Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2020

Τα πράγματα κάποτε θ’ αλλάξουν

Τα καταφέραμε και φέτος και μπορεί του χρόνου καλύτερα. Πάντα υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο. Το ’19 περνάει στο παρελθόν, ο χρόνος όμως συνεχίζει εν τη αθωότητα του να μας αναγκάζει να… πάρουμε τα μέτρα μας. Να ζήσουμε θέλουμε και δε μιλάμε για ευτυχία για ζωή μιλάμε που θα τα έχει όλα. Αλώστε «οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν να σου αφηγηθούν τραγωδίες». Όπως γραφεί ο Οδυσσέας Ιωάννου «Δεν χρειάστηκε να νικήσουν, δεν χρειάστηκε να χάσουν, δεν καβάλησαν την τεθλασμένη που πάει προς τα αστέρια και τον θάνατο. Περπάτησαν στην ευθεία. Και πέθαναν, απλά πέφτοντας σε μια τρύπα». Δεν αντιλήφθηκαν την αξία του χρόνου γιατί δεν βρέθηκαν ποτέ με κομμένη αναπνοή να μετράν τα δευτερόλεπτα, χωρίς να ξέρουν αν θα υπάρξει άλλη ανάσα. Να ζήσουμε λοιπόν, αληθινά και αυτό το χρόνο, χωρίς τον κίνδυνο να μας καταπιεί ο λάκκος εν αγνοία μας.

Πάλι από την αρχή με όνειρα επαναλαμβανόμενα και λέξεις… Λέξεις που μένουν και ας φεύγουν οι άνθρωποι...
Θα κλείσουμε με έναν αισιόδοξο στίχο του Αργύρη Χιόνη...
«Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγήσεις, πώς δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.
Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους, μές στή βαθιά τους πολυθρόνα, πολλοί πού γιά πάντα τούς σκέπασε τό πουπουλένιο πάπλωμά τους.
Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στη σούπα τους, σ’ ἕνα κουπάκι του καφέ, σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ... Ἄς εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ βαθιά πού κοιμοῦνται, ἅς εἶναι γλυκός κι ἀνόνειρος.
Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει».
Καλή χρονιά λοιπόν. Καιροί που είναι τις χρειαζόμαστε τις ευχές. Τα πράγματα κάποτε θ’ αλλάξουν. Ας είμαστε ως τότε δυνατοί.

Θα σου γράψω

Κλείνομαι μέσα. Ακόμη κι όταν είμαι έξω. Ακολουθώ με πίστη πλέον, ότι μπορεί να με απομακρύνει. Ό, τι μεγαλώνει την απόσταση από την κεντρική σκηνή, από τα φώτα, που φωτίζουν ετερόφωτους. Ανασαίνω λίγο πιο εκεί. Πάλι από την αρχή. Στα ίδια πατήματα που μπορεί να μας έφεραν μέχρι εδώ, ξέρουν καλά όμως να κόβουν δρόμο και να προσπερνάνε.

Αυτά τα «Πριν» και τα «Μετά» κείμενα, με αφορμή το χρόνο, ζέσταμα είναι για να μη πιάσει κράμπα τη ψυχή και τα φτύσει στο πρώτο κατοστάρι. Είναι μεγάλη η απόσταση βλέπεις…
Θα μείνω εντός. Γι όσο χρειαστεί. Θα διατηρήσω ζεστό το κάλεσμα, με κείμενα συναφή, μπας και καταφέρουμε να κτυπήσουμε κάποια κρυμμένη φλέβα ευαισθησίας. Εδώ στο δικό μας κόσμο, το μικρό, τον καθημερινό, στον δικό μας τόπο, που καμιά φορά τυχαία μας εκπλήσσει, πάντα όμως, για μας που δε ψάχνουμε στα σκοτεινά, καταλήγουμε με ένα «κοίτα σύμπτωση» και το κλείνουμε το θέμα.
«Αντίο λοιπόν και τι να πούμε». Οι λέξεις χρειάζονται το χρόνο τους και πάντως έπονται μετά τη σιωπή. Θα σου γράψω...
«…φυσικά αντιλαμβάνομαι ότι δίχως εσένα είναι αδύνατον να ζήσει ένας πολιτισμένος άνθρωπος, εάν όμως αυτός ο άνθρωπος έχει μια μικρή ελπίδα να σε δει, τότε, θα είναι πολύ χαρούμενος. Θα είμαι πολύ χαρούμενος επίσης αν σου χάριζα δέκα μεγάλες κούκλες αρκεί να χαμογελούσες… ελπίζω ότι δεν θα θυμώσεις με τα ανόητα μου γράμματα. Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ - αυτά τα γράμματα είναι οι μόνες γιορτές πού έχω..»
Απόσπασμα επιστολής του Β. Μαγιακόφσκι στη Λίλι Μπρικ.
Και ύστερα έγινε «σύννεφο με παντελόνια»

Tο ποτάμι θα μας περιέχει



“Ας το πάρουμε απόφαση, το ποτάμι θα μας περιέχει, θα μας φέρει προς τους νέους καιρούς. Επιπλέοντας, ας υφαίνουμε το μέλλον μες στο παρόν”.
Πως συνεχίζουμε; Όπως κάθε φορά που χρειάστηκε, μια επανεκκίνηση της μηχανής, που τόσες φορές έχουμε κάνει…


Ακόμα τριγυρνάω στο Εδώ. Στο Εκεί... ελπίζω. Θα τον πάω γράφοντας μέχρι το τέλος, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του. Ίσως μονάχα έτσι να δίνονται εξηγήσεις στη μόνη σταθερά, που είναι οι δικοί μας άνθρωποι, μέσα στον άπειρο χώρο και χρόνο, που μας τρομοκρατεί και μας σκορπά.
Με λέξεις θα κλείσουμε και τις τελευταίες λεπτομέρειες. Με λέξεις, θα παλέψουμε το χρόνο. Με τα αισθήματα που μας γεννά μια μνήμη, επικυρωμένη και υπογεγραμμένη. «Γράφω για τον εαυτό μου και τους φίλους μου. Γράφω ακόμα, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου» μας λέει ο Μπόρχες. Μια σαφή εξήγηση για την ανεξήγητη διαδικασία της γραφής.
Ο χρόνος καίτοι αθώος, μας θανατώνει από τις δικές μας υποψίες. Διότι εμείς ούτε αθώοι είμαστε ούτε ερήμην μας κυλά η ζωή. Υπάρχει και έχει χρώμα, ήθος, ιδεολογία, που εμείς της δίνουμε. Έχει ακόμα και εκείνη την γενναία πίστη που διαθέτει δύναμη να νικά τις ένοχες και το μάταιο. Όσο για τη γραφή, αναλαμβάνει να περάσει στην αθανασία αίσθημα, δικαιοσύνη και μνήμη.
Στο Εκεί ελπίζω και γράφοντας το διαβάζω.

Σήμερα σιωπή

Μαχαιριά η είδηση, συντάραξε τη τοπική κοινωνία.  “Κόπηκε το νήμα της ζωής για ένα δεκατετράχρονο αγόρι που προσπάθησε να διασχίσει την εθνι...