Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2009

Φυσικά και ονειρεύομαι

Χαζάροι ιερωμένοι, επονομαζόμενοι «κυνηγοί ονείρων» που προστάτιδά τους ήταν η πριγκίπισσα Ατέχ. Είχαν την ικανότητα να διαβάζουν τα ξένα όνειρα, να κατοικούν μέσα τους, όπως στο σπίτι τους, και να κυνηγούν ορμώντας μέσα απ’ αυτά το αγρίμι που τους υπέδειξαν - άνθρωπο, πράγμα ή ζώο... Η παρατήρηση ενός από τους πιο ηλικιωμένους κυνηγούς ονείρων έχει διαφυλαχτεί και λέει: « Στο όνειρο νιώθουμε όπως το ψάρι στο νερό. Κατά καιρούς αναδυόμαστε από το όνειρο, ρίχνουμε μια ματιά στον κόσμο στην ακτή, αλλά ξανά βυθιζόμαστε βιαστικά και με απληστία, επειδή νιώθουμε καλά μόνο στα βάθη. Σ’ αυτές τις σύντομες αναδύσεις μας στη στεριά παρατηρούμε ένα παράξενο πλάσμα, πιο οκνηρό από μας, συνηθισμένο να αναπνέει με διαφορετικό τρόπο από μας και κολλημένο με όλο του το βάρος στη στεριά του, αλλά επίσης στερημένο από τις ηδονές μέσα στις οποίες εμείς ζούμε όπως στο ίδιο μας το σώμα. Γιατί εδώ κάτω η ηδονή και το σώμα είναι αξεχώριστα και είναι ένα και το αυτό. Αυτό το πλάσμα έξω, αυτό είμαστε επίσης εμείς, αλλά εμείς σ’ ένα εκατομμύριο χρόνια και ανάμεσα σε μας και αυτό, πέρα από τα χρόνια υπάρχει και η φοβερή ατυχία που γκρεμίστηκε πάνω σ’ αυτό το πλάσμα έξω, αφού διαχώρισε το σώμα από την ηδονή...»
Για να συνεχίσουμε το χθεσινό ετούτη την τελευταία μέρα του χρόνου, υπερασπιζόμενοι, όχι τις ελπίδες και τις προσδοκίες αλλά την ανάγκη να ξεκουραστούμε για έναν ακόμα χρόνο στην σκιά ενός Ονείρου. Στην «εφηβεία της λήθης» η Κική Δημουλά το υπερασπίζεται, με τέτοιο τρόπο, που τα λόγια είναι περιττά

Φυσικά και ονειρεύομαι.
Ζει κανείς μόνο μ’ ένα ξερό μισθό;

Πόσο συχνά;
Κάθε που εγκαταλείπουν συχνότατα όλοι.

Επηρεάζουν τους απόντες τα όνειρά σας;
Βέβαια. Το ξανασκέφτονται καλά
και μάλλον μετανιώνουν οριστικά τους όλοι.

Είναι ελευθέρα η είσοδος;
Όχι εντελώς. Ζητάω την άδεια του ονείρου
πριν ελπίσω. Μου την δίνει εν γένει
μαζί με κάποιες οδηγίες αυστηρές.
Να πιστέψω δίχως ν' αγγίξω
να μη μιλήσω διόλου στον καπνό
γιατί είναι υπνοβάτης και θα πέσει
μόνο δια του βλέμματος ν’ αφήσω
το αίτημά μου στην κρεμάστρα
ό,τι μου δοθεί να το δεχτώ
κι ας μην έχει καμιά ομοιότητα
μ’ αυτό που ζωγραφίζει η έκκλησή μου -
θα την επανέβρει μόλις ξαναχαθεί.

Ένα μόνο δεν μου δίνει το όνειρο.
Το όριο. Ως που να κινδυνέψω.
Γιατί τότε πια δεν θα ήταν όνειρο.
Θα 'ταν γεράματα.

Καλή χρονιά με όνειρα γεμάτη

Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2009

Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι

Περισσότερο κακό παρά καλό ενδέχεται να κάνουν στην υγεία μας οι υποσχέσεις της Πρωτοχρονιάς για το έτος που ξεκινά, σύμφωνα με έρευνα του φιλανθρωπικού ιδρύματος για την ψυχική υγεία "Mind".
Το ίδρυμα παροτρύνει τους ανθρώπους να μην νιώθουν υποχρεωμένοι να ξεκινήσουν τη νέα χρονιά "οπλισμένοι" με υποσχέσεις για βελτίωση του εαυτού τους, καθώς αυτές τους δημιουργούν αρνητική εικόνα για τους ίδιους, προκαλώντας τους από άγχος, μέχρι και κατάθλιψη.
Όπως εξηγεί ο διευθυντής του ιδρύματος Πολ Φάρμερ, μιλώντας στο BBC, "οι περισσότεροι από εμάς θέτουμε ουτοπικούς στόχους κάθε Πρωτοχρονιά, με αποτέλεσμα να μην καταφέρνουμε να τους πραγματοποιήσουμε και να καταλήγουμε να νιώθουμε χειρότερα για τον εαυτό μας.
Δεν θα συμφωνήσω, είμαστε αρκετά υποψιασμένοι για να πιστέψουμε στα όνειρα, όμως να τα στερηθούμε και αυτά; Στην αφετηρία, με τη φαντασία να σχεδιάζει και την ελπίδα της πραγμάτωσης. Δεν ζητάμε λαγούς με πετραχήλια, απλά πράγματα που τα έχουμε κατακτήσει εδώ και χρόνια ευχόμαστε να ζήσουμε. Την ελευθερία την ειρήνη και μια ανθρώπινη ζωή.

«Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι» λέει ένα τραγούδι και άμα σταματήσεις χάθηκες. Έτσι είναι αγαπητή μου φίλη που το σχολιάζεις. Το σκοτάδι παραμονεύει. Μεταθέτεις συνέχεια τους προορισμούς για να συνεχίζεται το ταξίδι, για κινείτε η ζωή, να έχει φόρα η καρδιά και καύσιμα το μυαλό. Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι, για όσους σκαλίζουν ακόμα στον πηλό καράβια και χελιδόνια, για εκείνους που τρέχουν αενάως κυνηγημένοι και κυνηγοί ταυτόχρονα. Του χρόνου, που αμείλικτος μαζεύει τις ζωές μας οι οποίες κρέμονται από τα δέντρα.
Εμείς που συνηθίσαμε να ξεκουραζόμαστε στην σκιά ενός Ονείρου, θα συνεχίσουμε. Και αλήθεια σας λέω δεν πρόκειται να νοιώσουμε χειρότερα…

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Και τα κακά κουράζονται

Και των ανθρώπων όμως τα κακά κουράζονται και των ανέμων οι πνοές δεν έχουν πάντοτε την ίδια δύναμη. ‘Όσοι ευτυχούν, δεν μένουν ως το τέλος πάντοτε ευτυχείς. Στον κόσμο όλα αλλάζουνε, γι’ αυτό εκείνος πάει πιο καλά που έχει για στήριγμα του την ελπίδα. Δειλού ανθρώπου γνώρισμα είναι το ν’ απελπίζεται ( Ευριπίδου Ηρακλ, Μαινόμ. 101)
Αυτές τις τελευταίες μέρες του χρόνου ας εξαντλήσουμε όλα τα όρια της ελπίδας, όσο και αν η προσδοκία μας έχει κουράσει. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν προδικάζει την αισιοδοξία. Δεν ξέρω πως τα έχουν καταφέρει και κάθε χρόνο προσθέτουν ένα μεσοδιάστημα άγονο για ελπίδες. Κάπως έτσι περνούνε τα χρόνια και επειδή πλέον είμαστε υποψιασμένοι, ένα τραγούδι ελπίδας σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου, όταν το άκουσα για πρώτη για πρώτη φορά, σκεφτηκα να κανω το εφτά εννιά και να σας στείλω τις ευχές μου.

Να μ’ αγαπάς, να σταθούμε εδώ σε μια γωνιά
Να κοιταχτούμε λες κι ειν’ γιορτή, πρωτοχρονιά
Να με κρατάς αγκαλιά σφιχτά γιατί μου πήρε πολλά το εννιά
εκτός κι αν είπα εγώ το έλα σ' όλα αυτά

Μακάρι να ‘ναι η καρδιά μου ρόδι τυχερό
να στο χαρίσω να στάζει αγάπη ένα σωρό
Στα μαξιλάρια και στο χαλί να ξεχαστώ να μου λες πολύ
Κι ας κάνει ο φόβος κι άλλη τρύπα στο νερό

Να περπατάμε χέρι-χέρι ως το πρωί
Του τραμ οι ράγες κάτι ξέρουν δεν μπορεί
Τα χρόνια φεύγουν, γοργά περνούν και μ’ αναμνήσεις μετά γυρνούν
Μικρά τα ονόματα που όλα τα χωρούν

Να μ’ αγαπάς με τα λάθη μου όλα στη σειρά
Στο σινεμά στο κορμί μου κόλλα τρυφερά
Δεν ειν’ ο κόσμος ιδανικός, για το ταξίδι είναι δανεικός
Για να ‘χει όνειρα να κάνει ο ενικός

Να μου μιλάς μεσημέρι, βράδυ και πρωί
Στα ξαφνικά, στο μικρό μπλακ άουτ της Δ.Ε.Η.
Και μέχρι να ‘ρθει ξανά το φως, αυτός ο λόγος ο πιο κρυφός
θα δει ν’ ανοίγουμε μια πόρτα στη ζωή

Να μ’ αγαπάς εαυτέ μου σ’ έψαχνα παντού
Κι ενώ ενοχές κι αντοχές μου ‘δίναν ραντεβού
απ’ τα ακριβά μου στα πιο φθηνά κι απ’ τη φωλιά μου στο πουθενά
συναντηθήκαμε στη μέση του καιρού

Να μ’ αγαπάς, να σταθούμε εδώ σε μια γωνιά
Να κοιταχτούμε λες κι ειν’ γιορτή, πρωτοχρονιά
Να μου μιλάς σιγανά στ’ αυτί γιατί σ' ακούνε τη νύχτα αυτή
παλιά μου όνειρα που χρόνια είχαν κρυφτεί

Τετάρτη, 23 Δεκεμβρίου 2009

Χριστούγεννα: χωρίς την επιρροή της κατανάλωσης

Μπορεί η κρίση να επιβάλει αυτοσυγκράτηση, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να στερεί την δυνατότητα ακόμα και για τ’ αναγκαία, η μανία του καταναλωτισμού όμως ζει και βασιλεύει. Και πώς να γίνει διαφορετικά αφού το μοντέλο που οδήγησε στην καταστροφή, επιμένει να διαφημίζει κινητά και αυτοκίνητα, μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων, όχι βεβαίως των αγαθών αλλά των χρημάτων.
Δεν είναι η σωματική κόπωση, που μας καταβάλει αυτές τις μέρες, αλλά η ψυχική ταλαιπωρία, που υπαγορεύεται από την αθέατη ανάγκη της απληστίας, που εισβάλει χωρίς την θέληση μας σαν ναρκωτική ουσία στα εγκεφαλικά μας κύτταρα και μας ομογενοποιεί.
Τρέχουμε να προφτάσουμε τα πάντα, να μην μας λείψει τίποτα για να τα κλειστούμε στην κιβωτό της απόλαυσης περιμένοντας τη συντέλεια του κόσμου.
Και επειδή βεβαίως είναι αδύνατον, να μην ξεχάσουμε και κάτι έξω από την κιβωτό, έρχεται το απαραίτητο το άγχος να μας χαλάσει τη γιορτή.
Συνέχεια του χθεσινού το σημερινό στην προσπάθεια μιας άλλης ματιάς, που θα δυναμώσει τη ψυχή μας και θα μηδενίσει την πίεση από την έλλειψη του καπνιστού σολομού…
Αυτές τις μέρες, έρχεται το παρελθόν σε κάποιες στιγμές και μας αιφνιδιάζει με την δύναμη της επικαιρότητας του. Και είναι τέτοια η επιρροή, που ο νους μας γοητεύεται και μας δίνει την ευκαιρία να ξαναντικρύσουμε τον κόσμο χωρίς τις επιρροές της καταναλωτικής πώρωσης που εντέχνως προσπαθεί να επιβληθεί.
Ευελπιστώ ότι θα έρθει κάποια στιγμή που οι άνθρωποι θα καταλάβουν ότι πιο υπέροχο πράγμα από τον έρωτα, την αγάπη, το πάθος, τη ζωή, τις βόλτες και την δημιουργία δεν μπορεί να υπάρξει. Όλα τα υπόλοιπα, όλη η προσπάθεια του ανθρώπου να αγοράσει ένα σούπερ μάρκετ και να το χώσει σε ένα ψυγείο θα είναι μάταιη.

Τα Χριστούγεννα τα έχουμε συνδέσει με τα παιδιά, με την ελπίδα δηλαδή της κάθε κοινωνίας. Ο νέος άνθρωπος έρχεται να δώσει μια νέα εικόνα στην κοινωνία και να την ανανεώσει. Η παράδοση κρατιέται στην ψυχή. Οι 20άρηδες σήμερα είναι πολύ πιο ειλικρινείς με τον εαυτό τους, είναι πολύ πιο σκληροί απέναντι στους άλλους, είναι πολύ πιο ολοκληρωμένοι από τους μεγάλους, έχουν πολύ πιο ωραίο τρόπο να σε πλησιάζουν. Δεν είναι ευγενείς με την έννοια της ευγένειας, είναι διακριτικοί με μια αλήθεια πολύ πιο ωραία. Σου κλείνουν το μάτι πιο ωραία. Δεν σε ενοχλούν…σε κάνουν να νιώθεις άνετα, δεν σε κομπλάρουν. Δεν σε βάζουν σε μια διαδικασία να πρέπει να αποδείξεις κάτι. Και για να κλείσω θα έλεγα, ότι είναι και λιγότερο καταναλωτικοί.

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Τα Χριστούγεννα των Χριστουγέννων

Αν δεν υπήρχαν τα περασμένα Χριστούγεννα, όχι τα περσινά, αλλά όλα αυτά που έχουμε ζήσει και κυρίως τα παιδικά, δεν ξέρω τι νόημα θα είχε η γιορτή. Γιορτή σημαίνει ανάμνηση, για όλους εμάς που έχουμε παρελθόν. Για τα παιδιά είναι διαφορετικά, ζουν το ζωντανό παρόν και το μέλλον ευτυχώς δεν το γνωρίζουν.
Για το παρελθόν ο λόγος, που θα φορτωθεί ακόμα ένα χρόνο.
Θυμάμαι τα Χριστούγεννα του 66’, στην πρώτη δημοτικού, μας είχαν μοιράσει στο σχολείο δώρα, κάτι γελασούδια, ένα μολύβι μια ξύστρα ένα τετράδιο, ήταν η πρώτη φορά που συνδύασα τη γιορτή με τα δώρα, απέραντη χαρά. Τον επόμενο χρόνο δεν θυμάμαι να μοίρασαν δώρα, θυμάμαι που ήρθε η δικτατορία

Τα Χριστούγεννα όμως που ζωντάνεψαν τα παραμύθια, παιδάκια με κόκκινες μύτες και μάλλινους σκούφους, έλκηθρα, χιονισμένες στέγες, καμινάδες που κάπνιζαν, και έστελναν μηνύματα οικογενειακής θαλπωρής, άστρα λαμπρά που με χτύπησαν κατακούτελα, ήταν του ’72, τα Χριστούγεννα των Χριστουγέννων.
Ο πρώτος έρωτας, το πρώτο ραντεβού. Η αφορμή να κόψουμε το κυπαρίσσι που θα στολίζαμε, και η ευκαιρία να απομακρυνθούμε όσο γίνεται πιο μακριά από το χωριό. Σε μια πλαγιά ακουμπισμένοι σε ένα δέντρο, ανταλλάσσοντας ντροπές και παιδικές χαζομάρες. Τότε ζούσαμε το παρόν και ευτυχώς δεν γνωρίζαμε το μέλλον

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Πάλι καλά

Το κείμενο που ακολουθεί είχε γραφτεί για μια μέρα σαν τη σημερινή, μόνο που σήμερα δεν είχα τη τύχη να βρω, μπροστά μου ένα φίλο. Είχα την τύχη όμως αυτό που έγινε σήμερα να έχει ξανασυμβεί. Τώρα ήξερα τον τρόπο. Ένα φρεσκάρισμα στο παλαιότερο κείμενο και σήμερα θα μπορούσε να είναι χθες.
Είναι κάτι μέρες που στις φυλάει Θεός. Όλα μαζεμένα. Τρέχεις και δεν φτάνεις, απελπίζεσαι και αφού είναι αδύνατο να αντεπεξέλθεις στη υπερφορτωμένη καθημερινότητα, εύχεσαι να γλιτώσεις τα χειρότερα. Πάλι καλά, ούτε έμφραγμα, ούτε εγκεφαλικό.
Μια τέτοια μέρα η προχθεσινή. Στον απόηχο της, συναντήθηκα στο δρόμο με ένα φίλο μου και τακτικό μου αναγνώστη. «Συγκινήθηκα με το σημερινό σου κείμενο» μου είπε. Για να σας θυμίσω «χωρίς το φόβο του κενού» ήταν ο τίτλος του.
«Έτσι σε κάθε λίμνη, ολόκληρη, η σελήνη λάμπει, γιατί ζει ψηλά»
Έτσι ένοιωσα και αλάφρωσα από όλα εκείνα τα άχρηστα βάρη. Ψήλωσα και έλαμψα. Αφού κατάφερα να συγκινήσω ένα τύπο, που από την πρώτη ματιά δεν φαίνεται ευάλωτος. Αφού κατάφερα να ανακαλύψω ένα άνθρωπο και από μια άλλη οπτική γωνία. Αφού έγινα αφορμή εξόδου, δυνατών συναισθημάτων, που συνήθως καταχωνιάζουμε για να μην δηλώσουμε αδυναμία, ελάχιστα σκοτίζομαι που δεν κατάφερα να διεκπεραιώσω, όλο εκείνο το χάρτινο βουνό των υποχρεώσεων, που πριν από αυτή την συνάντηση με είχαν φέρει στα όρια μου.

«Εδώ στου δρόμου τα μισά που έχουμε φτάσει, φίλε Νίκο, τα πράγματα είναι οριακά. Η ζωή πίσω μας, έχει χαλάσματα. Η ζωή μπροστά μας έχει την ηλικία των παιδιών μας,. το θέμα είναι έχει το σχήμα των ονείρων μας; Κλείσαμε πολλές υποθέσεις βιαστικά, βγήκαμε σε άγριες θάλασσες και επιστρέψαμε ζωντανοί, δώσαμε το χρόνο μας αντιπαροχή, για μια ασφαλή αγκαλιά. Πόσο πόνο έχει ακόμα; Δεν ξέρω, αν το ήξερα, θα είχαμε ξοφλήσει και τα πανωτόκια και θα τρέχαμε ξένοιαστοι με τις μηχανές μας, στα τοπία που μας νοιάζονται».
Δύο ώρες πριν, αν οι δρόμο είχαν συνεννοηθεί και οι παράλληλοι, προσποιούνταν ότι τέμνονται, θα είχα ξεφορτωθεί, αυτό το χάρτινο βουνό από τα άχρηστα, γιατί φίλε μου, εκείνη η στιγμή της συγκίνησης είναι τελικά αυτό που μετράει. Τα υπόλοιπα ασκήσεις γυμναστικής.

Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2009

Μοναχικές πορείες

Η απογοήτευση, που αποτυπώθηκε στο χθεσινό κείμενο μαζί με την μαυρόασπρη φωτογραφία, πηγάζει κυρίως από το κατάντημα της πολικής, την έλλειψη της συντροφικότητας και των οραμάτων που καλλιεργούσαν οι ιδεολογίες. Κάποτε οι ιδεολογίες, είχαν κάποιο αντίκρισμα. Σήμερα παίζουν ρόλο υποβοηθητικό στην προσπάθεια, να κλείσουμε μαύρες τρύπες. Οι θυσίες για μια ιδέα ανήκουν πλέον στην ιστορία.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι ιδεολογίες, δεν καθορίζουν το πολιτικό γίγνεσθαι, η αναφορά τους επιβάλλεται για να τυλίξει τις πομπές. Θα έλεγα αποτελούν το άλλοθι για την χαμένη τιμή της πολιτικής.
Οι ιδεολογίες που εφαρμόσθηκαν από τα διάφορα κόμματα τον περασμένο αιώνα είναι βέβαιο ότι καθόρισαν την σημερινή πραγματικότητα, η διαφορά είναι ότι από το γενικό πέρασαν στο ατομικό.
………………………………………………………………………………………….
Συνήθως δεν φλυαρώ στη στήλη, αναγκάστηκα, σήμερα για να καταλήξω, ότι οι κομμουνιστές, οι σοσιαλιστές, οι εθνικοσοσιαλιστές, οι σοσιαλδημοκράτες οι φασίστες οι φιλελεύθεροι, αποτελούν πλέον μονάδες και όχι κόμματα.
Κάντε μια βόλτα σε ένα κόμμα και θα διαπιστώσετε ότι έχει απ’ όλα τα φρούτα. Και όχι μόνο στην βάση τους, αλλά και στα ανώτατα κλιμάκια

Αν τα κόμματα σήμερα υπολειτουργούν και στην ουσία δεν αντιπροσωπεύουν ούτε τα μέλη τους, αν η πολιτική έχει χάσει την αξιοπιστία της και η διάβρωση έχει εισχωρήσει σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, είναι γιατί δεν υπάρχει ομοιογένεια. Δεν υπάρχουν θέσεις που να υποστηρίζονται με συνέπεια απ’ αυτούς που κρύβονται πίσω από τις ταμπέλες. Υπάρχει διχόνοια στην ομάδα. Και πώς να μην υπάρχει μ’ αυτή την πανσπερμία τάσεων ρευμάτων και του «τίποτα» μέσα στον ίδιο χώρο;
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι πέθαναν οι ιδεολογίες, είναι που τις κουβαλάει ο καθένας μόνος του και δεν μπορεί να βρεθεί με του ομοϊδεάτες του, ώστε να σχηματισθεί μια καθαρή πρωτοπορία.
Και επειδή όλα τα παραπάνω είναι στη σφαίρα του ιδεατού, καλό είναι να στραφούμε στις μονάδες.

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Αγάπη που έγινε δίκοπο μαχαίρι

Επιμελώς αποφεύγω τα τοπικά συμβαίνοντα. Καμία διάθεση σνομπισμού, αγάπης θα έλεγα που έγινε δίκοπο μαχαίρι. Μέχρι τώρα μου συνέβαινε αποσπασματικά, για πρόσωπα, για μέρη αγαπημένα, για στιγμές, για μήνες και για χρόνια. Τελευταία ο τόπος έγινε πόλη και νησί, και ο χρόνος είναι λίγο πριν λίγο μετά, όπως και οι άνθρωποι λίγο πριν, λίγο μετά…
Η άρνηση γενικεύτηκε, αυτός ο τόπος ο ευλογημένος τελικά είναι καταραμένος.

Τόσα χρόνια «στο γύρω γύρω όλοι», ζαλίστηκα. Τόσα χρόνια, οι ίδιοι και οι ίδιοι, τα ίδια και τα ίδια, κουράστηκα. Τόσα χρόνια ψελλίζουν πεθαμένα λέξεις, όπως
«ανάπτυξη», «συνεργασία», «πρόοδος», «συλλογικότητα», «συντροφικότητα», διαφάνεια. Απογυμνωμένοι από αξίες, στερημένοι από οράματα, με ανεπάρκεια πνευματική και θράσος που περισσεύει, αποτυγχάνουν ακόμα και στην διαχείριση της μιζέριας.
Έχει ραγίσει το γυαλί, εξαντλήθηκαν τα όρια της ανακύκλωσης.
Επιμελώς αποφεύγω τα τοπικά συμβαίνοντα, γιατί οι λέξεις, όση δύναμη και να διαθέτουν, είναι βέβαιο ότι θα παρασυρθούν στην δίνη του τίποτα. Στον τόπο του πουθενά, στην κοινωνία του δήθεν.

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Βαρύς ο Δεκέμβρης φέτος

Η βαρυθυμία αυξάνει καθώς πλησιάζουμε στις γιορτές. Βαρύς ο Δεκέμβρης φέτος. Από την μεταπολίτευση και μετά ο πιο βαρύς. Η οικονομική κρίση ήρθε να ενισχύσει την συνεχιζόμενη πολιτική κρίση, να οξύνει την κοινωνική και να επιβεβαιώσει την κρίση θεσμών και αξιών. Το ξέσπασμα του περσινού Δεκέμβρη φαίνεται που ακόμα δεν έχει ξεσπάσει…Η αλλαγή της κυβέρνησης, μπορεί να αναθέρμανε ελπίδες, επί της ουσίας όμως τίποτα δεν άλλαξε και όπως φαίνεται τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Τα μεσαία στρώματα πλήττονται από την κρίση και φοβούνται τα χειρότερα• τα κατώτερα στρώματα τρέμουν τη διολίσθησή τους προς τον αποκλεισμό…

Πάνω από τη χώρα πλανιέται ο φόβος της πτώχευσης. ο Πρωθυπουργός προ ημερών σε μια δραματική αποστροφή μίλησε, για χρέος που απειλεί την ίδια την Εθνική Κυριαρχία και ζήτησε συναίνεση και συστράτευση για νέες θυσίες, πολύ πιο επώδυνες απ’ αυτές που κάνει τόσα χρόνια ο Λαός. Αυτό ήταν το κέρδος από την λιτότητα που προηγήθηκε, να οδηγηθούμε στην εξαθλίωση. Πόσες θυσίες πια…
Θα πρέπει να αντιληφθεί ο πρωθυπουργός, ότι έχει να κάνει με μια η κοινωνία οργισμένη από τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα και τη διαφθορά, μια κοινωνία που διακατέχεται, από ανησυχία και φόβο, από καχυποψία και μίσος για τους κρατικούς μηχανισμούς. Πρέπει να πείσει η νέα κυβέρνηση και να εγγυηθεί, δικαιοσύνη και ισοπολιτεία, έννοιες άγνωστες σε όλες τις προηγούμενε θυσίες που προηγήθηκαν

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Το παραδοσιακό, το εναλλακτικό ...

Χριστούγεννα και πάλι. Τελευταίες μέρες και αυτού του χρόνου. Ωραία φεύγουν τα χρόνια και σε απελευθερώνουν από το βάρος τους, για να πάρουμε και την αισιόδοξη άποψη. Οι απολογισμοί είναι το πρόβλημα, γιατί όπως και να το κάνουμε δεν πρέπει να κάνουμε ταμείο; Οι χρόνοι είναι κάθετες γραμμές που περικλείουν ότι θυμόμαστε και ότι μας αρέσει, ακόμα και αυτά που μας πληγώνουν αλλά που χρειάζεται που και που να μπαίνουν στα έξοδα για να βγαίνει το υπόλοιπο χωρίς χρέη.
«Αυτό που μας λερώνει γύρω μας είναι η ζωή και η πραγματικότητα. Ζητήσαμε εμείς τέτοια ένδεια αισθημάτων; Ονειρευτήκαμε εμείς την εξορία της ηθικής; Έτσι έγινε; Οι αγάπες που χάσαμε είναι όλα τα λεφτά; Ή εκείνες που δεν ήρθαν ποτέ; Κουραστήκαμε να μαθαίνουμε αριθμητική με τις απώλειες».

Ο χρόνος δεν μετράει για όλους το ίδιο, σε μερικούς αρκούν οι ισολογισμοί των λογιστών. Αρκεί το συν των υλικών για να είναι ευτυχισμένοι. Ο λόγος γι’ αυτούς που κρατάνε άρρηκτους τους δεσμούς με την παιδική αθωότητα και με μια σπίθα μπορεί ακόμα να πάρουν φωτιά, όχι για να καούν αλλά για να φωτίσουν.
Οι άλλοι; Έτσι και αλλιώς είναι καμένοι και δεν χρειάζεται φωτιά γι’ αυτό.
Χριστούγεννα και πάλι με την κρίση να ψαλιδίζει ταπεινές επιθυμίες και να βάζει φρένο στην υπερβολή.
Η εναλλακτική σκέψη, η διέξοδος. Χριστούγεννα, σε μια φωτιά, σ’ ένα τζάκι, όπου μαζί με τις φλόγες χορεύουν και τα παραμύθια του παλιού καιρού.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Έχουν παραλήπτη τα γραπτά

Η ποίηση με ξεσήκωσε από το «ξεκινάμε από Δευτέρα» και βιάστηκα να ανταποδώσω. « Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους. Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ». Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, ανθρώπους που μας προσέχουν, οι άλλοι οι άγνωστοι αναγνώστες, όταν θα αποκτήσουν ονοματεπώνυμο στα μάτια των αποστολέων, τότε και μόνο τότε θα γίνουνε συνένοχοι…
Χθες έλαβα την τελευταία ποιητική επιστολή του Γιώργου Κάρτερ «Τι πράττω ως ποιητής; Ως ένας άνθρωπος παρών ανάμεσα σ’ ανθρώπους» η μέθοδος των τριών +1 ο τίτλος της. Εκφράζω τον θαυμασμό μου. «ο ελάσσων λόγος , ο μείζων», που επιβεβαιώνεται


Κρυώνω
Σκέπασε με μιαν ανάμνηση
καλοκαιριού

Και άλλο ένα

Ο κύκλος κλείνει
Αόρατη η ώρα σου
Τετραγωνίσου

Πάνω στ’ όνειρο
Τη ζωή μου ανέβασα
Και τη στέριωσα.

Όπλα ανεβάζουν
στη ψηλή μας σκεπή. Μη
θα πέσουν τ’ άστα

Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.

Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Μονάχα ένας σβώλος χώμα

Είναι να μην αρχίσεις λέμε, το ίδιο συμβαίνει και όταν σταματήσεις. Έδωσα παράταση στο διάλειμμα και αν η Ελένη δεν μου αφιέρωνε κομμάτι από την νέα ποιητική της συλλογική - θα κυκλοφορήσει αυτές τις μέρες - «το γράμμα που λείπει», είχα σκοπό να ξεκινήσω από Δευτέρα.
Εάν το είχαμε εφεύρει, όλα θα είχαν νόημα. Εάν υπήρχε, θα υπήρχε ελπίδα. Εάν το είχαμε γυρέψει, όλα θα ήταν δρόμος. Και αν το βρίσκαμε, θα λύναμε το αίνιγμα. Θα είχε άρει την θνητότητα, δεν θα βιώναμε την απώλεια στον έρωτα, το απόλυτο θα έβρισκε σχήμα και πρόσωπο και εμείς δεν θα είμαστε μονάχα ένας σβώλος χώμα. «Τ’ απόκρυφο κλειδί των χρόνων που ‘ζησα», «το γράμμα που λείπει» με το τέλειο σχήμα. «Το γράμμα που γνώριζε ο Θεός απ’ την αρχή», το άγνωστο αλλά όντως υπάρχον προαιώνιο γράμμα. Αν το ‘χα βρει, θα σ’ έσωζα. Θα είχα διασώσει έστω το Πρόσωπό σου.
Μετά το Μι που όλα είμαι μέλι και μαχαίρι,
Το Έψιλον που είναι έρως και ερημιά,
Το Σίγμα, σώμα και σταυρώθηκα,
Το Θήτα, θάνατος και θαύμα,
Το Άλφα, άλμα και αρχή αέναη,
«Το γράμμα που λείπει» κι όλοι υποψιαζόμαστε’ αλλά δεν το ψέλλισε κανείς ακόμα.


Να σε ξανακερδίσω θέλω’ γι’ αυτό γράφω
1
“Θα μείνω δίπλα”, έτσι μου είπαν. Σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, εξίσου παλιό. «Καλύτερα» σκέφτηκα “που δεν θα με βαραίνουν κι αναμνήσεις”. Κι ούτε νανάκια μπρελόκ, ούτε φαγάκια, ούτε αρώματα, ούτε αφές.
Αυτή τη φορά θα παραμείνω νηφάλια. Χωρίς μάταιες συγκρούσεις. Και δίχως δεύτερη σκέψη, βουτήχτηκα σε ένα πάπλωμα- σύννεφα, και να ‘μαι που ήρθα.
Είχα πολλά χρόνια να σε δω’ και σε φοβόμουν.
Τον εαυτό μου, δηλαδή, φοβόμουν περισσότερο, με τόσες στρώσεις μαύρης σοκολάτας πάνω, με όλες αυτές τις χρονομετρικές ρυτίδες.
Ξέρεις, εγώ στην Αθήνα το έτρεξα το κοντέρ.
Αλλά φοβόμουν και το πώς θ’ αντιδράσω. Ανάβουν οι στάχτες, συχνά κρύβουνε κάρβουνα. Το νου, να σε προσέχω!
Τρέμαν τα πόδια μου όσο ερχόμουνα. Ποιος μπορεί εύκολα να αναμετρηθεί με τη ζωή του.
Κι εσύ, είσαι τα νιάτα μου. Τι λέω, κι η σκέψη σου, ως τα γεράματα. Με τα χείλη και με τα χέρια σου επιθυμώ να βαδίσω. Από μακριά. Ίσως και να ‘ναι καλύτερα.
Όπως και να ‘ναι, επιστρέφω.

2
Το πρώτο που συνάντησα ήταν το φρούριο. Κατόπιν το χαρούμενο πανηγύρι της πλατείας. Κι ύστερα ο δρόμος μας. Το καινούργιο μου σπίτι ένα παλιό φρεσκοβαμμένο ροζ ξενοδοχείο σαν κουφέτο.
Το δωμάτιο, ειδική παραγγελιά να βλέπει ιππότες. Κάστρα, μπαλόνια, ένα χαρούμενο ανθρωπομάνι, ένα καντούνι, ώχρα, κεραμμοσκεπές. Αφέθηκα. Στις νέες τους φροντίδες παιδικά αφέθηκα. Ό,τι κι αν δω, τ’ ορκίστηκα, δεν θα τρομάξω. Εξάλλου κάπου εκεί στο παρελθόν είσαι κι εσύ.


3
Και στο παρόν μου είσαι. Υπήρξες! Δεν το φαντάστηκα, έτσι; Ούτε «Τα γράμματα στη Λίλια» φαντάστηκα. Και τη συγκίνηση την ένοιωσα στο βλέμμα.
“Το σύννεφο με τα παντελόνια”, εγώ στο έδωσα. Επέμενες. Δεν θα αντιδικήσω. Εσύ μου το ‘στειλες, εγώ το φρόντισα, αυτά “τα γράμματα” στοιχειώσαν τη ζωή μου.
Υπάρχεις!
Υπήρξες και θα υπάρχεις κι ας χάνομαι κι ας χάνεσαι. Όσο θα υπάρχει ανελέητο άσπρο χαρτί για μένα.

4
Το βράδυ στη γιορτή άστραφτες μεσ’ τα μαύρα. Κι εγώ έκλαιγα. Έσβηνε η θάλασσα στο βάθος κι ερχότανε η δύση με όλο της το φέγγος. Εικοσιπέντε χρόνια, μια ζωή, δεν είναι λίγα!
Γράφω για να νικήσω την απώλεια’ κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους.
Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ.
Μόνο κοιτώντας σε βλέπω το πρόσωπό μου.

5
“Ανεπίδοτοι”, λέει. Πώς “αγκαλιάστηκαν λάθος”. Πως θα ‘θελα απόψε να μου κάνεις μιαν αγκαλιά. Όπως και να ‘χει, όσα χρόνια και να περάσουν, πάντοτε Βλαδίμηρο θα σε φωνάζω. Όσο για σένα, φώναζέ με όπως θες.
Αλλ’ επί του παρόντος θα πρέπει κι αυτή τη φορά να σ’ αποχαιρετήσω, χαιρετώντας. Όπως αυτό το “Χαίρε” της Θεοτόκου και των χαιρετισμών. Μ’ ευγνωμοσύνη πάντα που, ως παραμύθι έστω, υπήρξες. Για μια ολόκληρη ζωή’ όπως Παραμυθία Ζωής.

6
Θα φύγω αύριο. Αλλά “τα νέα απ’ το αιώνιο” τα δέχτηκα. Τα φώτα έπεσαν για άλλη μια φορά επάνω σου. Κι ο κεραυνός χτύπησε στο μελάνι γράφοντας τα χέρια σου. Δεν γράφουμε επειδή είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε, αλλά για να τον νικήσουμε τον καιρό, εν τέλει.

7
Και ό,τι και να λέω, όσο να το φοβάμαι κι ας το μετανιώσω, υπήρξες! Και ας αναρωτιέμαι. Έρχομαι εδώ επειδή υπήρξες.
Κι αυτό το ποίημα το γράψαμε εμείς οι δυο.

Κυριακή 4 παρά τέταρτο, Arcadion, Κέρκυρα
9 Απριλίου 2006,
του Μάκη πάλι, όποτε έρχομαι στην Κέρκυρα

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Το μέλλον διαγράφεται κόκκινο

Να ξαναθυμηθούμε τον Γιώργο Κάρτερ, κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο για την τηλεόραση και για τα καινούργια δεδομένα που θα παρακολουθήσουμε το επόμενο διάστημα από τις οθόνες μας, εδώ στην μικρή μας πόλη: «Το ακρόαμα επιβιώνει σε εποχές ελευθέριας και το θέαμα σε εποχές που η ελευθέρια είναι …υπό περιορισμόν». «Άρτον και θεάματα».
«Εκείνη η από παλιά τάση του ανθρώπου να ικανοποίηση τη λαιμαργία της όρασης του, να δει – μάλλον για να μάθει, να δει - ίσως για να διασκεδάσει, να δει - για να βεβαιωθεί ότι ζει (που έλεγε και ο Σοπενάουερ), εκείνη η από παλιά έλξη του ανθρώπου για το θέαμα ικανοποιήθηκε, όσο γίνεται πληρέστερα, στον δικό μας αιώνα. Στο «χρυσούν αιώνα» του θέματος. Η εικόνα του μας έχει επιβληθεί και μας εκφράζει ως όντα μιας συγκεκριμένης εποχής. Ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός, η έξαρση της βιαιότητας και οι ιδεολογικοί αποπροσανατολισμοί του καιρού μας συνηγορούν σε ό,τι θέλω να πω. Όταν διαθέτουμε 85.000 ώρες, δηλαδή το ένα πέμπτο της ξύπνιας ζωής, μας μπροστά στη τηλεόραση, τότε έχουμε γίνει κιόλας ανελεύθεροι, η πνευματική μας υπόσταση έχει συρρικνωθεί. Η ιστορία μια φορά ακόμα έχει σημειώσει ένα παρόμοιο φαινόμενο: στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, που προανήγγειλε τον Μεσαίωνα, είναι τότε που για να θεαματοποιηθει η παράσταση της Κλυταιμνήστρας του Άκκιου, ανεβάσανε στη σκηνή του θεάτρου του Πομπήιου 3000 άρματα, 500 μουλάρια και αμέτρητους ελέφαντες και στρουθοκαμήλους είναι τότε που ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη για απόλαυση το θέαμα μιας μεγάλης πυρκαγιάς. Είναι τότε που ο πανέξυπνος Ιουβενάλης, διερμηνεύοντας το πνεύμα του καιρού του, αναφώνησε το περιβόητο: «Άρτον και θεάματα». Μήπως λοιπόν και η εποχή μας ετοιμάζει έναν καινούργιο Μεσαίωνα;» Το 1979 τα είπε αυτά ο κ Κάρτερ στην εισήγηση του για τα 40 χρόνια της Ελληνικής Υπηρεσίας του ΒBC (Από το τελευταίο του βιβλίο «Ανιχνεύσεις και εκτιμήσεις») Όπως αντιλαμβάνεστε η ερώτηση έγινε κατάφαση. Σήμερα όλο το ζωικό Βασίλειο έχει ανέβει στη τηλεοπτική σκηνή και μάλιστα με ανθρώπινη μορφή…
Και για επίλογο από «το ιατρείο ασμάτων»

«Δεν είναι «Διευθυντές και στρατηγοί πίσω απ’ τις κάμερες». Γραμμένο πριν την νομοθέτηση των κρυφών καμερών ως ανώτατου τεστ αλήθειας. Με την πάροδο των χρόνων βέβαια από ένορκοι ενός εγκλήματος φτιαχτού, γίναμε συνένοχοι. Ποιος θα μας δικάσει; Κανείς. Μη ταράζεστε. Η κοινωνία μας είναι ανεκτική. Όσο καταναλώνεις και χρεώνεσαι όσο πιστώνεις τα εγγόνια σου με απλήρωτους τόκους, μη φοβάσαι τίποτα. Φάε το μουχλιασμένο γιαουρτάκι σου, δώσε στο παιδί σου καρκινογόνο μέλι και όλα θα πάνε μια χαρά. Σε δέκα είκοσι χρόνια όσοι ζούμε θα γεννάμε δικέφαλα αετόπουλα και θα σκοτωνόμαστε για μια καλή θέση στο Κολοσσαίο των ονείρων μας. Οι χριστιανοί θα τρώνε τα λιοντάρια κι εμείς θα επευφημούμε μεθυσμένοι ζητώντας κι άλλο αίμα. Το μέλλον διαγράφεται κόκκινο».

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Στο περιθώριο του κανιβαλισμού

Μέρες τηλεοράσεις αυτές που διανύουμε. Συνεχίζουμε τις αναφορές, χωρίς καμία ψευδαίσθηση ότι μπορεί κάτι να αλλάξει. Συνεχίζουμε στο περιθώριο του κανιβαλισμού που λαμβάνει χώρα εσχάτως και δω στην μικρή μας πόλη. «Η τηλεόραση», γράφει ο Παντελής Μπουκάλας σε ένα παλαιότερο χρονογράφημα στην εφημερίδα «Καθημερινή της Κυριακής» «δεν έχει χρόνο να θυμάται, δεν έχει λόγο να θυμάται, τι έχει διαπράξει και εις βάρος ποιων. Ένα μόνο ξέρει και ένα μόνο αγαπά: να πηγαίνει παρακάτω, όλο και πιο κάτω, ξαποσταίνοντας από «μπρέικ» σε «μπρέικ», μετρώντας δηλαδή πόσες παραπανίσιες διαφημίσεις, έφερε η αναπαράσταση του πενταπλού φονικού επί της οθόνης και πόσες τα χοντροκομμένα υπονοούμενα για την «κυρία με το δικτυωτό καλσόν».
Πάμε παρακάτω. Ποιος έχει σειρά. Ο άλλος πλήρωσε ότι είχε να πληρώσει τελείωσε.
Η τηλεόραση λειτουργεί λες και έχει πάρει απαλλαγή από την ιστορία. Κινδυνεύουμε να πιστέψουμε ότι δεν υπάρχει παρελθόν, γινόμαστε συνένοχοι σε μια διαδικασία που νομιμοποιεί τη λήθη για ότι εγκληματικό έχει διαπραχθεί.
Για να μην υπάρχει δικαιολογία απώλειας μνήμης θυμίζουμε: «εδώ και ένα χρόνο, δεν λιβανίζατε αυτόν που σήμερα προσπαθείτε να κρεμάσετε;»
«Εδώ και ένα χρόνο…» μακρόσυρτη απάντηση, λες και ανατρέχουμε στα βάθη των αιώνων». Η τηλεόραση δεν έχει παρελθόν. Ότι συνέβη χθες σβήνεται με τη γομολάστιχα του σήμερα και το σήμερα με του αύριο.
Το δυσάρεστο, είναι ότι οι τηλεθεατές δεν αντιμετωπίζουν αυτήν την ασυνέπεια με τα ίδια κριτήρια που αντιμετωπίζουν τις εφημερίδες. Κάποτε οι αναγνώστες έκαψαν τα «Νέα» στη πλατεία Συντάγματος γιατί είχε αλλάξει πολιτική γραμμή. Σε καμία κερκυραϊκή πλατεία δεν θυσίασαν οι τηλεθεατές τις συσκευές τους δείχνοντας έμπρακτα την αγανάκτηση τους για τις παλινδρομήσεις, την ασυνέπεια, την υποκρισία, την επιλεκτική πληροφόρηση και παραπληροφόρηση, καθώς και τις υπηρεσίες για την εξυπηρέτηση συμφερόντων που καλύπτουν το γυαλί, χρωματίζοντας το εναλλάξ ροζ, κίτρινο και κατάμαυρο

Και για να επανέλθουμε στον Παντελή Μπουκάλα. «βλέποντας ότι καμία συμβολική ή οικονομική τιμωρία τους, δεν μειώνει σοβαρά το κοινό τους, καταλήγουν αβίαστα στο παραμυθητικό γι’ αυτούς συμπέρασμα ότι ο «Λάος». Ο «Λαός τους» και κυρίως οι πολιτικοί τους συνεργάτες, όχι απλώς νομιμοποιούν την πρακτική τους αλλά την επιβραβεύουν. Το ότι υπάρχει κι ένας άλλος Λαός, που οργίζεται με τα έργα τους η νοιώθει ακόμα και ντροπή, δεν φαίνεται να τους απασχολεί...»

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Μας παραμορφώνει…

Όταν τα μέσα ενημέρωσης γίνονται μέσα χειραγώγησης, επιβολής και εκχυδαϊσμού, τότε πρέπει να επισημάνουμε ότι βλάπτουν και τη δημοκρατία και την κοινωνία. Η ενημέρωση, η κριτική, η έρευνα δεν πρέπει να γίνονται τηλεοπτική ζούγκλα. Γιατί ο κανιβαλισμός των ειδήσεων και των γεγονότων, ο κανιβαλισμός των προσώπων και των θεσμών, τελικά λειτουργεί εναντίον της πολιτικής, εναντίον της πολιτείας και εναντίον της κοινωνίας.
Είναι τηλεόραση καθρέπτης της κοινωνίας; Ασφαλώς όχι. Αν υποθέσουμε ότι η τηλεόραση είναι καθρέφτης της κοινωνίας, σήμερα θα λέγαμε ότι ο καθρέφτης είναι παραμορφωτικός. Αντανακλά ορισμένες μόνον όψεις της κοινωνίας στην οποία απευθύνεται και από την οποία πηγάζει, και μάλιστα αυτές τις όψεις τις επιστρέφει διαθλασμένες.
Η πολιτική διεξάγεται στις οθόνες, με όρους θεάματος. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας αναζητεί ακροατήριο και ψήφους στο γυαλί. Η κοινωνία όμως βρίσκεται εκεί πράγματι; Βρίσκεται εγκλωβισμένη μπροστά και γύρω από τηλεοπτικές οθόνες; Όχι, η κοινωνία είναι αλλού. Η ελληνική κοινωνία, κατά συντριπτική πλειονότητα, είναι δυσαρεστημένη από την τηλεοπτική ενημέρωση. Δεν ικανοποιείται, δεν ενημερώνεται, δεν μαθαίνει. Μεγάλα τμήματα της και σίγουρα τα πιο αξιόμαχα, δεν αναγνωρίζονται σε αυτόν τον καθρέφτη που εκχυδαΐζει και διαστρεβλώνει.

Οι δραματοποιημένες ειδήσεις, οι τσακωμοί στα παράθυρα, το χυδαίο κουτσομπολιό, τα στημένα τοκ-σόου, προκαλούν αγανάκτηση και εκνευρισμό στο μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης Ουδείς αξιοπρεπής πολίτης αναγνωρίζει τον εαυτό του σ’ αυτόν τον τηλεοπτικό πολτό, που κανείς δεν μπορεί να ξεχωρίσει πού τελειώνει η είδηση, το πραγματικό, και πού αρχίζει η μυθοπλασία, η υπερβολή, η δραματοποίηση και ο εξευτελισμός.
Αυτού του είδους η ενημέρωση, όχι μόνο δεν αντικατοπτρίζει την πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά ούτε καν την αφορά.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Μια χαρά και δυο τρομάρες

Θα συνεχίσουμε με ποικίλο μουσικό πρόγραμμα, ανώδυνα κείμενα που μας κρατούν συντροφιά τις ώρες της υπομονής, είναι προτιμότερα από όλα αυτά που μας έχουν κιτρινίσει την ζωή. Τουλάχιστο αυτά τα γενικά όλο και κάποια ψυχή θα αγγίξουν ειδικά. Όλο και κάποιο μυαλό θα ξυπνήσουν, να ξεκουμπιστεί από τον ύπνο του δικαίου. Τα άλλα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, που ενδιαφέρουν το μικρόκοσμο μας και αναπαραγάγουν τα Πινόκιο, θα τα συνεχίσουν οι άλλοι, που έχουν αναλάβει την εργολαβία της αποχαύνωσης.
Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.
Όταν ήμουνα μικρός, θυμάμαι τις διηγήσεις των γονιών μου. Οι αναφορές για την κατοχή, την πείνα τον εμφύλιο, ήταν στην ημερήσια διάταξη. Εμείς σήμερα επί της ουσίας δεν έχουμε να επικαλεστούμε τέτοιες τραγικές καταστάσεις επιβίωσης. Τηρουμένων των αναλογιών μεγαλώσαμε κάτω από καλές συνθήκες και τα παιδιά μας ακόμα καλύτερες.

Ποιος θα πιστέψει σήμερα, ότι ζοριστήκαμε για ένα όνειρο, ότι υποφέραμε για μια ιδέα, ότι από την πολύ επικοινωνία μείναμε μόνοι, ότι προσπαθήσαμε πολύ σκληρά να κρατήσουμε τα μάτια και το μυαλό μας ανοιχτά και ότι όλοι αυτοί οι λόγοι ήταν επαρκείς δυσκολίες και ουσιώδεις; Ποιος θα μας πιστέψει, ότι κάθε μέρα προσθέτουμε στο κατάλογο των αναγκών μας και από άλλη μια, καινούργια που διαφήμισε πρόσφατα η τηλεόραση; Ποιος θα μας πιστέψει, που χρειαζόμαστε δύο και τρεις δουλειές για να πληρώνουμε τις δόσεις και τις κάρτες; Ποιος θα μας πιστέψει για τα τόσα και τόσα πιο σκληρά από τον πόλεμο την πεινά και την κατοχή, του άθλιου καιρού μας;
Ποιος θα μας πιστέψει ότι με δυσκολία κρατιόμαστε στο κόσμο των λογικών και δεν σαλτάρουμε απέναντι;

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Το γλέντι μόλις τώρα αρχίζει

Ανέκαθεν ο κιτρινισμός στο τύπο ήταν ένα ισχυρό εργαλείο εκμαυλισμού των πολιτικών ηθών και ηθικής εξόντωσης αντιπάλων. Mε την είσοδο της ιδιωτικής τηλεόρασης η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη.
«O δημόσιος πολιτικός βίος παραμένει δέσμιος της σκανδαλολογίας και μιας βαθύτερης αξιακής κρίσης. Τα φαινόμενα κιτρινισμού έχουν εμποτίσει κάθε πτυχή της κοινωνικής δραστηριότητας κι έχουν προσλάβει εγγενή χαρακτηριστικά αυτονόητων συμπεριφορών της καθημερινής ζωής. Η οιονεί αποδοχή αυτής της γενικευμένης διάβρωσης αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά θεσμικών πολιτικών και κοινωνικών οργάνων και φορέων. Η συστηματική παραβίαση της ιδιωτικής ζωής, η προσβολή της προσωπικότητας από τηλεοπτικές εκπομπές, η χρήση παράνομων μέσων "τεκμηρίωσης" από τη δημοσιογραφία συνιστούν φαινόμενα ανησυχητικά που κυριαρχούν αρνητικά στο δημόσιο χώρο». Τα εντός εισαγωγικών είναι απόσπασα από παλαιότερη ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή με θέμα τον κιτρινισμό των ΜΜΕ. Πρόκειται για μια διαχρονική επισήμανση, την επαναφέρω για να την έχουμε πρόχειρη.

Για το φαινόμενο κανείς δεν μπορεί να δώσει απάντηση. Απλώς το επισημαίνουμε και μαθαίνουμε να ζούμε μαζί του. Όσο οι πολιτικοί θα κάνουν τηλεοπτικές εκπομπές, και θα νομιμοποιούν με την παρουσία τους τέτοια νοσηρά φαινόμενα, τόσο θα συνεχίζεται η κατρακύλα και θα βασιλεύει το κίτρινο στο τηλεοπτικό τοπίο. Μόνο όταν οι ρόλοι γίνουν διακριτοί, θα ανοίξει ο δρόμος για αντιμετώπιση του φαινομένου. Όσο για τα τοπικά φαινόμενα, για την ώρα υπομονή, το γλέντι μόλις τώρα αρχίζει…

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

"Εκπαιδευτική τηλεόραση"

Η συνέχεια επί της οθόνης, εκεί θα συνεχίσουμε να θρηνούμε θύματα, γιατί τον 3ο παγκόσμιο πόλεμο μην τον περιμένετε, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, κυλάει στο αίμα μας, έχει πολιορκήσει το μυαλό μας. Τις ευκολίες που απαιτήσαμε, θα τις πληρώσουμε ακριβά. Καταφεύγουμε στην ανακύκλωση, κάνοντας σβούρες γύρω από τον εαυτό μας. Δεν αφήνουμε πλέον τα πράγματα να γεράσουν, τα συνθλίβουμε, τα κομποστοποιούμε. Σβήνουμε τα σημάδια της εποχής μας, παραδίδοντας λευκές κόλλες αναφοράς στην ιστορία.
Θυμάστε εκείνες τις εκπομπές στην εκπαιδευτική τηλεόραση, εμπλουτίστηκαν, με αγρότες που ψάχνουν μόνοι, με μάγους, με μάγειρες με νούμερα, με ανούσιες συζητήσεις με τον μεγάλο αδελφό, που φροντίζει για την εξέλιξη μας. Δεν είναι η εικονική πραγματικότητα, που παρακολουθούμε είναι η εικονική ζωή, που ζούμε. Και αυτή η κρίση εκεί έχει τις ρίζες της, δεν υπάρχει αντικείμενη άξια πίσω, και το χρήμα και αυτό εικονικό.
Πράγματι είναι πιο εύκολα όλα, πιο εύπεπτα. Το σύνθημα, όλο και περισσότεροι στην κατανάλωση, όλο και λιγότεροι στην δημιουργία υπερισχύει. Το κακό είναι ότι από τη μια συμμετέχουμε στην κατανάλωση, και από την άλλη θρηνούμε τη φύση.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Ο 3ος παγκόσμιος βρίσκεται σε εξέλιξη, δεν έχει καμία σχέση με τους προηγουμένους που περιγράφει η ιστορία, αυτός θα μας αφανίσει και κανείς δεν θα το μάθει. Δεν έχει ομαδικές εκτελέσεις, κρεματόρια, στρατόπεδα συγκέντρωσης, αυτά δειγματοληπτικά, για περιοχές που δεν βλέπουν τηλεόραση. Έχει εκατομμύρια αυτοκίνητα, προϊόντα μιας χρήσης, δημοσκοπήσεις, διαφημίσεις, μπαζωμένα ρέματα, οικοπεδοποιήσεις, δασικών εκστάσεων., χρηματιστήρια, πιστωτικές κάρτες, δάνεια, στεγάστηκα, επαγγελματικά εορτοδάνεια και για ότι χρειαστείς, δάνεια. Έχει λιωμένους πάγους, φαινόμενα θερμοκηπίου τρύπα του όζοντος. Μην ξεχάσω τα κλιματιστικά και τα κινητά.
…………………………………………………………………………………………..
«Τώρα που οι παλάμες των ανθρώπων έχουν οθόνη και πληκτρολόγιο, πεθάνανε τα χάδια, τελείωσαν οι αγκαλιές»

Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Η συνεχεία επί της οθόνης

Για τους εραστές της εξουσίας ο φόβος, για όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα στο τηλεοπτικό μας τοπίο. Η τηλεόραση από χρόνια έχει φροντίσει εκτός των άλλων κακών, να μας εκπαιδεύσει να παρακολουθούμε τα δρώμενα με την ίδια λογική που παρακολουθούμε μια τηλεταινία, μας δημιουργεί την ψευδαίσθηση, ότι όλα αυτά τα πραγματικά που συμβαίνουν - γιατί υπάρχουν και πολλά που δεν συμβαίνουν - διαδραματίζονται μέσα στο μαγικό κουτί μας, στην ουσία λοιπόν δεν μας αφορούν. Και ενώ μας φέρνει κοντά στα γεγονότα από τη μια, από την άλλη όλο και περισσότερο μας απομακρύνει.
Όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά, στην τηλεόραση συμβαίνουν. Και εμείς που είμαστε έξω από την λογική της εξουσίας ποτέ δεν θα αντιληφθούμε, τις περισσότερες φορές μας φαίνονται αστεία, άλλες φορές χαζά, ποτέ όμως δεν θα καταλάβουμε τον φόβο και την αγωνία των εραστών της εξουσίας.
Οι βασικοί υπαίτιοι για το τηλεοπτικό τοπίο που καταγελούμε, είναι οι άνθρωποι της εξουσίας, αυτοί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και με σκοπό πάντα την δική τους εξυπηρέτηση οδήγησαν, την τηλεόραση στην απαξίωση. Έτσι αντί το πιο εξελιγμένο μέσο ενημέρωσης να υπηρετεί τη δημοκρατία και τις άξιες της κοινωνίας, υπηρετεί άνομους σκοπούς, τους σκοπούς τους. Τώρα θερίζουν θύελλες.

Ο άνθρωπος που έχει υπάρξει στην εξουσία να ξέρετε ότι φοβάται την εξουσία, περισσότερο απ’ όλους εμάς, γιατί ξέρει που μπορεί να φτάσει η εξουσία για να συνεχίσει ακλόνητη, ενώ όλοι εμείς απλώς υποθέτουμε και αν δεν αντιδράσουμε ίσως να μην μάθουμε ποτέ τις αληθινές προθέσεις της.
Από αυτήν οπτική γωνία που παρακολουθούμε την εξουσία, φαντάζει σαν μακρινός πλανήτης, όλα τα σενάρια είναι αποτέλεσμα της φαντασίας μας. Η εξουσία διαθέτει το μελάνι της σουπιάς, ακόμα και η ιστορία δυσκολεύεται να διεισδύσει εκεί ψηλά. Ο φόβος του εξουσιαστή τον οπλίζει με όλα εκείνα τα απαραίτητα όπλα αδιαφάνειας, τον οδηγεί σε αναίσχυντες πράξεις τον κάνει να ξεχωρίσει από τους άλλους ανυποψίαστους ανθρώπους.
Από την στιγμή που ο εξουσιαστής ανακάλυψε το όπλο της τηλεόρασης ήταν θέμα χρόνου το όπλο να πέσει και στα χέρια των αντιπάλων, ακολουθεί η αλληλοεξοντώση έως κανιβαλισμού, χαρά θεού δηλαδή για μας τους τηλεθεατές
Η συνεχεία επί της οθόνης…

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Είναι τα χάλια μας διαχρονικά

Είναι ο τόπος τελικά ο μίζερος, που όλα τα κάνει να μοιάζουν ίδια. Πώς να πας μπροστά σε δυο μέτρα γης, άλλο ένα βήμα και κει πλέον δεν περπατάς κολυμπάς. Όταν δεν έχω τι να γράψω γυρίζω πίσω, σε κείμενα που έγραψα πριν πολλά χρόνια. Είναι σαν να τα είχα γράψει χθές, δεν ήταν τα κείμενα μου διαχρονικά, ήταν τα χάλια μας.
«Σιγά, για νέο μας το λες»; κάπως έτσι υποψιάζομαι αντιδρούν οι αναγνώστες σε καταγγελίες της στήλης. Όλα αυτά που γράφονται τα γνωρίζουν, δεν εντυπωσιάζονται από τα τεκταινόμενα. Εδώ θα μου πείτε έχουμε συνηθίσει την ιμπεριαλιστική πολιτική των αμερικάνων, τους πολέμους και το ματοκύλισμα των Λαών. Δεκάδες νεκροί στο ΙΡΑΚ το περασμένο σαββατοκύριακο και περνάει στα ψιλά, ρουτίνα έγινε το άδικο και ένα θεός πάνω απ’ αυτό που να προλάβει.
Σιγά τώρα μη μας πτοήσει η διαπλοκή, τα ομόλογα, η Siemens,οι κομιστές, μάθαμε να ζούμε στη βρωμιά και τα αντανακλαστικά μας αντιδρούν μόνο σε ότι μας θίγει προσωπικά.
Εμείς που ξεκινήσαμε την εκδρομή πριν 30 χρόνια γίναμε οι απόλυτοι φορείς του αυστηρά προσωπικού, δηλαδή της μοναξιάς. Κάναμε τις πληγές μας λέξεις και το συζητάμε, με ταλέντο δε λέω, αλλά και μπόλικο αυτοσαρκασμό.

Πέρασε από τα χέρια μας η ιστορία. Ανατραφήκαμε με όνειρα με ιδανικά, με μύθους, μπαλόνια τεράστια που έσκασαν μπροστά στα μάτια μας και μας κούφαναν.
Σιγά για νέο μας το λες; Κανείς δεν σηκώνεται από την θέση του πλέον κανείς δεν εντυπωσιάζεται. Αέρας γίνονται οι φωνές, εκπίπτουν οι καταγγελίες.
Όσο για τους ονειροπόλους, φαντάζουν πλέον είδος μουσειακό. Ακινητοποιημένοι στο χρόνο σαν να πέρασε από πάνω τους η λάβα. Παρείσακτοι της σύγχρονης κοινωνίας, που όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει στο βωμό του κέρδους.
Σιγά για νέο μας το λες; Τα ρεπορτάζ κατ΄ αποκοπή σε θίξανε; Με το δίκιο τους οι αναγνώστες με επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Όταν τα απολιθώματα ξαναζωντανέψουν τότε μπορεί να απαιτήσουν ένα καινούργιο νόημα για τη ζωή.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Δεν αλλάζουμε τελικά

Αυτό το κεραυνοβόλο μας στοιχίζει τελικά. Πώς να πάει μπροστά το καράβι με ναύτες χωρίς βιογραφικά χωρίς ταυτότητα. Θα βουλιάξει.
Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, κουβαλούν την ιστορία τους και την ιστορία των προγονών τους. Σε ανύποπτο χρόνο, τα ξεβράζει η ιστορία και τότε τρέχουμε να μαζέψουμε θύελλες. Όχι μόνο βιογραφικά και γενεαλογικό δέντρο, γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σκάσει το καθίκι ο προπάππους ή η μέγαιρα η προ προ γιαγιά.
Κάθε φορά το λέω και καμιά φορά δεν το κάνω, έτσι θα πάει αυτή η ιστορία, με την προσδοκία ότι αλλάζουμε, μέχρι να έρθει η διαβεβαίωση ότι δεν αλλάζουμε τελικά.
Αυτό το ταξίδι με τους άγραφους ναύτες δεν έχει προορισμό, δεν υπάρχουν λιμάνια μια πορεία μόνο πότε στη γαλήνη και πότε στην τρικυμία. Αφού το ρίξαμε στην τύχη τι περιμένουμε…
Μόνο εκείνες τις φωτογραφίες από τις σοκολάτες καταφέραμε ν’ αλλάξουμε αγαπημένη μου φίλη του ραδιόφωνου. Για να πω την αλήθεια εγώ ποτέ δεν κατάφερα να ολοκληρώσω τη συλλογή…

«Kαι ποιος ξέρει να μοιράσει τον εαυτό του σωστά; Δεν είμαστε τράπουλα να μας σημαδέψουν οι αχρείοι. Ένα λευκό χαρτί είμαστε που ανεμίζει πότε στα χέρια των παιδιών και πότε στου ανέμου τις ακραίες συμπεριφορές. Όποιος περνάει γράφει πάνω μας. Τις λέξεις του, τις επιθυμίες του, τις ήττες του. Και κάθε βράδυ κλεινόμαστε στο δωμάτιο και διαβάζουμε στα χέρια μας τη μοίρα των άλλων, ενώ στα πόδια μας λαχταράνε παλιά ταξίδια. Θυμάστε όταν είμαστε πιτσιρίκια, που φτιάχναμε διάφορες χαζές συλλογές με χαρτάκι τα οποία βρίσκαμε στις σοκολάτες και μετά συγκρίναμε τη δική μας συλλογή με του άλλου παιδιού, κι άμα εκείνο είχε κάποιο χαρτάκι που θέλαμε, το ρωτούσαμε; – Αλλάζουμε; Πόσα «αλλάζουμε» δε ρωτήσαμε! Μπήκε κανένας στη θέση μας;"

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2009

Κάτι σαν τάμα

Έχουν γραφτεί πολλά. Το «Πολυτεχνείο» όμως, θα παραμένει για μένα η κορυφαία αντιστασιακή πράξη της γενιάς μου. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι εκείνη η εξέγερση του Νοέμβρη του 1973 σήμανε το τέλος της Χούντας.
Αρκετές φορές έχω γράψει, για την καταραμένη γενιά, τη δική μου. Για την γενιά της αφασίας, της αδιαφορίας, της αναισθησίας. Είμαστε αδικημένοι τελικά. Τα καλύτερα μας χρόνια τα περάσαμε σπουδάζοντας, δουλεύοντας, διαβάζοντας, σε μια υποφερτή ελευθερία η οποία εξελίχθηκε στην σημερινή κοινωνική αναισθησία. Στην τηλεοπτική ξεφτίλα, στην παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας, στη νέα φτώχεια που έρχεται να μας κατασπαράξει. Έργο μας είναι η αφασία που ζούμε. Και όσοι δεν γίναμε γιάπηδες γέρναμε πικραμένοι και έντρομοι. Ποια θυσία δεν κάναμε και ξεπουλήθηκε έτσι η γενιά μας;

Αυτή η γενιά κάθε τέτοια μέρα ακούει το προσκλητήριο των νεκρών της. Των παιδιών που θυσιάστηκαν για ελευθερία και δημοκρατία. Την έκανε η γενιά μας την θυσία. Γι΄ αυτό σήμερα βλαστημάω. Έχει κι’ αυτή παράσημα αντίστασης όπως και η προηγούμενη. Η κατάληξη τελικά δεν δικαιώνει τον αγώνα. Οι πατεράδες μας για ανταμοιβή φορτώθηκαν μια χούντα και οδηγήθηκαν στα ξερονήσια και εμείς χαμένοι γυρεύουμε ταυτότητα. Η επιστολή του μικρού μαθητή που έγινε πρωτοσέλιδο στην «Ελευθεροτυπία» η τελική ανταμοιβή μας.

Τελικά η κάθε γενιά έχει το δικό της Πολυτεχνείο. Κάθε γενιά γίνεται θύτης και θύμα ταυτόχρονα. Ας ευχηθούμε να διακοπεί κάποια στιγμή αυτό το γαϊτανάκι της ιστορίας και το νέο Πολυτεχνείο να δικαιώσει τον αγώνα των παιδιών μας.

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

Καμόρα

Δύσκολες μέρες, για την τοπική μας κοινωνία, δύσκολα μέρες και για μας, που αποτυπώνουμε τις σκέψεις στα Μ.Μ.Ε. Είναι μέρες που οι ρόλοι μπερδεύονται, που ξεχνάμε αυτά που μάθαμε. Δημοσιογράφοι πολιτικοί επιχειρηματίες όλα σε ένα. Για κάποιους που θέλουν να διατηρήσουν την αυτοτέλεια τους, να υπηρετήσουν το επάγγελμα τους, να που την αλήθεια στο λαό, θα πρέπει να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια. Είναι μέρες που δίνουν όλοι εξετάσεις. Έχει χρόνια να ζήσει η Κέρκυρα τέτοια γεγονότα, ή για να ακριβολογούμε δεν έχει ζήσει στην μεταπολεμική περίοδο.
Το 1935, σε ένα συνέδριο στο Παρίσι για την υπεράσπιση της Κουλτούρας, ο Μπερτολτ Μπρεχτ μεταξύ των άλλων, έλεγε τα εξής:
«Κι η τέχνη πρέπει, σ’ αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων ν’ αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο μιας μικρής μερίδας ορισμένων που παίζουν τις θεότητες της μοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν μια πίστη που πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να είναι τυφλή, και μπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη μοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύματα, και μπορεί να παραδώσει τον κόσμο στον άνθρωπο. Μπορεί να μεγαλώσει την αμάθεια και μπορεί να μεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάμεις που αποδείχνουν τη δύναμη τους καταστρέφοντας, και στις δυνάμεις που αποδείχνουν τη δύναμη τους Βοηθώντας.

Όποιος σήμερα θέλει να πολεμήσει την ψευτιά και την αμάθεια και να γράφει την αλήθεια έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θ ά ρ ρ ο ς να γράφει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν• την ε ξ υ π ν ά δ α να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού• την τ έ χ ν η να την κάνει ευκολομεταχείριστη σαν όπλο την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποχτήσει δύναμη• την π ο ν η ρ ι ά να τη διαδώσει ανάμεσα τους. Αυτές οι δυσκολίες είναι μεγάλες για κείνους που γράφουν κάτω απ’ το φασισμό, υπάρχουν όμως και γι’ αυτούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν ακόμα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθερίας»
Πέντε δυσκολίες για να γράψει κανείς την αλήθεια, θα τις χρειαστούμε…

Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2009

Τι ωραία τα παιγνίδια με τις λέξεις

Από την «Αλλαγή», το κεντρικό σύνθημα του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80, περάσαμε στο «Γιώργο άλλαξε τα όλα». Τι ωραία τα παιγνίδια με τις λέξεις. Από αλλαγή σε αλλαγή, βαδίζουμε σημειωτόν και το μόνο που εισπράττουμε είναι η αντήχηση των προσδοκιών και των ανέξοδων διαβεβαιώσεων.
Προκαλούν θυμηδία οι απαιτήσεις μιας πλειοψηφίας που παραμένει στάσιμη και προσδοκά την αλλαγή.
Και να θέλει ο Γιώργος τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει σε μια κοινωνία, που κατά βάθος δεν θέλει να κουνήσει τίποτα από τη θέση του. Σε μια κοινωνία που παραμένει πιστή στο δικομματισμό που δεν είναι δύο αλλά ένας.
Ζητάμε αλλαγή αλλά και ρουσφέτι, ζητάμε ότι δεν πρόκειται να βλάψει το ατομικό μας συμφέρον, αδιαφορώντας συνειδητά για τους άλλους. Τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει ο Γιώργος και κανένας Γιώργος όσο η ίδια η κοινωνία δεν θέλει την αλλαγή.
Τίποτα δεν μπορεί να ανθίσει σ’ αυτό τον τόπο όσο το «εγώ» αποτελεί την κυρίαρχη ιδεολογία. Η αλλαγή είναι συλλογική υπόθεση και η ελληνική κοινωνία δεν δείχνει διάθεση για κάτι τέτοιο.
Όσο για τους πολιτικούς που κουνούν καταφατικά το κεφάλι τους, δείχνοντας να συμμερίζονται τις κοινωνικές ανάγκες, η έννοια της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, θα είχε άξια, αν πίσω δεν έκρυβε ένα σύγχρονο φαρισαίο. Σήμερα συνοδεύεται από τηλεοπτικές κάμερες, για να εξυπηρετηθεί η πολλαπλάσια ανταπόδοση.

Αλήθεια πιστεύει κανείς πλέον, ότι αυτή η πρεμούρα που διακατέχει τους πολιτικούς, έχει σχέση με την αγωνία, των αδυνάτων; Έχει σχέση με την ταλαιπωρία του πολίτη, τη δυστυχία μεγάλου μέρους του λαού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας; Τον εξευτελισμό των συνταξιούχων, την ανεργία που μαστίζει τους νέους;
Το χειρότερο είναι ότι αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει κανόνας και δεν προξενεί πλέον εντύπωση.
Σε πολλές περιπτώσεις η όλη διαδικασία στηρίζεται στην αδυναμία του Λαού, που συμβάλει με την σειρά του στην παγίωση αυτού του σαθρού οικοδομήματος, με την ελπίδα να γλύψει κάποιο κοκαλάκι στο τέλος απ’ αυτό το μεγάλο φαγοπότι.
Τίποτα δεν θα αλλάξει όσο το ζητάμε από τρίτους. Τίποτα δεν αλλάξει όσο το ζητάμε και δεν το κάνουμε.

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Η «τηλεοπτική Δημοκρατία»

Κανείς δεν αμφιβάλει για τα κέρδη από την τεχνολογική επανάσταση, κανείς επίσης δεν αμφιβάλλει για τις μεγάλες απώλειες στην ποιότητα ζωής. Κινητά που κάνουν παπάδες, ντομάτες άγευστες και άοσμες, αυτοκίνητα πυραυλοκίνητα, ψάρια που εγκατέλειψαν τη θάλασσα και στριμώχθηκαν στο ιχθυοτροφείο. Μακάρι να σταματούσε εκεί το κακό. Όλα δείχνουν ότι εις πείσμα της οικονομικής ανάπτυξης, της μαζικής κατανάλωσης, της ανόδου του εκπαιδευτικού επιπέδου, της παγκόσμιας πολιτιστικής ώσμωσης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το γύρισμα της χιλιετίας σηματοδοτεί όχι την άμβλυνση αλλά την όξυνση της επικοινωνιακής χειραγωγιμότητας των μαζών. Όπως έγινε και στον Μεσοπόλεμο, αλλά προφανώς για εντελώς διαφορετικούς λόγους, οι δυτικές δημοκρατίες φαίνεται να εναποθέτουν την εξουσία στα ολοένα ανορθολογικότερα και αυταρχικότερα χέρια των χυδαιότερα ελκυστικότερων υποψηφίων που εμφανίζονται μπροστά τους. Ο μπερλουσκονισμός φαίνεται να έχει επιβάλει τους όρους του. H πολιτική του θεάματος δεν μπορεί παρά να επιβάλλεται μέσα από τους κανόνες του θεάματος. Όπως έγραφε ο Γκυ Ντεμπόρ, «το θέαμα είναι το κακό όνειρο της σύγχρονης δέσμιας κοινωνίας που δεν εκφράζει παρά την επιθυμία του ύπνου».
Ανασύρω από το αρχείο μου ένα επίκαιρο κείμενο του συμπατριώτη μας πρώην Υπουργού Γ. Ρωμαίου, που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2001 στο «Βήμα της Κυριακής» παρακαλώ να το διαβάσετε:

Όταν το 1987 ο Γ. Κοσκωτάς ο οποίος μετά την πρόσφατη αποφυλάκισή του σχεδιάζει τις νέες επιχειρηματικές του δραστηριότητες αγόραζε την «Καθημερινή», «Τα Νέα» μου είχαν θέσει το εξής ερώτημα:
* Τι μπορεί να σημαίνει για τον Τύπο και την πληροφόρηση αλλά και την πολιτική του τόπου η πώληση της «Καθημερινής» στον κ. Κοσκωτά;
Η απάντηση, τότε:
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχουν επιχειρηματίες όσο εύκολα και αν βγάζουν τα εκατομμύρια που θυσιάζουν τα χρήματά τους για την αντικειμενική και υπεύθυνη ενημέρωση της κοινής γνώμης».
Και πρόσθετα ότι οι εμπλεκόμενοι στον Τύπο δύο στόχους έχουν: την εμπορευματοποίηση της πληροφόρησης για να καταστήσουν επικερδή την επιχείρηση και τη χρησιμοποίηση της έντυπης δύναμής τους ως μέσο κερδοφόρων συναλλαγών.
Ήταν τότε, το 1987, το πρώτο άνοιγμα της διαπλοκής επιχειρηματιών στον Τύπο. Ως τότε οι εκδότες είχαν άμεση σχέση με τη δημοσιογραφία, και μάλιστα την καλή δημοσιογραφία, και η επιχειρηματική δραστηριότητά τους περιοριζόταν στον Τύπο.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '90 το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Η ιδιωτική τηλεόραση και ραδιοφωνία προσελκύει κυρίως επιχειρηματίες. Για δύο λόγους: απαιτούνται μεγάλα κεφάλαια και αποκτάται μεγάλη πολιτική δύναμη, η οποία και αξιοποιείται «δεόντως»...
Οι νομοθετικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων του ΠαΣοΚ απέτρεψαν, στη χώρα μας, την υπερσυγκέντρωση των ΜΜΕ υπό τον έλεγχο ενός ή δύο επιχειρηματιών. Είναι μέτρο θετικό, αλλά δεν αποτρέπει ούτε την εμπορευματοποίηση της πληροφόρησης ούτε τον αποπροσανατολισμό και την απολιτικοποίηση των πολιτών ούτε την παρέμβαση στην πολιτική, είτε μεμονωμένα από τους ιδιοκτήτες των ΜΜΕ είτε συλλογικά, όταν τους ενώνουν κοινά συμφέροντα και κοινοί στόχοι.
Αν στην Ελλάδα απετράπη, μερικώς, η δημιουργία μονοπωλιακών καταστάσεων στον χώρο των ΜΜΕ, στην Ιταλία ο Μπερλουσκόνι πέτυχε να ελέγχει το 50% περίπου της τηλεοπτικής αγοράς, εφημερίδες, περιοδικά, εκδοτικούς οίκους, εταιρείες σφυγμομέτρησης, δηλαδή μέσα με τα οποία ασκείται άμεση πολιτική παρέμβαση. Ο Μπερλουσκόνι είναι υπεύθυνος που συγκέντρωσε στα χέρια του τόσο μεγάλη εξουσία; Γιατί; Τη δουλειά του έκανε...
Οι ιταλοί ψηφοφόροι φταίνε για την υπερεξουσία του κ. Μπερλουσκόνι; Όχι βέβαια. Ο σοσιαλιστής Κράξι τού άνοιξε τον δρόμο παρέχοντάς του τις πρώτες τηλεοπτικές συχνότητες και η Ευρωπαϊκή Ενωση, η οποία με την περίφημη «Λευκή Βίβλο» για την τηλεόραση δεν τόλμησε να θεσπίσει αντιμονοπωλιακές οδηγίες στον ευαίσθητο πολιτικά χώρο των ΜΜΕ.
Ο «μπερλουσκονισμός» είχε διαφανεί και επισημανθεί εγκαίρως, αλλά οι πάντες αδιαφόρησαν ή και ανέχθηκαν αυτή την κατάσταση επιδιώκοντες την υποστήριξή του στη διεκδίκηση της εξουσίας.
Τον Μάρτιο του 1990, αντιπρόεδρος τότε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταθέτω πρόταση ψηφίσματος και ζητώ την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για να αποτραπεί η μονοπωλιακή συγκέντρωση των ΜΜΕ στην Ιταλία. Το ψήφισμα γίνεται ομόφωνα δεκτό από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στην Ιταλία γίνεται πρωτοσέλιδο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δίδεται μεγάλη δημοσιότητα. Αποτέλεσμα; Το ψήφισμα παραμένει ένα άψυχο κείμενο στο αρχείο μου και ο κ. Μπερλουσκόνι καθίσταται ο «Μεγάλος Αδελφός» της Ιταλίας, μετατρέπει τους ψηφοφόρους σε μηχανάκια μέτρησης της τηλεθέασης, τους μαγνητίζει και αναδεικνύεται με την... «ελεύθερη» ψήφο τους σε πρωθυπουργό της χώρας!
Η Ιταλία περνάει πλέον στην ιστορία ως η πρώτη «τηλεοπτική Δημοκρατία» και ανατρέπει τις προβλέψεις του καημένου Τζορτζ Όργουελ.
Τον θυμήθηκα, διότι και οι Έλληνες συγκαταλέγονται στους ευτυχείς τηλεθεατές που θα απολαμβάνουν για 100 και πλέον ημέρες πώς ζουν πέντε ζευγάρια για 24 ώρες πίσω από την κλειδαρότρυπα!... Είναι η περίφημη εκπομπή «Μεγάλος Αδελφός» και επί το ελληνικότερο «Big Brother»...
«Μεγάλο Αδελφό» χαρακτηρίζει ο Οργουελ την τηλεόραση στο περίφημο και προφητικό βιβλίο του «1984» και Νέα Ομιλία τη γλώσσα αλλά και τη διδαχή της τηλεόρασης.
Γράφει, προς το τέλος, ο Τζορτζ Οργουελ: Κάποιος που θα είχε ανατραφεί μόνο με τη Νέα Ομιλία, δεν θα ήξερε ότι κάποτε η λέξη «ίσος» ή ότι η λέξη «ελεύθερος» σήμαινε «πολιτικώς ελεύθερος».
Την οριστική υιοθέτηση της Νέας Ομιλίας ο Οργουελ την προέβλεπε για το 2050! Φοβάμαι ότι η απόλυτη κυριαρχία του «Μεγάλου Αδελφού» επισπεύδει την καθιέρωση της Νέας Ομιλίας, την ανατροπή των αξιών και αρχών της Δημοκρατίας και την αντιστροφή των όρων στις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και ΜΜΕ.
Φοβάμαι και αυτό είναι το χειρότερο ότι πολιτικοί και ΜΜΕ έχουν «αλληλοδεθεί» και «αλληλοσυνδεθεί» σε έναν φαύλο κύκλο, μέσα στον οποίο έχουν εγκλωβισθεί οι τηλεθεατές-ψηφοφόροι.
Δυστυχώς, το δίδαγμα και από τα διαδραματιζόμενα στη χώρα μας είναι ένα: όσο η εκλογή και ενός απλού βουλευτού συναρτάται προς τον αριθμό των εμφανίσεών του στα «παράθυρα» και όσο η επιλογή των πολιτικών της «τηλεόρασης» εξαρτάται από τους καναλάρχες και τους δημοσιογραφικούς αστέρες, η πολιτική επικυριαρχία του «Μεγάλου Αδελφού» συνεχώς θα ενισχύεται.

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2009

Θέλουμε να το δούμε

Μέρες προσγείωσης, μας τέλειωσαν τα παραμύθια. Η εξέλιξη ήταν προδιαγραμμένη, η περιέργεια όμως να γίνουμε μάρτυρες της καταστροφής ακόμα πιο δυνατή. Σε τι να ελπίζουμε; Σε ένα μεγάλο μπουμ, έγραφα παλιότερα. Αρχίζω να βλέπω με συμπάθεια την κρίση, άλλωστε εμείς της γης οι κολασμένοι μια ζωή χαμένοι είμαστε, αν στερηθούμε και κάτι ακόμα, λίγο το κακό. Και αφού οι εξεγέρσεις είναι δύσκολες στις μέρες μας και οι τράπεζες φορούν αλεξίσφαιρα γιλέκα, ας τιναχτούν από μόνες τους στον αέρα.
Και πώς να βρεις εφαρμογή σ’ αυτόν τον κόσμο. Το κακό είναι ότι όποιος δεν μπορεί να αφομοιωθεί, να εξομοιωθεί να γίνει φωτοτυπία, τον απομακρύνει, τον αποκόπτει, τον ξερνάει. Όποιος κάνει μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιεί τον βηματισμό του βρίσκεται εκτός. Ο κόσμος όταν δεν βουλιάζεις στα νερά του, είναι μια ξένη πόλη.
Μια κόπια, κακέκτυπο, πλημμυρισμένη από παράξενα υβρίδια, η πόλη μας. Θύμα κι αυτή της διαπλοκής. Της διαπλοκής που χρόνο με το χρόνο πιπιλίζοντας την καραμέλα της ανάπτυξης έγινε εξουσία. Όλα σε ένα. Δεν υπάρχουν πλέον ρόλοι διακριτοί. Και επιχειρηματίας και πολιτικός και καθοδηγητής της κοινής γνώμης. Σε τι να ελπίζουμε;

«Σε ένα μεγάλο μπουμ, που τα πλάνα της καταστροφής, θα είναι η πιο σύγχρονη μορφή τέχνης. Τι να κάνει η ζωγραφική, η φωτογραφία, η ποίηση; Η σπουδαιότερη τέχνη είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή η τεμαχισμένη, η πολτοποιημένη, αυτή που κρέμεται σε φέτες από τα νύχια του ισχυρού, τα σώματα που θα γεμίσουν το χώμα σάπια όνειρα, οι ανάσες που θα παύσουν για να αυξηθεί το οξυγόνο στον πλανήτη, η οικολογική καταστροφή που θα επέλθει για να επιπέσουν οι ντιζαινάτοι αρχιτέκτονες να χτίσουν πόλεις επιστημονικής φαντασίας πάνω στα κόκαλα των σκοτωμένων».
Όταν η ερμηνεία της ανάπτυξης, στα σύγχρονα λεξικά θα σημαίνει καταστροφή, ίσως τότε να είναι αργά για να σώσουμε την παρτίδα. Για την ώρα παρακολουθούμε «τα όλα σε ένα» να γεμίζουν τις τσέπες τους και να υποθηκεύουν το μέλλον.
…………………………………………………………………………………………..
Μια κόπια κακέκτυπο, πλημμυρισμένη από παράξενα υβρίδια η πόλη μας.

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Για τους πολιτικούς ο λόγος

Σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, ένας άσημος πολίτης της Εφέσου – ονόματι Ηρόστρατος - πυρπόλησε το ναό της Αρτέμιδος με την εκπεφρασμένη φιλοδοξία να καταστήσει το όνομα του αθάνατο. Για να εκμηδενίσουν αυτήν την προσδοκία, οι κυβερνήτες της πόλης απαγόρευσαν επί ποινή θανάτου την αναφορά του ονόματος του, ενώ ο κοσμάκης – εν κρυπτώ – επέμεινε να το θυμάται, με συνέπεια να του χαρίσει τελικά αυτήν την άχαρη αθανασία. Το αξιοσημείωτο σε αυτή την πράξη είναι ο ρεαλισμός του Ηροστράτου: Δεν τον ενδιέφερε το ποιόν της πράξης που θα τον αθανάτιζε, παρά μόνο η αθανασία.
Στις μέρες μας, η τηλεόραση ικανοποιώντας την αδήριτη ανάγκη ανθρώπων να ξεφύγουν από την αφάνεια, όχι μόνο δεν απαγορεύει, αλλά ενισχύει και πολλές φορές κατασκευάζει, η υποδεικνύει τον τρόπο για να έχει να προβάλει χίλιες δυο μαλακίες.

Γέμισε ο τόπος από «νούμερα» που δεν διστάζουν να εκθέσουν την προσωπική τους ζωή, που πληρώνουν με όσο ευτελισμό τους ζητηθεί, για λίγα λεπτά δημοσιότητας.
Και τότε και σήμερα και πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να ξεφύγουν από την αφάνεια, η διαφορά είναι ότι ενώ τότε προσπαθούσαν να περιορίσουν τα φαινόμενα με απαγόρευση επί ποινή θανάτου την αναφορά του ονόματος, σήμερα στο όνομα της τηλεθέασης, δημιουργείτε ένα νέο μοντέλο ηρώων, που ξεκινάει από την γραφικότητα και φτάνει μέχρι την επικίνδυνη ηλιθιότητα.
Το φαινόμενο δυστυχώς δεν περιορίζεται στα πρωινά και μεσημεριανά σκουπίδια, αγγίζει πλέον έντονα και την πολιτική. Αυτό είχα στο μυαλό μου κάνοντας την παραπάνω αναφορά.

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2009

Ο τόπος μας επαναφέρει

Όσους κύκλους και να κάνουμε, όσο και να προσπαθούμε να απομακρυνθούμε νοερά, από τον μικρόκοσμο μας, η δίνη της καθημερινότητας, μας ρίχνει στην βαθιά λακκούβα της βάσης μας.
Στο λάκκο, γατί όσο και αν προσπαθούμε, όσο και να κλείνουμε τα μάτια, για να ταξιδέψουμε στο παραμύθι, ο τόπος μας επαναφέρει.
Ακόμα και σήμερα, που έχουμε δικτυωθεί με τον κόσμο όλο, η πραγματικότητα έχει τη δική της δυναμική.
«Το είδα με τα μάτια μου» λέμε και όχι στην τηλεόραση γιατί εκεί δεν μπορούμε να είμαστε αυτόπτες μάρτυρες.
Δυστυχώς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον τόπο, ο πόνος εδώ είναι ζεστός.
Σεισμοί λιμοί καταποντισμοί στο γυαλί διαρκούν μέχρι το επόμενο δελτίο ειδήσεων, ενώ εδώ…
Ο τόπος λοιπόν, που ζήσαμε, και ζούμε. Ο τόπος που γίνεται ανάμνηση γλυκιά η πικρή που γίνεται προσμονή, που γίνεται κατάρα.

Είσαι, η Πράγα, η Αθηνά, η Ιθάκη. Είμαι Η Κέρκυρα το Ναύπλιο η Θεσσαλονίκη, παραφράζοντας την κυρία από το Ιατρείο ασμάτων που καταριέται τις αγάπες της.
Πολιτείες με ιστορίες παλιές σαν τη ζωή και ιστορίες πρόσφατες σαν το χθεσινό σου γέλιο. Και σ’ όλες τις ιστορίες μέσα, οι μάνες με τα πύρινα μάτια που αγκάλιασαν με δύναμη τα παιδιά τους, άλλες για να προστατεύσουν και άλλες για να τα αποχαιρετίσουν. Αχ πολιτεία, που κρατάς τη θλίψη μου στο βυθό της θάλασσας σου, πολιτεία που μίσησα από τα βάθη, του είναι μου, σε καταριέμαι να γεμίσεις ανέστιους, απάτριδες, αδέσποτους, διωγμένους. Να γεμίσουν οι δρόμοι σου ανήμερες ψυχές, τα σπίτια σου από ζωές άδικες. Μήπως και την επόμενη φορά που ξεβραστεί ένα παιδί στην πέτρινη αγκαλιά σου καταφέρεις να του δείξεις το δρόμο για το πατρικό του σπίτι.

Δευτέρα, 2 Νοεμβρίου 2009

Όχι και με τον Θρασύβουλο…

Τα νέα είναι, ότι από την προηγούμενη Πέμπτη κρέμασα τα ποδοσφαιρικά μου παπούτσια. Έχουμε κάποια ηλικία, δεν αξίζει να χαλάμε τις καρδιές μας. Μέχρι νεοτέρας, και μέχρι να συνειδητοποιούσουν οι περιπατητές της ομάδας μου, ότι παίζουν σε ένα ιστορικό σύλλογο θα απέχω. Δεν είναι οι ήττες, άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια, έχουμε μετρήσει πολλές, ποτέ όμως η ΑΕΚ δεν είχε τέτοια εικόνα. Δεν είναι ΑΕΚ αυτή η αμάδα, δεν είναι η ομάδα που είτε κέρδιζε είτε έχανε, τιμούσε την φανέλα και την ιστορία της. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο παρακάτω, όσο όμως συνεχίζεται αυτή η κατρακύλα θα παρηγοριεμαι ξεφυλλίζοντας μνήμες.
Ενα εξαιρετικό κείμενο του Σωτήρη Κακίτση που υμνεί την λυρική πλευρά του ποδοσφαίρου, με την ελπίδα ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες

Δεν Θυμάμαι: Δεν ξέρω γιατί είχα συμπαθήσει την ΑΕΚ. Έλεγα κι εγώ μικρός: «ΑΕΚ είμαι. Ενωσις!». Ύστερα, έχανε 3-0 στο ημίχρονο η ΑΕΚ από τον Απόλλωνα, από την και πολύ πάντα Ελαφρά Ταξιαρχία. Τ’ άκουγα, όχι στο ραδιόφωνο, στη ραδιοφωνάρα που είχαν τα σπίτια τότε, στο κέντρο της τραπεζαρίας. Κι ο πατέρας μου έφευγε: «Ωραία ομάδα διάλεξες Σωτηράκη!», μου είπε γελώντας, χαμογελώντας!
Στη σιωπή μου απάντησε ο Νεστορίδης: Τέσσερα έβαλε στην επανάληψη στη Ριζούπολη (θυμάμαι καλά;), κερδίσαμε, του ακυρώσανε άλλο ένα νομίζω. Περίμενα τον πατέρα μου στην κορυφή της σκάλας, αργά τη νύχτα, θριαμβευτής, Νέστορας κι εγώ, Παπαϊωάννου πριν τον Παπαϊωάννου.
Παίζοντας ένα φεγγάρι πόλο στον Ολυμπιακό, μετά τη Γλυφάδα και την άλλη πολυαγαπημένη μου μετά, τη Βουλιαγμένη, πηγαίναμε στη Νέα Φιλαδέλφεια με τα φοράκια του Θρύλου. Κι εγώ ξαφνικά, κατακόκκινος, πήγαινα να πανηγυρίσω τα γκολ της ΑΕΚ στο ντέρμπυ. Ας είναι. Έτσι έμαθα από πρώτο χέρι τι θα πει Ολυμπιακός, γιατί μας συνδέουν με τους Πειραιώτες πολλά, ας είναι εξουσία πια τώρα, ας μην είναι πια εξαίσιο αμπέλι ξέφραγο, με τον Κελεσίδη να πιάνει πέντε πέναλτι στο Λονδίνο, αλλά να χάνουμε 5-1 τελικά παρ’ όλο τον Δεληκάρη.
Αγαπημένοι μου πιο πολύ: ο Μίμης. Γίναμε και φίλοι λίγο μετά. Παίξαμε και μια μέρα συνεντευξιακή μπάλα, στην Άνοιξη. Δεν έπιανα τίποτα, τι διάολο, πως πηγαίνανε αυτές οι σέντρες - σουτ του συνέχεια στο γάμα! Ύστερα, πήγα με πέντε άλλους, μόλις είχε γυρίσει από την Αμερική ο Μάγος, για το αποχαιρετιστήριο με τους Εγγλέζους, την επόμενη ακριβώς της απόλυσης του γλύκα Τσικ, του Τσαϊκόφσκι. Μια σέντρα έκανε πάλι ο Μίμης, κι η εξέδρα μαζευτήκαμε εν ριπή οφθαλμού, φωνάξαμε: «Παπαγιάννη παικταρά, μάθε μπάλα τα φρικιά!”.

Πηγαίναμε και με τον ποιητή, τον Γιωργάκη τον Μαρκόπουλο, χαμηλά, στα κάγκελα, σαν άρρωστοι πάλι ένα φεγγάρι. Χαμηλά, αλλά από πάνω πάντα, πάντα συγκινημένοι. Ο Σεραφείδης: Ξανάπαιξε στο ντέρμπυ με τον Παναθηναϊκό σαραντάρης, βούτηξε στις λάσπες και μας κράτησε, τη μάζεψε τη μπάλα σαν Γάτος που ήταν μέσα από τα πόδια του Δομάζου.
Το ‘68 ήμουνα στο μπάσκετ από τους απέξω. Του Βασίλη Γεωργίου δηλαδή πιο πολύ οπαδός. Τον ξανακούω ακόμα καμιά φορά μες στ’ αυτοκίνητο, «Ωξοχα!» να ωρύεται στον αιώνα τον άπαντα στ’ άστοχα σουτ των Τσέχων. Γιατί το πήραμε από το ‘68 εμείς το κύπελλο, κι ας μην έχουμε ξαναπάρει από τότε κύπελλο για κύπελλο, πλην εντός, με τον Ηρακλή, με Ραμπίδη και Γκούμα, πάλι είκοσι χρόνια πριν .
Ο Νικολούδης: Έπαιρνε το τόπι στο ‘70, και τέλειωνε το ματς χωρίς να την ξαναχάσει! Ιδίως στην Αγγλία, στο Μπέιζμπολ Γκράουντ μέσα, με τη Ντέρμπυ 3-2, αυτή κι αν ήταν νίκη. Κι ο Αρδίζογλου: από παντού ως πάντα! Να μουντζώνει τον επόπτη στο 89, στο 6-1, και ν’ αποβάλλεται ενώ τους είχαμε λιώσει, για ένα κόρνερ, για ένα τίποτα. Ύστερα, η ΥΕΝΕΔ άργησε να συνδεθεί με το γήπεδο, κι είχαμε χάσει ήδη δυο γκολ, στο άλλο Μέγα 6-1 επί της Πόρτο. Μαύρος πια και Μπάγεβιτς, κι ο Δομάζος μαζί μας, Ιππίας, Δημάρατος, Αλκιβιάδης, Μιλτιάδης, Θεμιστοκλής, Παυσανίας, κανονικά.
Ο Μαρκόπουλος τον Ντούσαν δεν τον συγχωρεί. Εγώ, που τον είδα κι εκεί και τα είπαμε, λέω: Ωραίο κι αυτό είναι. Κι ο Ολιβάρες έκλαιγε φέτος για ένα παλιό-Κάπα που του κόψανε, αετός κι αυτός πια χωρίς φτερά. Αλλά, μην ξεχνάτε, κι η Λεωφόρος την είχε, μια φορά κι έναν καιρό, τη γοητεία της, με Βερόν και Ντεμέλλο, Λουκανίδη, που ο μεγαλύτερος, για την Ευρώπη αλλά και για μένα Έλληνας ποδοσφαιριστής του αιώνα, ο Μίμης μόνο γι’ αυτόν έχει να λέει.
Κι εμείς Δικέφαλοι γι’ αυτό είμαστε, λέω: Για τον Πομώνη, αλλά και για τον Μποτίνο. Για τον Σοφιανίδη, αλλά και για τον Ανδρέου. Για τον Χρηστίδη, αλλά και για τον Κούδα. Για τον παλιό Νικολαϊδη αλλά και για τον νέο. Για τον Σκευοφύλακα, αλλά και για τον Γραμμό, στις γραμμές κι αυτόν πάντα πάνω. Για τον Βιέρα.
Για όλα τα ωραία. Και για τις ήττες, προπαντός. Για τα κλάματα παντού. Και στη Ρωσία, που πρόπερσι δεν πήγα. Άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε. Μπλε της Ελλάδας, με το Θεό της από πάνω να ορίζει και να χωρίζει. Μ’ όλα τα ντέρμπυ από Γιάμαλη σε Δελαβίνια, από Γραμματικόπουλο ως Βουτσαρά. Ως Οικονομόπουλους. Γιατί πήραμε κι εμείς πρωτάθλημα μ’ αυτό το όνομα. κι ας μην ξανάπαιξε το παιδί μετά.
Αλλά, θα μου πεις, εδώ οι άλλοι με τον Σκούνα μια χρονιά δεν το πήρανε; Μήπως είναι καλύτερα χωρίς; Χωρίς εξουσία εννοώ. Με Ερρέα, εννοώ, Σαμουράι, στα τέλεια μαύρα μέσα, όρθιοι σ’ όλες τις εξόδους, ατάραχοι, περήφανοι, το ίδιο και καλύτερα αποτελεσματικοί; Μαυραετοί, χρυσαετοί, εννοώ, αετοί πάντα θα’ ναι. Θα ‘μαστε.

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

Μ’ έναν καιρό που όλο σκέφτεται να βρέξει

Όχι δεν μετράμε τους μήνες, η αναφορά γίνεται για τις μνήμες
και το Νοέμβρη, η δικής μας η γενιά όσο και αν προσπαθήσει δεν πρόκειται να τον ξεχάσει. Ο Ηλίας Κατσούλης όταν έγραφε τους στίχους εκεί είχε το μυαλό του
«Νοέμβρης μήνας ταξιδεύει μ' ένα τρένο
Αθήνα, Λάρισα, ωραία Θεσσαλία
στην Κατερίνη ακούει τραγούδι αγαπημένο
με μια πληγή από παλιά μελαγχολία.
Στη Σαλονίκη φθάνει απόγευμα στις έξι
μ' έναν καιρό που όλο σκέπτεται να βρέξει.
Νοέμβρης μήνας...»
Από το άχρωμο ξεκίνημα της ζεστής και ψεύτικης μέρας, σκοτεινά σύννεφα με σχισμένες άκρες περιφέρονται στην πνιγηρή πόλη. Από τη μεριά της εισόδου του λιμανιού τα σύννεφα συσσωρεύονταν διαδοχικά και απειλητικά, και μαζί τους απλωνόταν μια πρόγευση τραγωδίας βγαλμένη από την ακαθόριστη κακία των δρόμων απέναντι στον αλλοιωμένο ήλιο. Κουρέλια από κουρελιασμένα σύννεφα μαύριζαν τη δυτική πλευρά. Ο ουρανός από την μεριά του φρουρίου ήταν ξάστερος αλλά με ένα κακό γαλάζιο. Υπήρχε ήλιος αλλά δεν σου έκανε όρεξη να τον απολαύσεις.

Το μεσημέρι ο ουρανός φαινόταν πιο καθαρός, αλλά μόνο προς τη μεριά
της παλιάς πόλης. Πάνω από την είσοδο του λιμανιού ο ουρανός ήταν πράγματι πιο ξάστερος. Στη βόρειο πλευρά της πόλης τα σύννεφα συνενώνονταν αργά σε ένα μόνο σύννεφο, μαύρο αδυσώπητο, που προχωρούσε αργά με νύχια φαγωμένα και γκριζωπά στην κατάληξη των μαύρων χεριών του, σε λίγο θα έφτανε ο ήλιος, οι θόρυβοι της πόλης έμοιαζαν να σβήνουν σε αυτήν την αναμονή. Στις τρεις το απόγευμα ο ήλιος ήταν εντελώς απών. Μην κάνετε κακούς συνειρμούς για την Λισσαβόνα πρόκειται.
«Νοέμβρης μήνας με καράβι ταξιδεύει
Χανιά, Ηράκλειο και κόλπο Μιραμπέλου
του Μεθυστή τα πανηγύρια μνημονεύει
Αγίου Μηνά και Μιχαήλ του αρχαγγέλου.
Το ρεθυμνιώτικο σκοπό παίζει στη λύρα
και λέει του έρωτα τα πάθη και τη μοίρα
Νοέμβρης μήνας...

Νοέμβρης μήνας με το ΚΤΕΛ στην Πάτρα πάει
μέρα γιορτής νιώθει το κρύο ν’ αντρειεύει
κι αφού ευχήθηκε στην πόλη π’ αγαπάει
τριάντα μέρες στη βαλίτσα του μαζεύει.

Η μοναξιά του σαν ανήμερο θηρίο
και φεύγει μ’ ένα κουρασμένο λεωφορείο,
Νοέμβρης μήνας... »
Με ένα καιρό που όλο σκέφτεται να βρέξει

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Η Ουσία στις υποσημειώσεις

Παρακολουθώντας εξ αποστάσεως τις πρώτες μέρες της νέας κυβέρνησης, το μυαλό μου ανατρέχει στο παρελθόν. Μακάρι να μπορούσε η αλλαγή στο τρόπο επικοινωνίας να αλλάξει την πραγματικότητα, μια πραγματικότητα, που δυστυχώς στις μέρες μας παραμένει για τους περισσότερους έλληνες ανυπόφορη. Δεν θέλω να γίνω μάντης κακών, αλλά όλα αυτά τα χρόνια, τα ψιλά γράμματα και οι αστερίσκοι με έχουν κάνει καχύποπτο και μακάρι να διαψευστώ.
Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή. Σε αυτές τις πρώτες μέρες της
«αλλαγής» ένα μικρό απόσπασμα από το άρθρο του Κωστή Παπαγιώργη, αφιερωμένο εξαιρετικά στους φρουρούς που κάνουν την βάρδια τους…
Ο Σταντάλ διαπίστωνε ότι το «ανίσχυρο μίσος» ήταν ένα ιδιάζον στοιχείο της δημοκρατικής κοινωνίας. Ο ψηφοφόρος εμπιστεύεται τον αντιπρόσωπό του, πιστεύει στη λαϊκή εντολή, επικροτεί την «περίοδο χάριτος» που έχει ανάγκη κάθε νεοσύστατη κυβέρνηση, και στη συνέχεια (όταν αρχίζουν τα παρατράγουδα) εγείρεται η κατακραυγή, ήτοι το « ανίσχυρο μίσος» του εξαπατημένου πολίτη.

Το αλλόκοτο βέβαια είναι ότι αυτός τούτος ο πολίτης είναι μικρογραφία του αντιπροσώπου του. Δεν έχει αυτάρκεια, αντίθετα, αφού δια της ψήφου του ήρθε κατά κάποιον τρόπο και αυτός στα πράγματα, απαιτεί κοινωνική προαγωγή, δεν θέλει ισότητα στην ένδεια, παρά ισότητα και πιο σωστά ανισότητα στην κατοχή. Η πάλη των τάξεων μετασχηματίζεται αφανώς και τεχνηέντως σε πάλη ατόμων, θέσεων, κλάδων, παρατάξεων, μηχανισμών, πελατειών. Ενώ το κράτος κινδύνευε από την κοινωνία, κατά την κλασική εκδοχή, τώρα έχουμε ένα κρατικό μηχανισμό ο οποίος αποξενώνεται από την κοινωνία παρότι την κολακεύει, καθώς στους κόλπους του μαίνονται οι συγκρούσεις των προνομιούχων ομάδων. Και φυσικά δεν υπάρχει υγιής παράταξη που θα εξυγιάνει θεσμούς και πρόσωπα. Ούτε εξάλλου ένα πόπολο που μπορεί να απόσχει από αυτό το νοσηρό παιχνίδι. Φθονούντες και φθονούμενοι αλλάζουν ρόλους, μασκαρεύονται, ασχημονούν, με παντιέρα πάντα την άποψη ότι « η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα».
Συμπέρασμα; Ένα συνεχές αδιέξοδο…

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Για την Έλλη Παππά

Την τελευταία της πνοή άφησε τα ξημερώματα η Έλλη Παππά, σε ηλικία 89 ετών. Η κηδεία της θα είναι πολιτική και θα γίνει στο Γ΄ Νεκροταφείο, όπου εκεί και θα ταφεί, δίπλα στον σύντροφο της ζωής της, Νίκο Μπελογιάννη.
Εκείνο που με εντυπωσίασε όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια της ζωής της, που την παρακολουθώ, είναι η διαύγεια του πνεύματος της. H Έλλη Παππά υπήρξε μια μεγάλη ελληνίδα, που αφιέρωσε τη ζωής στα πανανθρώπινα ιδανικά. Ένα μικρό δείγμα της σκέψης της, που δείχνει την προσήλωση της στην αξία της ελευθέριας.
«Αν πιστέψουμε τα όσα είπε ο Δημόκριτος, που διδάσκει πως δεν υπάρχει ελεύθερη κίνηση των ατόμων κι ότι η σύγκρουσή τους γίνεται σύμφωνα με αυστηρή αναγκαιότητα στην κίνησή τους, εμείς θα του πούμε: Δεν γνωρίζεις λοιπόν ότι υπάρχει και ελεύθερη κίνηση των ατόμων, που δεν την βρήκε ο Δημόκριτος, την έφερε όμως στο φως ο Επίκουρος, η παρεγκλιτική, που είναι πραγματική όπως αποδείχνουν τα φαινόμενα» λέει η επιγραφή που λάξεψε στην πέτρα ο Οινοανδέας.

Λίγους αιώνες προτού ο μέγας Παν πεθάνει, η χαραγμένη στην πέτρα επιγραφή της Οινοάνδας έρχεται από τα παράλια της Μικρασίας να μας βεβαιώσει πόσο στενά δεμένη με την έννοια της ελευθερίας ήταν η Ατομική Φιλοσοφία σε όλη τη διαδρομή της , από το Δημόκριτο ως τον Επίκουρο και ως τη δύση του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου. Αν διασώθηκε η έννοια της ελευθερίας ως τους τελευταίους ρωμαϊκούς αιώνες, οφείλεται στην Ατομική Φιλοσοφία που. Με τη διδασκαλία του Επίκουρου, έγινε ένα μαζικό κίνημα που αντιδρούσε μαχητικά στις σκοταδιστικές , δαιμονολατρικές δοξασίες που πλήθαιναν και θόλωναν τις συνειδήσεις σαν την αρρώστια που χτυπάει τα πρόβατα, «άλλος εξ άλλου λαμβάνει την νόσον ως τα πρόβατα» θα μας πει και πάλι ο Οινοανδέας. Η επικούρεια διδασκαλία ήταν αυτή που διέσωσε ότι είχε κατακτήσει η ελεύθερη σκέψη του πολίτη της δημοκρατίας: Την επιστημονική γνώση, που διώχνει τις υπερφυσικές δυνάμεις από τον κόσμο και το φόβο από τις ψυχές των ανθρώπων, και με την προσθήκη της παρέγκλισης συντηρεί την έννοια της ελευθερίας και τη βεβαιότητα πως το άτομο - πολίτης – ή σωματίδιο- έχει πάντα τη δυνατότητα να σταθεί στο σύμπαν και στο κοινωνικό γίγνεσθαι μέσα στα πλατιά περιθώρια της «παρέγκλισης» που του παρέχει η αιτιοκρατούμενη αναγκαιότητα, πως ο άνθρωπος μπορεί, και μέσα στις δυσμενέστερες συνθήκες, να γίνεται πρόμαχος της ζωής πολεμώντας τις δυνάμεις του θανάτου με όπλο του τη λυτρωτική δύναμη της γνώσης, δηλαδή της αλήθειας. Κι αυτό είναι που συνδέει την επικούρεια φιλοσοφία με την ιωνική γραμμή της σκέψης και με το Δημόκριτο, κρατώντας στέρεο το νήμα του αρχαίου υλισμού.
΄Ελλη Παππά, Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας, η έννοια της Ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό.

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2009

Η εξέλιξη μουτζουρώνει τα χρώματα των ονείρων

Αυτές τις μέρες που δεν υπάρχουν διλήμματα για τον ερχομό του χειμώνα, που η βροχή, δεν αφήνει πλέον περιθώρια για αισιοδοξία, τα υπαρξιακά προβλήματα, αναδύονται, με περισσότερη ένταση.
Είναι τα μείον των απολογισμών, η αδυναμία των προϋπολογισμών, τα χρόνια που βαραίνουν και δεν αφήνουν περιθώρια για επενδύσεις. Το «ότι φάμε και ότι πιούμε», δεν μπορούμε δυστυχώς να το πούμε όλοι, οπότε, θα το ρίξουμε στα παραμύθια, αυτά που μας μεγάλωσαν όπως τα μάθαμε, και αυτά που μας κρατάνε ζωντανούς όπως θέλουμε πλέον εμείς να τα λέμε. Άλλωστε εκείνο το παράπονο, τα παιδιά και τους μεγάλους επισκέπτεται. Το στάδιο των πολλών απαιτήσεων, το έχουμε περάσει προ πολλού. Ούτε δόξα ούτε χρήμα. Πολύ λίγα είναι αυτά που ζητάμε σήμερα, γι' αυτό και το παράπονο. Έτσι είναι κυρία μου, στα παραμύθια όταν το παράπονο μας πνίγει, γινόμαστε και θύτες…
………………………………………………………………………………………….
«Κάποιος να μας περιμένει. Κάποιος να μας θυμάται. Κάποιος να μας πονάει. Τα κόκκινα σκουφάκια έχουν πάψει να είναι στη μόδα κάτι δεκαετίες τώρα, αλλά η αποπλάνηση συνεχίζει να έλκει τους ανά πάσα στιγμή δωρητές σωμάτων. Η εξέλιξη μουτζουρώνει τα χρώματα των ονείρων, ο κακός λύκος έγινε μαλάκας λύκος και το κοριτσάκι με το πάλαι ποτέ κόκκινο σκουφί γέρασε, γέρασε με σημείο αναφοράς το λύκο πάντως. Κι αν αναποδογυρίζαμε τα παραμύθια; Αν φέρναμε τα μέσα τους έξω; Αν ο λύκος ήταν καλός και κακό του κοριτσάκι; Πάλι το ίδιο τέλος θα είχε η ιστορία; Επί τους ουσίας ναι. Ο θύτης και το θύμα είναι ρόλοι εναλλασσόμενοι, αενάως, Όποτε ; Ο, τι έκανες έκανες. Την επόμενη σεζόν θα είμαι εγώ ο θύτης.»


Παράπονο, παράπονο όχι να μας πιάσουν και τα κλάματα. Την επόμενη χρονιά θα είμαι εγώ ο θύτης..
Όσο και να προσπαθείς δεν γίνεται τίποτα», από τα κυρίαρχα συνθήματα, της εποχής, βγαλμένο μέσα από την απογοήτευση, που βασιλεύει. Ευτυχώς που κάποιοι δεν το ασπάζονται, και προσπαθούν ακόμα και στο σκοτάδι με την ελπίδα, να σκάσει μια χαρακιά από φως.
Αυτό το πείσμα είναι τελικά, που μας κάνει να μετατρέπουμε την ήττα σε διάλειμμα, ψιθυρίζοντας τους στίχους του εμβατηρίου «Η Ελλάδα ποτέ δε πεθαίνει δεν την σκιάζει φοβερά καμιά μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς την δόξα τραβά»
Αυτό το πείσμα για ζωή, για όνειρο, για παραμύθι, για αιώνιες φίλιες, για έρωτες. Το πείσμα να μην γίνουμε άλλη μια ασήμαντη ίνα στο κεντρικό νευρικό σύστημα ενός κόσμου που αγοράζεται και αγοράζει.
Αν είχαμε μείνει στο πρώτο σύνθημα, εκείνο το «δεν πάει άλλο», που ενεργοποιεί τα αντανακλαστικά και ανακόπτει την επέλαση προς την καταστροφή, δεν μας χαρίστηκε ποτέ. Ο Αι Νικόλας, που κλήθηκε εσχάτως να σώσει την κατάσταση ήταν σαφής. «κουνήστε και τα χέρια σας».

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Ακόμα δαγκώνουν

Μετά την επίσκεψη στον οδοντογιατρό , με τα δόντια που ακολουθούν τη φθορά του χρόνου αλλά που ακόμα αντέχουν. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση . Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, η για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;
Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στη μέση ηλικία που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.
Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.

«Η ώρα των δακρύων έχει καλύτερη αίσθηση του χρόνου και ως εκ τούτου μεγαλύτερη διάρκεια» μονολογεί η ραδιοφωνική μου φίλη. «Διότι το πηγάδι για να δώσει νερό, πρέπει τα ποτάμια και οι λίμνες να έχουν καταβάλει το ποσοστό τους. Γεμίζεις, γεμίζεις, δημιουργείς μια τεχνητή πλημμύρα για να μην εκτεθείς, φωνάζεις, όλους τους απόκληρους να έρθουν να ξεδιψάσουν, βάζεις στα σκυλιά νερό να μην γαβγίζουν και τρομάξουν τις ώρες που έρχονται, αλλά πάλι κάτι μένει. Δικό σου, για ποτέ και για πάντα, κάτοπτρο των οφειλών σου στη μνήμη, και είναι τα μάτια οι μόνες εκβολές για να στεγνώσει ο ύπνος σου. Έτσι πιστεύαμε εμείς, οι όχι νέοι, οι όχι παλιοί. Οι ανάμεσα, με το διστακτικό βήμα του νικημένου στρατιώτη».

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Λες και δεν μας αφορά

Το χειρότερο αυτή την περίοδο είναι η στάση μας απέναντι στην ολομέτωπη επίθεση, λες και δεν μας αφορά.
Δεν ξέρω τι περιμένουμε, γιατί κρυβόμαστε από την πραγματικότητα, σε ποιον εναποθέτουμε την ευθύνη. Φερόμαστε λες και στην θέση μας θα χάσει άλλος. Λες και θα πληρώσουμε την κρίση εμείς που δεν την προκαλέσαμε
Δεν γίνονται αυτά. Η κρυμμένη αξία των πραγμάτων δεν αποκαλύπτεται από το Άγιο Πνεύμα. Αν δεν βάλουμε τον εαυτό μας στην περιπέτεια να δούμε κάτω και πίσω από αυτά που συμβαίνουν απλώς θα μετράμε ήττες.
Ο καπιταλισμός ποτέ δεν είχε καλές προθέσεις, ακόμα και όταν έπαιρνε εκείνο το μελιστάλαχτο ύφος και μας καλούσε σε συστράτευση και συμμετοχή, ακόμα και όταν μας μοίραζε κάποιο μέρισμα απ’ τα υπερκέρδη βαφτίζοντας μας μετόχους στην επιχείρηση. Στο μυαλό του είχε πάντα και σταθερά περισσότερα κέρδη, κέρδη μέχρι σκασμού, όπως έγινε με την χρηματοπιστωτική κρίση.
Η έννοια του κοινωνικού κράτους ανήκει στο παρελθόν, ξεπουλώντας και τα τελευταία οχυρά μέσω των οποίων θα μπορούσε να υποστηρίξει μια τέτοια πολιτική, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απώλεια και των τελευταίων κοινωνικών αγαθών.

Δεν χρειάζεται και μεγάλη προσπάθεια για να δούμε την εικόνα που θα ακολουθήσει.
ΔΕΚΟ , τράπεζες, παιδεία, έχουν πάρει σιγά - σιγά το δρόμο τους, ένα δρόμο που σε λίγο θα ακολουθήσει και η υγεία και ύστερα όποιος «προφτάσει τον Κύριο είδε»
Εμείς όμως εδώ, καθισμένοι και χαλαροί. Λες και δεν μας αφορά. Λες και θα χάσουν οι άλλοι, γιατί εκτός από τις καθημερινές παραχωρήσεις των κεκτημένων, παραχωρούμε και μέρος της ψυχής και του μυαλού μας, δεν υπάρχει διαφορετική εξήγηση απέναντι σ’ αυτήν την απάθεια.
Αυτό περιμένουμε τελικά τη δική μας σωτηρία. Ελπίζουμε ότι εμείς θα επιβιώσουμε και άλλοι θα πεθάνουν. Ζούγκλα. Μπορεί να μας πήραν και σώβρακα, μας έμαθαν όμως να σκεφτόμαστε καπιταλιστικά δηλαδή ατομικά και αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά γιατί με τέτοια στάση η δουλεία τους θα γίνει πιο εύκολη.

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2009

Η απορία να είναι παντοτινή

Συνήθως την ημέρα της γιορτής μου γυρίζω πίσω αυτό θα κάνω και σήμερα με την δημοσίευση ενός παλαιοτέρου κειμένου, που η ευχή συνεχίζει να εκπληρώνεται και ελπίζω η απορία να μην απαντηθεί ποτέ…

Θέλω να μείνω με την απορία
Καλά τα παιγνίδια αλλά για να διεξαχθούν χρειάζεται πάνω απ’ όλα το γήπεδο, χωρίς λακκούβες και ρωγμές. Βάση που να αντέχει τις μάχες.
Για το συναισθηματικό υπόβαθρα σήμερα ο λόγος, η στερεότητα του οποίου εξασφαλίζει τις συνθήκες. Το ερωτικό παιγνίδι, αντέχει τις ακρότητες συγχωράει τα λάθη και δημιουργεί όλες εκείνες τις προϋποθέσεις της προσφοράς που δεν περιμένει ανταπόδοση. Για να έχει το παιχνίδι ενδιαφέρον, χρειάζεται πάθος και δύναμη, τα ελάχιστα τα γίνονται μεγάλα, ώστε να αποκτούν οι λεπτομέρειες ανάλογο ενδιαφέρον με τα γεγονότα και σε πολλές περιπτώσεις να τα ξεπερνούν.
Μια παρτίδα σκάκι είναι έρωτας και η διάρκεια του εξαρτάται από την ικανότητα και των δύο. Ακριβώς όπως κλείνει τις ραδιοφωνικές της σφήνες η κυρία που μας συντροφεύει τις ώρες των ονείρων λίγο πριν κοιμηθούμε…
«Άνοιξες μπήκες έκατσες. Απλά πράγματα. Και τώρα; Πως θα γίνουμε κομμάτια; Τι να εφεύρω για να σε ανατρέψω. Τι θα σκαρφιστείς για να με τρελάνεις; Σαν σε παρτίδα σκάκι με έπαθλο, την αθωότητα, παραμονεύουμε ο ένας την κίνηση του άλλου. Μου έχεις ξεκάνει πύργους και στρατιώτες, αλλά έχω στριμώξει τη βασίλισσα σου. Κάνε κάτι. Δεν θέλω να νικήσω. Θέλω να μείνω με την απορία της μαδημένης μαργαρίτας…»
Περί έρωτος ο λόγος και δημοσιεύω παρακάτω με την άδεια, που μου έχει παραχωρήσει για μια ζωή, χωρίς να χρειάζεται ανανέωση, ακόμα και με την δυνατότητα παραχάραξης, την πρόταση για ανάγνωση της παντοτινής μου φίλης Άλεφ

«Καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια για να είμαι στεγνός. Θέλω να επιβάλω σιωπή στην καρδιά μου, που νομίζει ότι έχει πολλά να πει. Τρέμω διαρκώς μην τυχόν έχω γράψει έναν αναστεναγμό, εκεί που πιστεύω ότι έχω σημειώσει μιαν αλήθεια».
Δεν υπάρχει ουδεμία αμφιβολία, όταν το 1818 ο νεαρός Σταντάλ βίωνε την απόρριψη από λάθος του, θα αισθανόταν τόσο μα τόσο δυστυχισμένος! Όσο ευτυχισμένοι αισθανόμαστε σήμερα εμείς, διαβάζοντας τις συνέπειες εκείνου του ανολοκλήρωτου, αποτυχημένου και δυστυχισμένου έρωτα.
Και όμως, όταν γνώρισε την Ματίλντε, όλα έδειχναν ότι η Ματίλντε είχε συγκινηθεί, σχεδόν ανταποκρινόταν. Αλλά ο άτυχος (;) Σταντάλ, παρασυρμένος από το πάθος του, επιδεικνύει μια αδέξια και ασυνάρτητη συμπεριφορά και πάει η Ματίλντε!
Η απόρριψη αυτή, ευτυχώς, για μας θα αποβεί… δημιουργική, εφόσον ο απελπισμένος Σταντάλ αναζητά την ανολοκλήρωτη αγάπη του στο χαρτί και μάλιστα συλλαμβάνοντας στις 29 Δεκεμβρίου 1819 και μια «μεγαλοφυή» ιδέα: να καταπνίξει το προσωπικό μέσα στο απρόσωπο και να μιλήσει για το άτυχο πάθος του μέσα από γενικές σκέψεις κι απόψεις!
Κάπως έτσι γράφτηκε λοιπόν το «Περί έρωτος», το οποίον δεν είναι παρά μια εξομολόγηση αλλά η κεντρική ιδέα του και το βάσανο, αφορά τους πάντες..."

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2009

«Θα σου δώσω μια να σπάσεις αχ βρε κόσμε γυάλινε…»

Όπως το 2007 έτσι και το 2009, το εκλογικό κλίμα συνεχίζεται, τότε πρωταγωνιστούσε το ΠΑΣΟΚ, σήμερα η «Νέα Δημοκρατία». Εσωτερικές υποθέσεις θα που πείτε, πλούσιες όμως σε τροφή για τα τηλεοπτικά κανάλια. Κοσμογονικές αλλαγές παρακολουθούμε κάθε βράδυ από την νέα κυβέρνηση που τ’ αλλάζει όλα και όλα μένουν σταθερά. Με όλα αυτά τα υπερβολικά που μας δοκιμάζουν κάθε μέρα, θυμήθηκα ένα παλαιότερο κείμενο του Παντελή Μπουκάλα στην «καθημερινή της Κυριακής» :
«Από πού αντλούν τη μικρή η τη μεγάλη δύναμη τους οι πολιτικοί και που νομίζουν οι ίδιοι ότι οφείλουν να αναζητούν την νομιμοποίηση και την επικύρωση της ισχύος τους;»
Η απάντηση θα έπρεπε να ήταν από τον Λαό, το λέει και το σύνταγμα, άρθρο πρώτον: «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον Λαό» Οι πολίτες τους ψηφίζουν, κατά συνέπεια σε αυτούς θα όφειλαν να δίνουν αναφορά. Θα έπρεπε, όμως δεν συμβαίνει. Δεν είναι λίγοι οι πολιτικοί που έχουν καταλήξει να πιστεύουν ότι την ισχύ που τυχαίνει να διαθέτουν τους την δανείζει η Τηλεόραση και μάλιστα υπό σκληρότατους όρους. Ο τρόπος τους και ο πόθος τους είναι η εικόνα τους, η εμφύτευση της εικόνας τους στο προσκήνιο. Αν δεν φαίνονται δεν υπάρχουν, αυτό πιστεύουν και αυτό τους πανικοβάλει.
«Το αποτέλεσμα της εξάρτησης «μισοψυχολογικής - μισοπολιτικής» υποστηρίζει ο αρθρογράφος «το γευόμαστε κάθε μέρα, και είναι πικρό: υπουργοί, υφυπουργοί και γενικοί γραμματείς, όποιο κόμμα και αν άρχει, ζούνε με τον τρόμο όχι των συνδικάτων, επί παραδείγματι και των εκδηλώσεων κοινωνικής διαμαρτυρίας, αλλά του κάθε κ. Αυτιά η κ. Ευαγγελάτου, που θα τους τα ψάλει». Το ίδιο θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην τοπική κοινωνία.

«Χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, κυβέρνηση πέφτει – κυβέρνηση ανεβαίνει, τα στελέχη της πολιτείας, υπουργοί, δήμαρχοι, νομάρχες, συνεχίζουν να «εκτίουν την ποινή τους» για να θυμηθούμε και τον Πολύδωρα, όχι στο γραφείο τους, αλλά στα τηλεοπτικά πάνελ και παράθυρα, αυτουποβιβαζόμενοι έτσι εκουσίως σε τηλεοπολιτικούς, δαγκωμένοι από το άγχος της δημοσιότητας, και από την αγωνία μην στεναχωρήσουν τον ένα η τον άλλο καναλάρχη η εκπομπάρχη με τους οποίους ταυτίζουν τον κόσμο στο σύνολο τους»
Ακριβώς αυτό συμβαίνει αντί οι πολιτικοί να ακολουθούνε τις λαϊκές επιταγές, πάνε πίσω από την τηλεόραση. Πρόκειται για μια απερίγραπτη σύγχυση ρόλων σ’ αυτόν τον άνοστο χυλό τον οποίο κατασκευάζει ακατάπαυστα και δίχως σοβαρές αντιστάσεις το γυάλινο μίξερ.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...