Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Αρχή και τέλος

Υπερβολικό το χθεσινό να δείτε το σημερινό. Όσο οι πολιτικοί θα μας έρχονται από άλλον πλανήτη, απ’ αυτήν εδώ την μικρή έπαλξη, θα υπερασπίζομαι τα αυτονόητα, έστω και με κάποια δόση υπερβολής, αναγκαία για να ξεκουφάνει και να ξεστραβώσει… Μπορεί κάποιες στιγμές να καταφεύγω στη σιωπή, έτσι για να πάρω ανάσες, όμως για κάτι τέτοια, που συμβαίνουν εδώ στην μικρή μας πόλη, με όλη μου τη καρδιά τα σπαταλάω τα λόγια.
Και τι μ’ αυτό που χάθηκαν οι εποχές, εμείς τις ζήσαμε και τις και όσο η μνήμη τις επαναφέρει θα επιμείνουμε.
Αυτή η πολιτική κρεατομηχανή. Αυτή η πολιτική μαλακία, που τη δείχνει και η τηλεόραση, που θα πάει, δεν πάει άλλο…
Πλήρης απογοήτευση, όχι όμως και σιωπή.
Κανονικά με όλα αυτά τα καταγεγραμμένα ψεύδη, όλοι αυτοί που έχουν την αίσθηση, ότι θα σώσουν το τόπο, αν υπήρχαν νόμοι να τους δικάσουν θα έπρεπε να εκτίουν τρις ισόβια. Αν πάλι υπήρχε ίχνος ηθικής, που να ακουμπάει τη ψυχή τους θα έπρεπε κάνουν χαρακίρι.
Τα σπαταλάω τα λόγια σήμερα γιατί βρίσκομαι ένα βήμα, από εκείνο το εφήμερο, που δίνει νόημα στη ζωή μου. Από εκείνο το εφήμερο, που μέχρι σήμερα μου διέκοψε πολλές φορές αυτή τη βαρετή πορεία. Από εκείνο το εφήμερο, που έκανε κάθε στάση και μια νέα αρχή, που μου αφαιρεί τα παραπανίσια χρόνια, που μου αλλάζει τα χρώματα και τα φώτα.
Από εκείνο το εφήμερο που επιταχύνει τους ρυθμούς στην καρδιά μου και ανανεώνει τον αέρα στα πνευμόνια μου.
Τα σπαταλάω τα λόγια γιατί βαρέθηκα τους μαλάκες και αν χρειάστηκε να ξεσπάσω σε άγνωστους μαλάκες για να διαχειριστώ το θυμό μου, τώρα το ξέσπασμα θα έχει ανταπόκριση. Νοιώθω υπέροχα, που θα σπαταλάω τα λόγια όχι μόνο για τον δικό μου θυμό αλλά και για τον δικό σας.
Αρχή και τέλος σήμερα και ο Αύγουστος, θέλει αλήθειες…

Πέμπτη, 22 Ιουλίου 2010

Αχ βρε κόσμε γυάλινε

Έχω στο μυαλό μου, εδώ και μέρες να γράψω ένα κείμενο, για τις ανθρώπινες σχέσεις, που αναπτύσσονται μέσα στο πολιτικό περιβάλλον, αλλά το βαρύ κρυολόγημα με εμποδίζει να βάλω τις λέξεις στη σωστή σειρά. Το σημειώνω για αργότερα, παραθέτοντας, ίχνη από σκόρπιες σκέψεις για να μη ξεχαστώ.
Εμείς οι άνθρωποι, αγαπάμε και μισούμε, τσακωνόμαστε και σε κάποιες περιπτώσεις ανεξέλεγκτες τραβάμε και μαχαίρι. Πεθαίνουμε αμίλητοι με αδέλφια συγγενείς και φίλους για μια παρεξήγηση πολλές φορές.
Εμείς οι άνθρωποι χρησιμοποιούμε τις λέξεις για να ορίσουμε αυτό που αισθανόμαστε και βοηθάμε, όσο μπορούμε να βοηθήσουμε, γιατί το έχουμε ανάγκη, χωρίς ανταπόδοση.
Εμείς οι άνθρωποι γελάμε και κλαίμε, ομολογούμε τις αδυναμίες μας, τσαλακώνουμε τον εγωισμό μας, πράττουμε σωστά η λάθος, λύνουμε την γραβάτα και την πετάμε όταν μας σφίγγει. Βάζουμε χρώματα στη ζωή μας. Ζούμε.
Στον άλλο πλανήτη, που σήμερα παρακολουθούμε κυρίως από την τηλεόραση, οι ανθρώπινες συμπεριφορές δεν έχουν θέση. Μόνιμο χαμόγελο βρέξει χιονίσει. Φωνάζουν χωρίς να νευριάζουν, ατσαλάκωτοι, δεν τσακώνονται και αυτό αν συμβεί , το έχει επιλέξει ο σκηνοθέτης. Δεν αγαπάνε δεν μισούνε. Οι λέξεις που βγαίνουν από το στόμα τους, δεν βγάζουν συναίσθημα, αλλά σκοπό. Υπηρετούν ένα μεγάλο ψέμα και το κάνουν συνειδητά. Ένα βαθύ γκρι τους σκεπάζει και τα χρώματα δεν τους πλησιάζουν.

Βεβαίως υπάρχουν και εξαιρέσεις, που δεν αρκούν όμως για να σπείρουν σ’ αυτό το άχρωμο και άοσμο περιβάλλον, τις ανθρώπινες συμπεριφορές.
Ένα παλαιότερο απόσπασμα του ραδιοφώνου, αφιερωμένο σε όλους αυτούς που αυτήν την περίοδο υπηρετούν τον γυάλινο κόσμο.
«Όταν δεν μπορείς να πεις αυτό που θες, μεγαλώνεις γρήγορα και ξαφνικά αποστρέφεσαι τους καθρέπτες, που δείχνουν τα μαλλιά σου άσπρα, βρίσκεις νέους φίλους, καινούρια αγάπη και ταξιδεύεις τα χρόνια σου, στο βαγόνι αποσκευών. Έχεις ότι χρειάζεται για την πρώτη θέση, αλλά δεν το παραχωρείς στον εαυτό σου. Τον τιμωρείς που προτίμησε τις άδεις μέρες, το άδειο σώμα, από φόβο μήπως η λέξη που σκάλωσε στα δόντια σου και δεν έβγαινε με τίποτα έβρισκε ανταπόκριση. Αχ τι αισθηματικά ιδεολογήματα στηρίξαμε πάνω στις στερήσεις μας, πόσες αρνήσεις δεν εφηύραμε προκειμένου να επιβεβαιώσουμε τον τρόμο μας για την αρχέτυπη απόρριψη»

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Τα ερωτηματικά στον αέρα

Όσο ανεβαίνει ο πυρετός, έρχονται στην επιφάνεια τα ερωτηματικά, αυτά που μας βασανίζουν μια ζωή και κάνουν την συζήτηση να μην τελειώνει ποτέ. «Αρκεί να τολμήσουμε» γράφει σε σχόλιο της μια φίλη αναγνώστρια, συμφωνώ , μόνο όμως στην ακτίνα δράση μας, εκεί μπορεί να προσπαθήσουμε να ζήσουμε πιο ελεύθεροι.
Πιο πέρα υπάρχει τοίχος.
Άντε τώρα να περιγράψω απ’ αυτό το μονόστηλο τις ευθύνες της πλειοψηφίας και τους παράγοντες για την εκάστοτε συμπεριφορά της. Οι πολιτικοί είναι οι φταίχτες ή ο Λαός που τους επέλεξε; Και ποιος επηρέασε τον Λαό για να πράξει έτσι;
Φταίει η Αμερική η Ελλάδα που συμπορεύεται στις επιταγές της; Φταίει η ανάγκη, η υγρασία που είμαστε τόσο απαθείς; Είναι μέρες που νοιώθεις περιττός ακόμα και για τον ίδιο σου τον εαυτό.
«Η καρδιά μου θέλει να φωνάξει. Δεν χωράω πουθενά. Η πανσέληνος, ο ανάδρομος Ερμής, η κατακόρυφη Αφροδίτη, ο αφρίζων Δίας, δεν ξέρω αν φταίνε τα αστέρια, τα φεγγάρια, ίσως - πάλι φταις και συ - που λέει και το τραγούδι»
Μπορεί η πλειοψηφία να είμαστε εμείς. Συνοψισμένοι σε ένα ορισμό: καταναλωτές. Και σε μια δυνατότητα αναλώσιμοι, όμως που είναι η πλειοψηφία;
Μην περιμένετε συμπεράσματα, μόνο ερωτηματικά μου έρχονται στο μυαλό.
Μπορεί για όλα αυτά να έχουν απαντήσει οι φιλοσοφικές θεωρίες, όμως και αυτές συγκρούονται και άντε να βγάλεις άκρη.
Επιστρέφω στην ακτίνα δράσης μου. Εδώ μπορώ να διακρίνω τα πάντα δια γυμνού οφθαλμού. Επιστρέφω στο προσωπικό, που είναι και κοινωνικό.

Τι περιμένουμε να ανθίσει σε τσιμεντένιους κήπους; Ναι όλα τ’ άσχημα θα συνεχίζουν να γίνονται την ίδια ώρα που εμείς θα μεγαλώνουμε, και θα επενδύουμε στις άυλες μετοχές της ευγενούς ζωής
Ασκήσεις θάρρους όλα τα παραπάνω, γιατί τα ερωτηματικά στην απελπισία δεν χρειάζονται πάντα μια απάντηση.
Είναι σαν την μάνα που κλαίει πάνω από το σκοτωμένο της παιδί, στην απεργία των απεργών καπνεργατών. Σηκώνει τα χέρια ψηλά και ζητά εξηγήσεις Από τον Θεό και την Παναγία. Αφού δεν πήρε όπως αναμενόταν καμία απάντηση έβγαλε όλη την οργή της στον αέρα. Είναι η μάνα που ενέπνευσε τον Γιάννη Ρίτσο να γράψει τον «Επιτάφιο».
Στον αέρα τα ερωτηματικά για να εισπράξουμε την αντήχηση. Ποιος ξέρει ίσως κάποτε καταφέρουμε να δώσουμε τις απαντήσεις…

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Στον αστερισμό του ασήμαντου

Τεραστία κοινωνικά προβλήματα, μένουν απλές αναφορές, χωρίς καμία κριτική προσέγγιση. Χωρίς επεξεργασία τέτοια, που να οδηγεί έστω και σταδιακά στην αντιμετώπιση τους. Απεναντίας σπαταλιέται πολύτιμος χρόνος σε πράγματα ασήμαντα, που η διάρκεια ζωή τους περιορίζεται τις περισσότερες φορές μέχρι να πάρει την θέση τους το επόμενο ασήμαντο, που για ορισμένο τηλεοπτικό χρόνο θεωρείτε σημαντικό. Αλλά και πολλά σημαντικά, η σύγχρονη κοινωνία έχει μια τρομερή ικανότητα να τα πνίγει είτε αποσιωπώντας τα, είτε μετατρέποντας τα σε ένα ακόμη φαινόμενο ανάμεσα στα αλλά, ένα φαινόμενο εμπορευματοποιημένο όπως τα άλλα.
«Πως θα ήταν οι κοινωνίες αν βασίζονταν περισσότερο στις αρχές της διανόησης; Αμφισβητώντας και όχι συμπλέοντας. Κριτικάροντας και όχι συμφωνώντας. Πως θα ήταν τα Μέσα Ενημέρωσης αν δεν εγκλωβίζονταν στον ξύλινο πολιτικό λόγο, στα δρώμενα του και στο «ψέμα - αίμα - σπέρμα»; Πως θα ήταν τα σχολεία αν δίδασκαν σκέψη και όχι παπαγαλία; Αν δεν αξιολογούσαν το «κατά γράμμα» αλλά
το «κατά κρίση»; Πως θα είμαστε όλοι αν είμαστε ελεύθεροι»;
Από το βιβλίο του Κορνήλιου Καστοριάδη «Η άνοδος της ασημαντότητας»

Εσείς τι λέτε, θα ήταν στον αφρό τα λαμόγια; Θα γινόταν οι ναύτες στρατηγοί; Θα βασίλευε η ασημαντότητα; Θα αποδεχόμαστε το παιγνίδι και θα προσαρμοζόμαστε σε ότι μας δίνουν; Θα ακολουθούσαμε αυτό το ρεύμα το οποίο τα κάνει όλα ασήμαντα;
Η ευκολία και το βόλεμα οδηγεί σ’ αυτήν την εικόνα. Όλα τείνουν προς την ίδια κατεύθυνση, την κατεύθυνση μιας κοινωνίας στην οποία κάθε κριτική χάνει την αποτελεσματικότητα της.
Αυτά που παρατηρεί ο καθένας στην ακτίνα δράσης του, αυτά που βλέπουν τα μάτια μας και πολλές φορές αδυνατούμε να τα πιστέψουμε είναι αποτέλεσμα της απόρριψης της κριτικής σκέψης, και της αποδοχής σε ότι δεν μας κουράζει το μυαλό.
Σίγουρα οι κοινωνίες θα ήταν διαφορετικές αν ξέραμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι.

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Μια επανάληψη της σιωπής

Σήμερα και να θέλω μιλήσω δεν μπορώ. Και να θέλω να γράψω το κεφάλι μου ζυγίζει εκατό κιλά κρύωμα, σε συνάρτηση με την ζέστη, δεν έχουμε να πούμε τίποτα. Μια επανάληψη της σιωπής. Εκεί στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας, η πόλη κλείνει πάλι τα κάστρα της και ξαναρχίζει να τρώει τις σάρκες της. Στενοί ορίζοντες και η θάλασσα που μας κυκλώνει, μας βάζει τιμωρίες, εκατό φορές το ίδιο πράγμα και μαζί με την κόλλα αναφοράς, μας τυλίγουν και μας, σε ένα κομμάτι χαρτί.
Το εξαντλήσαμε το θέμα Τις πρώτες πρωινές ώρες που συνήθως με βρίσκουν ξύπνιο, λογαριάζω αλλιώς τα πράγματα. Είμαι πιο ευάλωτος στο λάθος, πιο ανεκτικός στην ήττα, πιο αποτελεσματικός στο ακατόρθωτο. Έχουμε εξαντλήσει το θέμα. Την επομένη δεν υπάρχει διάθεση για επανάληψη. Ότι είχαμε να πούμε το είπαμε και το ξαναείπαμε. Μετά απ’ αυτή την κατάχρηση, η γοητευτικότερη λύση είναι να αφεθούμε στις σιωπές.
Δεν είμαι πολέμιος του διαλόγου, αρκεί οι λέξεις να αντιπροσωπεύουν ουσία, δυστυχώς τις περισσότερες φορές μου προκαλούν πονοκέφαλο, γιατί μπορεί να είναι ο λόγος η αρχή αρκεί κάποια στιγμή να δίνει τη σειρά του στην πραγματικότητα.
Εδώ που φτάσαμε δεν ξέρω τι να πω. Ξεχάσαμε να περπατάμε. Τα «δύο βήματα μπρος και ένα πίσω», ακούγεται δογματικό γι’ αυτό πήγαμε πίσω ολοταχώς. Τώρα πάλι από την αρχή, σαν κουρασμένοι ηθοποιοί που επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά το ρόλο.

Για την πόλη σας έγραφα χθες, η θλίψη δεν είναι για τα κάστρα, τους δρόμους και τα κτίρια, τα άλλοθί μας δηλαδή, αλλά για τον αντίλαλο από το παιδικό μας το χαμόγελο που σήμερα μπερδεύεται με ύβρεις. Για την αθωότητα, που έγινε πονηριά. Για την παρέα του γυμνασίου που σήμερα βγάζει τα μάτια της. Για τους φίλους του παλιούς που ξέχασαν, τα καλύτερα τους χρόνια.
Τέτοιες ώρες καταφεύγω στη σιωπή, είναι και αυτή ένας τρόπος να επικοινωνήσεις.

Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...