Παρασκευή, 7 Σεπτεμβρίου 2012

Με την παιδική αθωότητα για πάντα




Σήμερα ένα κείμενο αναγνώστριας, αισιόδοξο, στο πνεύμα του φθινοπώρου.
Φόρεσα στολή αναισθησίας
Έμπαζε πόνο από παντού
Καλύτερα γυμνή, είπα, να ζήσω

Κατίνα Βλάχου, 2012

Ανηφορίζοντας προκάλεσα και προσκάλεσα την αναισθησία να γίνει συντρόφισσα, αλλιώς δεν τη βγάζω. Αλλά όσο ανηφορίζω, τόσο αυτή απομακρύνεται. Ευτυχώς. Κι όσο τραβά η ανηφόρα, τόσο ντύνει με τη σιδερένια πανοπλία της τους αληθινούς της συντρόφους, και μ' αφήνει γυμνή, αφού έτσι θέλησα πραγματικά να μείνω.
Τους βλέπω, αμέτοχος θεατής, να υπογράφουν μνημόνια, να παίρνουν μέτρα, να κάνουν περήφανες δηλώσεις, να φωνάζουν ψεύτικες υποσχέσεις, που αφορούν όλους τους άλλους εκτός από τους εαυτούς τους. Τους βλέπω να μειώνουν προσωπικότητες, να πατούν αξιοπρέπειες, να καταχρώνται ξένα λεφτά. Ο τρόπος τους, στάση ζωής και ευαγγέλιο υπαγορεύεται από την απόλυτη άγνοια της θέσης των άλλων και από την απόλυτη άρνηση να έρθουν στη θέση των άλλων. Επί του πρακτέου, άσχετοι. Επί της ουσίας, απόντες. Παρόντες μόνον στο βάθρο που έχτισαν όλοι μεταξύ τους για τους εαυτούς τους.
Τι μένει; Η λογική ενός δεκάχρονου. Η χαρά ενός δεκάχρονου. Ο ενθουσιασμός ενός παιδιού που αγαπά, παίζει, χαίρεται, θαυμάζει, στενοχωριέται, κλαίει, ζηλεύει, αλλά ζει. Ζει γυμνό από άμυνες αναισθησίας, γυμνό απ’ το βαρύ οπλισμό που θα το ξελασπώσει στα δύσκολα. Με την αθωότητα, προτιμώ να μείνω, να μην αλλάξω τίποτα, να μην ελιχθώ, να μην προσαρμοστώ στον κόσμο των μεγάλων. Των μεγάλων στην ηλικία και στην εξουσία.

Δε με ενδιαφέρει αυτή η μεγαλειότητα. Με ενδιαφέρει το μεγαλείο του δεκάχρονου παιδιού, που υποψιάζεται τι συμβαίνει, αντιλαμβάνεται το κακό αλλά έχει τη πολυτέλεια της αθωότητας. Με ορθάνοιχτα μάτια παρακολουθεί αλλά δεν είναι υποχρεωμένο να αντιδράσει. Είναι στον κόσμο του, αλλά και θεατής του άλλου, μεγάλου κόσμου.
Γονατίζω στο ύψος του δεκάχρονου και από αυτό το ύψος μοιράζομαι τη χαρά του και νιώθω ευτυχισμένη. Από εκεί γελάω και κλαίω δυνατά. Από εκεί κοπανάω τα πόδια μου από χαρά. Από εκεί αγαπάω. Από εκεί παίζω. Είμαι γυμνή αλλά είμαι αθώα. Και έτσι ζω. Έτσι θέλω να ζω, είπα.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Ξεγελώντας τη μελαγχολία


Πριν ένα χρόνο. Πριν 20 χρόνια, το ίδιο κείμενο, με διαφορά λίγες λέξεις. Μπορεί ο ήλιος να καίει ακόμα, ο χρόνος όμως δεν αστειεύεται, ήδη έκλεψε μια ώρα από το φως και την έκανε σκοτάδι. Φθινόπωρο, δεν υπάρχει αμφιβολία. Τα σαββατοκύριακα ακόμα πιο δύσκολα. Πιο βασανιστικά.
Ένα κείμενο, που επαναφέρω, γιατί μπορεί κάποια πράγματα να αλλάζουν, οι εποχές όμως, είναι πιστές στο ραντεβού τους. Ένα κείμενο αισιόδοξο, γεμάτο μελαγχολία, του δικού μου φθινοπώρου. Του δικού μου Σεπτέμβρη.
Να φορέσουμε τη φθινοπωρινή στολή και να βγάλουμε τη γλώσσα έξω κοροϊδευτικά, στα γκρίζα σύννεφα, πριν προφθάσουν να μας σκεπάσουν. Στόχος είναι να πιάσουμε τη θέση της μελαγχολίας, βάζοντας εκεί που ετοιμάζεται να στρογγυλοκαθίσει, μια ψεύτικη που μόνο εμείς θα ξέρουμε. «φθινόπωρο και Κυριακή» ο τίτλος του και η συνταγή δοκιμασμένη.
Κυριακή απόγευμα Βρέχει, βρέχει συνεχώς. Νατες πάλι οι Κυριακές μετά το μεσημέρι, ώρες - λαιμητόμοι. Νάτες πάλι οι Κυριακές και πριν και τώρα ίδιες σκληρές και αδυσώπητες. «Κυριακή απόγευμα. Ο ουρανός είναι βαθύγκριζος και σε μεριές – μεριές έχει κόκκινες θαμπάδες. Ο χρόνος σε μια απεριόριστη διαδρομή γεμάτος αγωνία. Δεν είχα τύψεις, γυρνούσα πίσω αναζητώντας σταθερές. Μ’ αυτά και μ’ αυτά άντεχα... Όταν δεν φαίνεται διέξοδος, ο πόνος φώτιζε σαν βεγγαλικό. Γράφω για να ξορκίσω το κακό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός σε συνέχεια, βάλθηκα μέσα από μια στήλη να στοιχειώσω την εικόνα μου. Γράφω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν με πιστεύει.

Πολύ θα ήθελα να είχα την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα. Έχω μπει σε ένα ρόλο και χρησιμοποιώ όλη μου την ενέργεια για να σκοτώσω τον καιρό μου. Υπαινίσσομαι την απογοήτευση μου, μέσα σε κοινές φράσεις, «δεν γίνεται τίποτα» η «τώρα είναι αργά». Μια αόριστη επιπόλαιη δυσαρέσκεια, που μου κρατά συντροφιά στις επιτόπιες διαδρομές μου.
Kάτι τέτοιες ώρες καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν την τρέλα, είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις τη εικόνα σου, το μαγικό κουτί να ξαναβρείς τον χαμένο σου καιρό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι να σκεφτώ και τι να πω με όλα αυτά. Δεν με διακατέχουν συναισθήματα αυτολύπησης. Δεν γυρίζω την πλάτη στη ζωή, αλλά να, αυτές οι βόλτες τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, είναι αυτό που μπορώ να αφήσω. Αυτό είναι όλο και όλο. Επιτόπιες διαδρομές μέσα στη νύχτα, σκοτεινές τρύπες παρανοϊκές και ματωμένες, άσκοπες βόλτες, παρέα με τα παράλογα όνειρα μας.
Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε τον χαμένο χρόνο και την απούσα αγαπημένη, αυτά είναι τα πιο σημαντικά που έχω να εκθέσω, όλα τα άλλα χάρτινες πανοπλίας, καρναβαλίστικες φορεσιές».

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Χρεοκοπήσαμε με μολύβι και χαρτί



«Με μολύβι και χαρτί», μου εξομολογήθηκε σήμερα ένας φίλος επιχειρηματίας, «για να είμαι συνεπής απέναντι στο κράτος, στους εργαζόμενους και στον εαυτό μου, πρέπει κάθε μήνα να βάζω 18.000 ευρώ από την τσέπη μου, που δεν έχει.
Με χαρτί και με μολυβί, χωρίς να το παιδεύουμε άλλο το θέμα, με άγνωστες ξένες λέξεις, με ασαφείς οικονομικούς όρους, με αγορές αγνώστου διαμονής. Επτωχεύσαμε! Με χαρτί και με μολύβι. Και όχι τώρα, εδώ και πολύ καιρό.
Και τα μνημόνια; Τα σκληρά μέτρα λιτότητας που δεν έχουν τελειωμό; Οι αιματηρές θυσίες του λαού για να ξεπεράσει η πατρίδα την κρίση; Όλα αυτά με χαρτί και μολύβι, είναι για να σκεπάσουν το λάκκο με περισσότερο χώμα. Κάτι χρυσά δόντια και κάτι ξεχασμένα δαχτυλίδια είναι, που απέμειναν. Το πετσί μας είναι, που γδέρνουν τόσα χρόνια.
«Προς τι» έγραφα χθες, και θα μπορούσε και σήμερα να το πούμε. Προς τι όλη αυτή η φασαρία; Αφού το μείον είναι πλάκα βαριά, ασήκωτη.
Όταν το κράτος ζητάει προκλητικά παραπάνω απ’ αυτό που μπορεί να πληρώσει ο πολίτης, έχει υπογράψει την χρεοκοπία του. Όταν όλοι αυτοί που οδήγησαν στη χρεοκοπία, σήμερα οι ίδιοι είναι διαχειριστές, δεν έχουμε δημοκρατία. Όταν οδηγούνται πολίτες στη φυλακή γιατί δεν έχουν να πληρώσουν και αυτοί που τους οδήγησαν βρίσκονται στην θέση του κατήγορου, έχουμε δικτατορία.
Όχι μέτρα, ούτε χιλιόμετρα, δεν πρόκειται να μετακινήσουν χιλιοστό προς τα πάνω, την χρεοκοπημένη χώρα. Υπακοή, σ’ αυτή, την τρελή πορεία σημαίνει όλο και πιο βαθιά, στο λάκκο της χρεοκοπίας.
Να μην πληρώσει κανένας το άδικο. Να μη ρίξει κανείς ό,τι του έχει απομείνει στο βαρέλι δίχως πάτο.

Και τότε; «Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, ραγιάδες κι αν δεν αντιδράσουμε δραστικά» όπως γράφει ο συμπατριώτης μας Γιώργος Ρούσης παραθέτοντας προς τεκμηρίωση, ένα μικρό δείγμα επαναστατικών κειμένων, «πολύ φοβάμαι ότι ακόμη κι αν το πράξουμε αργότερα, θα είναι πολύ αργά».
1792 κείμενο με τίτλο «Η εγκαθίδρυση του δεσποτισμού», του μεγάλου γάλλου επαναστάτη Ζαν Πολ Μαρά,
«Μερικές φορές ο ηγεμόνας, για να επιβουλευτεί την ελευθερία περιμένει τη στιγμή της εκδήλωσης μιας ανησυχητικής κρίσης, που έχει προετοιμάσει ο ίδιος• τότε, με το πρόσχημα της φροντίδας για τη σωτηρία του κράτους προτείνει καταστροφικά μέτρα, που τα καλύπτει με το πέπλο της αναγκαιότητας, του κατεπείγοντος, των περιστάσεων, της κακοδαιμονίας των καιρών. Εγκωμιάζει την αγνότητα των προθέσεών του, εκφωνεί μεγάλα λόγια για την αγάπη του δημοσίου συμφέροντος, διαλαλεί τη μέριμνα της πατρικής του αγάπης. Κι αν δει ότι υπάρχει δισταγμός για να γίνουν δεκτές οι προτάσεις του, βάζει αμέσως τις φωνές: Πώς, δεν θέλετε; Ε, τότε βγείτε μόνοι σας από την άβυσσο! Κανείς δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί, κι ο καθένας αφήνεται στο έλεος των πραγμάτων, παρ' όλο που δεν έχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που κρύβουν τα μέτρα αυτά, όπου κάτω από το όμορφο περίβλημα βρίσκονται τα πιο μοχθηρά σχέδια. Η παγίδα αποκαλύπτεται όταν δεν υπάρχουν πλέον χρονικά περιθώρια για να αποφευχθεί: τότε ο λαός σαν το λιοντάρι που πέφτει μέσα στα δίχτυα κρυμμένα κάτω από τα φυλλώματα, παλεύει για να τα σπάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να μπλέκεται περισσότερο».Πολύ φοβάμαι ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι καθόλου απίθανη και σήμερα. Αν όπως υπογραμμίζει ο Ρουσό ναι μεν «η βία είναι εκείνη που δημιούργησε τους πρώτους σκλάβους, η δειλία τους όμως (είναι εκείνη) που διαιώνισε τη σκλαβιά
Σε μας εναπόκειται να αποδείξουμε το αντίθετο. Και να μην ξεχνάμε ό,τι όπως λέει και ο Τάσος Λειβαδίτης, «εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν και σένα και σαν εμένα. Υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια τις τύχες του κόσμου. Να το θυμάσαι αυτό».

Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2012

«Προς Τι» και Πάλι



Είναι από κείνες τις μέρες, που δεν έχω να πω τίποτα περισσότερο, από εκείνο το «Προς τι», που η Κική Δημουλά, μου έμαθε να γράφω στο πανό διαμαρτυρίας, όταν οι λέξεις απεργούν. Όταν οι λέξεις, αρνούνται, να επαναληφθούν. Όταν δεν έχουν πλέον να πουν τίποτα. Όταν από την τελευταία φορά που είπαν, μαρμάρωσαν . Ούτε βήμα μπρος. Προς τι λοιπόν; Κάθε μέρα που γράφω όλο και λιγότερα θέλω να γράφω

Ελάχιστες διορθώσεις.
Έσβησα ένα και
μια και δεν είχε τίποτα να δέσει
βολεύτηκαν στη θέση του μερικά φίλεργα όχι
και έδωσα τα κλειδιά στο ανώτατο
Προς τι
να μπαίνει όποτε θέλει ελεύθερα
στο κείμενο, στην πρόθεση και στην υπογραφή.


Προς τι λοιπόν, τόσα χαμένα λόγια, τόσο μελάνι και χαρτί. Προ τι να γράψω για τα παιδιά της Αφρικής, για την πείνα του τρίτου κόσμου και την δική μας . για το εκλογικό σώμα που φοβήθηκε μη του πάρουν αυτά που δεν έχει. Προς τι να γράψω για τα περιβάλλον, λόγο επετειακό, τον ίδιο με τον περσινό και τον προπέρσινο. Προς τι για την Πατρίδα μας που μας σκοτώνει και για την ιδιαίτερη, που όλο βυθίζεται. Είναι άχαρος ο ρόλος να μετράς κάθε μέρα τα «πόσα μέτρα βάθους».
Είναι κάτι σαν αυτό που λέμε χαζό ξενύχτη, γιατί ο χρόνος είναι πολύτιμος και της νύχτας ακόμη περισσότερο.

Βάζοντας τα λουλούδια στο νερό δεν μεριμνάς.
Τους λες το πρώτο ψέμα
να ονειρεύονται τ’ απελπίζεις.

Προς τι τόσα λόγια περιτυλίγματος, τόση φλυαρία
Κάθε μέρα που γράφω όλο και λιγότερα θέλω να γράφω. Νοιώθω να έχω ανέβει ένα βουνό, να έχω κατέβει και να πρέπει να το ξανακάνω.

Αναρωτιέμαι την κακολόγησε κανείς
την επιλήψιμη ελπίδα;
Κανείς, εκτός από εκείνη
την παλαιών αρχών απελπισία

Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Σεπτέμβρης: Ο σκληρός Απρίλης του ’46, ή του ’67




«Και νέα επαχθεί μέτρα για το δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, ετοιμάζει να εφαρμόσει από τον Σεπτέμβριο η ελληνική τρόικα κατ’ εντολή της ξένης». Βεβαίως και δεν αποτελεί είδηση το παραπάνω. Και αν επιστρέφω στις ανεπίκαιρες αλήθειες μου, είναι, γιατί το χρονογράφημα μου, κινείται σε άχρονους χρόνους και την επικαιρότητα την υπαγορεύουν κάθε φορά δυνάμεις, που ξεπερνούν την επανάληψη στη θλίψης. Θα συνεχίσουμε απαντώντας με σιωπή, σε όλα αυτά που περίμενα, και με υπομονή μεγάλη, μέχρι η χώρα να απαλλαγεί και από τα τελευταία υπολείμματα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Και λέω υπολείμματα γιατί χρειάστηκαν τρία κόμματα, τα δυο που κυβέρνησαν και ένα δυστυχώς από το χώρο της αριστεράς που όταν έλεγε την λέξη «κυβερνώσα» δεν είχαμε καταλάβει τι εννοεί, για ρίξουν την χαριστική βολή.
Ολοταχώς στην γλυκιά μελαγχολία του Σεπτέμβρη, που εφέτος δεν θα είναι χάρτινος, αλλά σκληρός σαν τον Απρίλη του ’46.ή του ’67

Τα γεγονότα από μόνα τους, δεν διαθέτουν νου, δεν έχουν καρδιά, δεν έχουν άποψη, στάση ζωής, δεν διαθέτουν ιδεολογία, φιλοσοφία, δεν φιλτράρονται από καμία συνείδηση.
Το «πως έγινε» τελικά δεν έδειχνε τίποτα. Η απλή περιγραφή χωρίς την αιτία δεν μπορούσε να με δικαιώσει, ή να με καταδικάσει. Έπρεπε να ψάξω το «γιατί» αυτό που συγκεντρώνει τελικά και όλη την ευθύνη.
Η απάντηση, που έψαχνα βαθιά στο υποσυνείδητο μου και τις περισσότερες φορές την δημοσιοποιούσα, αυτή τελικά έπρεπε να κριθεί, αυτή έδειχνε την πραγματικότητα και τα όποια γεγονότα ωχριούσαν μπροστά της. Η ζυγαριά ποτέ δεν κάνει λάθος, παρ’ ότι κάποιες φορές δείχνει να προσποιείται. Από τον εαυτόν του όμως, πως να κρυφτεί κανείς. Το όλον ζήτημα, λοιπόν βρίσκεται στις προθέσεις.
Δεν ξέρω γιατί έχω συνδυάσει αυτόν το μήνα με τις μετακομίσεις, όσες έκανα στην ζωή μου πάντα Σεπτέμβρη τις έκανα. Από τις φοιτητικές μέχρι τις πρόσφατες των ρήξεων και των κατεδαφίσεων.
Όπως από την αρχή έχουμε συστηθεί, εμένα μια ζωή με κυνηγούσε το εφήμερο, στο κόμμα στην εφημερίδα, στο έρωτα στον πόλεμο και την ειρήνη. Και λέω με κυνηγούσε γιατί ποτέ δεν ήταν στις προθέσεις μου. Μαζί με το εφήμερο με κυνηγούν και οι μετακομίσεις. Πολλές μετακομίσεις σ’ αυτή τη ζωή. Κάθε μετακόμιση και απώλεια για να μειώνεται το φορτίο. Κάθε μετακόμιση και ξεμπέρδεμα τα βιβλία, οι φωτογραφίες τα παλιά ενθύμια, τα CD, τα σώβρακα και οι γραβάτες, όλα στο τραπέζι της διαλογής, με τις αναμνήσεις να συννεφιάζουν το τοπίο.
«Στο μεταίχμιο αυτής της εποχής σε εκείνο ακριβώς το σημείο που σε ξεγελάει», έγραφα παλαιότερα, «ανασύρω απ’ τα συρτάρια της μνήμης μου όλες εκείνες τις πράξεις που μου δίνουν το δικαίωμα να καταδικάσω τον εαυτό μου. Αρνούμαι να συμπλεύσω σε ρεύμα προς τα πίσω. Η κόλαση που κουβαλάω εδώ, εκτεθειμένη στο άπλετο φως που μας χρειάζεται, οι καπνοί δεν εμποδίζουν τον ουρανό, ποτέ δεν θα τον κάνουν να λησμονήσει το γαλάζιο.








Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...