Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Ποιος νομοθέτησε να μας κυβερνούν οι αναίσθητοι και οι ακαλλιέργητοι;

Δεν αποφεύγω με κείμενα συναισθηματικών διεργασιών την πολιτική πραγματικότητα, απεναντίας. Ποιος είπε ότι το συναίσθημα δεν έχει πολιτική πλευρά; Ποιος νομοθέτησε να μας κυβερνούν οι αναίσθητοι και οι ακαλλιέργητοι; Οι ίδιοι θα μου πείτε, το πρόβλημα όμως είναι ότι την πληρώνουν αθώοι, αθώοι που βρέθηκαν στο λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. «Οι ένοχοι ξαναντύνονται την αδιατάρακτη αυτοπεποίθησή τους και συνεχίζουν με ψέματα και μίμηση συναισθημάτων να παίρνουν κόσμο στο λαιμό τους»
Γι’ αυτό επιμένω στις παρέες, για να μην έχει η πόλη την εικόνα της ήττας, από μια μοναξιά που όλο και περισσότερο την πνίγει..
«Αν είχα μια αναπαυμένη, ψυχή, δεν θα ’γραφα ποτέ» είπε σε μια παλαιότερη συνέντευξή του, ο ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης. «Εάν θέλεις να είσαι κάθε μέρα ζωντανός, πρέπει να έχεις τις ιδιότητες που έχει ένα ποτάμι, να επαναστατείς συνεχώς στα πράγματα που συμβαίνουν γύρω σου και πάνω σου, το ποτάμι εάν το περιορίσεις γίνονται πλημμύρες. Πρέπει να είσαι τόσο επαναστατικός και τόσο ήσυχος συγχρόνως».
Ε! κάπως έτσι αντέξαμε, χωρίς πλημμύρες. Με μεγάλη οικονομία δυνάμεων, προσπαθήσαμε να μη ξοδευτούμε λάθος, να μη χάσουμε μέσα στη φασαρία το σημαντικό.
Πάλι εδώ, γιατί η ψυχή είναι ανήσυχη. Με τα άκρως απαραίτητα. Απαλλαγμένοι από όλα εκείνα τα περιττά μιας χρήσης και εφοδιασμένοι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, με όλα εκείνα τα χρήσιμα, για μια ζωή.
Για να επανέλθω στην τάξη. Το να ξεφεύγεις από την πραγματικότητα, στις μέρες μας αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Μια στάση εδώ, μια στάση εκεί στη σκιά της φαντασίας και της ευχέρειας που σου δίνει να πλάθεις όνειρα, πριν σε πάρει ο ύπνος, γιατί αυτά που ακολουθούν, κατά πάσα πιθανότητα σε ξυπνούν βάναυσα, για να σε προετοιμάσουν για την καθημερινή σου μάχη.
Για μας που αρνηθήκαμε το «δεν βαριέσαι», που πήγαμε κόντρα στην επικρατούσα ιδεολογία, που ακόμα το συναίσθημα έμεινε για να μας βασανίζει, το όνειρο που χτίζουμε σε κάθε στάση, είναι ανάσα επιβίωσης.

Τις ημέρες με τις μάσκες, να πούμε τις αλήθειες

Μπήκαμε στο τριώδιο, οι μάσκες μπερδεύονται, εκείνες του καρναβαλιού με εκείνες της καθημερινότητας. Αυτές τις μέρες, επιτέλους μπορούν να γίνουν όλα αληθινά, γατί οι μάσκες δεν είναι αόρατες, όπως αυτές που φοριούνται όλο το χρόνο. Αυτές που χαμογελούν ψεύτικα, που κλαίνε ψεύτικα, αυτές που κρύβουν μέσα από τον τσαμπουκά την αδυναμία, μέσα από την επιθετικότητα την ανασφάλεια. 

Η μάσκα σαν ένα σύνολο αλήθειας και ψεύδους, ειλικρίνειας και πλάνης, θα υπάρχει πάντα. Θα υπάρχει ακόμα και σήμερα που οι θεότητες αποτραβήχτηκαν. Θα υπάρχει για να διασκεδάζει την θλίψη για το μοναδικό Θεό των ημερών μας. Το χρήμα.
Οι μέρες με τις μάσκες, είναι ό,τι πιο ειλικρινές νοιώθουμε, οι υπόλοιπες οι αξιοπρεπείς είναι το πραγματικό καρναβάλι. Στο καρναβάλι της ζωής μας, το χωρίς προσωπεία, δεν πέφτουν οι μάσκες στο τέλος της γιορτής, αυτές είναι κολλημένες στα πρόσωπα και έχουν απ’ ευθείας σύνδεση με το αίμα και την ψυχή. Γελάνε ψεύτικα, κλαίνε ψεύτικα. Οι καουμπόηδες διαθέτουν όπλα μαζικής καταστροφής, και η πραγματικότητα, αδυνατεί να τα βάλει με την ψηφιακή της μορφή.
Τελικά τις μέρες του καρναβαλιού πέφτουν οι μάσκες, τις άλλες, που η πιστή ντύνει την άπιστη, η δικαιοσύνη την αδικία, η επικοινωνία την απομόνωση, η πολυκοσμία την μοναξιά, η αγάπη το μίσος, η εξυπνάδα την πονηριά, το γέλιο το κλάμα, το κλάμα το γέλιο, το «εμείς» το «εγώ», πώς να τις ξεχωρίσεις;
Παρ’ όλα αυτά είναι μια ευκαιρία αυτές τις ημέρες με τις μάσκες, να πούμε τις αλήθειες.

Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...