"Φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω..."


Δύο χρόνια Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ. Δεν έχω να γράψω τίποτα. Θα συνεχίσουμε με μπλε ιστορίες… Βγαίνει ένας από ένα κτήριο, μπαίνει στο τρένο. Tο τρένο μπαίνει σε ένα τούνελ, και όταν βγαίνει αυτός είναι νεκρός. Λύση: Ο τύπος ήταν τυφλός και πήγε σε ένα νοσοκομείο για εγχείρηση και ξαναβρήκε το φως του. Μπήκε στο τραίνο και κοιμήθηκε και άνοιξε τα μάτια του μέσα στο τούνελ. Νόμιζε ότι ξανατυφλώθηκε και αυτοκτόνησε...Πως λέμε το όνειρο που δεν ακολούθησε το δρόμο των επιθυμιών; - Εφιάλτη!
Σε συνέχεια των εσωτερικών διεργασιών, χωρίς την εν κατακλείδι, απαραίτητη δικαιολογία. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ο ατομισμός αποτελεί διέξοδο. Τον ακολούθησα όμως όπως οι περισσότεροι και τώρα τρέχουμε να προλάβουμε την συλλογική καταστροφή. Ενώ έτρεχα να καλύψω τις ανάγκες μου, κάποιοι προεξόφλησαν τη θυσία που θα έκανα για τα επόμενα χρόνια…
Επιστρέφουμε στην καθημερινότητα, δεν έχω ψευδαισθήσεις, ετούτα τα γενικόλογα κείμενα, ελάχιστους ενδιαφέρουν.
Φεύγω μακριά. Καθάρισα, από τους ρύπους των λέξεων, των άνευ ουσίας και αντικρίσματος, που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αυτές τις μέρες στην κεντρική πολιτική σκηνή. Καθάρισα, διαβάζοντας λόγο συμπυκνωμένο, απόσταγμα ψυχής του συμπολίτη μας Ευγένιου Αρανίτση «Νίκος Καρούζος (1926 – 1990). «Οφειλή» ο τίτλος. Συγνώμη αλλά δεν μπορώ να γράψω τίποτα σήμερα μετά απ’ αυτό, η επικαιρότητα επαναλαμβάνεται.
Για τους ποιητές, που δοξάζουν τις λέξεις, γι’ αυτούς που τους δίνουν νόημα και τις διατηρούν ζωντανές. Γι’ αυτούς, που με το αίμα της ψυχής τους αποτυπώνουν τα χρώματα στην πραγματική τους διάσταση.
Αυτή η επανάληψη, με τα μηδενικά αποτελέσματα, είναι που σκοτώνει τις λέξεις. Έτσι έχουμε τίτλους πινακίδες και σφραγίδες, που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να μη θυμόμαστε. Χιλιάδες λέξεις έχουν θυσιαστεί στο βωβό της προπαγάνδας. Ένα μικρό δείγμα με τις δύο πρώτες και δύο τελευταίες στροφές, από το εξαιρετικό ποίημα του Ευγένιου Αρανίτση. Για όσους αγαπούν τις λέξεις, που κρύβουν αλήθειες.

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

Κοιμήθηκα κι αυτός μονολογούσε
ορθός μπροστά στης νύχτας το δρεπάνι
— Ναι!, έλεγε, ο θάνατος χωρούσε
πολλούς ακόμη, μόνο που η πλάνη
του κάτω κόσμου ήταν το λιμάνι
για όσους ο Θεός δε συγχωρούσε.
Παράδεισος είν’ όνομα ενός τόπου
που φτιάχτηκε απ’ τη φύρα του ανθρώπου.

Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση:
ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
του μέλλοντος. Και ρίχνοντας το ζάρι
μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω.

Σχόλια

Ο χρήστης Yordanova Yordanka είπε…
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;