Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Η εξέλιξη μουτζουρώνει τα χρώματα των ονείρων

Αυτές τις μέρες που δεν υπάρχουν διλήμματα για τον ερχομό του χειμώνα, που η βροχή, δεν αφήνει πλέον περιθώρια για αισιοδοξία, τα υπαρξιακά προβλήματα, αναδύονται, με περισσότερη ένταση.
Είναι τα μείον των απολογισμών, η αδυναμία των προϋπολογισμών, τα χρόνια που βαραίνουν και δεν αφήνουν περιθώρια για επενδύσεις. Το «ότι φάμε και ότι πιούμε», δεν μπορούμε δυστυχώς να το πούμε όλοι, οπότε, θα το ρίξουμε στα παραμύθια, αυτά που μας μεγάλωσαν όπως τα μάθαμε, και αυτά που μας κρατάνε ζωντανούς όπως θέλουμε πλέον εμείς να τα λέμε. Άλλωστε εκείνο το παράπονο, τα παιδιά και τους μεγάλους επισκέπτεται. Το στάδιο των πολλών απαιτήσεων, το έχουμε περάσει προ πολλού. Ούτε δόξα ούτε χρήμα. Πολύ λίγα είναι αυτά που ζητάμε σήμερα, γι' αυτό και το παράπονο. Έτσι είναι κυρία μου, στα παραμύθια όταν το παράπονο μας πνίγει, γινόμαστε και θύτες…
………………………………………………………………………………………….
«Κάποιος να μας περιμένει. Κάποιος να μας θυμάται. Κάποιος να μας πονάει. Τα κόκκινα σκουφάκια έχουν πάψει να είναι στη μόδα κάτι δεκαετίες τώρα, αλλά η αποπλάνηση συνεχίζει να έλκει τους ανά πάσα στιγμή δωρητές σωμάτων. Η εξέλιξη μουτζουρώνει τα χρώματα των ονείρων, ο κακός λύκος έγινε μαλάκας λύκος και το κοριτσάκι με το πάλαι ποτέ κόκκινο σκουφί γέρασε, γέρασε με σημείο αναφοράς το λύκο πάντως. Κι αν αναποδογυρίζαμε τα παραμύθια; Αν φέρναμε τα μέσα τους έξω; Αν ο λύκος ήταν καλός και κακό του κοριτσάκι; Πάλι το ίδιο τέλος θα είχε η ιστορία; Επί τους ουσίας ναι. Ο θύτης και το θύμα είναι ρόλοι εναλλασσόμενοι, αενάως, Όποτε ; Ο, τι έκανες έκανες. Την επόμενη σεζόν θα είμαι εγώ ο θύτης.»


Παράπονο, παράπονο όχι να μας πιάσουν και τα κλάματα. Την επόμενη χρονιά θα είμαι εγώ ο θύτης..
Όσο και να προσπαθείς δεν γίνεται τίποτα», από τα κυρίαρχα συνθήματα, της εποχής, βγαλμένο μέσα από την απογοήτευση, που βασιλεύει. Ευτυχώς που κάποιοι δεν το ασπάζονται, και προσπαθούν ακόμα και στο σκοτάδι με την ελπίδα, να σκάσει μια χαρακιά από φως.
Αυτό το πείσμα είναι τελικά, που μας κάνει να μετατρέπουμε την ήττα σε διάλειμμα, ψιθυρίζοντας τους στίχους του εμβατηρίου «Η Ελλάδα ποτέ δε πεθαίνει δεν την σκιάζει φοβερά καμιά μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς την δόξα τραβά»
Αυτό το πείσμα για ζωή, για όνειρο, για παραμύθι, για αιώνιες φίλιες, για έρωτες. Το πείσμα να μην γίνουμε άλλη μια ασήμαντη ίνα στο κεντρικό νευρικό σύστημα ενός κόσμου που αγοράζεται και αγοράζει.
Αν είχαμε μείνει στο πρώτο σύνθημα, εκείνο το «δεν πάει άλλο», που ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά και ανακόπτει την επέλαση προς την καταστροφή, δεν μας χαρίστηκε ποτέ. Ο Αι Νικόλας, που κλήθηκε εσχάτως να σώσει την κατάσταση ήταν σαφής. «κουνήστε και τα χέρια σας».

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Ακόμα δαγκώνουν

Μετά την επίσκεψη στον οδοντογιατρό , με τα δόντια που ακολουθούν τη φθορά του χρόνου αλλά που ακόμα αντέχουν. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση . Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, η για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;
Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στη μέση ηλικία που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.
Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

«Η ώρα των δακρύων έχει καλύτερη αίσθηση του χρόνου και ως εκ τούτου μεγαλύτερη διάρκεια» μονολογεί η ραδιοφωνική μου φίλη. «Διότι το πηγάδι για να δώσει νερό, πρέπει τα ποτάμια και οι λίμνες να έχουν καταβάλει το ποσοστό τους. Γεμίζεις, γεμίζεις, δημιουργείς μια τεχνητή πλημμύρα για να μην εκτεθείς, φωνάζεις, όλους τους απόκληρους να έρθουν να ξεδιψάσουν, βάζεις στα σκυλιά νερό να μην γαβγίζουν και τρομάξουν τις ώρες που έρχονται, αλλά πάλι κάτι μένει. Δικό σου, για ποτέ και για πάντα, κάτοπτρο των οφειλών σου στη μνήμη, και είναι τα μάτια οι μόνες εκβολές για να στεγνώσει ο ύπνος σου. Έτσι πιστεύαμε εμείς, οι όχι νέοι, οι όχι παλιοί. Οι ανάμεσα, με το διστακτικό βήμα του νικημένου στρατιώτη».

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Λες και δεν μας αφορά

Το χειρότερο αυτή την περίοδο είναι η στάση μας απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση, λες και δεν μας αφορά.
Δεν ξέρω τι περιμένουμε, γιατί κρυβόμαστε από την πραγματικότητα, σε ποιον εναποθέτουμε την ευθύνη. Φερόμαστε λες και στην θέση μας θα χάσει άλλος. Λες και θα πληρώσουμε την κρίση εμείς που δεν την προκαλέσαμε
Δεν γίνονται αυτά. Η κρυμμένη αξία των πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και πίσω από αυτά που συμβαίνουν απλώς θα μετράμε ήττες.
Ο καπιταλισμός ποτέ δεν είχε καλές προθέσεις, ακόμα και όταν έπαιρνε εκείνο το μελιστάλαχτο ύφος και μας καλούσε σε συστράτευση και συμμετοχή, ακόμα και όταν μας μοίραζε κάποιο μέρισμα απ’ τα υπερκέρδη βαφτίζοντας μας μετόχους στην επιχείρηση. Στο μυαλό του είχε πάντα και σταθερά περισσότερα κέρδη, κέρδη μέχρι σκασμού, όπως έγινε με την χρηματοπιστωτική κρίση.
Η έννοια του κοινωνικού κράτους ανήκει στο παρελθόν, ξεπουλώντας και τα τελευταία οχυρά μέσω των οποίων θα μπορούσε να υποστηρίξει μια τέτοια πολιτική, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απώλεια και των τελευταίων κοινωνικών αγαθών.

Δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια για να δούμε την εικόνα που θα ακολουθήσει.
ΔΕΚΟ , τράπεζες, παιδεία, έχουν πάρει σιγά - σιγά το δρόμο τους, ένα δρόμο που σε λίγο θα ακολουθήσει και η υγεία και ύστερα όποιος «προφτάσει τον Κύριο είδε»
Εμείς όμως εδώ, καθισμένοι και χαλαροί. Λες και δεν μας αφορά. Λες και θα χάσουν οι άλλοι, γιατί εκτός από τις καθημερινές παραχωρήσεις των κεκτημένων, παραχωρούμε και μέρος της ψυχής και του μυαλού μας, δεν υπάρχει διαφορετική εξήγηση απέναντι σ’ αυτήν την απάθεια.
Αυτό περιμένουμε τελικά τη δική μας σωτηρία. Ελπίζουμε ότι εμείς θα επιβιώσουμε και άλλοι θα πεθάνουν. Ζούγκλα. Μπορεί να μας πήραν και σώβρακα, μας έμαθαν όμως να σκεφτόμαστε καπιταλιστικά δηλαδή ατομικά και αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά γιατί με τέτοια στάση η δουλεία τους θα γίνει πιο εύκολη.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Η απορία να είναι παντοτινή

Συνήθως την ημέρα της γιορτής μου γυρίζω πίσω αυτό θα κάνω και σήμερα με την δημοσίευση ενός παλαιοτέρου κειμένου, που η ευχή συνεχίζει να εκπληρώνεται και ελπίζω η απορία να μην απαντηθεί ποτέ…

Θέλω να μείνω με την απορία
Καλά τα παιγνίδια αλλά για να διεξαχθούν χρειάζεται πάνω απ’ όλα το γήπεδο, χωρίς λακκούβες και ρωγμές. Βάση που να αντέχει τις μάχες.
Για το συναισθηματικό υπόβαθρα σήμερα ο λόγος, η στερεότητα του οποίου εξασφαλίζει τις συνθήκες. Το ερωτικό παιγνίδι, αντέχει τις ακρότητες συγχωράει τα λάθη και δημιουργεί όλες εκείνες τις προϋποθέσεις της προσφοράς που δεν περιμένει ανταπόδοση. Για να έχει το παιχνίδι ενδιαφέρον, χρειάζεται πάθος και δύναμη, τα ελάχιστα τα γίνονται μεγάλα, ώστε να αποκτούν οι λεπτομέρειες ανάλογο ενδιαφέρον με τα γεγονότα και σε πολλές περιπτώσεις να τα ξεπερνούν.
Μια παρτίδα σκάκι είναι έρωτας και η διάρκεια του εξαρτάται από την ικανότητα και των δύο. Ακριβώς όπως κλείνει τις ραδιοφωνικές της σφήνες η κυρία που μας συντροφεύει τις ώρες των ονείρων λίγο πριν κοιμηθούμε…
«Άνοιξες μπήκες έκατσες. Απλά πράγματα. Και τώρα; Πως θα γίνουμε κομμάτια; Τι να εφεύρω για να σε ανατρέψω. Τι θα σκαρφιστείς για να με τρελάνεις; Σαν σε παρτίδα σκάκι με έπαθλο, την αθωότητα, παραμονεύουμε ο ένας την κίνηση του άλλου. Μου έχεις ξεκάνει πύργους και στρατιώτες, αλλά έχω στριμώξει τη βασίλισσα σου. Κάνε κάτι. Δεν θέλω να νικήσω. Θέλω να μείνω με την απορία της μαδημένης μαργαρίτας…»
Περί έρωτος ο λόγος και δημοσιεύω παρακάτω με την άδεια, που μου έχει παραχωρήσει για μια ζωή, χωρίς να χρειάζεται ανανέωση, ακόμα και με την δυνατότητα παραχάραξης, την πρόταση για ανάγνωση της παντοτινής μου φίλης Άλεφ

«Καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να είμαι στεγνός. Θέλω να επιβάλω σιωπή στην καρδιά μου, που νομίζει ότι έχει πολλά να πει. Τρέμω διαρκώς μην τυχόν έχω γράψει έναν αναστεναγμό, εκεί που πιστεύω ότι έχω σημειώσει μιαν αλήθεια».
Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία, όταν το 1818 ο νεαρός Σταντάλ βίωνε την απόρριψη από λάθος του, θα αισθανόταν τόσο μα τόσο δυστυχισμένος! Όσο ευτυχισμένοι αισθανόμαστε σήμερα εμείς, διαβάζοντας τις συνέπειες εκείνου του ανολοκλήρωτου, αποτυχημένου και δυστυχισμένου έρωτα.
Και όμως, όταν γνώρισε την Ματίλντε, όλα έδειχναν ότι η Ματίλντε είχε συγκινηθεί, σχεδόν ανταποκρινόταν. Αλλά ο άτυχος (;) Σταντάλ, παρασυρμένος από το πάθος του, επιδεικνύει μια αδέξια και ασυνάρτητη συμπεριφορά και πάει η Ματίλντε!
Η απόρριψη αυτή, ευτυχώς, για μας θα αποβεί… δημιουργική, εφόσον ο απελπισμένος Σταντάλ αναζητά την ανολοκλήρωτη αγάπη του στο χαρτί και μάλιστα συλλαμβάνοντας στις 29 Δεκεμβρίου 1819 και μια «μεγαλοφυή» ιδέα: να καταπνίξει το προσωπικό μέσα στο απρόσωπο και να μιλήσει για το άτυχο πάθος του μέσα από γενικές σκέψεις κι απόψεις!
Κάπως έτσι γράφτηκε λοιπόν το «Περί έρωτος», το οποίον δεν είναι παρά μια εξομολόγηση αλλά η κεντρική ιδέα του και το βάσανο, αφορά τους πάντες..."

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

«Θα σου δώσω μια να σπάσεις αχ βρε κόσμε γυάλινε…»

Όπως το 2007 έτσι και το 2009, το εκλογικό κλίμα συνεχίζεται, τότε πρωταγωνιστούσε το ΠΑΣΟΚ, σήμερα η «Νέα Δημοκρατία». Εσωτερικές υποθέσεις θα που πείτε, πλούσιες όμως σε τροφή για τα τηλεοπτικά κανάλια. Κοσμογονικές αλλαγές παρακολουθούμε κάθε βράδυ από την νέα κυβέρνηση που τ’ αλλάζει όλα και όλα μένουν σταθερά. Με όλα αυτά τα υπερβολικά που μας δοκιμάζουν κάθε μέρα, θυμήθηκα ένα παλαιότερο κείμενο του Παντελή Μπουκάλα στην «καθημερινή της Κυριακής» :
«Από πού αντλούν τη μικρή η τη μεγάλη δύναμη τους οι πολιτικοί και που νομίζουν οι ίδιοι ότι οφείλουν να αναζητούν την νομιμοποίηση και την επικύρωση της ισχύος τους;»
Η απάντηση θα έπρεπε να ήταν από τον Λαό, το λέει και το σύνταγμα, άρθρο πρώτον: «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό» Οι πολίτες τους ψηφίζουν, κατά συνέπεια σε αυτούς θα όφειλαν να δίνουν αναφορά. Θα έπρεπε, όμως δεν συμβαίνει. Δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί που έχουν καταλήξει να πιστεύουν ότι την ισχύ που τυχαίνει να διαθέτουν τους την δανείζει η Τηλεόραση και μάλιστα υπό σκληρότατους όρους. Ο τρόπος τους και ο πόθος τους είναι η εικόνα τους, η εμφύτευση της εικόνας τους στο προσκήνιο. Αν δεν φαίνονται δεν υπάρχουν, αυτό πιστεύουν και αυτό τους πανικοβάλει.
«Το αποτέλεσμα της εξάρτησης «μισοψυχολογικής - μισοπολιτικής» υποστηρίζει ο αρθρογράφος «το γευόμαστε κάθε μέρα, και είναι πικρό: υπουργοί, υφυπουργοί και γενικοί γραμματείς, όποιο κόμμα και αν άρχει, ζούνε με τον τρόμο όχι των συνδικάτων, επί παραδείγματι και των εκδηλώσεων κοινωνικής διαμαρτυρίας, αλλά του κάθε κ. Αυτιά η κ. Ευαγγελάτου, που θα τους τα ψάλει». Το ίδιο θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην τοπική κοινωνία.

«Χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, κυβέρνηση πέφτει – κυβέρνηση ανεβαίνει, τα στελέχη της πολιτείας, υπουργοί, δήμαρχοι, νομάρχες, συνεχίζουν να «εκτίουν την ποινή τους» για να θυμηθούμε και τον Πολύδωρα, όχι στο γραφείο τους, αλλά στα τηλεοπτικά πάνελ και παράθυρα, αυτουποβιβαζόμενοι έτσι εκουσίως σε τηλεοπολιτικούς, δαγκωμένοι από το άγχος της δημοσιότητας, και από την αγωνία μην στεναχωρήσουν τον ένα η τον άλλο καναλάρχη η εκπομπάρχη με τους οποίους ταυτίζουν τον κόσμο στο σύνολο τους»
Ακριβώς αυτό συμβαίνει αντί οι πολιτικοί να ακολουθούνε τις λαϊκές επιταγές, πάνε πίσω από την τηλεόραση. Πρόκειται για μια απερίγραπτη σύγχυση ρόλων σ’ αυτόν τον άνοστο χυλό τον οποίο κατασκευάζει ακατάπαυστα και δίχως σοβαρές αντιστάσεις το γυάλινο μίξερ.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...