Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Δε ξέρω τη γλώσσα τους...

Συνήθως δεν κάνω διευκρινίσεις. Ο κάθε αναγνώστης  άλλωστε είναι μοναδικός, το κείμενο στα μάτια του αποκτάει μια δική του δυναμική, γίνεται ξεχωριστό  για τον καθένα.   Το τεράστιο ενδιαφέρον των αναγνωστών  - 13.000 επισκέψεις έχει μέχρι αυτή τη στιγμή η  «τελευταία σελίδα αριστερά» -  για το προηγούμενο κείμενο με τίτλο  «Να σταματήσει αυτό το πανηγύρι», με αναγκάζει να κάνω κάποιες εξαιρέσεις.   
Για αυτούς  που καλοπροαίρετα εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους, θέλω να τους πω ότι  το κείμενο είναι ένας ύμνος για το κερκυραϊκό Πάσχα. Οι ενστάσεις βρίσκονται στη διαχείριση των εκδηλώσεων,  που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία  χρόνια. Οι προτάσεις απορρέουν  μέσα από τις επισημάνσεις.  Το κείμενο εκφράζει την αγωνία χιλιάδων συμπολιτών αλλά και επισκεπτών, που βλέπουν να χάνεται  η μαγεία  του πιο όμορφου ομολογουμένως εορτασμού  του  Πάσχα στην Ελλάδα.   Αυτήν την αγωνία δεν την εκφράζουν μόνο οι απλοί πολίτες αλλά και οι  επιχειρηματίες που βλέπουν μακρύτερα.  Το πράγμα έχει ξεχειλώσει.
Για τα υβριστικά σχόλια αδυνατώ να δώσω απαντήσεις.  Και τι να πεις σε κάποιον ή κάποιους που κρύβονται πίσω από την  ανωνυμία τους.   Δεν έχουν όνομα. Δεν έχουν φύλο. Άψυχα όντα, που δεν ξέρω αν ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Και να ήθελα όμως δεν μπορώ. Δεν γνωρίζω τη γλώσσα τους.  
Καθάρισα τους ρύπους. Πάμε παρακάτω…

Ένα παλαιότερο για να γλυκάνουμε την κουβέντα… Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα, όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα επέτρεπε να κοιτάζουν  προς τα κάτω, τη στιγμή, που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται… «Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία… τι μελωδία… τι ήχοι ακούγονται… τι στίχοι… Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό… Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Γιατί λέτε με απασχολεί ο χρόνος; Είναι το βάρος, που μεγαλώνει και ώμοι που αδυνατίζουν. Μακάρι και το μυαλό να μπορούσε να σβήσει τα ένδοξα χρόνια της νεότητας μας και να προσαρμοστεί στην σκληρή πραγματικότητα. Όμως ζηλεύει τις στιγμές εκείνες και επιχειρεί που και που να τις ξαναζήσει. Μια συμπλέουσα με τις απόψεις μου, σε μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή, το επιβεβαιώνει.

«Καρδιά μου εγώ, μιλιά μου εγώ, παρελθόν μου εγώ, βλακεία μου εγώ. Η αποθέωση του δύο είναι το ένα και μόνο του. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Θυμάμαι, παραμόνευα τον ίσκιο μιας λέξης, ούτε καν τη λέξη την ίδια, για να βγάλω φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι ήταν αρκετή η υποψία ενός βλέμματος, ούτε, καν το ίδιο το βλέμμα, για να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να έρθω να φύγουμε για οπουδήποτε. Τώρα είναι αλλιώς. Άρχισαν οι μιζέριες, Και; Τι ώρα μου είπες; Δεν γίνεται λίγο αργότερα; Αν το κάνουμε αύριο πειράζει; Έλα, τα λέμε. ‘Όχι, δεν γέρασε η αγάπη. Η καρδιά άσπρισε».

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Το έγραψα πέρυσι  «κατόπιν εορτής», το θυμίζω σήμερα λίγες μέρες πριν το Πάσχα, χωρίς να έχω την ψευδαίσθηση, ότι θα αλλάξει κάτι.  
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, έγινα μάρτυρας ενός απίθανου μποτιλιαρίσματος επιταφίων.   Στη συμβολή «Νικηφόρου Θεοτόκη» και «Φιλαρμονικής», για πολλή ώρα εν μέσω του πλήθους, που απαθανάτιζε, τις στιγμές της «ανείπωτης λύπης»,   ακινητοποιήθηκαν δυο ανθοστολισμένοι επιτάφιοι,  συνοδευόμενοι από φιλαρμονικές, χορωδίες,  προσκόπους - όχι άλκιμους - παππάδες, νόντσολους και μικρά κοριτσάκια που έραιναν με ροδοπέταλα. Επόμενο ήταν, δεν χωράει άλλους αυτή πασαρέλα… 
         Φαίνεται ότι η Κέρκυρα, αφού δεν μπορεί να κάνει  ένα καρναβάλι της  προκοπής, έχει βάλει τα δυνατά της, να μετατρέψει τις πασχαλινές  θρησκευτικές εκδηλώσεις,  σε καρναβαλικές. Το πολυδιαφημισμένο Κερκυραϊκό Πάσχα  είναι ένα μεγάλο ψέμα. Η επιτομή του «φαίνεσθαι».   Σαν εκείνον τον κόκκινο μπότη με τα διαφημιστικά,  που χρειάζεται γερανός για να τον ανεβάσει στο ψηλό μπαλκόνι που αντικρίζει την πλατεία της πόλης,  σαν εκείνα τα αναμμένα μπαλόνια, που το βράδυ της Ανάστασης, κάτω από καλύτερες  καιρικές συνθήκες, θα μπορούσαν να επιστρατεύσουν την πυροσβεστική.  Σαν τα πυροτεχνήματα  με τα κοντά πόδια, που η λάμψη  τους  διαρκεί  όσο  το ψέμα. Το  λέμε χρόνια να σταματήσει αυτό το πανηγύρι.  Να σταματήσει αυτή η φιέστα που θυμίζει καρναβάλι,  «Αστόρια» έχουμε καταντήσει. Από τους συνταξιούχους προσκόπους, τις αδελφές νοσοκόμες, τους ναύτες και τους «πεζοναύτες», μέχρι το τελευταίο λυκόπουλο, όλοι θέλουν να λάβουν μέρος σε αυτήν την παράνοια που ονομάζεται Κερκυραϊκό Πάσχα. Θα με ρωτήσετε για ευθύνες,  όλοι έχουμε ένα μέρος ευθύνης, κυρίως όμως έχουν  η θρησκευτική και πολιτική ηγεσία, που χρόνια τώρα σέρνονται κάτω από μια άνευ προηγουμένου εμπορευματοποίηση   και έχουν μετατρέψει μια θρησκευτική γιορτή, που  στο νησί μας ξεχώριζε ο εορτασμός της,  σε μια ατραξιόν κακού γούστου.
          Την επιτυχία, θα το δείτε αύριο και γραμμένο και στον τοπικό τύπο,  την μετρούν  με όρους αγοράς, με τις αφίξεις, την αγοραστική δύναμη των επισκεπτών, την πληρότητα των ξενοδοχείων, τις εισπράξεις των καταστηματαρχών.  Τι και αν  συγκρούονται οι επιτάφιοι . Το κέρδος μετράει.
Η θρησκευτική ηγεσία, που θα μπορούσε ως  καθ΄  ύλην αρμόδια να σταματήσει αυτήν την  κατρακύλα, δείχνει όλα αυτά τα χρόνια να  ακολουθεί τις επιταγές της αγοράς, επικροτεί  τις εκδηλώσεις του "φαίνεσθαι",  «δίνει την ευλογία της», σε μια λογική που θέλει να μετατρέψει μια παράδοση  υψηλής θρησκευτικής και πολιτισμικής αξίας, σε φτηνό τουριστικό προϊόν.
Το χειρότερο είναι, ότι αυτό το καρακιτσαριό  επεκτείνεται με ταχείς ρυθμούς και στην κερκυραϊκή ύπαιθρο.  Μικρά πανηγυράκια, κακέκτυπα της μεγάλης εικόνας, στήνονται πλέον στα χωριά του νησιού μας, σβήνοντας τα αρώματα της άνοιξης που περνούν  μέσα  από τα ασβεστωμένα στενά σοκάκια .
Τα θρησκευτικά δρώμενα  σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα τοπικά έθιμα  μέσα σε ένα περιβάλλον φυσικού κάλλους, με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά,  που έχουν καταστήσει το Κερκυραϊκό Πάσχα μοναδικό, δυστυχώς χρόνο με το χρόνο,  βλέπουμε να εντάσσονται στην υπηρεσία της αγοράς.  Και η λογική της αγοράς, που δεν έχει το θεό της, ή μάλλον θεός της είναι  το χρήμα,  ξέρετε πού οδηγεί τα πράγματα. Το βιώνουμε… Μας τα πήραν όλα, να μη  μας πάρουν και το Πάσχα...


Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...