Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

Που πάνε όλοι αυτοί;

Η πόλη κόλαση. Οι παραλίες αποτελούν επιπλέον μια δοκιμασία. Πάντα τέτοιες μέρες γεννιέται η απορία. Που πάνε όλοι αυτοί; Παρατηρώντας όσο γίνεται από πιο μακριά, τους δύστυχους εκδρομείς, νοιώθουμε ευτυχείς, που ξέρουμε τα κατατόπια.
Ναι, υπάρχουν κάποιοι στον πλανήτη που δουλεύουν Αύγουστο. Ιδίως στα νησιά. Αλλά, δεν ζηλεύουμε, δεν φθονούμε.

Διαβάζοντας ένα παλαιότερο άρθρο του συμπατριώτη μας Ευγένιου Αρανίτση παρηγορήθηκα. Είμαστε από τους τυχερούς, απ’ αυτούς, που μπορούν ακόμα να μη φεύγουν για το πουθενά, που τη στάση την κάνουν κίνηση. Είμαστε στη θέση του θεατή καλοκαιρινών περιπετειών, απελπισμένων φυγάδων, που αποδράσανε από την κόλαση χωρίς να ξέρουν τι τους περιμένει...δεν πηγαίνουν κάπου αλλ΄απλώς φεύγουν από κάπου...Δεν υπάρχει πλέον προορισμός, μόνον απόδραση και μια δόση τρομώδους επίσπευσης των απαραίτητων τουριστικών διευθετήσεων. Είμαστε πρόσφυγες στην ίδια μας τη χώρα.
Αύγουστος, αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες, εδώ στην επαρχία και ας λέγεται Κέρκυρα. Ας παρηγορηθώ  κάνοντας ταξίδια επιτόπου.



«Ουδέν σχόλιο»


Ξεκίνησα από τον τίτλο, για να ενισχύσω την άποψη, ότι εδώ στη μικρή μας πόλη, το ασήμαντο τις περισσότερες φορές γίνεται πρωτοσέλιδο και για πράγματα που θα έπρεπε να έχουν ξεσηκωθεί και οι πέτρες «Ουδέν σχόλιο». Είναι η παθογένεια της επαρχίας, η μικρή κοινωνία, που δεν επιτρέπει, που βάζει κόκκινες γραμμές και υποβαθμίζει το δημοσιογραφικό λειτούργημα. Σε κάποιες περιπτώσεις θα λέγαμε ότι είναι ανθρώπινο, γνωρίζει ο ένας τον άλλο, «έχουμε πιει και έναν καφέ», «βρεθήκαμε σ’ κείνη την παρέα», «λέμε και μια καλημέρα». Έτσι παρατηρούμε μια αντιστροφή των ρόλων. Παρουσιάζεται το φαινόμενο, ο κόσμος να το έχει τούμπανο και τα τοπικά Μ.Μ.Ε, κρυφό καμάρι. 
Ο κόσμος βοά , για υπόγειες διαδρομές, για παράνομες δοσοληψίες, για μικρά και μεγάλα συμφέροντα, που εξυπηρετούνται παράνομα. Ένα παράδειγμα. Κανένα μέσο ενημέρωσης δεν αναρωτήθηκε: που πήγαιναν τα σκουπίδια πολλών ξενοδοχείων ολο το διάστημα που ήταν κλειστός ο ΧΥΤΑ; Κανένα σχόλιο. Τα «ρεπορτάζ» και η «έρευνα» της πλειοψηφίας των μέσων, σε τοπικό επίπεδο, σταματούν, εκεί που αρχίζει η δημοσιογραφία. 
Σε άλλες περιπτώσεις, δημιουργούν τη ψευδαίσθηση, ότι αποτελούμε το κέντρο του κόσμου, τα τοπικά ζητήματα προσλαμβάνουν εθνικό χαρακτήρα. Τα μεγεθύνουν για να χωρέσει το επαρχιώτικο κόμπλεξ τους, για να δούνε τον μικρόκοσμό τους μεγάλο. Για να επισημοποιήσουνε την ύπαρξη τους.
Σκηνοθετούνε γεγονότα, σχολιάζουνε κιόλας. Μπαίνουνε στο ψέμα και το ζούνε. Το βαφτίζουνε σημαντικό για να κερδίσουν όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί τους.
"Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη", έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, μήπως όμως θα μπορούσε να είναι άλλη. Μήπως αυτές οι τηλεοπτικές αψιμαχίες, θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από την άλλη Κέρκυρα, που σκέφτεται θετικά, που δημιουργεί, που προσφέρει, που προβληματίζεται που αγωνίζεται, που δεν γκρινιάζει για του ψύλλου πήδημα. Το τίποτα κάνει μεγάλη φασαρία. Αξιοπεριφρόνητες σαχλαμάρες, που θεριεύουν εκ του μηδενός και γίνονται προβλήματα πρώτου μεγέθους εδώ στην μικρή μας πόλη. Σάμπως ο δαίμων της καθημερινότητας να πλάθει καταστάσεις για να βρίσκουν δουλειά οι άεργες ψυχές.
«Σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για μας χωρέσει. Πόσα χρόνια περάσαμε επιχρωματίζοντας το σώμα μας, να μην φαίνονται ουλές και τραύματα; Φορέσαμε στη καρδιά μας αθλητικά παπούτσια για να φαντάζει δρομέας μακρινών αποστάσεων και ας τα έχει φτύσει στο πρώτο κατοστάρι»

Γυμνή σαν την αλήθεια


Βάλε λίγο μουσική και σταματά να τα δραματοποιείς όλα σε τούτη τη ζωή. 
Σήκω και πάρε δυο στροφές, δίωξε τους ίσκιους, που σε ακολουθούν κατά πόδας. Κόφτους το θάρρος, που τους έχεις δώσει όλα αυτά τα χρόνια.
Όλα αυτά τα χρόνια, που νόμιζες ότι η ζωή είναι ένας ωραίος φιόγκος. Κόμπος ήτανε, που λίγο έλειψε να σε πνίξει. Δίωξε τους πόνους και τους φόβους, που φτιάχνεις στο αθώο μυαλουδάκι σου. Η ζωή είναι αλλού, με πόνους και φόβους και χαρές πολλές. Από αλήθειες όμως.
Δεν είναι οι καλλίτερες μέρες ας μην τις κάνουμε χειρότερες. Γιατί πόνος χωρίς πόνο; Που να βρεις δάκρυα όταν τα ξοδεύεις για το παραμικρό; Ένα χιλιοστό το μυαλό ν’ αλλάξει θέση, και να το φως. 
Όταν μας παρέσερναν οι αέρηδες, σε άγνωστες χαράδρες, πάντα μια αλήθεια τους έκοβε τη φόρα. Πως νομίζεις φτάσαμε μέχρι εδώ; Πως αντέξαμε τις μπόρες; Με τη ζωή που αγαπήσαμε.
Με την ευκολία του απέξω θα μου πεις. Και με το θυμό του μέσα. Όλοι κάποια στιγμή τα έχουμε περάσει. Νύχτες ξάγρυπνες για μια γρατσουνιά. Μια κουταλιά νερό που φάνταζε ποτάμι έτοιμο να μας καταπιεί. Μέχρι που ήρθε, αυτό που είχαμε ξεχάσει για να μας περάσει απέναντι.
Βγες στο παράθυρο το ανατολικό, και άφησε το βλέμμα σου ελεύθερο να πέσει. Μη φοβάσαι δεν θα χτυπήσει. Κοίταξε τα όλα από εκεί ψηλά, είδες πόσο αρμονικά κινούνται λες και χορεύουν. Χορεύουν. Με τη μουσική σου. Παίζουν στο ρυθμό σου. Πάρε επιτέλους την μπαγκέτα στα δικά σου χέρια και κάνε δικό σου το τραγούδι «Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως και βρεις πουθενά τον εαυτό σου, ίσως το λάθος να μην ήτανε δικό σου.
Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως έχεις πια ξεχάσει, αυτό που απέναντι μπορεί να σε περάσει…»
Στείλε επιτέλους στο διάολο όλα αυτά τα ψεύτικα, που σου κάνουν τη ζωή μαύρη. Και ζήσε. Χωρίς περιτυλίγματα. Γυμνή. Σαν την αλήθεια.

Επιστρέφω πάντα...


Στο μυαλό μου το «κόκκινο» του Σπύρου Αλαμάνου. 
Πήρα την κόκκινη γραμμή, την κόκκινη καταιγίδα, την κόκκινη αστραπή, την κόκκινη κορδέλα. Πήρα το αίμα και διέλυσα, ότι μαύρο παραμόνευε, να γίνει φόντο στα όνειρα μου.
Αυτό τελικά είναι μαγεία της γραφής, να συναντάς τη σκέψη σου κάπου αλλού γραμμένη με άλλες λέξεις, που ήθελες να χρησιμοποιήσεις και εσύ. Μέσα σε ένα στίχο διαβάζεις την ιστορία σου και ευγνωμονείς τους ποιητές για τον κερδισμένο χρόνο.
Δεν σταματά το χέρι, πολλά τα μαύρα και θα χρειαστούν υπερωρίες για να τα σκεπάσουμε,να τα βάψουμε όλα κόκκινα.
.....................................
Ένα βαθύ σκοτωμένο κόκκινο κυριαρχούσε στον ορίζοντα εκείνο το βράδυ. Τα σταθερά της πίστης μου, είχαν εξανεμισθεί. Τα δόγματα, που διευκόλυναν τη ζωή μου, διάτρητα πλέον από τις σφαίρες των αμφιβολιών. Νοιώθω να γρονθοκοπιέμαι από πλήθος μπερδεμένων συναισθημάτων.

Οι αδιάβλητες μαρξιστικές μου ιδέες, με καθήλωναν σε μια πίστη ζωή, με νανούριζαν εν ειρήνη, με σκέπαζαν με το πέπλο του ύπνου του δικαίου, η απειλή της παράβασης, της κομματικής ορθοδοξίας, θα ήταν ηπιότερη της σημερινής ψυχικής μου ορφάνιας και ίσως απαραίτητη για να αποφύγω τα πλοκάμια κάθε αμφιβολίας γύρω από τα δογματικά «πιστεύω»
Ήταν ξεκούραστη εκείνη η εποχή, η σημερινή συμπεριφοράς της σκέψης μου άσπλαχνη, πήρε αέρα και περιφέρεται τις νύχτες σε αλήτικες διαδρομές. Με παράτησε άοπλο να τα ανακαλύψω όλα μόνος μου
Όταν έχω μέρες να τη δω, όλο και βουλιάζω στο βαθύ αυλάκι της ανάγκης μου.
Παίζω κρυφτό με την φαντασία μου, όπως ένα παιδί που μεγάλωσε και λαχταρά τα παλιά του παιχνίδια, θέλω πολύ να παίξω αλλά ντρέπομαι γιατί δεν έχω συμπαίχτη.
...............................................
Δεν θέλω να μονιμοποιηθώ πουθενά. Νοσταλγώ τις άγνωστες πόλεις, τα απρόσμενα αποτελέσματα, τις γυναίκες που δεν έτυχε να γνωρίσω. Η σχέση η ερωτική ανισότιμη και άδικη, αινιγματική και σκοτεινή σαν το υποσυνείδητο, σαν αλληλοσυμπληρούμενα αλλά άνισα δοχεία. Πολύ εσύ λίγο εγώ. Περισσότερο εγώ λιγότερο εσύ.
............................................
Ο ζεστός μήνας Αύγουστος, μια ταινία ακατάλληλη των 13, ακόμα μου έχει μείνει απωθημένο όταν ήμουνα οκτώ, μέχρι σήμερα που περασα τα πενήντα. Και είναι οι στιγμές οι ανεπεξέργαστες, σαν τις φωτογραφίες που έχουμε δει και ξαναβλέπουμε μετά από χρόνια. Δεν είναι ίδιες και δεν φταίει που κιτρίνισαν από την πολυκαιρία.
Επιστρέφω πάντα, τώρα πια δεν ψάχνω, βρίσκω, ανασύρω από τις γεμάτες αποθήκες, του εγκέφαλου μου με την πρέπουσα προσοχή και ανακαλύπτω, τους φίλους μου, την πόλη μου, τη θάλασσα τον ζεστό μήνα Αύγουστο.

Με γράμματα καθαρά και ευανάγνωστα


Για τις άγραφες σελίδες σήμερα. Για τις αφιερώσεις με αόρατα γράμματα στην πρώτη λευκή σελίδα του βιβλίου. Πρέπει να βάλεις φωτιά και να την κάψεις, δεν αντέχει άλλο να μένει λευκή. 
Πρέπει να βάλεις φωτιά, για να δεις τα σημάδια. Να δεις τα μυστικά, να δεις όλα αυτά που η εποχή μας έκλεψε. Αυτά που οι προϋπολογισμοί απαγόρευσαν να δουν το φως του ήλιου. Αυτά που κρύφτηκαν φοβούμενα, μην καταλήξουν σε ξένα χέρια, όπως τα κορμιά που κάποτε αγαπήθηκαν. Αυτά που ενώ έχει σβήσει η φωτιά σου καίνε τα μάτια. Όχι δεν χρειάζονται εκπτώσεις. Η στιγμή τα θέλει όλα, για να μπορεί κάποτε να μνημονευτεί. Η μιζέρια τη σβήνει από το χάρτη. 
«Έλα. Κοίταξε με. Κι άφησε πάνω μου ό,τι σε πονά. Αντέχω. Είμαι εδώ για σένα. Η δική σου, λευκή σελίδα, η επόμενη σελίδα, του βιβλίου, της ζωής σου…»
Αγαπώ τα ανθρώπινα ίχνη στα χάρτινα σώματα των βιβλίων, δίνουν μια ζεστασιά, κάνουν εκείνον που πιάνει το βιβλίο στα χέρια του δεύτερος, να «γνωρίσει» κάτι από εκείνον που το έπιασε πρώτος. Είναι σαν να αγγίζονται, να συναντιούνται στην αγάπη του ίδιου βιβλίου.
Και αν το βιβλίο περάσει σε άλλα χέρια… ποτέ δεν θα ζήσει τη στιγμή της εξομολόγησης. Τη στιγμή της απόλυτης παράδοσης, της απόλυτης ελευθερίας.

Και τις γιορτές με τις περασμένες τις ζούμε. Με εκείνες τις απόλυτες στιγμές που ζήσαμε. Με την αθωότητα και την αλήθεια.
Τα Χριστούγεννα που ζωντάνεψαν τα παραμύθια, ήταν του ’72, τα Χριστούγεννα των Χριστουγέννων.
Ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ραντεβού. Η αφορμή να κόψουμε το κυπαρίσσι που θα στολίζαμε, και η ευκαιρία να μείνουμε μόνοι. Σε μια πλαγιά ακουμπισμένοι σε ένα δέντρο, ανταλλάσσοντας ντροπές και παιδικές χαζομάρες. Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον.
Και τώρα ζούμε το παρόν και ελπίζουμε ότι η επόμενη σελίδα να γραφτεί με γράμματα καθαρά και ευανάγνωστα…

Σαν μια μετάγγιση αίματος


Όχι που δε με αφορούν, όμως αυτά που γράφω, δεν είναι προσωπικά. Για να εξηγούμαστε! Δεν πρόκειται για εξομολόγηση. Αν το μυαλό δεν είχε βάλει τους αναγκαίους περιορισμούς, εγώ δεν θα έγραφα, θα έφτυνα.
Για να μη ρωτάτε τι μου συμβαίνει, θέλω να σας διαβεβαιώσω: ποτέ δεν έχω εξομολογηθεί με την εκκλησιαστική έννοια του όρου. Έχω εξομολογηθεί σε φίλες και φίλους, αποσπασματικά, ανάλογα πως ο καθένας είναι διαθέσιμος, τι θέλει και τι μπορεί να ακούσει. Για να γίνω πιο κατανοητός. Τι άλλο από ένα χέρι συγκατάβασης περιμένει κανείς από μια κατάθεση ψυχής; Για να το έχεις όμως πρέπει να μπορεί να σε καταλάβει ο άλλος. Υπάρχουν φίλοι αγαπημένοι που δεν μπορούν να καταλάβουν για την ερωτική απογοήτευση, γιατί απλούστατα ποτέ τους δεν βίωσαν κάτι τέτοιο. Άλλοι σε κοιτάζουν αμήχανα όταν τους μιλάς για κάποιο πρόβλημα με τα παιδιά σου και είναι φυσιολογικό αφού δεν έχουν παιδιά. Πώς να μεταφέρεις την πίκρα για την ήττα της ομάδος σου στη γυναίκα σου που χασκογελάει, όχι για την ήττα, αλλά γιατί ποτέ δεν έχει καταλάβει γιατί μαζεύονται εκατό χιλιάδες άνθρωποι σε ένα γήπεδο για να δουν 22 μαντραχαλάδες να τρέχουν πάνω κάτω επί ενενήντα λεπτά και να κλωτσάνε μια μπάλα. Πώς να σε καταλάβει ο πλούσιος φίλος σου που δεν ξέρει τι σημαίνει τα είσαι επτά μήνες απλήρωτος; Συμπέρασμα δεν υπάρχει εξομολόγηση εφ όλης της ύλης και αυτή που γίνεται στους παπάδες για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας ενώπιον του Θεού, δεν έχει νόημα. Το βάρος θα συνεχίσουμε να το κουβαλάμε ενώπιον των ανθρώπων και πρωτίστως ενώπιον του εαυτού μας.
Για να εξηγούμαστε: δεν βγάζω τ' απωθημένα μου, απ’ αυτήν εδώ την στήλη, προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά τις λέξεις τέτοια, που το προσωπικό να εισχωρεί βαθιά στο κοινωνικό, σαν μια μετάγγιση αίματος. Δεν με αφορούν μόνο, μας αφορούν.
Σε έναν επίλογο παλαιοτέρου κειμένου, είχα δώσει μια εξήγηση:
«Δεν ξέρω τι με έπιασε, θέλω να γράψω για τη μοναξιά του έρωτα. Την ερημιά του πλήθους και την παρηγοριά της γραφής. Το βάσανο που γίνεται βάλσαμο αλλά όμως δεν μεταβάλλει τη ζωή. Μονάχα εκείνο το δηλητήριο στο αίμα μας το μετατρέπει σε τοξίνη των γραμμάτων. Κι αυτό το αντιλαμβάνεται ο τυχαίος παραλήπτης, ο ευαίσθητος. Ενώνει τα δικά του βιώματα κι είναι κι αυτό, ξέρετε, μια δύναμη μια ζεστασιά…»
Για να εξηγούμαστε, δεν μου συμβαίνουν πάντα, αυτά που καταθέτω κάθε μέρα, με αφορούν όμως. Και αν τα καταθέτω σε πρώτο πρόσωπο, είναι γιατί αυτή η σχέση όλα αυτά τα χρόνια, απέκτησε αυτό το δικαίωμα.

Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος

Θέλει και ρώτημα; Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος. Όμως δεν είμαι και προφανώς δεν μπορώ να ζήσω πλούσια. Αυτό τις προηγούμενες δεκαε...