Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Οι ηλικίες που δεν υπογράφουν ειρήνη





Δεν αναρωτιέμαι πια αν τα αισθήματα ενηλικιώνονται. Το ξέρω, δεν ενηλικιώνονται. Σκουραίνουν. Μαθαίνουν να αντέχουν χωρίς φωνή, χωρίς εξάρσεις, χωρίς το άλλοθι της αθωότητας. Ο έρωτας των μεγάλων δεν είναι άλλος, είναι ο ίδιος έρωτας μετά την ήττα του. Με μνήμη. Και η μνήμη τον κάνει επικίνδυνο
Ζω με όλες μου τις ηλικίες ταυτόχρονα. Καμία δεν συμφιλιώθηκε με την άλλη. Το μυαλό μου επιμένει να κατοικεί σε ένα σώμα που δεν υπάρχει πια, να ζητά απαντήσεις από ερωτήσεις που έπρεπε να έχουν ταφεί: Τι είναι η αγάπη; Τι σημαίνει να μένεις; Τι σημαίνει να φεύγεις; Ερωτήσεις παιδικές, που κανείς όμως δεν ξεφορτώθηκε χωρίς κόστος.
Τις νύχτες, ανάμεσα σε ερωτικά τραγούδια και μεταμεσονύκτιες ραδιοφωνικές εξομολογήσεις, μια φωνή επιμένει. Η αγάπη, λέει, είναι συγχορδία αντιθέσεων, διαπλοκή αντιφάσεων, το ταξίδι της μεγάλης μέρας στην ακόμη μεγαλύτερη νύχτα. Είναι η ζωή σου και ο κατά διαστήματα θάνατός μου. Κι εμείς, άνθρωποι θαλασσινοί, συνεχίζουμε να γυροφέρνουμε την τρύπα του ηφαιστείου, όχι από άγνοια, αλλά από γνώση.
Θα μπορούσα να τα εξηγήσω. Να τα διαγνώσω, να τα περιορίσω, να τα καταστήσω ακίνδυνα. Αλλά τότε δεν θα ήταν αγάπη, θα ήταν διαχείριση φόβου. Η άλλη επιλογή είναι πιο σκληρή, να αφεθείς. Να περπατήσεις στις σιωπές του άλλου χωρίς φακό, να αγγίξεις τις ρωγμές του χωρίς εγγυήσεις, να δεχτείς ότι δεν σώζεις και δεν σώζεσαι.
Κι όταν εκείνη επιστρέψει από τα όνειρα, μην την υποδεχτείς σαν θαύμα. Κοίταξέ την όπως κοιτάζουν οι μεγάλοι άνθρωποι τις φωτιές: γνωρίζοντας τι καίνε και τι ζεσταίνουν. Γιατί ο έρωτας, όταν πάψει να είναι νέος, δεν ζητά μέλλον, ζητά αντοχή. Δεν υπόσχεται ευτυχία, απαιτεί παρουσία.
Και στο τέλος δεν σε ρωτά αν αντέχεις. Σε ρωτά μόνο αν μπορείς να μείνεις όρθιος τη στιγμή που θα καταλάβεις πως αυτό που αγάπησες, δεν ήρθε για να σε ολοκληρώσει, αλλά για να σου αφαιρέσει ό,τι περίσσευε.


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Στη γλώσσα κατοικούμε


Δύο μεταφράσεις του ίδιου ποιήματος δεν είναι ποτέ το ίδιο ποίημα. Κάτι μετακινείται ανεπαίσθητα, μια σκιά αλλάζει πλευρό, μια ανάσα χάνεται. Εκεί αποκαλύπτεται πως η γλώσσα δεν είναι μέσο, είναι χώρος. Δεν τη χρησιμοποιούμε, κατοικούμε μέσα της.



Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας σήμερα. Κι όμως, για εμάς δεν είναι επέτειος αλλά συνθήκη ύπαρξης. Χωρίς αυτήν, η ζωή μας θα έπρεπε διαρκώς να μεταφράζεται, να ζητά άδεια, να εξηγείται. Γιατί, αν ο Θεός είναι η αλήθεια, τότε η γλώσσα είναι ο Θεός, όχι ως δόγμα αλλά ως μνήμη. Είναι αυτή η «μονάχη έγνοια» που περιέγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης, το σπίτι μας στις αμμουδιές του Ομήρου.

Στη γλώσσα μας ερωτευόμαστε χωρίς υποσημειώσεις, γεννιόμαστε χωρίς λεζάντες, πεθαίνουμε χωρίς μεταφραστές. Εκεί γράφτηκαν τα πρώτα νανουρίσματα και τα τελευταία μοιρολόγια, εκεί ειπώθηκαν οι προσευχές των ανώνυμων, τα τραγούδια των εξόριστων, τα γράμματα που δεν στάλθηκαν ποτέ.

Η ελληνική γλώσσα δεν υπήρξε ποτέ αθώα. Υπήρξε σώμα και πληγή, φως και πείσμα. Πέρασε από τον μύθο στη λογική, από το χειρόγραφο στο ψηφιακό αποτύπωμα, χωρίς να χάσει το βάρος της σιωπής. Γιατί ακόμη και η σιωπή, σε άλλη γλώσσα, γίνεται άλλη σιωπή.

Δεν είναι η γλώσσα της ισχύος, είναι η γλώσσα της αντοχής. Είναι, όπως έλεγε ο Γιώργος Σεφέρης, η «παράδοση που μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή», το κύμα που δεν έπαψε να επιστρέφει στο ίδιο ακρωτήρι, ακόμη κι όταν όλα γύρω του άλλαζαν όνομα. Μικρός τόπος, μεγάλη διάρκεια.

Και σήμερα, από τον κόσμο του μύθου ως τον κόσμο των δικτύων και της τεχνητής νοημοσύνης, η ελληνική γλώσσα στέκει όρθια όχι ως μνημείο αλλά ως κίνδυνος. Γιατί όποιος μιλά μια γλώσσα που κουβαλά μνήμη, δεν υπακούει εύκολα. Όποιος σκέφτεται σε λέξεις που γεννήθηκαν για το φως, δυσκολεύεται να συνηθίσει στο σκοτάδι.

Η ελληνική γλώσσα δεν μας προστατεύει. Μας εκθέτει. Μας μαθαίνει να λέμε την αλήθεια χωρίς δίχτυ ασφαλείας, να σωπαίνουμε όταν πρέπει, να επιμένουμε όταν όλα μας θέλουν σιωπηλούς.

Είναι το παντοτινό μας λιμάνι, αλλά όχι για να αράξουμε. Είναι το μόνο χωράφι που μας αναλογεί, κι αν πάψουμε να το καλλιεργούμε, δεν θα μας τιμωρήσει. Απλώς θα πάψει να μας αναγνωρίζει.

Η φωτογραφία είναι του Γιώργου Δικαλάκη

Οι μέρες που το ψέμα κοκκινίζει

Τις μέρες με τις μάσκες ο κόσμος κοκκινίζει. Όχι από ντροπή, από επιθυμία. Μυρίζει δέρμα που ζεστάθηκε στο πλήθος, ιδρώτα που δεν ζητά συγγνώμη και ανάσες που μπλέκονται χωρίς να περιμένουν συστάσεις. Τα μάτια γίνονται στόμα, τα χείλη υπόσχεση χωρίς αύριο. Η ανωνυμία παύει να είναι φόβος και γίνεται ερωτική πράξη. Κρυβόμαστε τελικά για να αντέξουμε να φανερωθούμε



Μας έμαθαν να πιστεύουμε πως νοσταλγούμε τόπους. Λάθος. Τον χρόνο νοσταλγούμε. Εκείνον τον εαυτό που δεν είχε μάθει ακόμα να μετρά τις απώλειες, να προσαρμόζεται στο «πρέπει», να υποχωρεί. Ο χρόνος μάς εξαπατά φορώντας τη μάσκα του χώρου, υποσχόμενος επιστροφές σε σώματα που δεν μας ανήκουν πια. Τα τρένα σφύριξαν, τα λεωφορεία χάθηκαν. Ο χρόνος δεν έχει όπισθεν, έχει μόνο ένα σκοτεινό, ηδονικό βάθος, και πονάει όσο κατεβαίνεις.

Στις μέρες του καρναβαλιού οι μάσκες μπερδεύονται. Οι ορατές με τις αόρατες. Και τότε φαίνεται καθαρά . Οι πιο ειλικρινείς είναι εκείνες που φοριούνται για λίγο. Οι άλλες, της καθημερινότητας, είναι μόνιμες. Χαμογελούν ψεύτικα, κλαίνε ψεύτικα, βαφτίζουν την ανασφάλεια δύναμη και την αδικία κανονικότητα. Είναι οι μάσκες της εξουσίας και της ευπρέπειας, που τρέφονται με την καταπιεσμένη μας σάρκα.

Στην Κέρκυρα αυτό το ξέρουμε από παλιά. Εδώ το καρναβάλι δεν είναι φυγή, είναι σχόλιο. Το γέλιο έχει μνήμη, η σάτιρα έχει στόχο, και κάθε μάσκα κουβαλά έναν λογαριασμό απλήρωτο. Δεν γελάμε για να ξεχάσουμε, γελάμε για να αντέξουμε.

Η μάσκα θα υπάρχει πάντα. Όχι για να κρύβει, αλλά για να αντέχεται η αλήθεια. Για να διασκεδάζει τη θλίψη μας μπροστά στον μοναδικό θεό των ημερών μας, το χρήμα.

Γι’ αυτό οι μέρες της μάσκας είναι ό,τι πιο καθαρό, ό,τι πιο σωματικό αντέχουμε. Οι υπόλοιπες, οι σοβαρές, οι «ντυμένες» μέρες, είναι το πραγματικό, το χυδαίο καρναβάλι.

Κι όταν τελειώσουν οι γιορτές και μαζευτούν τα χαρτιά από το δρόμο, εδώ, όπως παντού, θα φορέσουμε πάλι τις επικίνδυνες μάσκες. Αυτές που δεν βγαίνουν. Αυτές που δεν κοκκινίζουν ποτέ, ακόμα κι όταν η πόλη, σιωπηλά, ματώνει κάτω από το βάρος της μοναξιάς της

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...