Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Υπό το μηδέν

Πρέπει να βάλω μια τάξη. Είναι τόσα πολλά που θέλω να γράψω σήμερα που δεν βγαίνει λέξη. Είναι τόσα πολλά που θέλω να βάλω στη σειρά και στην ώρα τους, αλλά τα παιδιά δεν φαίνονται πουθενά. Αργούν τα παιδιά και που να περιμένεις …
Με ποιον να συμμαχήσεις εδώ στην μικρή μας πόλη; Ποιανού το μέρος να πάρεις, και να ενώσεις τη φωνή σου. Δεν βγαίνει κιχ. Δεν είναι ότι βράζουνε όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν βράζουνε με τίποτα. Η εικόνα της πολιτικής σ’ αυτό τον τόπο δεν σκιαγραφείτε ούτε με το μαύρο. Για να μην μακρηγορούμε, ορατότης μηδέν.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η πολιτική μας εγκατέλειψε και τη θέση της πήραν, φιλόδοξοι τσαρλατάνοι, μαυραγορίτες με κονκάρδες, που τις φορούν ανάλογα την περίσταση, πολλοί μαλάκες που ζουν και αναπνέουν, για λίγα λεπτά δημοσιότητας, και ένα ακροατήριο του πόνου.
Κάπως έτσι εξελίσσεται εδώ στην μικρή μας πόλη το θέατρο του παραλόγου. Για το Λαό ούτε λόγος, την κυριαρχία του την εξαγόρασε με δάνεια και πιστωτικές κάρτες.
Τι να πεις και σε ποιο να τα πεις. Να τρίψω τα χέρια μου από ικανοποίηση επειδή ξέμειναν από αντίπαλο και τσακώνονται μεταξύ τους; Πρόκειται για φαρσοκωμωδία, που δυστυχώς μας αφήνει αδιάφορους. Ποτέ δεν υπήρξε τέτοια στάση του Λαού απέναντι σε τέτοια φαινόμενα. Ποτέ αυτός ο Λαός δεν παρακολουθούσε τέτοιες φτηνές παραστάσεις.
Είναι πολλά που θέλω να γράψω σήμερα και από πού ν’ αρχίσω. Αν δεν καταλάβατε με τον εαυτό μου τα έχω πρωτίστως, που έφτασε τα πενήντα, βλέποντας όλα γύρω του να γκρεμίζονται και τώρα περιμένει τα παιδιά, ελπίζοντας ότι σ’ αυτό που υποστηρίζει δεν θα εισπράξει ακόμα μια απογοήτευση.
……………………………………………………………………………
Με την Κική Δημουλά για το φινάλε και για το τίτλο
Τρέμεις βροχή
σε φοβέρισε ο μετεωρολόγος
ότι θα γίνεις αύριο χιόνι
Εμάς να δεις
θα λιώσετε θα λιώσετε προβλέπει.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2009

Σιγά τα χρόνια

Το θέμα είναι καθαρά ψυχολογικό, μπορεί ένας χρόνος να μη μετράει τίποτα όταν βρίσκεται ενδιάμεσα της δεκαετίας, όταν όπως γίνεται στρογγυλοποίηση του ποσού, εκεί πονάει και πονάει βέβαια όταν τα 49 γίνονται 50, γιατί από τα 19 στα είκοσι περνάει χωρίς να μετρήσει. Να τον σταματήσουμε δεν μπορούμε, μπορούμε όμως με τον ανάλογο αυτοσαρκασμό να τον ξεγελάσουμε. Από τον Μάη αρχίζει το μέτρημα και εκεί που κάθε Μάη άνοιγε η Ψυχή μας τώρα αρχίζει σιγά σιγά να μας πιέζει, και τούτος Ο Μάης τα άντα τα κάνει ηντα.
Ας γυρίσουμε στους Μάηδες που σβήναμε κεριά και ας ζήσουμε και τώρα που δεν σβήνουμε αυτό που ξέρουμε καλά
«Ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – ή την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις, ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».
Μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή. Βραχνή γυναικεία φωνή. Και είναι Μάης
Από τον Μάη αρχίζει το μέτρημα. Σιγά πια! Και τι είναι τα χρόνια; αποσυμπιεσμένες στιγμές, αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με αξιοπρέπεια.
Στα γενέθλια πάψαμε να σβήνουμε κεριά. Τώρα σβήνουμε ονόματα, φίλους που χάθηκαν, έρωτες που ξεθώριασαν, ερωμένες που ξεχάστηκαν, δικούς μας που έφυγαν για πάντα. Το μέγεθος του απουσιολόγιου είναι το ασφαλέστερο ταμείο.
Γιατί το κάνω θέμα; Αφού τα χρόνια δεν μετράνε, η ζωή έχει σημασία και όσο υπάρχει πρέπει να είναι πλήρης, όχι ημερών, αλλά ηδονικών στιγμών και πράξεων.
Στο ταμείο και όλες αυτές οι πάντοτε παρούσες στιγμές, αυτές που κάνουν τα χρόνια να μην μετράνε γιατί «μια στιγμή και τα πάντα όλα».
Ζήσαμε τον έρωτα ακραία συμπεριλαμβάνοντας και την ολική καταστροφή ενίοτε. Δεν ψάχνω τοίχους σήμερα για να χτυπήσω το κεφάλι μου αγαπητή μου κυρία.
……………………………………………………………………………
Σιγά τα χρόνια και σαράντα πήγα και έφυγα τρέχοντας, ψάχνοντας αλλού την ηλικία μου, που; Μα που αλλού από τις αμέτρητες στιγμές που έζησα και αυτές που μπορεί να ζήσω γιατί σε ένα χρόνο μπορείς να ζήσεις μια ζωή και μια ζωή να τη μετρήσεις με άγονες δεκαετίες.
……………………………………………………………………………..
Πόσο είναι ο Σον Κόνερι και ακόμα λατρεύεται; Πάνω από εβδομήντα
Έχουμε πολύ χρόνο ακόμα

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Θα τον ξαναθυμηθούμε…

Τον θυμήθηκα διαβάζοντας μια τελευταία συνέντευξη του, στην τηλεόραση που δημοσίευσε η «Κυριακάτικη ελευθεροτυπία». Με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο μέναμε στην ίδια πολυκατοικία, οδός Πετσόβου δίπλα στον λόφο του Στρέφη. Μια καλημέρα είχαμε, εγώ όμως τον θαύμαζα από παλιά, από την περίοδο της δικτατορίας, από το «εκείνος και εκείνος», από τις παραστάσεις που έδινε μονός του τις Δευτέρες, όταν τα θέατρα ήταν κλειστά… Σε λίγες μέρες συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το θάνατο του ξεχωριστού ηθοποιού. Αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς όσα επιχειρούσε από τότε να πει ο Διαμαντόπουλος.

Την καλύτερη απάντηση σε όσα συνεχίζουν να ακούγονται από πολιτικούς αναλυτές για τους «γνωστούς αγνώστους», τη «βία της νεολαίας» και την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου είχε δώσει, και μάλιστα από την τηλεόραση, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος το Νοέμβριο του 1995, Δύο μέρες μετά την έγκριση της πρυτανείας του ΕΜΠ να καταλυθεί το άσυλο και να εισβάλουν τα ΜΑΤ. Ήταν τότε που είχαν συλληφθεί όλοι, όσοι βρίσκονταν μέσα στο Πολυτεχνείο (πάνω από 500), και παραπέμφτηκαν σε μαζικές δίκες. Θεωρήθηκε εκείνη την εποχή ότι εξουδετερώθηκαν μια για πάντα οι «γνωστοί άγνωστοι».
Ο Διαμαντόπουλος φιλοξενήθηκε τελικά στην εκπομπή «Κίτρινος Τύπος», μαζί με τον καθηγητή του Παντείου Γιώργο Ρούση (τον μόνο με τον οποίο μπόρεσε να συνεννοηθεί στην πορεία της συζήτησης), τον τότε πρύτανη του ΕΜΠ Νίκο Μαρκάτο, δύο γονείς νέων που είχαν συλληφθεί και δύο «αγανακτισμένους» πολίτες.
Απορώ πως δεν θυμήθηκε κανείς αυτά που είπε τότε ο Διαμαντόπουλος όταν έγινε η τελευταία εξέγερση της Νεολαίας
Γιατί βρήκε στη τηλεόραση «Αισθάνθηκα μια ενοχή, αν δεν μιλήσω μπροστά σ' αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα που για μένα αποτελούν ιστορική στιγμή. Ένα κανάλι έδειξε παρόμοια σκηνή με το ξυλοκόπημα ενός φοιτητή επί χούντας. Αυτό το γεγονός είναι πράγματι συγκλονιστικό».
Οι « γνωστοί - άγνωστοι» «Πιπιλάμε την καραμέλα όλοι μας - και σ' αυτό βοηθήσανε κι οι δημοσιογράφοι οφείλω να πω - περί γνωστών αγνώστων. Για μένα είναι ένα σημείο, όπου αρχίζει ο συμβιβασμός. Αρχίζει, δηλαδή το παζάρι. Ποιοι είναι οι γνωστοί άγνωστοι και ποια είναι τα παιδιά, τα οποία αυθόρμητα βγάζουν την κραυγή, γιατί δεν μπορούν αλλιώς. Όσο μεγάλοι κι αν είναι, δεκαοκτάχρονοι, εικοσάχρονοι, δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πολιτικά, ούτως ώστε να οργανωθούν και να δώσουν τη μάχη τους οργανωμένα, σωστά και αποτελεσματικά. Και το δωδεκάχρονο ακόμα εισπνέει, εισπράττει ένα σμπαραλιασμένο κράτος που δεν πιστεύει πουθενά. Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις που πιθανόν υπάρχουν, όλο το πολιτικό φάσμα είναι σμπαραλιασμένο, είναι ψευδές. Ψεύδεται. Ψεύδεται απέναντι στο λαό κι εγώ το θεωρώ προδοσία. Αυτά λοιπόν τα παιδιά εισπράττουν αυτό το μπλοκάρισμα και δεν ξέρουν πώς να το εκφράσουν. Το εκφράζουν έτσι. Χτυπώντας, καταστρέφοντας, κάνοντας αυτές τις πράξεις τις καταδικαστέες όπως λέμε όλοι - που για μένα δεν είναι καταδικαστέες. Γι' αυτά τα παιδιά, αυτό ήταν μια κραυγή. Όταν πέταγαν το σκαμνί, πετάγανε το κράτος, πετάγανε αυτή τη γελοιότητα. Δεν ήταν λοιπόν η καταστροφή. Η καταστροφή ήταν μία κραυγή, ήταν μια θέση, μια στάση. Έτσι πρέπει να το δούμε. Εμένα με συγκινεί αυτή η στάση. Συγχωρήστε με».
Η σημασία του ασύλου: «Ποια είναι η διαφορά των τανκς της χούντας με τα ΜΑΤ που μπήκαν στο Πολυτεχνείο; Θα 'θελα να ξέρω ποια είναι η διαφορά. Αυτοί μπήκανε με τα τανκς και εμείς μπήκαμε οπλοφόροι και με τις μάσκες. Με τα ΜΑΤ. Θα 'θελα να ξέρω ποια είναι η ουσιαστική διαφορά. Διότι αν μιλάμε περί ασύλου, όπως οι χριστιανοί πιστεύουν ότι η εκκλησία είναι ένα άσυλο, έτσι κι εμείς πιστεύουμε ότι το πανεπιστήμιο είναι ένα άσυλο».
Για τα όργανα του ΕΜΠ που τα έσπασαν: «Το όργανο αυτό για ένα παιδί, ανήλικο ή ενήλικο, αποτελεί εκείνη την ώρα ένα φραγμό στη δικιά του την ελευθερία. Κι όταν το σπάει αυτό το όργανο είναι η έκφραση μιας κραυγής. Δεν το σπάει για να καταστρέψει».
Για την ανθρώπινη ζωή: «Αυτό που λέει ο κ. Μαρκάτος για το σεβασμό και την έγνοια μας για την ανθρώπινη ζωή είναι μια κουβέντα. Ποια ζωή; Ποια ζωή πάμε να κληροδοτήσουμε σ' αυτά τα παιδιά; Ποια ζωή θα τους μεταφέρουμε; Είμαστε περήφανοι γι' αυτή τη ζωή; Βεβαίως κάθε ζωή είναι σεβαστή. Τρέμουμε όλοι μην πάθει τίποτα το παιδί μας, μην πάθει τίποτα ο αδελφός μας. Αλλά ποια ζωή; Το πρόβλημα είναι πριν».
Για την αστυνόμευση: «Κάποτε με κάλεσαν σε ένα δικαστήριο για μια θεατρική παράσταση, η οποία ήταν πράγματι φοβερή, φρικτή. Αισχρολογούσαν. Ήταν φοβερά τολμηρή και σε σοκάριζε. Το ζήτημα στο δικαστήριο ήταν αν έπρεπε να επέμβει ο εισαγγελέας για να σταματήσει η παράσταση. Ήμουν τελείως αντίθετος, διότι επρόκειτο περί λογοκρισίας. Η λογοκρισία είναι ταυτόσημη μ' αυτό που ονομάζουμε επέμβαση των ΜΑΤ. Θα 'θελα να αυτοκτονήσω αν μπορούσα να δεχτώ ποτέ, να ευλογήσω την επέμβαση των ΜΑΤ. Σε καμία περίπτωση! Ακόμα και στην περίπτωση που θα έπεφταν νεκροί. Θα προτιμούσα αυτό, παρά μία επέμβαση. Δηλαδή πιστεύω ότι σήμερα το καθεστώς είναι μία χούντα με άλλοθι τη δημοκρατία».
Για το ρόλο των νέων: «Ήμουνα κάποτε σε μία σύναξη στο Λονδίνο, που ήμαστε όλοι οι αντιχουντικοί μαζεμένοι. Δεν θέλω να πω ονόματα τώρα. Πολύ γνωστά ονόματα. Λέει ένας σε κάποιον πολύ μικρότερο: Μη μιλάς εσύ, είσαι μικρός, δεν ξέρεις. Κι εκείνος απαντά: Εγώ δεν ξέρω, αλλά δεν έχω σαπίσει σαν κι εσένα».
Για τη Δικαιοσύνη: «Είδαμε όλοι, και το είδε όλη η Ελλάδα και η Αστυνομία βέβαια, πώς ξυλοκοπήθηκε αυτό το παιδάκι που του αλλάξανε τα φώτα. Έχουμε δει αυτεπάγγελτες κατηγορίες εισαγγελέων για ένα εκατομμύριο πράγματα. Εδώ τι έκανε η Δικαιοσύνη; Τι έχει κάνει μέχρι στιγμής η Δικαιοσύνη; Τίποτα. Εκώφευσε».
Για το κάψιμο της σημαίας: «(Η σημαία) είναι ένα πανί που το δώσαν σε έναν ράφτη και που το 'ραψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Αφήστε με να τελειώσω. Δικαίωμά σου είναι να διαφωνείς. Αυτό που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από αυτό το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».
Η διαφορά από τη χούντα: «Η διαφορά μας από τη χούντα είναι τούτη: ότι η χούντα ήταν ένας ξεκάθαρος εχθρός, γι' αυτό και σχεδόν ολόκληρος ο λαός συμμετείχε (στην αντίσταση) ενάντιά της. Σήμερα, υπάρχει μία χούντα -επιτρέψτε μου να πω και έχω συνείδηση αυτού που λέω- η οποία καλύπτεται απ' το άλλοθι της δημοκρατίας. Όταν λοιπόν γίνονται αυτά τα γεγονότα στο Πολυτεχνείο, με τους βανδαλισμούς -σε εισαγωγικά, διότι εγώ δεν τους κρίνω βανδαλισμούς, είναι μια έκφραση κραυγής- και όλα τα δημόσια πρόσωπα, όλοι οι υπεύθυνοι του κράτους αυτού δεν έχουν συγκινηθεί, δεν έχουν ανατριχιάσει γι' αυτά τα γεγονότα καθόλου, από κει και πέρα καταλήγω στο συμπέρασμα -το φρικτό συμπέρασμα αν θέλετε- ότι οι πράξεις αυτές ήταν λίγες. Αφού δεν ξύπνησαν κανένα. Και ίσως πρέπει να πολλαπλασιαστούν για να ξυπνήσουμε κάποτε».

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...