Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

«Έχει παγωνιά ο Αύγουστος…»

 Δεν υπάρχει ούτε ανάσα δροσιάς για να περάσει  από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Πλάνο  από το «Τσάι στη Σαχάρα».  Τα κουνούπια με έχουν κάνει άθελά μου αιμοδότη. Κάτω από τον ανεμιστήρα ξαπλωμένος ανάσκελα, ακολουθώ τη φορά των πτερυγίων  και εστιάζω τη σκέψη μου στο κέντρο.  Αυτό που περίμενα τόσα χρόνια αυτό είναι;   Όλη αυτή η φασαρία για «πρώτη φορά αριστερά»  αυτό ήταν; Δεν θα ξεκολλήσω τα μάτια μου  από το κέντρο του ανεμιστήρα αν δεν πάρω μια απάντηση. Έβαλα ένα παράδειγμα στην άκρη  του ενός πτερυγίου  και άρχισα υπομονετικά να λύνω την εξίσωση. Το ποντικάκι – χάριν πειράματος το ζώο – άρχισε  ν’ αλλάζει συνεχώς θέσεις , ακολουθώντας  τη φορά των πτερυγίων. Και εκεί που άρχισε να λύνεται η απορία , άλλαξε πορεία . Πηδούσε με χάρη προς όλες τις κατευθύνσεις  και μου έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα . Το μόνο που μπορούσα με βεβαιότητα να συμπεράνω  ήταν η χαρακτηριστική  αστάθεια στη διαδρομή του . Θα μείνεις με την απορία σκέφτηκα.  Είχε μια ευχέρεια να με ξεγελάει… ακόμα και μπροστά στα μάτια μου, που αλήθεια σας λέω, δεν  λόξεψαν ούτε για μια στιγμή. Ξεκίνησε από την αρχή  μια αντίστροφη  κίνηση χωρίς ίχνος τύψεων για ό,τι προηγήθηκε.  Στην αρχή του άρεσε το κόκκινο, τώρα ανταποκρίνεται  με ευχέρεια στο πράσινο, ενώ ερωτοτροπεί με το γαλάζιο. Δεν ξέρω που να το βρω. Συνεχίζω να ακολουθώ τη δίνη του ανεμιστήρα εις γνώσιν μου  ότι δεν με οδηγεί πουθενά. Στην προσπάθεια μου να δώσω απαντήσεις  τα κουνούπια έκαναν πάρτι. Στο τέλος με κέρασαν και μια πορτοκαλάδα για την προσφορά μου.  Ένα μπουκάλι αίμα α’ θετικό δεν είναι λίγο. Κατέγραψα τις παρατηρήσεις μου, αλλά η απορία θα μείνει παντοτινή. Ο ανεμιστήρας γυρίζει σαν τρελός , το ποντικάκι έδειχνε να ξέρει τις διαδρομές. Για κάποια στιγμή νόμισα, ότι αυτό το διαβολικό ζωάκι τον κατευθύνει… 

Αν δεν υπήρχαν και αυτά τα ηλίθια συναισθήματα, θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Μου πέφτει βαρύς ο Αύγουστος. Με μπερδεύει. 
Με τον Αύγουστο της προσδοκίας θα συνεχίσω, με τον Αύγουστο της σιωπής, γιατί μέσα στην φασαρία το χάνεις το σημαντικό.
Για τον Αύγουστο των ανθρώπων, που μπορούν να δηλώσουν την αποτυχία, γιατί ο Αύγουστος θα μείνει για πάντα νοσταλγία και ανεκπλήρωτο συναίσθημα.
Η ευαισθησία, που καθένας κρύβει μέσα του, βρήκε την αφορμή να αποδείξει, ότι η αποκάλυψη της, είναι δύναμη και όχι αδυναμία όπως του έμαθαν αυτοί που επιχειρούν να χτίσουν τον άνθρωπο από μάρμαρο.
«Εκείνη η προσωπική δικαιοσύνη, εκείνη η αληθινή μεταρρύθμιση που ξαναζωντάνεψε την πεθαμένη ευαισθησία, αυτά τα πράγματα είναι αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια. Τα υπόλοιπα στον κόσμο είναι τοπίο, κορνίζες που πλαισιώνουν τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσίες των όσων σκεφτόμαστε.
Επανάσταση; Αλλαγή; Αυτό που θέλω στ’ αλήθεια είναι να φύγουν τα άτονα σύννεφα που μουτζουρώνουν με μια γκρίζα σαπουνάδα τον ουρανό. Αυτό που θέλω είναι να δω το γαλάζιο να προβάλει ανάμεσά τους, αλήθεια βέβαιη και ξεκάθαρη, γιατί τίποτα δεν είναι και ούτε θέλει να είναι».
«Έχει παγωνιά ο Αύγουστος». Γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου Και πολλές μετωπικές, με τον εαυτό σου, με τα μπετά που καίγονται, με μια πόλη που η ζωή είναι σε αναστολή. Ο Αύγουστος βγάζει την σημαντικότερη είδηση. Φοβάμαι να πεθάνω μόνος. Να ζήσω, ήθελα να πω, αλλά βαριέμαι να το διορθώσω. Θέλει αλήθειες ο Αύγουστος...




Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Του φεγγαριού

Του φεγγαριού το παρακάτω. Δυστυχώς όχι από εκείνες τις «νύχτες με φεγγάρι μες τα θερινά τα σινεμά…»   από εκείνες τις νύχτες που το φεγγάρι σε πήρε με κακό μάτι από την αρχή.  Η συνέχεια αναμενόμενη. Το τέλος είναι μεταξύ φωτιά και πάγου έγραφα. Διάλεξε...
Πουθενά δεν χωράω … πουθενά, που να με πάρει… είναι και αυτό το γαμημένο φεγγάρι από πάνω μου, έτοιμο να με πνίξει. Όχι δεν παραδίδομαι σε κανένα φεγγάρι. Ούτε σε δεκατρία, ούτε στα μαύρα του έρωτα. Ούτε στην αποψινή Πανσέληνο, που πάντα τέτοια εποχή, μου την έχει φυλαγμένη.
Δεν σου είπα να μη γράφεις θυμωμένος… λεβέντη μου;
Με τον εαυτό μου η διένεξη, που αυτές τις μέρες με προδίδει. Από ότι φαίνεται δεν θα ξεμπερδέψω εύκολα μαζί του. Ας τα ρίξουμε απόψε όλα στο πάτο του ποτηριού, αυτού του ποτηριού, που ανταποκρίθηκε στη συνέχεια της βραδιάς, μπας και πνιγούν. Πόσο όνειρο σπατάλησα; Πόση ζωή ξόδεψα; Και σε όλα, μια απάντηση πια χωρά. Δεν ήταν. Νικήθηκα. Ναυαγός εκ των προτέρων. Δέθηκα σε ό,τι δεν πίστεψες. Δεν την προδίδω τη νύχτα, το τραβάω, για να φτάσω, εκεί που δεν είχα δικαίωμα να ονειρευτώ. Γυρίζω τα μέσα μου έξω, να δω τι έμεινε. Κατώτερα των προσδοκιών. Άναψα και κάηκα. Έτσι μαθαίνεις, κι όταν μαθαίνεις, νιώθεις. Τι νοιώθεις; Καμία αλήθεια πια δεν αφορά κανέναν, το μόνο που βγήκε μέσα απ’ αυτή την περιπέτεια, ένας αβάσταχτος πόνος γι’ αυτό που είναι, γι’ αυτό που δεν αξίζει να είναι. Όμως τελικά είμαστε ότι επιλέξουμε.

Ό,τι όμως κι αν επιλέξουμε, ας έχουμε τουλάχιστον το θάρρος να το υποστηρίξουμε. Πάνω και πρώτα απ’ όλα, έτσι σεβόμαστε τον εαυτό μας. Έτσι τιμάμε αυτό, από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε.
Δεν ξέρω αν φτάνει ο Ιούλιος και Αύγουστος μαζί, για να τα ψάλω, «του πιο καλού μου φίλου, του πιο κακού εχθρού μου, του πιο κακού του κόσμου που είναι ο εαυτός μου». Άφησα τους δικούς μου φόβους για να μπω στους φόβους των άλλων. Τίποτα πια δεν είναι όπως πριν. Καμιά λέξη δεν ήταν αρκετή για να δώσει πνοή, να νικήσει την ατολμία, αν είμαστε λίγοι μπροστά στην δυσκολία, όσο και αν οι άλλοι μας τιμήσουν με τα αισθήματα τους, δεν φτάνει. Αν δεν υπήρχαν οι λέξεις, που τις σέβομαι, ίσως σήμερα, να ήμουν περισσότερο επιεικής μαζί μου. Όμως κι απόψε, που το γεμάτο φεγγάρι με πλάκωσε και μου έκοψε την ανάσα, αυτά που αισθάνομαι είναι για πάντα.


Δευτέρα, 7 Αυγούστου 2017

«Να θέλεις ένα κόσμο, είναι φωτιά – να τον αποκτάς καπνός»

Ζέστη, υγρασία και Δευτέρα πρωί. Φονικός συνδυασμός!  Μην δίνεται σημασία.
Μην τρομάζετε, το παραμιλητό της ζέστης είναι, όχι κάτι ποιο σοβαρό. Οι διεκδικήσεις που επανέρχονται στο προσκήνιο, στην εποχή μας την άκρως βιαστική, δεν ζητούν ούτε ένα ευρώ, μόνο χρόνο, πολύ χρόνο.
Λίγο πριν τελειώσει  το καλοκαίρι να φυλάξουμε κάποιες μνήμες, μπορεί να μας χρειαστούν.
Για άλλη μια φορά άφησα, τους δικούς μου φόβους, για να μπω στους φόβους των άλλων, όμως άλλαξαν οι εποχές. Μεγάλωσαν!
Κάποιοι μου λένε πως δεν έχω φιλοδοξίες. Έχουνε δίκιο, η μόνη φιλοδοξία μου είναι, να μην είμαι απολύτως τίποτα. Σ’ αυτό το δρόμο θα συνεχίσουμε με την ελπίδα να καταφέρουμε «Κάτι».
Τον Αύγουστο του 15 έγραψα το παρακάτω. Το θέλω  και σήμερα.
Και επειδή ο Αύγουστος θέλει αλήθειες, θα πω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν θα με καταλάβει.   Φώτα μουσική και πάμε... να ζήσουμε μια νύχτα μαγική.  « Τον Αύγουστο που μου χρωστά τον ξέχασες…» Και τώρα, απόψε,  μια νύχτα  γεμάτη θύελλες , να είμαι εδώ στο μεταίχμιο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, πρόθυμος,  σαν έτοιμος από καιρό. Φλεγόμενος από μια  και μοναδική μου ζωής επιθυμία, που δεν είναι  παρά μονάχα μία, η λησμονιά.

Τα ετερώνυμα, έλκονται; γιατί Όχι; Τα σπασμένα γυαλιά πως κολλάνε; Τι μπορεί να συμβεί  όταν πρόκειται για ετερώνυμα υλικά; Γιατί για ετερώνυμα  υλικά, ακριβώς πρόκειται; Εσύ και εγώ. Κι ας προσποιείσαι έτσι καλά τη φωνή του παρελθόντος μου. Κάποτε ήταν αλλιώς θυμάμαι, κάποτε δεν ήταν  έτσι, ούτε τόση μεγάλη μοναξιά , ούτε τόση σιωπή, ούτε και αυτή η μεγάλη αυτοσυγκράτηση, που σημαίνει δειλία.
Εντέλει δεν κάνω τίποτα. Κυλούν  οι ώρες  και τη βλέπω να φεύγει. Φεύγει και παίρνει μαζί της όλες τις σταθερές. Το πείσμα και τη σιγουριά μου, τα παιδικά μου χρόνια και αυτή την παρατεταμένη εφηβεία μου. Το περίεργο είναι  ότι μαζί της  φεύγει και ο χρόνος. Σκορπίζει, χάνεται η στιγμή και μες στις ραγισματιές,  πότε  αντικρίζω τα πάντα  και πότε το τίποτα.
Είναι μια μέρα που κυλάει σαν νερό. Είναι μια μέρα σαν αιώνας  από εκείνες  με τις τεράστιες, ρωγμές που ή στα προσφέρουν όλα, ή στα αρπάζουν όλα.  Θεατής του σύμπαντος κόσμου για μια στιγμή  και αμέσως  μετά, πάει την έχασες  εκείνη  την πανοραμική  θέα.  Ευχή και κατάρα μαζί.
«Να θέλεις ένα κόσμο, είναι φωτιά – να τον αποκτάς καπνός»  Μ’ αυτήν εδώ τη τσιγάνικη παροιμία παρηγορούμαι, εξάλλου στον καπνό πότε δεν έφτασα. Φλεγόμενος εις το διηνεκές, ως Προμηθέας δεσμώτης. 
Δεν είναι όλα. είναι όμως κάτι. Ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου κάπως έτσι. Και να που εγώ τώρα αυτός που τα προκαλώ. Εγκέφαλος αυτού του παιγνιδιού,  αλλά όχι και κυρίαρχος. Τα μεγάλα πράγματα έρχονται μόνα τους,  μονάχα για τις λεπτομέρειες θα πρέπει εμείς να μεριμνάμε  και το αντιλαμβάνομαι, τώρα   που συνέβη  εκείνο που  προσπαθούσα  επιστάμενα πενήντα πέντε χρόνια να αποφύγω. Υπάρχει έρωτας που να κερδίζει το θάνατο; Εδώ δεν υπάρχει έρωτας που να κερδίζει το χρόνο: Ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό δεν είναι σε θέση να κερδίσει ο έρωτας. Συχνότατα θέλουμε δεν θέλουμε μας υπερβαίνει, δεν είμαστε άξιοι για τίποτα.

Ζέστη, υγρασία και Δευτέρα πρωί. Μην δίνεται σημασία.

Και πάλι απ΄την αρχή

Τα σημάδια που αφήνω σ’ αυτή τη διαδρομή, είναι υποσχέσεις επιστροφής. Ημιτελείς σκέψεις, που χρειάζονται συμπλήρωμα. Κάποιες, δεν θα ολοκληρωθούν ποτέ. Και δεν θα ολοκληρωθούν γιατί ενώ φτάνεις στον επίλογο, και είσαι έτοιμος να μαζέψεις μολύβια και χαρτιά, μια αναπάντεχη λέξη έρχεται να σου υπενθυμίσει, ότι αυτό που εσύ νομίζεις τέλος είναι ακόμα μια αρχή. Και πάλι απ’ την αρχή
«Είχα ξεκινήσει να γράφω ένα κείμενο για το τραγούδι, γι’ αυτό που συνηθίζουμε να λέμε έγινε επιτυχία. Όταν γράφτηκε ήταν ένας ρυθμός, κάτι στο μυαλό του συνθέτη κάτι στο μυαλό του στιχουργού. Ύστερα, έγινε άρωμα, έγινε εικόνα, έγινε δρόμος. έγινε φιλί, έγινε βλέμμα, έγινε συνάντηση και χωρισμός, έγινε πόνος και χαρά. Έγινε κομμάτι ζωής ξεχωριστό για τον καθένα. Έγινε επιτυχία.
Το παράτησα πέρυσι το θέμα με το τραγούδι, γιατί πρέπει να γίνει βιβλίο, τι λέω, βιβλία και ο χώρος και ο χρόνος, που είχα στην διάθεση μου, ούτε ένα ποτήρι με νερό δεν μπορούσαν να γεμίσουν.
Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποταμό. Σ’ αυτόν τον τόπο, μπορεί να έλειψε το ψωμί και η ελευθέρια, το τραγούδι όμως πάντα μας ζέσταινε. Μας μεγάλωσαν τα τραγούδια, κάποια απ’ αυτά μας σημάδεψαν, γιατί δεν ήταν μόνα τους, ήταν κομμάτι της ζωής μας. Έντυσαν γεγονότα, έβαλαν ήχο στις σιωπές, έγιναν ύμνοι προσωπικοί με αξία εθνική για τον καθένα. Τα τραγούδια, μας ψυχανάλυσαν, σκάλισαν μέσα μας κάτι αδιευκρίνιστο και χάραξαν καινούργιους δρόμους για τη ζωή.
Είναι δικά μας τα τραγούδια όταν φύγουν από τα χέρια των δημιουργών, γίνονται τραγούδια της παρέας, της μοναξιά μας, της θλίψης μας. Το ίδιο τραγούδι αποκτά ξεχωριστή σχέση με το καθένα μας, γίνεται σημάδι στο χωροχρόνο μας. Γινόμαστε ήρωες της μουσικής και των στίχων. Είμαι εγώ ο "αλήτης" της Μοσχολιού και ο «ξενύχτης» του Μητροπάνου. Και αυτός «αλήτης» δεν έχει καμία σχέση με τον «αλήτη» του δημιουργού. Ο κάθε «αλήτης», ο κάθε «ξενύχτης» και όλοι μαζί που ταυτίζονται, κάνουν τελικά το τραγούδι επιτυχία.
Και είναι μαγικό να μπορείς να γλεντάς τη μελαγχολία των θλιμμένων τραγουδιών. Να χορεύεις ζεϊμπέκικο με τον «επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη.
Είναι δικά μας τα τραγούδια, που τραγουδάμε και χορεύουμε.
Φέτος έφτασα μέχρι την Πορτογαλία, με ταξίδεψε πρώτη η Αμάλια Ροντρίγκες, ύστερα ανακάλυψα την Άννα Μάουρα, και την Μαρίζα και είμαι ακόμα στην αρχή.
Και πάλι το αφήνω ημιτελές, αλλά με αναμονές για τη συνέχεια, όταν ο χρόνος θα το επιτρέψει. Το δημοσιεύω για να περιμένει και να μην ξεχάσω να πάω από εκεί που έμεινα…



Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...