Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Μήπως θα μπορούσε ν' αλλάξει κάτι;



Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη, μήπως όμως θα μπορούσε να είναι άλλη;
Για πράγματα που γράψαμε πριν ένα χρόνο πριν δύο χρόνια πριν είκοσι χρόνια, δεν χρειάζεται, να ξαναμπούμπε στον κόπο. Σας ρωτάω τι έχει αλλάξει από τότε; Είναι δράμα, μέσα από μια καθημερινή στήλη, σε μια επαρχιακή εφημερίδα, σε μια μικρή πόλη, να γράφεις και να ξαναγράφεις για προβλήματα που γνωρίζουν όλοι, που βιώνουν όλοι, που ταλαιπωρούν όλους.
«Για νέο μας το λες;» Είναι η λογική απάντηση των αναγνωστών. Όταν ο δημοσιογράφος δεν έχει νέα τι άλλο πρέπει να κάνει από το να καταθέσει τα όπλα του.
Έχω σκεφτεί ότι είναι προτιμότερο, να προσπαθήσω να κλείσω, εκείνο το λάκκο, που οδήγησε το αυτοκίνητο μου στο συνεργείο, παρά να κάθομαι να εξιστορώ την περιπέτειά μου. Φαντάζομαι ότι εκατοντάδες συμπολίτες μου θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο. Θα μπορούσαμε να κάνουμε και σωματείο, να ενώσουμε τις δυνάμεις μας, και με ότι μέσα διαθέτουμε να βάλουμε ένα χεράκι .
 
Δεν αστειεύομαι. Από το 1993 που γράφω καθημερινά, έχω πέσει σε χίλιους λάκκους. Έχω βρει απέναντι μου μπετόν αρμέ αδιαφορίας, για την υγεία, για την παιδεία, για την κοινωνία, που στριφογυρίζει στα ίδια προβλήματα. Και αυτό είναι το δράμα «τα ίδια προβλήματα», που καλείσαι να επαναλαμβάνεις σε τακτά χρονικά διαστήματα και όταν έρθει η ώρα του απολογισμού μαζεύεις τα στατιστικά στοιχεία της στήλης και ξαφνιάζεσαι από την επανάληψη. Εκατό φορές για το νέο νοσοκομείο, διακόσιες για το κυκλοφοριακό και για τους χώρους στάθμευσης διακόσιες πενήντα για την καθαριότητα, τριακόσιες για τους λάκκους, τις συγκοινωνίες την τουριστική κρίση και όλα τα γνωστά.
Βεβαίως θα μου πείτε, ότι τα προβλήματα δεν τελειώνουν ποτέ, όχι όμως τα ίδια. Ολόκληρες πόλεις που ισοπεδώνονται από πολεμικές καταστροφές ξανακτίζονται σε λιγότερο χρόνο από ότι χρειάζεται να κτισθεί ένα Νοσοκομείο, η ένα Δικαστικό μέγαρο μια λαϊκή αγορά.
Για πρώτη φορά έχουμε αριστερή κυβέρνηση  και αριστερή Δημοτική Αρχή και Περιφέρεια . ΜΗΠΩΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ Ν' ΑΛΛΑΞΕΙ ΚΑΤΙ;    


Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Είναι δυνατόν να ζούμε ακόμα;

Το ξέρουμε είναι άσχημα τα πράγματα. Αυτή η καταστροφή όμως,  που κάθε μέρα μπαίνει στα σπίτια μας  από τους τηλεοπτικούς δέκτες, μας δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά. Είναι δυνατόν να  ζούμε ακόμα ; Μπορεί  κάποια  στιγμή να  απαλλαγούμε από τα σκουπίδια,  από τα άλλα σκουπίδια όμως της πληροφόρησης, πως;  Αργυρώνητοι, αλλάζουν αγαπητικούς σαν τις «πουτάνες» και δεν διστάζουν να επιστρέφουν σ’ αυτούς που έχουν ξεφτιλίσει αρκεί η πρόσκληση να έχει το χρώμα του χρήματος.
Έγραφα παλαιότερα , γι’ αυτό το τηλεοπτικό σκουπιδαριό που μας πνίγει, επιχειρώντας να συγκρίνω το πρόβλημα, με το πρόβλημα της διαχείρισης των απορριμμάτων.
«Ο μικρός στρουμπουλός χιτλερούλης, μεγάλωσε, δυνάμωσε, με την δική μας συνδρομή και τώρα απειλεί να μας κατασπαράξει».
Αχόρταγοι, άπληστοι, αδίσταχτοι, μεσάζοντες,  σε αλληλοσπαραγμούς, που δανείζονται δύναμη από τους εκάστοτε ισχυρούς πελάτες τους, για να την χρησιμοποιήσουν, εναντίον αυτών που δεν μπορούν η δεν θέλουν να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους.
Το κακό παράγινε και δεν έχει τα χαρακτηριστικά του παρελθόντος. Οι δοσίλογοι κάλυπταν το πρόσωπο τους, όταν παρέδιδαν τους πατριώτες στον εχθρό. Αυτοί καλύπτονται πίσω από παραποιημένους ρόλους και ρουφιανεύουν μαζικά, ακουμπώντας στην εγκυρότητα του μέσου. «Το άκουσα στην τηλεόραση» επικαλούνται οι τηλεθεατές, «άρα είναι αλήθεια». Ε! λοιπόν δεν είναι αλήθεια. Πόσες φορές δηλαδή, πρέπει να δούμε το έργο, για να σχηματίσουμε ένα μέτωπο αντίδρασης απέναντι τους; Η το έχουμε δει τόσες πολλές φορές που πιστέψαμε ότι έτσι πρέπει να είναι;
Αν συνεχισθεί αυτή η κατάσταση σε λίγο θα τους επιτρέπουμε να παίρνουν μάτι και στο κρεβάτι μας.




Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Ένα Δούρειο Ίππο επειγόντως



Πως θα  έπεφτε η Τροία χωρίς ένα δούρειο ίππο. Για το κόπο ούτε λόγος να γίνεται, την φυγοπονία την έχουμε αναγάγει σε επιστήμη, για τον τρόπο ο λόγος, που σε πολλές περιπτώσεις γίνεται μοχλός και σηκώνει βάρη ασήκωτα. Στην περίπτωση μας, ακόμα και να αποφασίσουμε να δουλέψουμε σκληρά μάλλον δεν γίνεται τίποτα, ας στραφούμε σε εναλλακτικές μορφές, αντιμετώπισης της καθημερινότητας.
Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πολύ άσχημη πόλη. Βία, εγκλήματα, κυκλοφοριακό, ατυχήματα, ναρκωτικά, βρωμιά και γκρίζοι δυστυχισμένοι πολίτες. Και δεν ήταν καμιά μικρή πόλη, είχε έξι εκατομύρια κατοίκους που είχαν παραδοθεί εντελώς στην μαυρίλα.
Ένα πρωί, ο διευθυντής του Πανεπιστημίου της πόλης που ήταν μαθηματικός και φιλόσοφος, εκεί που πήγαινε στη δουλειά του και βλέποντας την κατάντια της πόλης του, πήρε μια πολύ κουφή απόφαση. Δήλωσε την παραίτησή του στο Πανεπιστήμιο, λέγοντας πως ήθελε να διευρύνει την διδασκαλία του και στα έξι εκατομμύρια κατοίκους. Στους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο, ο καθηγητής αυτός ήταν γνωστός για τους περίεργους τρόπους διδασκαλίας του. Για παράδειγμα, μια φορά που επικρατούσε χάβρα στο μάθημα, κατάφερε να επαναφέρει την τάξη κατεβάζοντας τα βρακιά του. Γενικά δηλαδή, εφεύρισκε αστείους και εντελώς ανορθόδοξους τρόπους για να πετυχαίνει τον σκοπό του και περιέργως, πάντα τα κατάφερνε.
 

Για την προεκλογική καμπάνια του λοιπόν, φόρεσε μια στολή σούπερμαν, αυτοχρίστηκε «υπερπολίτης» και αμολύθηκε στους δρόμους βάζοντας ταυτόχρονα υποψηφιότητα για δήμαρχος. Έφερε πολύ γέλιο στον κόσμο, αλλά επειδή όπως έλεγαν, είχε αρκετά ειλικρινή φάτσα, τον ψήφισαν. Ο καινούργιος δήμαρχος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους προηγούμενους.
Η πρώτη του κίνηση ήταν να προσλάβει 20 μίμους και να τους σκορπίσει στους δρόμους της πόλης. Η δουλειά τους ήταν να χλευάζουν όσους παραβίαζαν τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Σιγά, θα μου πείτε. Οι πολίτες όμως (που εννοείται στα τέτοια τους οι κανόνες οδικής συμπεριφοράς), άρχισαν να συμμορφώνονται γιατί αποδείχτηκε πως τους πείραζε πολύ περισσότερο η δημόσια κοροϊδία, παρά τα πρόστιμα. Αμέσως μετά, βγήκε σε διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές και έκανε ντους κατατσίτσιδος live, κλείνοντας την παροχή νερού ενώ σαπουνιζόταν, για να δείξει στους πολίτες πώς μπορούν να εξοικονομούν νερό. Και βουαλά! Η κατανάλωση νερού αμέσως έπεσε.
Όρισε Ημέρα Γυναίκας όπου οι άντρες θα φρόντιζαν τα παιδιά και οι γυναίκες θα έβγαιναν βόλτα στην πόλη. Αυτό, ήταν ανήκουστο γιατί η συγκεκριμένη πόλη ήταν πολύ επικίνδυνο μέρος τα βράδια, ενώ οι γυναίκες δεν έβγαιναν βόλτες σχεδόν ποτέ ως τότε. 700.000 γυναίκες γέμισαν τους δρόμους πανηγυρίζοντας ενώ ακόμη και ο αργηγός της αστυνομίας ήταν γυναίκα εκείνο το βράδυ.
Το καλύτερο;
Μοίρασε στους πολίτες ταμπέλες με thumbs up και thumbs down για να επιδοκιμάζουν ή να αποδοκιμάζουν δημόσια τις πράξεις των συμπολιτών τους. Πράγμα φυσικά που δεν έχασαν την ευκαιρία να το ξεφτιλίσουν δεόντως αλλά όλως περιέργως, ειρηνικά. Το ομαδικό κράξιμο ήταν ό,τι έπρεπε τελικά.
Γενικώς σκαρφιζόταν αστείες ή περίεργες καμπάνιες για κάθε τι που ήθελε να πετύχει, όπως όταν ζήτησε να του τηλεφωνήσει (στο προσωπικό του γραφείο μάλιστα) όποιος πολίτης συναντούσε έστω κι έναν υποδειγματικό ταξιτζή. Σύντομα, 150 τηλεφωνήματα συντέλεσαν στο να δημιουργηθεί ομάδα ταξιτζίδων που ο δήμαρχος ονόμασε Ιππότες της Ζέβρας και είχαν την προσωπική του υποστήριξη.
Ίδρυσε επίσης ταμείο εθελοντικών φόρων για όσους ήθελαν να δώσουν παραπάνω χρήματα (!) στο δημοτικό ταμείο. Φυσικά και μάζεψε χρήματα. Τέλος, προσπαθώντας να δείξει πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη ζωή, ζωγράφισε αστέρια σε κάθε σημείο θανάτου από τροχαίο στην πόλη, πράγμα εξαιρετικά έξυπνο, γιατί το αποτέλεσμα ήταν πανέμορφο, αλλά και ιδιαίτερα σοκαριστικό.
Όχι, δεν είναι παραμύθι. Πρόκειται για τον Κολομβιανό Antanas Mockus, τον δήμαρχο της Μποκοτά το 1993. Μετά το πέρας της θητείας του, ο παράξενος αυτός δήμαρχος, ξεκίνησε διαλέξεις αναλύοντας τα συμπεράσματά του από το κοινωνικό του πείραμα. Ένα από τα συμπεράσματά του είναι πως η γνώση δίνει δύναμη αρκεί να καταφέρεις να τη μεταδώσεις μέσω της τέχνης, του χιούμορ και της δημιουργικότητας. Μόνο έτσι οι άνθρωποι αποδέχονται τις αλλαγές.
http://img2.blogblog.com/img/icon18_edit_allbkg.gif
Τέλος φόρμας

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Λίγο πριν, λίγο μετά, κάνουμε τη ζωή μας μια γιορτή



Για το πως πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πως περάσαμε, ο λόγος. «Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του», έγραφε σε παλαιότερο άρθρο του ο Νίκος Ξυδάκης. Και κανείς δεν μπορεί να εορτάσει μόνος του. Θα το θυμόμαστε και αυτό το Πάσχα, όχι από το πως το πέρασε ο καθένας, αλλά όπως και το προηγούμενο, υπό το βάρος της κρίσης. Θα το θυμόμαστε αυτό το Πάσχα, όπως κάθε γιορτή, που σκληρά γεγονότα φρόντισαν να την χαλάσουν. Θα το θυμόμαστε όμως γιατί αρχίσει να αχνοφαίνεται, η ανάγκη που κάνει αυτόν τον λαό να αντιδρά, πιασμένος απ’ το χέρι σε κάθε συμφορά.
«Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του», ούτε και να χαρεί, ούτε και να πεθάνει.
«Αίφνης, παρά τη σύγχυση και την απαισιοδοξία, όλο και περισσότεροι Έλληνες κατανοούν ότι από τη συμφορά δεν μπορείς να κρυφτείς ατομικά. Ακόμη κι αν γλιτώσεις μια περιουσία κι ένα εισόδημα, μια δουλειά, είναι δύσκολο να ζήσεις σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι θα δυστυχούν… «Δεν γλιτώνει λοιπόν κανείς. Ούτε ο πλούσιος ούτε ο μεσαίος. Όλοι θα ζούμε, ζούμε ήδη, σε μια υπόκωφη δυστοπία. Για το πώς πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πώς περάσαμε και το πως θα πορευτούμε από δω και πέρα ο λόγος.


Ευτυχώς που η κεκτημένη ταχύτητα της συνήθειας  Ακόμα και αυτή την εποχή της σκληρής λιτότητας,  μας επιτρέπει  να  κινούμαστε με μια ροδα  και με σπασμένα φρένα . Την μονοήμερη την κάνουμε δεκαπενθήμερη και οι γερμανοί ακόμα ψάχνουν. Λίγο πριν, λίγο μετά, κάνουμε τη ζωή μας μια γιορτή. Οι μέρες του χρόνου δεν αρκούν, γι’ αυτό κλέβουμε και από τον επόμενο.  Για το μετά του Πάσχα, μέχρι την Κυριακή του «Θωμά» του άπιστου, η προσθήκη του χρόνου,  κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη.  
Θα   γιορτάσουμε και το Θωμά και με την ευκαιρία θα ξανασπείρουμε ερωτηματικά, ενισχύοντας την αμφιβολία και την αμφισβήτηση, προξενώντας όσο γίνεται περισσότερο τραύματα στο καταραμένο δόγμα που κυριαρχεί.
  Να τον δοξάσουμε τον Θωμά, για το θάρρος του να πάει κόντρα στο ρεύμα. Κόντρα στις βεβαιότητες, που μας καθήλωσαν και μας οδήγησαν με συνθήματα, ως πρόβατα επί σφαγής,  στη σφαγή.       
Δυστυχώς τα δόγματα στις μέρες ζουν και βασιλεύουν και οι άπιστοι Θωμάδες βιώνουν την απόλυτη μοναξιά της μειοψηφίας. «Τάγματα ξυπόλυτα μέσα σε σκοτάδια προχωρούν απόλυτα» που τραγουδάει και ο Σαββόπουλος.
Χρόνια της μεγάλης σιγουριάς, και της μεγάλης αμφισβήτησης, ανάμεσα σε φανατικούς, θύματα της μαζικής πληροφόρησης και απορούντες που κινδυνεύουν να μπουν στο περιθώριο.


Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...