Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

"Φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω..."


Δύο χρόνια Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Δεν έχω να γράψω τίποτα. Θα συνεχίσουμε με μπλε ιστορίες… Βγαίνει ένας από ένα κτήριο, μπαίνει στο τρένο. Tο τρένο μπαίνει σε ένα τούνελ, και όταν βγαίνει αυτός είναι νεκρός. Λύση: Ο τύπος ήταν τυφλός και πήγε σε ένα νοσοκομείο για εγχείρηση και ξαναβρήκε το φως του. Μπήκε στο τραίνο και κοιμήθηκε και άνοιξε τα μάτια του μέσα στο τούνελ. Νόμιζε ότι ξανατυφλώθηκε και αυτοκτόνησε...Πως λέμε το όνειρο που δεν ακολούθησε το δρόμο των επιθυμιών; - Εφιάλτη!
Σε συνέχεια των εσωτερικών διεργασιών, χωρίς την εν κατακλείδι, απαραίτητη δικαιολογία. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ο ατομισμός αποτελεί διέξοδο. Τον ακολούθησα όμως όπως οι περισσότεροι και τώρα τρέχουμε να προλάβουμε την συλλογική καταστροφή. Ενώ έτρεχα να καλύψω τις ανάγκες μου, κάποιοι προεξόφλησαν τη θυσία που θα έκανα για τα επόμενα χρόνια…
Επιστρέφουμε στην καθημερινότητα, δεν έχω ψευδαισθήσεις, ετούτα τα γενικόλογα κείμενα, ελάχιστους ενδιαφέρουν.
Φεύγω μακριά. Καθάρισα, από τους ρύπους των λέξεων, των άνευ ουσίας και αντικρίσματος, που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αυτές τις μέρες στην κεντρική πολιτική σκηνή. Καθάρισα, διαβάζοντας λόγο συμπυκνωμένο, απόσταγμα ψυχής του συμπολίτη μας Ευγένιου Αρανίτση «Νίκος Καρούζος (1926 – 1990). «Οφειλή» ο τίτλος. Συγνώμη αλλά δεν μπορώ να γράψω τίποτα σήμερα μετά απ’ αυτό, η επικαιρότητα επαναλαμβάνεται.
Για τους ποιητές, που δοξάζουν τις λέξεις, γι’ αυτούς που τους δίνουν νόημα και τις διατηρούν ζωντανές. Γι’ αυτούς, που με το αίμα της ψυχής τους αποτυπώνουν τα χρώματα στην πραγματική τους διάσταση.
Αυτή η επανάληψη, με τα μηδενικά αποτελέσματα, είναι που σκοτώνει τις λέξεις. Έτσι έχουμε τίτλους πινακίδες και σφραγίδες, που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να μη θυμόμαστε. Χιλιάδες λέξεις έχουν θυσιαστεί στο βωβό της προπαγάνδας. Ένα μικρό δείγμα με τις δύο πρώτες και δύο τελευταίες στροφές, από το εξαιρετικό ποίημα του Ευγένιου Αρανίτση. Για όσους αγαπούν τις λέξεις, που κρύβουν αλήθειες.

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

Κοιμήθηκα κι αυτός μονολογούσε
ορθός μπροστά στης νύχτας το δρεπάνι
— Ναι!, έλεγε, ο θάνατος χωρούσε
πολλούς ακόμη, μόνο που η πλάνη
του κάτω κόσμου ήταν το λιμάνι
για όσους ο Θεός δε συγχωρούσε.
Παράδεισος είν’ όνομα ενός τόπου
που φτιάχτηκε απ’ τη φύρα του ανθρώπου.

Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση:
ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
του μέλλοντος. Και ρίχνοντας το ζάρι
μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Το εναρκτήριο λάκτισμα

Δικαίως, αναγνώστης της στήλης, επικεντρώνεται στον επίλογο του χθεσινού κειμένου. Όμως, το «κάτι θέλω να πω», δεν αφορά ένα γεγονός, δεν αφορά κάποιους ανθρώπους, αφορά μια ολόκληρη περίοδο. Είναι ασύνδετες λέξεις, που χρειάζεται πάραυτα να μπουν στη σειρά και να ορίσουν τη στάση μας, απέναντι στην πραγματικότητα.
Κωμωδία φάνταζε στα μάτια μας όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα κόπηκαν τα γέλια. Κρύφτηκαν οι λέξεις. Το «κάτι θέλω να πω», είναι αυτό που ψάχνω, για το πώς φτάσαμε έως εδώ. Να ξεκαθαρίσω τις ευθύνες του πληθυντικού και του ενικού. Να περάσω μέσα από το προσωπικό, στο συλλογικό. Το χθεσινό κείμενο, ήταν πολλά κείμενα ενικού και πληθυντικού, τοπικού και γενικού, προσωπικού και συλλογικού. Ήταν το ένα κρυμμένο μέσα στο άλλο και όλα, άφηναν ανοιχτούς λογαριασμούς.
Δυστυχώς οι ορισμοί δεν μπορούν να αποδώσουν, το κωμικοτραγικό, όπως αυτό εμφανίζεται στις μέρες μας. Το «κάτι θέλω να πω», δείχνει την αγωνία να βρω κάτι στέρεο, να πατήσω. Προσδιορίζει το στάδιο της προσμονής και δίνει το εναρκτήριο λάκτισμα του αγώνα. Το «κάτι θέλω να πω», είναι αυτό που δεν ξέρω ακόμα, σαν σχήμα, σαν μορφή, σαν απόδειξη. Ξέρω όμως, που έχει φωνή, έχει ψυχή, έχει την αποφασιστικότητα εκείνη, που δίνει κουράγιο να ξεκινήσει την εξερεύνηση.

Αν φτάσουμε στο τελευταίο κομμάτι της ρώσικης κούκλας, αγαπητέ αναγνώστη, «μπορεί να συμβαίνει και αυτό». Τους βάλαμε στη σκηνή για να γελάσουμε, δεν προσδοκούσαμε κάτι, όμως αυτοί πολύ γρήγορα μας έδειξαν το ταλέντο τους στην τραγωδία, αυτήν που δεν παρακολουθούμε, αυτήν που ζούμε.
Μπορεί η νίκη από την ήττα να είναι ένα βήμα απόσταση, αυτό όμως δεν σημαίνει πως εμείς δεν θα περπατήσουμε. Τέρμα τα γέλια, τέρμα τα παιγνίδια στις πλάτες των παιδιών μας . Τέρμα στην ανοχή και στην αγία απάθεια. Να σηκωθούμε επιτέλους όρθιοι. «θα είναι μια μεγάλη νίκη, μια επανάσταση, μια φοβερή αντίσταση. Όχι κατά της αρχής. Κατά του τέλους – μας»
Το «κάτι θέλω να πω» είναι η μαγιά, για να βρεθούν οι λέξεις.


Κάτι θέλω να πω...

Προσπαθώ να μορφοποιήσω κάτι, που με απασχολεί σοβαρά το τελευταίο διάστημα. Κάτι θέλω να πω, αλλά ακόμα δεν έχω καταφέρει, να βρω τις λέξεις, να βρω τον βηματισμό. Για να είμαι πιο ειλικρινής , τα μέχρι τώρα στοιχεία παρουσιάζουν ελλείψεις.
Είναι κι’ αυτό που πολλές φορές λέμε «δεν θέλω να το πιστέψω» ή ακόμα και αν το πιστεύω μου πέφτει βαρύ να το ξεστομίσω.
Μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι «όλα» κινούνται με σκοπιμότητα. Το «Όλα» είναι αυτά για τα οποία δεν αναφέρουμε. Δεν υπάρχει διάθεση, να υπηρετηθούν αξίες, να δοθεί, ένα χέρι βοήθειας.
Η πλειοψηφία χωρίς καμία διάθεση για προσφορά, για δράση, για συμμετοχή.
Μια πλειοψηφία τηλεθεατών που χωρίζεται σε οπαδούς αστείων τηλεοπτικών προγραμμάτων. Που δέχεται χωρίς δεύτερη κουβέντα ότι της προσφέρεται, που αποκτάει καινούργιες διατροφικές συνήθειες καταβροχθίζοντας με μανία σκουπίδια.
Μια πλειοψηφία που με κάνει να κινδυνεύω να γίνω αιρετικός.
Να τα βάλω με τον Θεό να τα βάλω με το Λαό. Ποιο Θεό και ποιο Λαό.
Βόλεμα στο βόλεμα και ξεβολεύτηκα για τα καλά από τις ουτοπίες μου.
Σ’ αυτόν το θίασο ο καθένας έχει ένα ρόλο. Εντάξει υπάρχουν οι πρωταγωνιστές, αλλά χωρίς τους κομπάρσους…

Τίποτα δεν υπήρξε χθες. Κανείς δεν αμφιβάλει για την ταχύτητα που όλα κινούνται, αυτό όμως δεν προϋποθέτει και την απόλυτη λήθη.
Έχω την αίσθηση ότι όλα έχουν σβηστεί. Τα υπερφορτωμένα εγκεφαλικά μας κύτταρα, για να αντέξουν σβήνουν με απίστευτη ταχύτητα. Λες και δεν είχε συμβεί ποτέ. Αντιμετωπίζουν το σήμερα, σαν αποτέλεσμα παρθενογέννησης.
«Η αλήθεια του καθενός» λέει ένα τραγούδι, είναι ο δρόμος του, δηλαδή του ψέμα του. Δεν είναι υπερβολή να υποστηρίξουμε ότι παρακολουθούμε μια σκηνοθετημένη πραγματικότητα, αλλιώς που θα μπορούσαν να χωρέσουν; Οι ίδιοι ηθοποιοί τα καταφέρνουν όπως φαίνεται, το ίδιο καλά και στην κωμωδία και στην τραγωδία. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι αυτό το θέαμα που παρακολουθούμε, εκτός από μια κωμωδία που εξελίσσεται σε τραγωδία.

Μακριά από την τηλεοπτική κολυμπήθρα δεν μπορεί να υπάρξει αξία

Την ολοένα αυξανόμενη ανάγκη για δημοσιότητα της κοινωνίας, ήταν αδύνατον να την ικανοποιήσει  η τηλεόραση. Το παιχνίδι εδώ είχε κανόνες, κάποιοι θα παίζουν - κυρίως οι πολιτικοί - και κάποιο θα τους παρακολουθούν. Η ελκυστικότητα του μέσου εισχώρησε βαθιά στους δέκτες του και τους δημιούργησε την επιθυμία να βρεθούν έστω και για ένα λεπτό μέσα στο μαγικό κουτί. Και επειδή είναι αδύνατον να χωρέσουν όλοι εκεί μέσα, ήρθε το διαδίκτυο με τις διάφορες εφαρμογές του να ικανοποιήσει και την τελευταία επιθυμία.
Το παρακάτω δημοσιεύτηκε, στα πέτρινα χρόνια της εκπαίδευσης, όταν το κοινό ξεροστάλιαζε στα τηλεοπτικά συσσίτια, παρακολουθώντας τους τυχερούς που είχαν εξασφαλίσει το εισιτήριο για το το μαγικό ταξίδι με την προσδοκία κάποτε να έρθει και η σειρά τους.
Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα, η εικονική. Η λογική, του ότι αξίζει φαίνεται, αποτελεί πλέον καθεστώς, γι’ αυτό το καθεστώς, που προσπαθεί να επιβάλει την επικυριαρχία του, το παθητικό τηλεοπτικό κοινό αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιεί τις συνέπειες.
«
Όσο κατείχε τη θέση του Νομάρχη, περνούσε και ξαναπερνούσε μπροστά από τις κάμερες, απολάμβανε συμπάθειες και αντιπάθειες αποτελούσε μορφή, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κάτι από την προσωπικότητα του κυκλοφορούσε ως μεγεθυντικός ψίθυρος στους κόλπους της νοήμονος κοινωνίας. Το όνομα του «κάνει γκελ», περνά ατελώνιστο στις συζητήσεις, δεν έχει ανάγκη συστάσεων και επεξηγήσεων – είναι ΑΥΤΟΣ. 

Να όμως που αυτή η πανίσχυρη συνθήκη ανατρέπεται μόλις ο περιλάλητος επώνυμος χάσει την θέση και τραβηχτεί στα μετόπισθεν. Το κοινό διερωτάται: Τι απέγινε ο άνθρωπος μας; Δεν μιλούν πλέον για το άτομο του, δεν σερβίρεται στο καθημερινό τηλεοπτικό συσσίτιο του δελτίου τη μορφή του, από μίστερ καθημερινότητα, μετετράπη αυθωρεί σε ακριβοθώρητο πρόσωπο που επέστρεψε στην ανωνυμία.
Πόσο διαρκεί η γλυκιά αυταπάτ
η; Το γυαλί δεν απονέμει απλώς ψευδεπίγραφα διάσημα και παράσημα, απονέμει κυριολεκτικά, την ύπαρξη και με την ίδια άνεση την αφαιρεί. Οι ώρες τηλεοπτικής παρουσίας ενός προσώπου ισοδυναμούν πλέον με το δικαίωμα του να ζει και να ενεργεί. Άνευ τηλεοπτικής στάμπας η κοινωνική αξία ενός προσώπου δεν λογαριάζεται.
Το ψευδεπίγραφο καθεστώς, αυτής της διατυμπανιζόμενης επωνυμίας το υποψιαζόμαστε μόλις εμφανιστεί ένας άνθρωπος που εργάζεται στον τομέα του, αλλά ατυχώς είναι άγνωστος. Παραχρήμα όλοι αναρωτιούνται: Μα αφού δεν τον έχουμε ξαναδεί, πως είναι δυνατόν να είναι σπουδαίος; Όπερ σημαίνει: Μακριά από την τηλεοπτική κολυμπήθρα δεν μπορεί να υπάρξει αξία».
Από το «Κέντρο Δηλητηριάσεων», γιατί με ισχυρή δόση δηλητηρίου μπορεί να αντισταθούμε στο ναρκωτικό.
Σήμερα πολλά χρόνια μετά, το ναρκωτικό φαίνεται ότι έκανε καλά τη δουλειά του. Μια βόλτα στον μαγικό κόσμο των κοινωνικών δικτύων, για του λόγου το αληθές.


Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Γιατί ίσως μονάχα έτσι ν’ αντιπαλεύεται το χάος

Για τη μαγεία της γραφής με έναν μαγικό στίχο της Κικής Δημουλά θα ξεκινήσουμε:
Τρέμεις βροχή
σε φοβέρισε ο μετεωρολόγος
ότι θα γίνεις αύριο χιόνι
Εμάς να δεις
θα λιώσετε θα λιώσετε προβλέπει.
Ούτε νουθεσίες, ούτε υποδείξεις. Δεν είναι στις προθέσεις μου. Καμία σκοπιμότητα. Μια καθημερινή ανάγκη, έκφραση προσωπικών ανησυχιών και συμβολή, μικρότερη ίσως από ένα μικρό λιθαράκι, στη συλλογική προσπάθεια και στην ιστορία.
«Δεν γράφω για μια εκλεκτή μειοψηφία, που δε σημαίνει τίποτα για μένα, αλλ' ούτε και για κείνη τη χιλιοβασανισμένη πλατωνική κατηγορία που είναι γνωστή ως «οι μάζες». Δυσπιστώ και στις δύο αυτές αφαιρέσεις, τις τόσο προσφιλείς στους δημαγωγούς. Γράφω για τον εαυτό μου και για τους φίλους μου. Γράφω ακόμα, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου» Χόρχε Λουί Μπόρχες από «το βιβλίο της άμμου».
Σαφή εξήγηση από τον μεγάλο Αργεντινό συγγραφέα, για την ανεξήγητη διαδικασία της γραφής.

Γιατί ίσως μονάχα έτσι ν’ αντιπαλεύεται το χάος, ο χρόνος που καίτοι αθώος, μας θανατώνει απ’ τις δικές μας υποψίες. Διότι εμείς ούτε αθώοι είμαστε, ούτε ερήμην μας κυλά τελικά η ζωή. Υπάρχει κι έχει το χρώμα, το ήθος, την ιδεολογία που εμείς της δίνουμε. Έχει ακόμα κι εκείνη τη γενναία πίστη που διαθέτει τη σπάνια δύναμη να νικά τις ενοχές και το μάταιο. Η γραφή είναι τελικά το μοναδικό ενσταντανέ του χρόνου. Αναλαμβάνει να περάσει στην αθανασία αίσθημα, δικαιοσύνη και μνήμη. Μέχρι που όλα να παραδοθούν στην συμπαντική λήθη. Είναι η προσπάθεια που μέτρησε όμως. Κι αυτές οι λιγοστές εξηγήσεις που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν. Που γράφτηκαν όμως σε ένα λευκό χαρτί για να νικήσουν τον τρόμο. Έτσι παραμένουμε αξιοπρεπείς. Στο μέτρο του δυνατού γενναίοι. Με την αλήθεια μας κι εκείνη την ύστατη προσπάθεια να νικηθούν οι ενοχές.
Τη σχέση έχουν όλα τα παραπάνω με τις δικές μου ανησυχίες ; Απόλυτη. 

Νεκροί πέντε

Πάνω από δέκα αγγελτήρια θανάτου παρατήρησα χθες σε διάφορα σημεία της πόλης . Δέκα νεκροί, μπορεί και παραπάνω, που δεν είχαν όμως τ...