Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

Στον κόσμο των εξαιρετικών συναισθημάτων

Μια απλή κίνηση είναι τελικά. Στρίβεις το χερούλι της πόρτας δεξιά και αφήνεις πίσω τον μικρόκοσμο σου, τον απέραντο πριν λίγα δευτερόλεπτα. Αφήνεις πίσω σου, τα ανυπέρβλητα προβλήματα, που σε βασάνιζαν και αρχίζεις να προχωράς με ανάσες που ολοκληρώνονται, σε μια διαδρομή με σπίτια γύρω σου, που κατοικούνται, από ανθρώπους, που έχουν αίμα., που έχουν μικρές στιγμές μεγαλύτερες από μια ζωή. Αυτός ο κόσμος των εξαιρετικών συναισθημάτων, ο πραγματικός κόσμος, ο μεγάλος, είναι κόσμος μας.
Σ΄ αυτόν τον αληθινό κόσμο, όλα εκείνα τα μεγάλα που μας βασάνιζαν στο προηγούμενο περιβάλλον του μικρόκοσμου μας, μοιάζουν αστεία. Τα διλήμματα, η ψυχολογική πίεση, η αγωνία, η ανασφάλεια, μοιάζουν ξεθωριασμένοι εφιάλτες από το φως της μέρας...
Σε μια καθημερινή διαδικασία γραφής, οι αναφορές σε προηγούμενα κείμενα, αποτελούν την αναγκαία προέκταση, που ο χρόνος και χώρος, έχουν αποκλείσει. Είναι αυτό που θα θέλαμε να είχαμε γράψει και προκύπτει στη δοκιμασία, όταν δηλαδή θα έρθει στο φως της δημοσιότητας. Είναι το κάτι παραπάνω που πάντα προκύπτει από τον διάλογο. Περισσότερο όμως απ’ όλα, είναι ότι το ίδιο κείμενο, σε διαφορετικό χρόνο και τόπο, αποκτάει μια καινούργια διάσταση και γίνεται άλλο.
Το παρακάτω γράφτηκε πριν  πέντε χρόνια, όταν η οικονομική κρίση είχε γίνει πλέον αισθητή σε όλη την ελληνική επικράτεια. Η κρίση στην πολική είχε προηγηθεί. Θα περίμενε κανείς σήμερα, που η χώρα έχει βυθιστεί, το πολιτικό προσωπικό να αλλάξει συμπεριφορά. Αν έχει αλλάξει κάτι, να το ξανασκεφτώ…


Θα μπορούσα να ήμουν Βουλευτής, Δήμαρχος, Νομάρχης; ΟΧΙ. Αισθάνομαι σε πολλές περιπτώσεις ότι έχω περισσότερες ικανότητες. Νομίζω ότι ξέρω τι πρέπει να κάνω. Πιστεύω ότι έχω όλες τις χάρες για να βρεθώ μπροστά, κάτι όμως μου λείπει, που με καταδικάζει στο περιθώριο. Τι είναι αυτό; Δεν μπορώ να κάνω παρέα με μαλάκες. Δεν έχω υπομονή να συμμετέχω σε ατέρμονες, και ανούσιες συνεδριάσεις. Δεν μπορώ να κάνω κάτι, που δεν πιστεύω. Το πρωτόκολλο με αηδιάζει . Η γραβάτα όταν με σφίγγει την πετάω . Θέλω οι συνεργάτες μου, να είναι φίλοι πιστοί και όχι λαμόγια. Δεν με ενδιαφέρει η εξουσία που λειτουργεί εντός εκλογικού χρόνου. Δεν μ’ αρέσει η συγκέντρωση εξουσιών που δεν ξέρω τι να τις κάνω. Δεν έχω τόση υπομονή, που να φτάνει στα όρια της αναισθησίας. Δεν μπορώ να χαμογελάω όταν δεν μου βγαίνει. Δεν μπορώ να χορεύω και να τραγουδάω όταν δεν έχω κέφι. Δεν μπορώ να υπόσχομαι όταν ξέρω ότι δεν μπορώ να ανταποκριθώ.Δεν μπορώ να συμμαχώ με πρώην εχθρούς και είμαι αντίθετος με το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Θέλω να λειτουργώ ανθρώπινα όταν νομίζω, χωρίς τον κίνδυνο να κατηγορηθώ.Θέλω να δίνω δουλειά στην άνεργη και χωρισμένη με παιδιά, που δε έχει στο ήλιο μοίρα, χωρίς δεύτερη συζήτηση. Θέλω να λειτουργώ χωρίς τον κίνδυνο μήπως και διαταράξω τις ισορροπίες. Θέλω να είμαι όπως είμαι. Να είμαι αυτό που είμαι και να μην αναγκάζομαι να παίζω ρόλους, τις περισσότερες φορές χωρίς επιτυχία για τις ανάγκες της παράστασης. Θέλω να βγαίνω στην τηλεόραση όταν πρέπει και να μην μου επιβάλλεται. Θέλω να μην πληρώνω την τηλεόραση για να με ρωτάει αυτό που θέλω και να κάνει τα στραβά μάτια στα λάθη μου. Θέλω να μην είμαι κομμάτι της τηλεόρασης και να παίζω το ρόλο του παρουσιαστή. Θέλω τέλος πάντων να είμαι, ο Δήμαρχος ο Νομάρχης ο Βουλευτής και να έχω αυτή και μόνο την ιδιότητα, συνεπικουρούμενη και με αυτήν του ανθρώπου.Θέλω να προγραμματίζω για το μέλλον και όχι με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές. Θέλω να έχω τη άνεση του χρόνου, που θα μου δίνει την δυνατότητα να εγγυηθώ την αλληλεγγύη για τις επόμενες γενιές. Θέλω και αλλά χίλια ΘΕΛΩ. Θέλω να μην είμαι Βουλευτής Νομάρχης η Δήμαρχος…



Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2017

Κείμενα χωρίς αναγνώστες

Κατά καιρούς απ’ αυτήν εδώ την στήλη, έχω γράψει για την αναποτελεσματικότητα της γραφής. «Και που τα γράφω… με γράφουν».  Και απελπίζομαι. Ενώ είμαι έτοιμος να παραδοθώ στην φτηνή εικόνα της εποχής, στην κυριαρχία της τηλεόρασης, στο πολιτιστικό μεσαίωνα που βιώνουμε, έρχονται κάποιες λέξεις σοφά συνδεδεμένες, για να με κάνουν να λύσω την σιωπή και να να δώσουν τις απαραίτητες ανάσες σ’ αυτήν τη μοναχική ανηφορική πορεία.
Ο Γιώργος Χρονάς, χαρακτηρίζει την πορεία  του, θρίαμβο του χρόνου  πάνω στην καταστροφή του κόσμου.
Θα συνεχίσουμε και ας μας γράφουν και ας αδιαφορούν, και ας προτιμούν τον ξεκούραστο τρόπο παρακολούθησης μιας άλλης ζωής μέσα από την τηλεόραση. Θα συνεχίσουμε τη μοναχική πορεία γιατί οι «μικρές στιγμές των ανθρώπων και των εξαιρετικών αισθημάτων» πρέπει να καταγράφονται.  Κύριε  Χρονά, πάντοτε είναι καιρός για ποιητές, έχετε απόλυτο δίκιο…

«Γι’ αυτό το λόγο γράφω, για να μετατρέψω τη λύπη σε νοσταλγία, τη μοναξιά σε αναμνήσεις. Για να μπορώ, σαν θα έχω τελειώσει αυτή την ιστορία, να τη ρίξω στον ποταμό, τα νερά να σβήσουν αυτά που έγραψε η φωτιά».
Μια ερωτική ιστορία – ισχυρίζεται ο Κοέλο – κλείνει μέσα της όλα τα μυστικά του κόσμου. Αλλά όμως η πεμπτουσία της βρίσκεται στο φινάλε. Αυτό περισώζει τη λύπη κι έτσι μπορεί και να την κάνει νοσταλγία. Εκείνο που επιβάλλει τη μοναξιά και έτσι μπορεί να τη κάνει ανάμνηση.
Διότι «όταν οι θεοί ρίχνουν τα ζάρια δεν μας ρωτάνε αν παίζουμε» Και επειδή «ο σοφός είναι σοφός επειδή αγαπάει κι ο ανόητος, ανόητος, γιατί υποκρίνεται πως καταλαβαίνει την αγάπη».. Αλλά ο σοφός πολύ συχνά αδυνατεί να καταλάβει τον ανόητο. Έτσι ο ανόητος μπορεί να υποκρίνεται αλλά δεν ανταποκρίνεται.
Αποτέλεσμα τα κείμενα χωρίς αναγνώστες, οι επιστολές χωρίς παραλήπτες. Παραλήπτης βέβαια προκύπτει, που αντιλαμβάνεται το θαύμα και προσλαμβάνει την συγκίνηση. Πολλές φορές όμως άσχετος με το θέμα και χωρίς αρμοδιότητα. Οι κυρίως πρωταγωνιστές, αυτοί που αποτελούν την αφορμή, είναι παντού και πάντοτε απόντες.




Η φθορά της αναμονής

Πρέπει συνεχώς να το υπενθυμίζω. Κείμενα που προέρχονται από προσωπικές εμπειρίες, ποτέ δεν λένε όλη την αλήθεια. Όχι από έλλειψη ειλικρίνειας, αλλά επειδή το υπαγορεύουν καθαρά ψυχολογικές και αισθητικές ανάγκες. Το προσωπικό χρησιμεύει σαν προσάναμμα. Αυτό που αποτυπώνεται στο χαρτί αποκτάει μια αυτόνομη ύπαρξη, μια δική του αλήθεια που κατά κανόνα δεν έχει μεγάλη σχέση με τη δική μου.
Θα ήταν καλύτερα τα πράγματα αν μπορούσαμε να ζήσουμε τα καλά και τα κακά χωρίς να τα περιμένουμε. Τελικά οι ώρες της αναμονής, είναι αυτές που κλέβουν τον πραγματικό χρόνο από την ζωή μας. Τα πράγματα όταν έρθει η ώρα τους, σχεδόν ποτέ, δεν είναι ούτε όσο καλά τα ονειρευόμαστε, ούτε όσο κακά τα φοβόμαστε. Δεν έχουμε λόγους να τρωγόμαστε γεμίζοντας το κεφάλι μας με χίλιες δυο άχρηστα στην προσπάθεια μας να προβλέψουμε. Μην φθείρεστε με συνεχή προγνωστικά, το μέλλον δεν προβλέπεται και ας διαφωνούν οι αστρολόγοι.


Πάει καιρός, που η ανασφάλεια, το σκοτάδι το αβέβαιο μέλλον, οι χειρότερες μέρες που περιμένουμε και δεν γνωρίζουμε, μας έχουν επιβαρύνει την πραγματικότητα και μας στερούν κάθε διάθεση για παραπέρα. Ναι είναι κακές οι μέρες που περνάμε, γιατί όμως να τις κάνουμε χειρότερες προσθέτοντας τους φόβους μας γι’ αυτά που περιμένουμε και δεν ξέρουμε; Να ζήσουμε τις στιγμές. Να ζήσουμε το σήμερα, αύριο κανείς δεν ξέρει. Όχι για τα χρόνια που έρχονται ούτε για την επομένη στιγμή δεν αξίζει να σπαταλάμε το χρόνο.
Ότι δύσκολο περίμενα με κάποιο μαγικό τρόπο, το ξεπερνούσα, ποτέ δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβούμουνα και ας μου είχε κλέψει νύχτες ύπνου και ηρεμίας, ακόμα και αν οι φόβοι μου είχαν επαληθευτεί το κακό ήταν λιγότερο κακό από το βάσανο του μυαλού μου.
Δεν γράφω κάτι καινούργιο, όμως ασκούμε σε μια προσπάθεια να μετριάσω τους φόβου μου. Να κερδίσω το χρόνο της αναμονής, αυτό το χρόνο που είναι εκτός γεγονότων, πέρα από την πραγματικότητα. Αυτόν τον πολύτιμο χρόνο που σπαταλάμε και αν τον μετρήσουμε, είναι τα περισσότερα χρόνια μιας ζωής.
Τίποτα δεν φοβόμαστε όταν το ζούμε. Τίποτα δεν πρέπει να φοβόμαστε πριν το ζήσουμε.

Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...