Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Σε λίγο δεν θα δουλεύει κανείς




 Όλα τα καλά και τα κακά πάντα φθινόπωρο μου συμβαίνουν. Ρήξεις, μετακομίσεις,  μετακινήσεις, απολύσεις,   καταλήψεις!  Πάντα φθινόπωρο, αυτές οι επώδυνες επαναλήψεις.  Πάντα φθινόπωρο αυτές οι γλυκόπικρες αλλαγές. Δεν θυμάμαι πόσες μετακομίσεις έχω κάνει, εκείνο που θυμάμαι, είναι ένα μεγάλο κομμάτι του παρελθόντος να έχει χαθεί στο δρόμο. Το σίγουρο; Ακόμα είμαι αρτιμελής.
Το παρακάτω το έγραψα με την σιγουριά του εργαζόμενου,  το επαναλαμβάνω από τη θέση του ανέργου. Μέρες που είναι, πρέπει να βάλουμε στην θέση των αριθμών ανθρώπους, για να δείξουμε σ’ αυτούς που κάνουν τους λογαριασμούς,  που «λογαριάζουν χωρίς το ξενοδόχο»   
Σε λίγο σ’ αυτή τη χώρα δεν θα δουλεύει κάνεις. Να το πω καλύτερα. δεν θα υπάρχει δουλειά για να δουλέψει.
Κάθε δέσμη νέων μέτρων, δίνει και μια κλωτσιά προς τα πάνω, στα ποσοστά ανεργίας, επιβεβαιώνοντας όχι την αναποτελεσματικότητα τους, αλλά την αποτελεσματικότητα να καταστήσουν πολύ σύντομα την Ελλάδα, μια χώρα ανέργων.
Μπορεί οι αριθμοί, να αποτυπώνουν επακριβώς τα μεγέθη, το βλέμμα όμως της αγωνίας, της απελπισίας, της αγανάκτησης, του πόνου και του φόβου, πως;
Πίσω από τις στατιστικές και τους ψυχρούς υπολογισμούς, υπάρχει ένας αγνοούμενος, ένα άνθρωπος, μια οικογένεια, μια μικρή τραγωδία.


 Ο Άνεργος δεν είναι ένα άτομο που έχει χάσει τη δουλειά του. Είναι ένα άτομο που έχει χάσει την ταυτότητά του. Έχει χάσει το χρόνο και τον τόπο, την οικογένειά του, τη ζωή, τον εαυτό του. Έχει χάσει την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπειά του.
Ένας άνεργος δεν είναι κάποιος που ψάχνει για δουλειά, είναι κάποιος που ψάχνει για στηρίγματα επιβίωσης.
Μπορεί να μην φταίει σε τίποτα, όμως νοιώθει ηττημένος. Και όπως και να ’ χει, η ήττα είναι σαν τον έρωτα. Σχεδόν κεραυνοβόλα. Κι ας ετοιμάζεσαι και για τα δύο, χρόνια πολλά πριν για να τα συναντήσεις. Θα φτάσει μονάχα ένα τίναγμα του προσώπου σου ή μια σύσπαση του ματιού για να σε συνεπάρει η μέθη και ένα «όχι τώρα» λες και βγαίνει από στόμα ρομπότ για να σχηματιστεί το ρήγμα. Σαν σε γυαλί. Δίχως καμία πιθανότητα επανασυγκόλλησης.
Για να το γενικεύσουμε:  η ανεργία αποτελεί ήττα για την ίδια την κοινωνία.  Η ανεργία αφορά ολόκληρη την κοινωνία  και η αντίδραση, πρέπει να ειναι καθολική.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Αυτοί που δεν αυτοκτονούν είναι πολύ θυμωμένοι...




Εντελώς προσχηματικά επικαλούμαστε την «Ελληνική Δημοκρατία».  Το αστικό πολίτευμα με όλες τις αδυναμίες του,  ποτέ δεν είχε φτάσει σε τέτοια επίπεδα παρέκκλισης όπως τα σημερινά . Ούτε ελληνική,  Ούτε δημοκρατία  έχουμε.    
Διαβάζοντας χθες το τελευταίο διάταγμα « Μανιτάκη» προς τους Δημάρχους,  από μπροστά μου, πέρασαν αυτόματα  σκληρές εικόνες από εκτελέσεις, που έκανα οι  γερμανοί,  κατά την διάρκεια του 2ου Παγκόσμιου πολέμου,  για παραδειγματισμό. «Διάλεξε δέκα συντρόφους σου για εκτέλεση, διαφορετικά αν αρνηθείς, θα διαλέξω  εκατό». Η κυβέρνηση μετέρχεται γκεμπελικές μεθόδους, προκειμένου να κάμψει τις όποιες αντιστάσεις, του λαού απέναντι,  σ’ αυτό τον παραλογισμό των ισοπεδωτικών μέτρων που επιχειρεί να επιβάλλει. Κάποιοι δεν άντεξαν κύριοι Μανιτάκη,  (να χέσω την "αριστερά" που πιστεύεις),    δεν περίμεναν  τη σειρά τους,  έτσι:     «Σημαντική αύξηση έχουν παρουσιάσει τα περιστατικά αυτοκτονιών στην Ελλάδα από το 2009. Από το υπουργείο Δημόσιας τάξης διαβιβάστηκαν στη Βουλή επικαιροποιήμενα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία οι τελεσθείσες αυτοκτονίες ή απόπειρες ανήλθαν στη διάρκεια της κρίσης, δηλαδή από 1/1/2009 έως 23/08/2012 σε 3.124 πανελλαδικά. Αναλυτικά, τα περιστατικά αυτοκτονιών ανήλθαν σε 677 το 2009, σε 830 το 2010, σε 927 το 2011 και σε 690 έως την 23η Αυγούστου του 2012».  Στοιχεία συγκλονιστικά σε μια χώρα με ήλιο και φως.  Σε μια χώρα, μεσογειακή, έξω καρδιά, που η κατάθλιψη και η απελπισία δεν έβρισκε πρόσφορο έδαφος.

 Αυτοί όμως που δεν αυτοκτονούν    και  δεν αντέχουν να περιμένουν  στωικά τη μοίρα τους,  βολεμένοι  στη δουλεία και στη μιζέρια,  είναι οι περισσότεροι και είναι θυμωμένοι πολύ θυμωμένοι,  κύριε Μανιτάκη της «Αριστεράς και της προόδου».   Μια σπίθα είναι αρκετή για ν’  ανάψει  φωτιά μεγάλη  και τότε τίποτα δεν θα είναι όπως πριν  και  τα σχέδια σας  τα καταστροφικά,  για το μέλλον αυτής χώρας και του Λαού της,   θα γίνουν στάχτη.
 Όσο η βία θα κρύβεται κάτω από τον μανδύα της νομιμότητας, οι νέοι γιατί μόνο νέοι μπορούν, θα απονείμουν την δική τους δικαιοσύνη. Προφητικά ο Ρούσος Βρανάς  που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, είχε γράψει γράψει στα «Νεα»
«Ο τρόπος παραγωγής είναι μια νόμιμη βία. Η εξουσία είναι μια νόμιμη βία. Η Αστυνομία είναι μια νόμιμη βία. Η φυλακή είναι μια νόμιμη βία. Η Δικαιοσύνη είναι μια νόμιμη βία. Η ανεργία είναι μια νόμιμη βία. Το ταμείο ανεργίας είναι μια νόμιμη βία. Η κερδοσκοπία είναι μια νόμιμη βία. Το χρηματιστήριο είναι μια νόμιμη βία. Οι τράπεζες είναι μια νόμιμη βία. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μια νόμιμη βία. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια νόμιμη βία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια νόμιμη βία.
Κι όσο αυτή η νόμιμη βία θα ονομάζεται δικαιοσύνη, τόσο η δικαιοσύνη των νέων θα ονομάζεται βία».    

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Τα ρετάλια της πολιτικής

Το κείμενο είναι παλαιότερο, στηριγμένο σε ένα ραδιοφωνικό σχόλιο και δημοσιεύτηκε  τότε με αφορμή τοπικούς παράγοντες, που προκαλούσαν  με την στάση τους, το γέλιο και το κλάμα. Τελικά πρέπει να μεγαλώσουμε για να  ξεφύγουμε από τους φοιτητικούς έρωτες, εκείνους που τραγουδούσε ο Σαββόπουλος, αλλά όσες καταγγελίες και να έκανε το πάθος έκλεινε τα μάτια. Χαθήκανε οι γυναίκες, όμως αυτός εκεί, ερωτευμένος με την Παπαρήγα. Είναι τα μάτια τα δίχως δόλο που κοιτάζουν ευθύβολα και χάνουν τα πέριξ. Και τα αυτιά που δεν ακούν στα χρόνια της νεότητας. Έπρεπε να περάσει ο καιρός για αντιληφθούμε το λάθος των επιλογών μας. Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα ο ξεπεσμός δεν αντέχεται.  Κείμενα, που  διαχρονικά έξυναν  πληγές, τα επαναλαμβάνουμε για να μη θρέψουν.  Αφιερωμένο στους αριστερούς που έγιναν δεξιοί για το καλό μας…
«Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους, που με τη ζωή ή το έργο τους ανέθρεψαν τη ψυχή και το μυαλό μας και μας οδήγησαν σε μια επιλογή ζωής, που αλλιώς μπορεί να μην είχαμε κάνει, να μην ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
Τους βλέπουμε στα δυσμάς του βίου τους να βγάζουνε στο σφυρί ο,τι μας δίδαξαν, να ρίχνουν τις τιμές στα πολύτιμα των πολυτίμων που με τόση ευγένεια κάποτε μας πρόσφεραν για να έχουμε ένα μέτρο αξιών, να λερώνουν με τα βήματα του τέλους τους, τις λεωφόρους που άνοιξαν στην ακμή τους»
Σας έρχεται στο μυαλό τίποτα με όλα τα παραπάνω; Μιλάμε για τους πνευματικούς μας πατέρες και μητέρες, αυτούς που η νεότητα μας, τους είχε δώσει παραπανίσιο μπόι και τώρα κόντυναν και μας στεναχωρεί.
 
 

Δεν αναφέρομαι, σ’ εκείνους, που τα παιγνίδια της ζωής, τους στρίμωξαν στο περιθώριο, που οι ανάγκες της επιβίωσης, τους οδήγησαν σε συμβιβασμούς, αλλά σ’ αυτούς που, ξεπουλούν την ιστορία τους προκειμένου να μείνουν στο παιγνίδι, μαζεύοντας τα αποφάγια της εξουσίας.
Είναι αυτοί που ξέρω και ξέρετε αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες. Είναι αυτοί οι ξεπεσμένοι της πολιτικής. Τα καμένα χαρτιά που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την αλλεπάλληλη απόρριψη. Αυτοί που γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια την λαϊκή ετυμηγορία. Οι πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές που εκλιπαρούν για ένα ρόλο κομπάρσου.
Είναι αυτοί που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν και μας αναγκάζουν να θρηνούμε ζώντες.
Αυτό ισχύει για όλες τις γενιές και αυτοί είναι τελικά που έχουν την ευθύνη για τα όνειρα που γκρεμίζονται.
Λίγοι έχουν την γενναιότητα να ορίσουν το θάνατο τους και αυτοί είναι που δεν πεθαίνουνε ποτέ, γιατί ούτε δόξα, ούτε το χρήμα ήταν στις προτεραιότητες τους. Είναι αυτοί που κάθονται στο τραπέζι με τους νέους και τους κοιτούν στα μάτια, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος για τη συνέχεια.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Τα βραδινά «σκουπίδια» ή παραμύθι χωρίς όνομα




Φέτος  δεν θα διηγηθούμε  παραμύθια στα παιδιά,  για να γλυκάνουμε τον βαρύ  χειμώνα,  όπως συμβαίνει  συνήθως τέτοιες μέρες. Και ο χειμώνας του 2013 θα είναι σκληρός,  πολύ πιο σκληρός από το περυσινό . Μέρες προσγείωσης, μας τέλειωσαν τα παραμύθια. Η εξέλιξη ήταν προδιαγραμμένη, η περιέργεια όμως να γίνουμε μάρτυρες της καταστροφής ακόμα πιο δυνατή. Όπως καταλάβατε ούτε και σήμερα θα μπορέσω να ξεφύγω. Μπορεί να είναι ανώφελο να συνεχίσουμε, έχοντας απέναντι μας ανθρώπους από πάγο, όμως χρειάζεται η επανάληψη για την δική μας, επιβίωση. Μην με ρωτήσετε την αφορμή για το παρακάτω. Θα σας την πω στο τέλος…   
Σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, ένας άσημος πολίτης της Εφέσου – ονόματι Ηρόστρατος - πυρπόλησε το ναό της Αρτέμιδος με την εκπεφρασμένη φιλοδοξία να καταστήσει το όνομα του αθάνατο. Για να εκμηδενίσουν αυτήν την προσδοκία, οι κυβερνήτες της πόλης απαγόρευσαν επί ποινή θανάτου την αναφορά του ονόματος του, ενώ ο κοσμάκης – εν κρυπτώ – επέμεινε να το θυμάται, με συνέπεια να του χαρίσει τελικά αυτήν την άχαρη αθανασία. Το αξιοσημείωτο σε αυτή την πράξη είναι ο ρεαλισμός του Ηροστράτου: Δεν τον ενδιέφερε το ποιόν της πράξης που θα τον αθανάτιζε, παρά μόνο η αθανασία.

Στις μέρες μας, η τηλεόραση ικανοποιώντας την αδήριτη ανάγκη ανθρώπων να ξεφύγουν από την αφάνεια, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά ενισχύει και πολλές φορές κατασκευάζει, η υποδεικνύει τον τρόπο για να έχει να προβάλει χίλιες δυο μαλακίες.

Γέμισε ο τόπος από «νούμερα» που δεν διστάζουν να εκθέσουν την προσωπική τους ζωή, που πληρώνουν με όσο ευτελισμό τους ζητηθεί, για λίγα λεπτά δημοσιότητας.
Και τότε και σήμερα και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να ξεφύγουν από την αφάνεια, η διαφορά είναι ότι ενώ τότε προσπαθούσαν να περιορίσουν τα φαινόμενα με απαγόρευση επί ποινή θανάτου την αναφορά του ονόματος, σήμερα στο όνομα της τηλεθέασης, δημιουργείτε ένα νέο μοντέλο ηρώων, που ξεκινάει από την γραφικότητα και φτάνει μέχρι την επικίνδυνη ηλιθιότητα.
Το φαινόμενο δυστυχώς δεν περιορίζεται στα πρωινά και μεσημεριανά σκουπίδια, αγγίζει πλέον έντονα και την πολιτική. Αυτό είχα στο μυαλό μου κάνοντας την παραπάνω αναφορά.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Από εδώ μπορώ




Είναι ανώφελο να συνεχίσουμε.  Τα επιχειρήματα  είναι χρήσιμα, όταν έχουμε να κάνουμε με κανονικούς ανθρώπους. Με ανθρώπους που γνωρίζουν ότι πίσω από τους   αριθμούς  κρύβονται άνθρωποι. Άνθρωποι που πεινάνε που κρυώνουν, που φοβούνται,  που λυπούνται, που νοιώθουν. Όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, που φουσκώνει η φλέβα τους από θυμό, γιατί από εκεί περνάει ζεστό  αίμα.  Που χαμηλώνουν το βλέμμα  μπροστά στο δράμα, που δεν είναι από μάρμαρο!  
Είναι ανώφελο, να επισημαίνουμε τα αυτονόητα, με λέξεις άγνωστες, στους απέναντι. Είναι σαν να παραμιλάμε για να μην τρελαθούμε, σαν να τσιμπιόμαστε  για να επιβεβαιώσουμε  ότι δεν πρόκειται για εφιάλτη, που αναστάτωσε τον ύπνο μας, αλλά για έναν κατακλυσμό,  που απειλεί να μας αφανίσει. Τι κάνουμε;  Τι άλλο από να κρατηθούμε όρθιοι  και να προσηλωθούμε ο καθένας στον στόχο του.  Γι’ αυτό που μπορεί να δώσει για τον εαυτό του και για όλους.  Δεν φώναξα συνθήματα στην πορεία, όχι δε σνομπάρω, αλλά δεν μου βγαίνει, μπορώ όμως από εδώ να πολεμήσω και ο άλλος από εκεί, και κείνος από δίπλα, μπορώ από εδώ να νικήσω, αλλά και αν χάσω, από εδώ μπορώ να αντέξω και την ήττα.
Πολλά μέτωπα ανοιχτά μεγάλες οι ανάγκες, δεν μπορούμε. Θα λειώσουμε. Θα τελειώσουμε.  Γι’ αυτό από τη θέση του ο καθένας, που μπορεί να σημαδεύει και να βρίσκει  το στόχο. Αυτό το λίγο είναι πολύ. Είναι η πρώτη γραμμή της μάχης του καθένα και όλων μαζί.
Δεν χρειάζεται να κολλήσουμε και άλλα ένσημα  από την παρουσία μας  εδώ και εκεί και πουθενά στο τέλος. Να σκοπεύσουμε απευθείας  στην καρδιά, εκεί  που η  δική  μας  η  καρδιά  μπορεί και ξέρει.   
            




Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Κάποτε παραμονές εορτών είχαμε την πολυτέλεια να μεταθέτουμε για αργότερα. Υπήρχε μια περίοδος ανακωχής. Μετά εορτών, σε μέρες καθημερινό...