσει κάτι, ξεχνάει κανείς την υπέρτατη τρέλα του ξεκινήματος, την απίστευτη φόρα, εκείνο το μαγικό χαλί που σε αρπάζει και σε τριγυρνάει στον ουρανό της ουτοπίας σου; Οι αρχές έχουν πάντα μια άλλη χαρά και δύναμη, έχουν το ακαταλόγιστο, εδώ που τα λέμε». Ενώ το τέλος… Το τέλος πονάει
Θα συνεχίσουμε το ταξίδι καταπίνοντας χιλιόμετρα χρόνου. Θα συνεχίσουμε με τον ίδιο βηματισμό, αφήνοντας το κοντέρ να γράφει αριθμούς.
Θα συνεχίσουμε αν δεν μας αφήσει η αγάπη, αν δεν μείνουμε από λάστιχο από δάκρυα από αντοχή.
Και σε αυτήν διαδρομή η ευχή είναι μία για να μην μας αφήσει η αγάπη. Να μην την αφήσουμε ακάλυπτη, απροστάτευτη, αδέσποτη. «Να μην αφήσουμε να μας προσπεράσουν όλα τα άλλα τα δίλιτρα, με τους πανίσχυρους κινητήρες. Να την προτάξουμε κι ας την πατήσουν. Ας γίνει αλοιφή οπό τα τις ρόδες των υποχρεώσεων και των κλεισμένων επαγγελματικών ραντεβού»





Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Στροφή στη πλεονεξία

Απύθμενο θράσος, από τον Υπουργό κ. Βουλγαράκη, όταν προ ημερών αναγκάσθηκε, ύστερα από κάποια δημοσιεύματα, να υπερασπιστεί τα πλούτη του.
Προκλητικός απέναντι στον Λαό που στενάζει από την ακρίβεια, την φτώχια, την ανεργία. Νόμιμα λέει είναι τα πλούτη του. Δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω, άλλωστε το νόμιμο από το παράνομο στην περίπτωση πλουτισμού θέλει πολύ κουβέντα.
Η ολιγάρκεια είναι αρετή που διδάσκεται από την ανάγκη αλλά και από μια φρόνηση που κανείς δεν ξέρει πως αποκτιέται. Ο κ. Βουλγαράκης δεν είναι οπαδός αυτής της άποψης και πως άλλωστε θα μπορούσε, ένας σημαιοφόρος της πολιτικής που θέλει τους πλούσιους να γίνονται πλουσιότεροι και τους φτωχούς φτωχότεροι.
Το κακό στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι αυτή η στάση περνάει με ευκολία πλέον στην κοινωνία, που μένει απαθής σε τέτοια φαινόμενα και όταν δοθεί η ευκαιρία θέλει να τ’ ακολουθήσει
«Κάποτε η φτώχεια», υποστηρίζει ο Κωστής Παπαγιώργης δεν ήταν ντροπή, παρότι ήταν αφόρητη, σήμερα έχει τεθεί εκποδών διότι δεν ταιριάζει με τίποτα.
Ο κύβος έχει ριφθεί προ πολλού. Το «δούλεψε να ζεις και κλέψε να ’χεις» ανταποκρίνεται στο φλέγμα, που έχει διαδοθεί. Οι τάξεις εξαρθρώθηκαν, υποχρεώσεις και δικαιώματα υποτιμήθηκαν, οπότε πήρε κεφάλι μια ανεξέλεγκτη ροπή προς τα επάνω όπου ο ένας έχει πλησίον τον κανένα.
Για πρώτη φορά στη μικρή ιστορία της, η Ελλάδα ευεργετήθηκε από την ιστορική συγκυρία και έζησε μισόν αιώνα χωρίς πόλεμο. Άρα το φυσικό επακόλουθο ήταν μια στροφή προς την κατοχή, την άνεση, τη σπατάλη και την πλεονεξία….
Κατά κανόνα η σύγκριση με τον υποδεέστερο δεν έχει νόημα, το βασικό είναι η σύγκριση με τον ανώτερο. Η διάχυτη ροπή, το αόρατο χέρι που υπογράφει κάθε υλική φιλοδοξία είναι ο μαζικός ηδονισμός, που δεν είναι ατομική πατέντα παρά κοινωνικό πιστεύω, άλλωστε τα φροντιστήρια δεν σταματούν ποτέ. Ειδικά η τηλοψία το μόνο που διδάσκει είναι η εύκολη χλιδή, η υλική αφθονία, με τελικό συμπέρασμα το «περνάμε καλά».
Τηρουμένων των αναλογιών, τα νεόκοπα ήθη επιβάλλονται και στις κατώτερες βαθμίδες της κοινωνικής κλίμακας. Έστω και σαν μαράζι Ένας πολιτικός ανήρ που απέχει από τις αμαρτωλές συνάφειες, θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα. Το παράδοξα είναι ότι ο τίμιος πολιτικός αποσιωπάται, δεν ενδιαφέρει κανέναν. Απεναντίας, ο «ύποπτος» νεόπλουτος της Βουλής – και της δικαιοσύνης, δυστυχώς – ερεθίζει τα αντανακλαστικά του ψηφοφόρου.
Μην σας προκαλεί εντύπωση η στάση του κ. Βουλγαράκη, υπερασπίζεται, μια πολιτική, που της λείπει το φρόνημα της ολιγάρκειας.

Αλήθεια τι θα πει αμαρτία;

Εκατοντάδες ιοί χτύπησαν τον υπολογιστή μου και τον έθεσαν εκτός λειτουργίας, το αρχείο σήμερα κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα απ΄ την φωτιά, ένα περσινό κείμενο της ίδιας εποχής που διαβάζεται και φέτος και μπορεί να ξαναδιαβαστεί και του χρόνου…
Μόνιμα αμυνόμενος σε μια κοινωνία, που με θέλει μετρημένο. Κομμένο και ραμμένο σε μέτρα πυγμαίου για ν’ αναλάβει εκείνη ως γίγαντας να με προστατεύσει.Μια κοινωνία που προσπαθεί να μου προσάψει ενοχές και αμαρτίες.Αλήθεια, τι θα πει αμαρτία; Ερώτηση, με κάθε δικαίωμα πονηριάς που μου έδινε η παρορμητική ηλικίαΜαζί της έφτιαχνα παραμύθια. Στο τέλος της διήγησης είχε καταλήξει στο συμπέρασμα. Σημασία έχει η πρόθεση...«Βάλε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών το καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά».Έτσι πέρναγε η νύχτα .Διώχναμε τα κακά πνεύματα ξορκίζαμε το καλό και το κακό.Στη συνέχεια του απολογισμού της... «Ξημερώναμε γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές».«Ξημερώσαμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στην συκιά αλλά στην καταξίωση».Σημασία έχει η πρόθεση.…………………………………………………………………………………………..Ή πόλη είχε γεμίσει παράξενα υβρίδια. Ψιλοεκβιαστές, απατεωνίσκοι, αριβίστες, πολιτικοί φαφλατάνοι, ρουφιάνοι, γλείφτες, τοκογλύφοι, πολλοί μαλάκες, πουτάνες ψυχή τε και σώματι. Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοίΣτο χώρο μου, το κίτρινο κερδίζει έδαφος, πάει για πρωτάθλημα, ασορτί με μια κοινωνία που το χειροκροτεί, δείχνοντας, που το τραβάει ο οργανισμό της.Βυθίστηκα ξανά, σε μια κατάσταση γνώριμη. Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά. Σε κανέναν σύλλογο, σε καμία ομάδα, σε κανένα κόμμα...

Στο δρόμο με τις πορτοκαλιές τουλιπες

Τι να πεις… όταν ο άλλος ερωτά και απαντά, όταν, ενώ ακόμα ψάχνει τον εαυτό του, μπορεί να γνωρίζει τι κρύβει ο άλλος στη ψυχή του, όταν βαφτίζει με άλλες λέξεις την πραγματικότητα προσπαθώντας να την αποφύγει, σιωπάς…
Δεν σας κρύβω ότι από τέτοιες καταστάσεις, οδηγούμε σε διαλείμματα, χρήσιμα για την ψυχραιμότερη επεξεργασία της έκφρασης.
«Μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι. Μεγάλη κουβέντα. Και ακόμα μεγαλύτερη εκείνο το πάντα γελαστοί και γελασμένοι οι φίλοι του Χάρου. Αυτός είναι ο ορισμός του ωραίου θανάτου. Γελασμένοι να φύγουμε. Τα έξυπνα πουλιά ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα, ας φτιάξουν πάλι εξάδυμους πύργους και σιδερένια χαμόγελα. Εμείς θέλουμε να πεθάνουμε στον ίσκιο ενός ονείρου, στην άκρη μιας ιδέας, στην αγκαλιά μιας λυτρωτικής ψευδαίσθησης. Γελασμένοι, κοροϊδεμένοι, γοητευμένοι από ένα θαύμα που δεν καταφέραμε».
Στο κυνήγι για ακόμα ένα θαύμα, που πάλι δεν θα καταφέρουμε, γιατί ποτέ δεν πιστέψαμε στα θαύματα, αντίθετα δώσαμε όλο μας το είναι σ’ αυτή την πανέμορφη διαδρομή.
Προχωράμε στο δρόμο με τις πορτοκαλιές τουλίπες για να μην φτάσουμε ποτέ. Ωστόσο θα έχουμε να γράψουμε πολλά...

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...