Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2007

«Πάντα γελαστοί και γελασμένοι»




30% αύξηση μαγειρεύει η ΔΕΗ. Μήπως οι παραισθήσεις μας, είναι ασφαλέστερες από την πραγματικότητα;
………………………………………………………………………………………..
Και αυτό θα περάσει με την πρέπουσα απάθεια. Τίποτα από ότι συμβαίνει γύρω μας δεν μας εμπνέει την έξαρση κάποιας δράσης. Εκεί που χρησιμοποιούσα κόφτες προτάσεις και τέλειες γέμισα μακρινάρια και ερωτηματικά. Ο κόσμος αισθάνεται απογοητευμένος, ταπεινωμένος και εξαπατημένος απ’ όλες τις μεριές. Μια ανυπόφορη ψευδολογία που δεν ξεγελά πια κανένα. Η εξουσία, όπως η Αγια τριάδα. Πατήρ, Υιός και Άγιο Νεύμα. Εμπλεκόμενα ή καλύτερα διαπλεκόμενα
Για άλλη μια φορά θα μαζέψω τα κατεστραμμένα σκηνικά της φαντασίας μου και θα προσαρμόσω το όνειρο επάνω σε κρανίου τόπο
Έχω ανάγκη να πιαστώ από κάποια φαντασίωση. Δεν μπορώ να παραδεχτώ πως τούτη η φτηνή και ηλίθια πραγματικότητα είναι η τελική μου μοίρα. Δεν μπορεί να εξαντλήθηκαν τα όρια μου πρέπει πάλι, έστω με κάποιο ψέμα να κινήσω την προσοχή μου, να ερεθιστώ. Γι’ αυτό σας χρειάζομαι, μάρτυρες στις σκηνές, της φαντασία μου. Σ΄ αυτές τις στιγμές που η τόλμη της σκέψης ξεπερνά τα όρια, θέλω κάποιον να με παρακολουθεί
………………………………………………………………………………………...
«Πάντα γελαστοί και γελασμένοι», μεγάλη κουβέντα από τον Άλκη Αλκαίο, στους φίλους του Χάρου απευθύνεται. Εμείς έτσι θα φύγουμε γελασμένοι. «Τα έξυπνα πουλιά ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα, ας ξαναφτιάξουν εξάδυμους πύργους και σιδερένια χαλάσματα. Εμείς θέλουμε να πεθάνουμε στον ίσκιο ενός ονείρου, στην άκρη μια ιδέας, στην αγκαλιά μια λυτρωτικής ψευδαίσθησης. Γελασμένοι κοροϊδεμένοι, γοητευμένοι από ένα θαύμα που δεν καταφέραμε.»
…………………………………………………………………………………………..
Είναι ασφαλέστερες οι ψευδαισθήσεις απ’ αυτήν την πραγματικότητα

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

Ποιος θα μας πιστέψει;


Θα συνεχίσω, με ανώδυνα κείμενα, που είναι προτιμότερα, από όλα αυτά που μας έχουν κιτρινίσει την ζωή. Τουλάχιστο αυτά τα γενικά όλο και κάποια ψυχή θα αγγίξουν ειδικά. Όλο και κάποιο μυαλό θα ξυπνήσουν, να ξεκουμπιστεί από τον ύπνο του δικαίου. Τα άλλα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, που ενδιαφέρουν το μικρόκοσμο μας και αναπαραγάγουν τα Πινόκιο, θα τα συνεχίσουν οι άλλοι, που έχουν αναλάβει την εργολαβία της αποχαύνωσης.
…………………………………………………………………………………………..
Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.
Όταν ήμουνα μικρός, θυμάμαι τις διηγήσεις των γονιών μου. Ο πατέρας μου το πρωί πριν πάει σχολείο είχε υποχρέωση να μαζέψει ένα κοφίνι ελιές από ένα κοντινό κτήμα. Οι αναφορές για την κατοχή, την πείνα τον εμφύλιο, ήταν στην ημερήσια διάταξη. Εμείς σήμερα επί της ουσίας δεν έχουμε να επικαλεστούμε τέτοιες τραγικές καταστάσεις επιβίωσης. Τηρουμένων των αναλογιών μεγαλώσαμε κάτω από καλές συνθήκες και τα παιδιά μας ακόμα καλύτερες.
Ποιος θα πιστέψει ότι ζοριστήκαμε για ένα όνειρο, ότι υποφέραμε για μια ιδέα, ότι από την πολύ επικοινωνία μείναμε μόνοι, ότι προσπαθήσαμε πολύ σκληρά να κρατήσουμε τα μάτια και το μυαλό μας ανοιχτά και ότι όλοι αυτοί οι λόγοι ήταν επαρκείς δυσκολίες και ουσιώδεις; Ποιος θα μας πιστέψει, ότι κάθε μέρα προσθέτουμε στο κατάλογο των αναγκών μας και από άλλη μια, καινούργια που διαφήμισε πρόσφατα η τηλεόραση; Ποιος θα μας πιστέψει, που χρειαζόμαστε δύο και τρεις δουλειές για να πληρώνουμε τις δόσεις και τις κάρτες; Ποιος θα μας πιστέψει για τα τόσα και τόσα πιο σκληρά από τον πόλεμο την πεινά και την κατοχή, του άθλιου καιρού μας;
………………………………………………………………………………………….
Ποιος θα μας πιστέψει ότι με δυσκολία κρατιόμαστε στο κόσμο των λογικών και δεν σαλτάρουμε απέναντι;

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

Του Μάκη που του άρεσε τότε και ακόμα περισσότερο σήμερα




Είμαι πολύ χαρούμενος, που «Τα κορίτσια του Σίτυ μπουμ – μπουμ» του Βασίλη Αλεξάκη, παρά τα 32 χρόνια που φορτώθηκαν στην πλάτη τους, από την πρώτη έκδοση, όχι μόνο διατηρούν την νεανική του φρεσκάδα, αλλά προσελκύουν ακόμα περισσότερους θαυμαστές. Τα κορίτσια του Βασίλη, ξαναβγήκαν στη σκηνή και τράβηξαν όλα τα φώτα της δημοσιότητας πάνω τους. Τα βλέπω πως χορεύουν και καμαρώνω, που όταν πρωτοδιάβασα αυτό το βιβλίο με τις εικοσάρες πρωταγωνίστριες ένοιωσα το ίδιο πάθος και σήμερα που το ξαναδιάβασα και ας έχουν πενηνταρίσει. Θα μεταφέρω μερικά αποσπάσματα από την σελίδα της Αλεφ «Γράφοντας σκηνοθετώ τη ζωή μου» είναι ο τίτλος και κάτω από τον Πύργο του Αιφελ, νάτα πάλι τα κορίτσια του Σίτυ μπουμ – μπουμ. Και πιο κάτω, η αφιέρωση
«Του Μάκη που του άρεσε πάντοτε»
Στα «Κορίτσια του Σίτυ Μπουμ - Μπουμ» σε τόνο ανάλαφρο και αφόρητα χιουμοριστικό, το ίδιο κουβάρι. Η άβυσσος, ακριβώς, της ίδιας ψυχής που επιδιώκει διακαώς την πτώση της. Βγαίνοντας μετά από έναν ελπιδοφόρο Μάη ’68 και πιστεύοντας ότι όλα απ’ εδώ και στο εξής θα είναι… Μάης και γιορτή. Το σκηνικό προτού η ανθρώπινη ψυχή… εάλω, με έναν τρόπο που αποδεικνύει ότι από τότε, «πού πια καιρός». Αυτό το «μοντέλο επιτυχίας» από τα σπάργανα ήδη αποτυχημένο.Εξάλλου ο ήρωας του βιβλίου το δηλώνει, δεν είναι επαναστάτης, είναι μικροαστός:«Να σου πω ποιο είναι το πρόβλημά μου: δεν γαμάω αρκετά». Φράση που επαναλαμβάνεται και όχι τυχαία και πρώτη φράση του βιβλίου.Αλλά πρόβλημά του είναι και η «Οικογενειακή Κυριακή» στην οποία γράφει αντί για την «Αστραπή» ή την «Εφημερίδα». Η συνεννόησή του με την σπουδαιότερη (τουλάχιστον κατά κόσμον, αυτή θα δουλέψει στην τηλεόραση, αυτή κερδίζει περισσότερα χρήματα) γυναίκα του, με τους συναδέλφους, τους φίλους του και με τον εργοδότη του, ο… γρύλος που κάνει στο κεφάλι του τόσο αριστοτεχνικά:«Θ’ αναπολήσουμε πάλι το παρελθόν; Θα θυμηθούμε πάλι την πρώτη μας συνάντηση; Θα προσπαθήσουμε πάλι να φανταστούμε το μέλλον μας; Θα υποθέσουμε πάλι ότι δεν θα περάσουμε μαζί όλη μας τη ζωή; Θα την ρωτήσω πάλι αν θα παρευρεθεί στην κηδεία μου; Θα ισχυριστεί πάλι ότι εκείνη θα πεθάνει πρώτη;»Συγγραφικό παιχνίδι όχι και τόσο αθώο, που ο Αλεξάκης επαναλαμβάνει πολλές φορές: «Έχω την εντύπωση ότι θα έχω ζήσει αρκετά σε λίγο καιρό. Ότι θα έχω ονειρευτεί αρκετά, θα έχω κάνει αρκετά τηλεφωνήματα. Η ζωή μου θα μ’ έχει βαρεθεί. Τι θα κάνω τότε; Θα ξανοιχτώ στο πέλαγος πάνω σε μια εύθραυστη σχεδία μια νύχτα με δέκα μποφόρ; Θα αυτοκτονήσω με ένα περίστροφο στο γραφείο μου όπως συνηθίζεται; Θα κόψω τις φλέβες μου; Θα κόψω το λαιμό μου; Θα πιω δηλητήριο;»Τα κορίτσια του Σίτυ Μπουμ- Μπουμ, η πιο ανάλαφρη εκδοχή αυτού του «παιχνιδιού»: Η Βιργινία, η Ιουλιέτα, η Δουλτσινέα, η Ευρυδίκη, η Εύα, η Μαργαρίτα που τσακίζονται για το τι ακριβώς θα αρέσει στον Πωλ.Σε μια ιστορία που εναλλάσσει πραγματικότητα κι όνειρο, με το όνειρο να κυριαρχεί των πάντων και να διεκδικεί τον τίτλο. Επειδή, όσο κι αν η ζωή να τον προσγειώνει, η καρδιά του Πωλ διαρκώς χτυπά σαν τρελή: «Θα το βάλουν όπου να ‘ναι. Σίγουρα θα πάρω ένα σωρό γράμματα αναγνωστών. Μια όμορφη Βιετναμέζα, εγκαταστημένη στο Κλερμόν- Φεράν, θα μου γράψει: «Σας ερωτεύτηκα από την πρώτη γραμμή». Ο Ζαν ντε λα Τουρ- Μπομπούρ, που διευθύνει την Εφημερίδα θα με καλέσει το Σαββατοκύριακο στο εξοχικό του. Τα μεσάνυχτα η κόρη του, που δεν θα φοράει παρά ένα διαφανές νυχτικό, θα μπει αθόρυβα στο δωμάτιό μου. Την επομένη ο καιρός θα είναι υπέροχος. Θα είναι η πιο όμορφη Κυριακή του Μαρτίου που γνώρισε η Γαλλία από το 1826. Θα φάμε στον κήπο…»Εξάλλου την δικαιούται ο ήρωας αυτή την προοπτική. Διότι, όπως ο Αλεξάκης, έτσι και ο Πωλ στο βιβλίο, γράφει βιβλίο. Και όσο κι αν η πραγματικότητα είναι φρικτή, όσο κι αν γίνεται το όνειρό του, τελικά, εφιάλτης, όλα τα μπορεί!Ένα βιβλίο για ό,τι υπήρξε και ό,τι έχει επακολουθήσει, ένα βιβλίο που προβλέπει κι αυτοσαρκάζεται, ελπίζει και ξεκαρδίζεται. Μια ιστορία που, όπως τα χέρια του Πωλ, επιδιώκει να χάνει τον έλεγχο. Μοναδικές σελίδες του βιβλίου αυτές όπου τα ανυπάκουα χέρια του Πωλ επιχειρούν να τον πνίξουν: έτσι δεν γίνεται;Και σίγουρα, ένα βιβλίο - σημαντικός Αλεξάκης.

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2007

Φθινόπωρο και Κυριακή


Κυριακή απόγευμα Βρέχει, βρέχει συνεχώς. Να τες πάλι οι Κυριακές μετά το μεσημέρι, ώρες - λαιμητόμοι. Να τες πάλι οι Κυριακές και πριν και τώρα ίδιες σκληρές και αδυσώπητες. Πάλι Κυριακή πριν λίγα χρόνια έγραφα ότι θα έγραφα και σήμερα
«Κυριακή απόγευμα. Ο ουρανός είναι βαθύγκριζος και σε μεριές – μεριές έχει κόκκινες θαμπάδες. Ο χρόνος σε μια απεριόριστη διαδρομή γεμάτος αγωνία. Δεν είχα τύψεις, γυρνούσα πίσω αναζητώντας σταθερές. Μ’ αυτά και μ’ αυτά άντεχα.. Όταν δεν φαίνεται διέξοδος, ο πόνος φώτιζε σαν βεγγαλικό. Γράφω για να ξορκίσω το κακό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός σε συνέχεια, . βάλθηκα μέσα από μια στήλη να στοιχειώσω την εικόνα μου. Γράφω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν πιστεύει.
Πολύ θα ήθελα να είχα την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα. Έχω μπει σε ένα ρόλο και χρησιμοποιώ όλη μου την ενέργεια για να σκοτώσω τον καιρό μου. Υπαινίσσομαι την απογοήτευση μου, μέσα σε κοινές φράσεις, «δεν γίνεται τίποτα» η «τώρα είναι αργά». Μια αόριστη επιπόλαιη δυσαρέσκεια, που μου κρατά συντροφιά στις επιτόπιες διαδρομές μου.
Σε κάτι τέτοιες ώρες καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν την τρέλα, είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις τη εικόνα σου, το μαγικό κουτί να ξαναβρείς τον χαμένο σου καιρό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι σκεφτώ και τι να πω με όλα αυτά. Δεν με διακατέχουν συναισθήματα αυτολύπησης. Δεν γυρίζω την πλάτη στη ζωή, αλλά να, αυτές οι βόλτες τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, είναι αυτό που μπορώ να αφήσω. Αυτό είναι όλο και όλο. Επιτόπιες διαδρομές μέσα στη νύχτα, σκοτεινές τρύπες παρανοϊκές και ματωμένες, άσκοπες βόλτες, παρέα με τα παράλογα όνειρα μας.Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε τον χαμένο χρόνο και την απούσα αγαπημένη, αυτά είναι τα πιο σημαντικά που έχω να εκθέσω όλα τα άλλα χάρτινες πανοπλίας, καρναβαλίστικες φορεσιές».

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...