Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

«Πάμε πλατεία;»

Το κάνω σπάνια. Σήμερα ξεκινάω από τον τίτλο. « Πάμε πλατεία;» Πάει πολύς καιρός, που ο Λαζόπουλος προέτρεπε τον φίλο του στους «10 μικρούς Μήτσους», να διακόψουν το αραλίκι τους και να το συνεχίσουν με καφέ στην πλατεία. Σχεδόν 20 χρόνια, με την πλατειά να είναι γεμάτη, ασυνείδητα και με νόημα που δεν είχε κάτι από φωτιές, όπως την περίγραψε οι Διονύσης Σαββόπουλος, αλλά από φραπέ. Η πλατεία ήταν γεμάτη από μικρούς Μήτσους, που πίστεψαν τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα και άφησαν τη χώρα εν λευκώ στην μονοτονία του διχρωματισμού, που ενίοτε έπαιρνε εκείνο το ασαφές γαλαζοπράσινο ή αν θέλετε πρασινογάλαζο.

Οι προδιαγραφές του οχήματος «Ελλάς» σταθερές. Όπου και να στρίψει το τιμόνι, μόνο δεξιά πήγαινε και όχι μπροστά, πάντα όπισθεν. Τα χρόνια της μεταπολίτευσης πέρασαν με αλαξοκολιές και με μια άνευ προηγουμένου οικογενειοκρατία για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ο «Κυνόδοντας» σε συνέχειες. Πότε ο ένας ποτέ ο άλλος. Τελευταίως, Παπανδρέου έχουμε, αν σας διαφεύγει …
Πάμε πλατεία; Και πάμε πλατεία, από διαφορετικές κατευθύνσεις, με όλη την ποικιλία των χρωμάτων της άνοιξης. Ένα ποικιλόμορφο πλήθος, αγανακτισμένο θυμωμένο, και πάνω απ’ όλα πολιτικοποιημένο. Η πλατεία γίνεται ένα δημιουργικό εργαστήρι ιδεών. Γίνεται ποτάμι αποφασισμένων. Ανάχωμα, σε σχέδια που επιχειρούν να υποθηκεύσουνε το μέλλον.
Πάμε πλατεία; Και πάμε, όχι πλέον για να αράξουμε, αρκετά τόσα χρόνια εμείς στην πλατεία της απάθειας και αυτοί μακριά μας να φροντίζουν την ασφάλεια τους.
Τόσα χρόνια το εμπεδώσαμε: το μαχαίρι που θα έφτανε στο κόκαλο, από τα δικά τους χέρια, πώς να διαπεράσει το χοντρο πετσί τους;
Πάμε πλατεία για να πάρουμε εμείς το κοφτερό μαχαίρι, μόνο αυτό μπορεί να φτάσει ως το κόκαλο.
«Η πλατεία ήταν γεμάτη , με το νόημα που 'χει κάτι απ' τις φωτιές… η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά».

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

Η Κέρκυρα του Αγώνα

Θυμάστε εκείνη τη σειρά των κειμένων για την « άλλη Κέρκυρα»; Αυτή η Κέρκυρα ήταν χθες το βράδυ στο Παλαιό Φρούριο. Η Κέρκυρα του αγώνα. Η Κέρκυρα που αντιδρά, που αναγκάζει την εξουσία να φυγαδεύεται δια θαλάσσης. Που δείχνει την φαντασία της στις διεκδικήσεις. Που δείχνει το θυμό και την αποφασιστικότητα της. Που δείχνει να πρωτοστατεί σ’ αυτόν τον αγώνα των αγανακτισμένων πολιτών. Αυτή η Κέρκυρα δίνει ραντεβού κάθε βράδυ στην Πλατεία Δημαρχείου, κρατώντας αναμμένη τη φλόγα της διεκδίκησης και της ελπίδας.
Οι νέοι του νησιού μας το έχουν αποδείξει και στο παρελθόν με τις καταλήψεις των λυκείων, με την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008.
Μια γενιά προδομένη, που δεν περιμένει τίποτα απ’ αυτούς που έχουν την υποχρεώσει να την στηρίξουν, μια γενιά που δεν έχει πλέον σύμμαχο την αλληλεγγύη.
Άναψε η σπίθα και στο νησί μας. Οι διαδηλώσεις παίρνουν τη μορφή εξέγερσης, υπάρχει πολύς θυμός για όσα γίνονται τελευταία. Υπάρχει πολύς θυμός γι’ αυτούς που κυβερνάνε, όπως κυβερνάνε αυτή τη χώρα.
Όσο η βία θα κρύβεται κάτω από τον μανδύα της νομιμότητας, οι νέοι γιατί μόνο νέοι μπορούν, θα απονέμουν τη δική τους δικαιοσύνη. Ορθά ο Ρούσος Βρανάς αναφέρει, μεταξύ άλλων, σε ένα παλαιότερο κείμενο του στα ΝΕΑ:

«Ο τρόπος παραγωγής είναι μια νόμιμη βία. Η εξουσία είναι μια νόμιμη βία. Η Αστυνομία είναι μια νόμιμη βία. Η φυλακή είναι μια νόμιμη βία. Η Δικαιοσύνη είναι μια νόμιμη βία. Η ανεργία είναι μια νόμιμη βία. Το ταμείο ανεργίας είναι μια νόμιμη βία. Η κερδοσκοπία είναι μια νόμιμη βία. Το χρηματιστήριο είναι μια νόμιμη βία. Οι τράπεζες είναι μια νόμιμη βία. Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μια νόμιμη βία. Το εκπαιδευτικό σύστημα είναι μια νόμιμη βία. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης είναι μια νόμιμη βία.
Κι όσο αυτή η νόμιμη βία θα ονομάζεται δικαιοσύνη, τόσο η δικαιοσύνη των νέων θα ονομάζεται βία».
Και η Κέρκυρα χθες απένειμε δικαιοσύνη. Η άλλη Κέρκυρα που δεν χρειάζεται να μνημονεύει τους Βενετούς τους Γάλλους και τους Άγγλους, για να πουλήσει μούρη. Η άλλη Κέρκυρα που δεν εφησυχάσει αναμασώντας τσιτάτα του «ένδοξου παρελθόντος», αλλά που ξέρει τα μπόσικα και προσπαθεί να τα κρατήσει. Πίσω από τις φιέστες, πίσω από την κακομοιριά υπάρχει και η άλλη Κέρκυρα, αυτή που δεν χρειάζεται παράσημα του παρελθόντος και στις υπάρχουσες δύσκολες συνθήκες παλεύει, προσφέρει και ελπίζει.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2011

Έκρηξη σιωπής

Αποσπάσματα παλαιοτέρων κειμένων σε ένα καινούργιο. Διαφορετικές οι αφορμές. Διαφορετικές οι αφετηρίες. Διαφορετικό και το νόημα. Είναι σαν κάποιους στίχους που συναντάει ο ένας τον άλλο με διαφορά χρόνου και γεννούν μαζί ένα καινούργιο, που δεν εχει καμία σχέση με τους παλιούς.
Προσπαθώ να κρατάω μια συνέχεια στις εκρήξεις των περιλήψεων της σιωπής. Μάταια. Ότι και να γράψω αυτός εδώ ο τόπος, πάντα μου υπενθυμίζει το στοιχείο της υπερβολής. Είναι η μιζέρια της επαρχίας, που σου χαμηλώνει τον πήχη και σου κλείνει τον ορίζοντα. Είναι η θάλασσα που σε περικυκλώνει, σου κόβει τη στεριά στα δύο, σου παίρνει μέρος του αέρα και η αναπνοή μένει ημιτελής. Πόσες φορές χρειάστηκε να προκαλέσω τεχνητό χασμουρητό για να εισπνεύσω μεγαλύτερη δόση αέρα φτάνοντας έτσι την ανάσα εκεί που το ααα σε ησυχάζει.
«Κακό χωριό τα λίγα σπίτια», μπερδεύονται, ανακυκλώνονται, παραγνωρίζονται, οι άνθρωποι και στο τέλος πεθαίνουν αμίλητοι. Γι’ αυτό σας λέω μια περίληψη και πολύ, κάτι σαν υπενθύμιση, επιβεβαίωση της παρατεταμένης σιωπής, απόδειξη, ότι είναι ηθελημένη.
Δεν έχει νόημα η συνέχεια, υπερτίμηση χωρίς αντίκρισμα. Και η οργή, που πολλές φορές με παρασέρνει εξανεμίζεται την επόμενη, όταν το μέγεθος φαντάζει δυσανάλογο.

Δεν είναι μόνο η μιζέρια της επαρχίας, τα στενά όρια του νησιού, είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που μπορεί να γίνονται κάθε τόσο άλλοι, παραμένουν όμως εκεί, γαντζωμένοι στο προσκήνιο για να μας βασανίζουν και να βασανίζονται.
Όπως, κάποιοι εργάζονται από πλήξη, μερικές φορές γράφω γιατί δεν έχω τι να πω… Και τι να πω; Πόσες φορές ποια να τα πω και να τα γράψω. Ξεκινάω καλοπροαίρετα, χωρίς υποψίες και σχεδόν πάντα συναντάω μικρές νοθείες. Ψέματα καλυπτόμενα με αλλά ψέματα, και πορείες χωρίς κανένα προσανατολισμό. Το χειρότερο; Δεν ξέρουν τι θέλουν. Δεν έχουν όνειρα, δεν έχουν σχέδιο, δεν έχουν συναίσθημα. Μια συνήθεια ακολουθούν. Τους είπαν ότι είναι σπουδαίο πράγμα η εξουσία και αυτοί γαντζώθηκαν, για να καλύψουν τις αδυναμίες τους, να σκεπάσουν τα κόμπλεξ τους και την ανεπάρκεια τους.
«Τίποτα δεν μου προκαλεί τόση αηδία όση οι λέξεις της κοινωνικής ηθικής, από μόνη της η λέξη πρέπει είναι για μένα δυσάρεστη, οι όροι όπως «καθήκον του πολίτη», «αλληλεγγύη» «ανθρωπιστικός» και άλλοι της ίδιας εμβέλειας με αηδιάζουν σαν ήταν βρωμιές που μου πέταξαν πάνω μου, από κάποιο παράθυρο. Νοιώθω προσβεβλημένος στην ιδέα ότι κατά τύχη αυτές οι εκφράσεις μπορεί να με αφορούν, ότι μπορεί να αναγνωρίζω πως έχουν όχι κάποια αξία, αλλά κάποιο νόημα». Δεν θα ανησυχούσε ο Πεσσόα αν όλους, αυτούς τους όρους, δεν τους είχε ξεφτιλίσει η πολιτική και κατ’ επέκταση η εξουσία. Ευτυχώς η γλώσσα δεν μένει στάσιμη και θα βρει τις αντίστοιχες λέξεις που θα τις αντικαταστήσουν.
Αν υπήρχε νεκροταφείο λέξεων εκεί θα έθαβα όλες αυτές τις ψεύτικες λέξεις, γιατί τι άλλο μπορεί να είναι μια λέξη, που απώλεσε το νόημα της;
Τώρα που το σκέφτομαι έχω πολλές να θάψω…

Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Μέχρι εδώ…

Δεν είναι στις προθέσεις μου να προσθέσω και άλλο βάρος. Από σεβασμό στα γεγονότα, στρέφομαι στην επικαιρότητα, συμπλέοντας με το κλίμα των ημερών.
Αυτό που μας συμβαίνει είναι πρωτόγνωρο και σοκαριστικό. Μήνα με το μήνα, μέρα με τη μέρα, μας αφαιρούν το μέλλον, μας κλέβουν τη ζωή. Κατακτήσεις αιώνων γκρεμίζονται και δεν υπάρχει πίσω, ούτε εμπρός. Παρακολουθούμε αποσβολωμένοι, φοβισμένοι, εξουθενωμένοι το λάθος μας, να πιστέψουμε τους ψεύτες και τους κλέφτες.
Να γράψω για τον έρωτα στα χρόνια της χολέρας; Για το χρόνο ή τον τόπο; Εκτός τόπου και χρόνου, θα μου πούνε. Γι’ αυτό ψιθυρίζω, συλλυπητήρια. Τι άλλο να πεις στην κηδεία…
Δεν είναι μελαγχολία, είναι λύπη, είναι θλίψη, είναι πόνος και οργή.
Μέχρι εδώ, άλλωστε η παραμονή στις σκιές της πολιτικής πραγματικότητας, εκτός από επιδείνωση των βαριών συναισθημάτων, μας οδηγεί στην αντίθετη κατεύθυνση εκεί, που αδύνατοι να αντιδράσουμε, περιμένουμε, συνεπικουρούμενοι από την αγία απάθεια, με στωικότητα τη μοίρα μας.
Μέχρι εδώ, να κάνω και το χατίρι στο αίτημα ομάδας αναγνωστών θηλυκού γένους, που μου μετέφερε αναγνώστης, «να αλλάξω δίσκο στο πικάπ».
Κυνηγός ο χρόνος, μας παίρνει και μας φέρνει.
Ιούνιος και πάλι στη γέννηση του, ο μήνας μου, έτοιμος να μας γεμίσει φως.
Και μπορεί ο Ιούνιος να μας ξανάρθε, με προσθέσεις και αφαιρέσεις, για μας όμως, που δεν αντέχει άλλο βάρος το σαρκίο μας, μονό η αφαίρεση θα μας ξαλαφρώσει.

Αυτές οι πρώτες μέρες του Ιουνίου, είναι, οι πιο κρίσιμες. Ακόμα και τις σκιές, του πολιτικού μας βίου τις εξαφανίζει, δεν αντέχει το σκοτάδι. Είναι οι μέρες που μετράμε νίκες, στον προαιώνιο αγώνα του φωτός και του σκότους.
Οι μεγαλύτερες μέρες του χρόνου. Με φως διαυγές, παράταση ζωής από τις πρόσθετες ώρες φωτός, πριν απ’ τη δύση. Ατελείωτες μέρες, ατελείωτη ζωή, γεμάτη φως.
Από εδώ κάτω, που δεν έχει άλλο παρακάτω, του πάτου το αδιέξοδο, να θυμηθούμε «τον δεκάλογο του γύφτου» του Κωστή Παλαμά. Εδώ που φτάσαμε με την πλάτη κολλημένη στο αδιέξοδο, μόνο μπροστά μπορούμε να σκεφτούμε. Μόνο μπροστά, εκεί, που το φως, είναι ανίκητο.
«…Και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου κακού την σκάλα
για το ανέβασμα ξανά που σε καλεί
-ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!-
θα αιστανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου, τα μεγάλα!»
Στο χέρι μας είναι να ξαναθυμηθούμε τα τραγούδια, να ξεκινήσουμε από εκεί που είχαμε μείνει. Από την αρχή, χωρίς τους κλέφτες και τους ψεύτες στην παρέα. Να ξεκινήσουμε και πάλι την προσπάθεια, έχοντας πάντα κατά νου, ότι δεν είμαστε οι τελευταίοι κάτοικοι αυτής της χώρας. Να ξανατραγουδήσουμε με το μυαλό στους νέους και στο μέλλον.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

Μυστήριο πράγμα ο καπιταλισμός

Ποτέ μην λες ποτέ και το «Ψωμί παιδεία ελευθέρια» που πριν λίγα χρόνια φάνταζε συμβολικό, σήμερα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στις πλατειές της Ευρώπης και της πατρίδας αγανακτισμένοι πολίτες συγκεντρώνονται και απαιτούν αυτό, που όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις, ποτέ δεν τους είχε δοθεί. «Ψωμί Παιδεία Ελευθέρια» «Μη στεναχωριέσαι γι’ αυτά που βλέπεις να συμβαίνουν στην σημερινή εποχή, θα υπάρξουν και χειρότερα», γράφει σε σχόλιο του αναγνώστης, της στήλης. Καμία αμφιβολία. Ο κύκλος της καταστροφής έχει ακόμα δρόμο.
«Ο καπιταλισμός είναι το μέλλον του κόσμου»,Θα υπάρξουν και χειρότερα. Για αυτό το μέλλον μιλάμε και οι ανησυχίες εντείνονται.
Με τρομάζουν τα φτηνά προϊόντα από την Κίνα. Τα κινητά που αλλάζουν μοντέλα κάθε μέρα, τα μπλουζάκια πόλο από το καλάθι, τα αυτοκίνητα πενταετίας. Με τρομάζει αυτή η παραγωγή που μας γεμίζει σκουπίδια, αυτές οι εργατοώρες, που πάνε στα σκουπίδια. Με τρομάζουν οι συσκευασίες που είναι πιο ακριβές από το περιεχόμενο. Τα προϊόντα μιας χρήσης.
Έχω την αίσθηση ότι ο σημερινός κόσμος δεν υπάρχει. Μετά από χρόνια φαντάζομαι ότι δεν θα έχει σημεία αναφοράς. Αυτά που χαρακτηρίζουν κάθε εποχή, υπάρχουν για να μας τη θυμίζουν, η εποχή μας φροντίζει να σβήσει τα σημάδια της, τα στέλνει γρήγορα στις χωματερές. Ο Παλαιά σκαλιστή κασέλα του παππού μου, ο κομμός της γιαγιάς μου, το σίδερο με τα κάρβουνα, ακόμα υπάρχουν. Τα σημερινά δεν υπάρχουν και όσα υπάρχουν σε ένα σημείο γράφουν την ημερομηνία λήξεως. Kαι είναι λίγες οι μέρες τους. Θα υπάρξουν και χειρότερα.

Αυτά τα τερατουργήματα του καπιταλισμού, ανέκαθεν μου προξενούσαν τρόμο. Γίγαντες ανώνυμες εταιρίες, εργοστάσια ολόκληρες πόλεις, καραβιά σαν τον Τιτανικό, αυτοκινητοβιομηχανίες ρομπότ. Πλωτά ξενοδοχειακά συγκροτήματα. Ακόμα και οι δρόμοι τύπου Εγνατίας με ζαλίζουν. Τεράστιες αγορές, πολυκαταστήματα σχολικά συγκροτήματα τύπου Γκράβας ουρανοξύστες δίδυμοι. Χρηματιστήρια τράπεζες σούπερ μάρκετ. Η τελευταία φωτογραφία που πρόσφατα αντίκρισα μου δημιουργεί εφιάλτες, μια θάλασσα κοντεινερς κάπου στη Κίνα. Ο τρόμος είναι ακόμα μεγαλύτερος όταν βλέπεις αυτούς τους γίγαντες να καταρρέουν. Ποτέ αναίμακτα. Τι πρέπει να γίνει δηλαδή να λιώσουν οι πάγοι να μολυνθεί εντελώς αέρας, να τρελαθούμε στις μεγαλουπόλεις, να χάσουν την αξία τα αντικείμενα από την υπερπαραγωγή, να γίνουν οι ντομάτες καρπούζια, τα ψάρια κοτόπουλα, η θάλασσα στεριά και η στεριά θάλασσα. Τα δάση πεδιάδες οι ποταμοί ξεροπόταμοι, οι δρόμοι ακίνητα αυτοκίνητα. Να μεταλλάξει τον πλανήτη από παράδεισο σε κόλαση, για να αποφασίσουμε ότι αυτό το σύστημα δεν έχει τίποτα άλλο να καταβροχθίσει; Τι πρέπει να γίνει, να χορέψουμε τον χορό του Ζαλόγγου πιασμένοι χέρι, χέρι και να πηδήξουμε στο γκρεμό τραγουδώντας «στην στεριά δε ζει το ψαρί ούτε ανθός στην αμμουδιά» για να επιβεβαιώσουμε με τον αφανισμό μας και το τέλος του δράκου που μας καταβροχθίζει;
Ούτε σε ένα τόσο δα μυστήριο, γράφει ο Στάθης δεν μπορεί να απαντήσει ο καπιταλισμός.
«Πεισματάρικο μυστήριο, άλυτο! Γεννιέται με τον ιδρώτα του γεωργού πάνω απ' το σπαρτό κι εξαερώνεται πάνω απ' όλην την επικράτεια καγχάζοντας με το δούλεμα που ρίχνουμε ο ένας στον άλλον χρόνια τώρα. Από παιδάκι ακούω για αυτό το μυστήριο και, ως φαίνεται, θα πεθάνω και το μυστήριο θα παραμένει άλυτο: γιατί στον αγρό το σπαρτό πληρώνεται φέρ' ειπείν 0,5 ευρώ και στην αγορά φθάνει 1,5 ευρώ; Έλα ντε; Μυστήριο σύστημα ο καπιταλισμός, ούτε ένα τόσο δα μυστήριο μπορεί να λύσει...»
Ας ελπίσουμε αυτή τη φορά η σπίθα των νέων να ανάψει μια τεραστία φωτιά, να λαμπαδιάσει ο κόσμος.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...