Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

H τελευταία αλήθεια



Τι κάνουμε σε τέτοιες ώρες;  Τον εαυτό μας ψάχνουμε, όχι για να το δικαιώσουμε αλλά για να τον πατήσουμε.  Έτσι πολεμάω  το παράπονο, που κάθε τόσο βρίσκει αφορμές, για  να αποτινάξει από πάνω μου, από τα  βαριά εγκλήματα, μέχρι ακόμα και αυτά  τα τελευταία πταίσματα. Απολογίζομαι με λέξεις χωρίς αριθμούς.   Από ό,τι έμεινε. Από ό,τι άντεξα, σε ένα χρόνο που δεν κατάφερα να χωρέσω. Όσα και να έχω, λίγα φαίνονται. Κι όσο και να κοιτούσα από  κείνο το παράθυρο…Πουθενά. Μηνύματα στάχτες. Η τελευταία αλήθεια, όπως το τελευταίο ψέμα. Ένοιωσα σαν πειραματόζωο. Σώθηκες, τουλάχιστον; Έβαλα ψηλά τον πήχη, τόσο, που και τα όνειρα δυσκολεύονται.
Ούτε ανάσα δε θα πάρει αυτό το διάστημα.  Μπορεί οι μέρες να τον ευνοούν,  και οι αντοχές να χαλαρώνουν, καμία  λέξη όμως απ’  αυτές που σέβομαι δεν θα του επιτρέψει να σηκώσει κεφάλι. Για τον εαυτό μου πάντα ο λόγος.  Το κόκκινο προτιμούσα για το τέλος, αυτό της φωτιάς το αληθινό, στη θέση του ένα ξέπλυμα, με λέξεις που δεν τιμώ.   Οι λέξεις είναι αυτές που τιμούν την ζωή μας, είμαστε οι λέξεις μας. Κι είμαστε τίμιοι, όταν τις τιμάμε. Όταν τις κρατάμε ψηλά, ασχέτως τις καταστάσεις που περνάμε. Ανάξιος φάνηκα στα μάτια μου.  Είναι  πόνος να νοιώθεις μειωμένος, εκεί που όλα γεννιούνται  και πεθαίνουν. Μέσα σου.

Δεν μπορώ να γράψω κάτι παραπάνω. Μόνο να ξεγράψω. Και όλα τα παραπάνω,   ακριβώς αυτό προσπαθούν,  να ξεγράψουν εμένα.  Μόνο εμένα λοιπόν γιατί η αγάπη, δεν ξεγράφεται.  Το κάνω με τα δικά μου χέρια, που ξέρουν καλύτερα να σφίγγουν το λαιμό. Το κάνω  γιατί κανείς δεν γνωρίζει, «τον πιο καλό μου φίλο τον πιο κακό εχθρό μου που είναι εαυτός μου».  Αφήστε αυτόν να απονείμει τη δικαιοσύνη, ξέρει καλύτερα.
Αυτή η διαδρομή που ξεκινάει από  το τέλος, τώρα  που  το έργο έχει τελειώσει, θα μου δώσει την ευκαιρία, να θυμηθώ μία μία  τις σκηνές που προηγήθηκαν. Να καταλάβω να αντιληφθώ τι μου ξέφυγε,  Είχαμε μείνει στο τέλος μιας αλήθειας, με το τέλος να μην βάφεται κόκκινο, ευτυχώς είναι κόκκινη η αυλαία,  που μόλις έπεσε…  
.

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Τι είχαμε πει... «μονιμότητα διαθέτει μόνο ο Θάνατος»




Είναι οι μέρες που περισσεύουν οι ευχές. Δεν ζητήσαμε  τον ουρανό με τ’ άστρα   απ’ αυτή τη ζωή, απλά πράγματα ευχόμαστε να ζήσουμε. Την  ελευθερία,  την ειρήνη και μια ανθρώπινη ζωή. Δυστυχώς λύσαμε τα δύσκολα και κολλήσαμε στα απλά. Τώρα θα μου πείτε, τα δύσκολα τα λύσανε άνθρωποι προσηλωμένοι στην επιστήμη τους και στην κοινωνία, τα απλά τα ανέλαβαν εργολαβικά οι πολιτικοί,   κάνοντας κύκλους,  γύρω από τον εαυτό τους  και το μικρόκοσμο τους.  Το αποτέλεσμα; Πάντα μια τρύπα  στο νερό.

Και πάλι απεργία σήμερα, οι εργαζόμενοι στους Δήμους  για άλλη μια μέρα στους δρόμους,   αντιδρώντας στο μέτρο της  εφεδρείας  - διαθεσιμότητας  - κινητικότητας  - απόλυσης. Τελεία και Παύλα. Αυτή η ομάδα των εργαζομένων αορίστου χρόνου,  που εκτελείται  πρώτη,  είναι   ίσως η πιο ταλαιπωρημένη ομάδα εργαζομένων του δημοσίου. Έχουν ζήσει την απόλυτη παράνοια  της εξουσίας, κεντρικής και τοπικής,  που  για πολλά χρόνια τους είχαν ομήρους  υπό τον φόβο της δαμόκλειου σπάθης της απόλυσης. Όταν τελικά  με νόμο του κράτους  πέρασαν το κατώφλι της μονιμότητας, ήρθε  ο «αριστερός» υπουργός  να τους δείξει με το δάκτυλο, αυτούς πρώτους και πάλι, αφού  διέθεταν  όλα εκείνα τα προσόντα της αντοχής,  στην ταλαιπωρία και  είχαν μεγάλη προϋπηρεσία στην  ανασφάλεια. Το παρακάτω κείμενο, λίγο πριν τους αγκαλιάσει  το ελληνικό κράτος σφικτά, τόσο,  που να τους να τους πνίξει…  Τότε κυνηγούσαν την μονιμότητα, σήμερα αποδεικνύεται περίτρανα ότι  μονιμότητα διαθέτει μόνο ο θάνατος.

Μέρες που είναι να τους τονώσω το ηθικό και να τους βάλω στα χείλη, στην περίπτωση που τα πράγματα δεν έρθουν όπως τα επιθυμούν, ότι σε τελική ανάλυση δεν χάθηκε και ο κόσμος.
Έχω γράψει ότι μια ζωή με κυνηγούσε το εφήμερο, η πορεία μου όμως αποδεικνύει ότι εγώ κατά βάθος το κυνηγάω.
Έχω την ευτυχία να ανήκω στην ομάδα των συμβασιούχων, αορίστου χρόνου. Βιοποριστικές ανάγκες και χρονικές συγκυρίες, με οδήγησαν σ’ αυτό το περιβάλλον, που εκτός από στασιμότητα και μια θεωρητική ασφάλεια, μέσα στην ανασφάλεια, τίποτε παραπάνω δεν μπορεί να σου προσφέρει.
Ελπίδα όλων των συνάδελφων μου, είναι η μονιμοποίηση, εξαιρώ τον εαυτό μου απ’ αυτήν την προοπτική, φαντάζομαι ότι η προσωπική ομηρία από εκεί αρχίζει.
Αυτή η τακτοποίηση της μονιμότητας με τρομάζει, έχω βαθύτατα ριζωμένη, την αίσθηση του παροδικού, αισθάνομαι περαστικός από παντού, δεν λέω για τη ζωή, αυτό δεν θέλω να το σκέφτομαι.
Καταλαβαίνω την αγωνιά των συνάδελφων ύστερα απ’ αυτό το καθεστώς ανασφάλειας που βιώνουν τόσα χρόνια, προσωπικά όμως μου φαίνονται εντελώς ξένα όλα αυτά. Για μένα η ζωή είναι κίνηση, ροή αγώνας. Είναι διαρκής αναζήτηση αναίρεση και αμφισβήτηση. Μονιμότητα διαθέτει μόνο ο θάνατος.  

Επειδή οι άνθρωποι είναι περαστικοί, καλό είναι να αποφεύγουν την μονιμότητα. Μου λένε ότι αυτό το αμάξι κρατάει μια ζωή και με πιάνει τρόμος. Τι θα πει μια ζωή, μια ζωή κρατάνε οι άνθρωποι και όλα τα άλλα πρέπει να τ’ αλλάζουν.
Η μονιμότητα δεν είναι απλώς μια υπαλληλική ιδιότητα. Είναι μια διαφορετική έννοια του χρόνου και της ζωής.
Το αφιερώνω στους ταλαιπωρημένους συναδέλφου και τους υπενθυμίζω ότι με τη μονιμότητα στο δημόσιο δεν κερδίζουμε και την αιώνια ζωή.

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Το γράμμα που λείπει




Από την φίλη μου την Ελένη,  που μου το χάρισε    πριν τρία χρόνια, κομμάτι της  ποιητικής συλλογής  «το γράμμα που λείπει» . Παραμονή  του Αγίου,  στην Κέρκυρα έναν  Άγιο έχουν και δεν χρειάζονται ονοματεπώνυμο για να τον προσδιορίσουν.  Θα μου πείτε τη σχέση έχει το παρακάτω;  Έχει σχέση με τον τόπο  αλλά  και με το χρόνο,  που σήμερα μου επιτρέπει  μόνο να επαναλάβω, ότι δεν μοιράστηκα  με νέους αναγνώστες αυτής εδώ της στήλης. «το γράμμα που λείπει»,  για να νικήσουμε το χρόνο…    «Δεν γράφουμε επειδή είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε, αλλά για να τον νικήσουμε τον καιρό, εν τέλει»
Εάν το είχαμε εφεύρει, όλα θα είχαν νόημα. Εάν υπήρχε, θα υπήρχε ελπίδα. Εάν το είχαμε γυρέψει, όλα θα ήταν δρόμος. Και αν το βρίσκαμε, θα λύναμε το αίνιγμα. Θα είχε άρει την θνητότητα, δεν θα βιώναμε την απώλεια στον έρωτα, το απόλυτο θα έβρισκε σχήμα και πρόσωπο και εμείς δεν θα είμαστε μονάχα ένας σβώλος χώμα. «Τ’ απόκρυφο κλειδί των χρόνων που ‘ζησα», «το γράμμα που λείπει» με το τέλειο σχήμα. «Το γράμμα που γνώριζε ο Θεός απ’ την αρχή», το άγνωστο αλλά όντως υπάρχον προαιώνιο γράμμα. Αν το ‘χα βρει, θα σ’ έσωζα. Θα είχα διασώσει έστω το Πρόσωπό σου.
Μετά το Μι που όλα είμαι μέλι και μαχαίρι,
Το Έψιλον που είναι έρως και ερημιά,
Το Σίγμα, σώμα και σταυρώθηκα,
Το Θήτα, θάνατος και θαύμα,
Το Άλφα, άλμα και αρχή αέναη,
«Το γράμμα που λείπει» κι όλοι υποψιαζόμαστε’ αλλά δεν το ψέλλισε κανείς ακόμα.

Να σε ξανακερδίσω θέλω’ γι’ αυτό γράφω
1
“Θα μείνω δίπλα”, έτσι μου είπαν. Σ’ ένα μικρό ξενοδοχείο, εξίσου παλιό. «Καλύτερα» σκέφτηκα “που δεν θα με βαραίνουν κι αναμνήσεις”. Κι ούτε νανάκια μπρελόκ, ούτε φαγάκια, ούτε αρώματα, ούτε αφές.
Αυτή τη φορά θα παραμείνω νηφάλια. Χωρίς μάταιες συγκρούσεις. Και δίχως δεύτερη σκέψη, βουτήχτηκα σε ένα πάπλωμα- σύννεφα, και να ‘μαι που ήρθα.
Είχα πολλά χρόνια να σε δω’ και σε φοβόμουν.
Τον εαυτό μου, δηλαδή, φοβόμουν περισσότερο, με τόσες στρώσεις μαύρης σοκολάτας πάνω, με όλες αυτές τις χρονομετρικές ρυτίδες.
Ξέρεις, εγώ στην Αθήνα το έτρεξα το κοντέρ.
Αλλά φοβόμουν και το πώς θ’ αντιδράσω. Ανάβουν οι στάχτες, συχνά κρύβουνε κάρβουνα. Το νου, να σε προσέχω!
Τρέμαν τα πόδια μου όσο ερχόμουνα. Ποιος μπορεί εύκολα να αναμετρηθεί με τη ζωή του.
Κι εσύ, είσαι τα νιάτα μου. Τι λέω, κι η σκέψη σου, ως τα γεράματα. Με τα χείλη και με τα χέρια σου επιθυμώ να βαδίσω. Από μακριά. Ίσως και να ‘ναι καλύτερα.
Όπως και να ‘ναι, επιστρέφω.
 


  2 
Το πρώτο που συνάντησα ήταν το φρούριο. Κατόπιν το χαρούμενο πανηγύρι της πλατείας. Κι ύστερα ο δρόμος μας. Το καινούργιο μου σπίτι ένα παλιό φρεσκοβαμμένο ροζ ξενοδοχείο σαν κουφέτο.
Το δωμάτιο, ειδική παραγγελιά να βλέπει ιππότες. Κάστρα, μπαλόνια, ένα χαρούμενο ανθρωπομάνι, ένα καντούνι, ώχρα, κεραμμοσκεπές. Αφέθηκα. Στις νέες τους φροντίδες παιδικά αφέθηκα. Ό,τι κι αν δω, τ’ ορκίστηκα, δεν θα τρομάξω. Εξάλλου κάπου εκεί στο παρελθόν είσαι κι εσύ.
3
Και στο παρόν μου είσαι. Υπήρξες! Δεν το φαντάστηκα, έτσι; Ούτε «Τα γράμματα στη Λίλια» φαντάστηκα. Και τη συγκίνηση την ένοιωσα στο βλέμμα.
“Το σύννεφο με τα παντελόνια”, εγώ στο έδωσα. Επέμενες. Δεν θα αντιδικήσω. Εσύ μου το ‘στειλες, εγώ το φρόντισα, αυτά “τα γράμματα” στοιχειώσαν τη ζωή μου.
Υπάρχεις!
Υπήρξες και θα υπάρχεις κι ας χάνομαι κι ας χάνεσαι. Όσο θα υπάρχει ανελέητο άσπρο χαρτί για μένα.
4
Το βράδυ στη γιορτή άστραφτες μεσ’ τα μαύρα. Κι εγώ έκλαιγα. Έσβηνε η θάλασσα στο βάθος κι ερχότανε η δύση με όλο της το φέγγος. Εικοσιπέντε χρόνια, μια ζωή, δεν είναι λίγα!
Γράφω για να νικήσω την απώλεια’ κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους.
Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ.
Μόνο κοιτώντας σε βλέπω το πρόσωπό μου.
5
“Ανεπίδοτοι”, λέει. Πώς “αγκαλιάστηκαν λάθος”. Πως θα ‘θελα απόψε να μου κάνεις μιαν αγκαλιά. Όπως και να ‘χει, όσα χρόνια και να περάσουν, πάντοτε Βλαδίμηρο θα σε φωνάζω. Όσο για σένα, φώναζέ με όπως θες.
Αλλ’ επί του παρόντος θα πρέπει κι αυτή τη φορά να σ’ αποχαιρετήσω, χαιρετώντας. Όπως αυτό το “Χαίρε” της Θεοτόκου και των χαιρετισμών. Μ’ ευγνωμοσύνη πάντα που, ως παραμύθι έστω, υπήρξες. Για μια ολόκληρη ζωή’ όπως Παραμυθία Ζωής.
6
Θα φύγω αύριο. Αλλά “τα νέα απ’ το αιώνιο” τα δέχτηκα. Τα φώτα έπεσαν για άλλη μια φορά επάνω σου. Κι ο κεραυνός χτύπησε στο μελάνι γράφοντας τα χέρια σου. Δεν γράφουμε επειδή είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε, αλλά για να τον νικήσουμε τον καιρό, εν τέλει.
7
Και ό,τι και να λέω, όσο να το φοβάμαι κι ας το μετανιώσω, υπήρξες! Και ας αναρωτιέμαι. Έρχομαι εδώ επειδή υπήρξες.
Κι αυτό το ποίημα το γράψαμε εμείς οι δυο.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

«Και των ανθρώπων τα κακά κουράζοντα»


Με το παράπονο δεν θα ξεμπερδέψουμε. Όσο και να πολεμάς  με τον εαυτό σου,  έρχεται η  τραγωδία μιας κοινωνίας να σου υπενθυμίσει ότι είσαι και εσύ μέλος της.   Ειδικά αυτές τις μέρες…  Είναι τόση η πίκρα  στην περιρρέουσα   ατμόσφαιρα,  που τα όνειρα αντικαταστάθηκαν από  τις αναμνήσεις  και αυτό ισοδυναμεί με θάνατο. Εκεί που νομίζω,  πως έχω κερδίσει την προσωπική  μου  μάχη,  βλέπω ανθρώπους με σπασμένες φτερούγες, ναυάγια μιας ζωής,  που αλλιώς την ονειρεύτηκαν. Το κοινωνικό δίνει τη θέση του στο προσωπικό και το παράπονο γίνεται ακόμα πιο πικρό. Μπορεί οι τηλεοράσεις  να απέκτησαν υψηλές αναλύσεις χρωμάτων, η ζωή μας όμως έγινε ασπρόμαυρη. «Και των ανθρώπων όμως τα κακά κουράζονται και των ανέμων οι πνοές δεν έχουν πάντοτε την ίδια δύναμη. ‘Όσοι ευτυχούν, δεν μένουν ως το τέλος πάντοτε ευτυχείς. Στον κόσμο όλα αλλάζουνε, γι’ αυτό εκείνος πάει πιο καλά που έχει για στήριγμα του την ελπίδα. Δειλού ανθρώπου γνώρισμα είναι το ν’ απελπίζεται ( Ευριπίδου Ηρακλ, Μαινόμ. 101).  Και να θέλουμε δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.
 
 Αυτές τις τελευταίες μέρες του χρόνου ας εξαντλήσουμε όλα τα όρια της ελπίδας, όσο και αν η προσδοκία μας έχει κουράσει. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν προδικάζει την αισιοδοξία. Δεν ξέρω πως τα έχουν καταφέρει και κάθε χρόνο προσθέτουν ένα μεσοδιάστημα άγονο για ελπίδες. Κάπως έτσι περνούνε τα χρόνια όμως.   «Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι» λέει ένα τραγούδι και άμα σταματήσεις χάθηκες. Έτσι είναι αγαπητή μου φίλη που το σχολιάζεις στο ραδιόφωνο.  «Το σκοτάδι παραμονεύει. Μεταθέτεις συνέχεια τους προορισμούς για να συνεχίζεται το ταξίδι, για να κινείτε η ζωή, να έχει φόρα η καρδιά και καύσιμα το μυαλό. Ατελείωτο του ήλιου το κυνήγι, για όσους σκαλίζουν ακόμα στον πηλό καράβια και χελιδόνια, για εκείνους που τρέχουν αενάως κυνηγημένοι και κυνηγοί ταυτόχρονα. Του χρόνου, που αμείλικτος μαζεύει τις ζωές μας οι οποίες κρέμονται από τα δέντρα.
Εμείς που συνηθίσαμε να ξεκουραζόμαστε στην σκιά ενός Ονείρου, θα συνεχίσουμε. Και αλήθεια σας λέω δεν πρόκειται να νοιώσουμε χειρότερα…»      
     
 .


Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...