Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Της δικαιοσύνης κύκλε νοητέ

Σήμερα ένα κείμενο, που είχε γραφτεί με αφορμή κάποιους, που θεωρούν το σήμερα παντοτινό.
Η ζωή κάνει κύκλους λέμε, ευτυχώς, γιατί αν τραβούσε ευθεία και εγώ δε ξέρω που θα μπορούσε να μας βγάλει.
Αυτό δεν σας το είχα πει, πάντα λάτρευα τους κύκλους, όχι αυτούς, του περιορισμού, που βάζουν φραγμούς στην ελευθερία και επιβάλλουν το σύστημα. Τους κύκλους εκείνους του χρόνου που κάποια στιγμή απονέμουν δικαιοσύνη.
Η ζωή μας κύκλους κάνει και αυτό είναι καλό να μην το ξεχνάμε. Πολλούς απ’ αυτούς τους κύκλους μας δίνεται η ευκαιρία κατά την διάρκεια της ζωής μας, να τους βλέπουμε, να ολοκληρώνονται, άλλοι αργούν περισσότερο και δεν μας δίνουν την χαρά της δικαίωσης, αυτούς πρέπει να τους φανταστούμε…

Υπάρχουν μέρες που δεν ξέρεις τι να πεις, οι λέξεις αρνούνται να μπουν στην σειρά.
Και τι να πεις… όταν ο άλλος ερωτά και απαντά, όταν, ενώ ακόμα ψάχνει τον εαυτό του, μπορεί να γνωρίζει τι κρύβει ο άλλος στη ψυχή του, όταν βαφτίζει με άλλες λέξεις την πραγματικότητα προσπαθώντας να την αποφύγει, σιωπάς…
Δεν σας κρύβω ότι από τέτοιες καταστάσεις, οδηγούμε σε διαλείμματα, χρήσιμα για την ψυχραιμότερη επεξεργασία της έκφρασης.
Δεν υπάρχουν άλλες λέξεις για σήμερα. Και αυτές που προηγούνται δανεισμένες από το παρελθόν είναι.
Είχα ξεκινήσει να δώσω συνέχεια στο χθεσινό, μέχρι που, θυμήθηκα τα παραπάνω. Η ζωή κάνει κύκλους λέμε και κάποια στιγμή απονέμουν δικαιοσύνη. Αυτά τα έξυπνα πουλιά που σήμερα συμμαχούν με την εξουσία, ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα…



Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Ο τόπος μας τέλειωσε τις αλήθειες

Αυτή η τοπική ανακύκλωση με έχει κουράσει, τα ίδια και τα ίδια, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσουμε την ύπαρξη μας, μέσα από την ανυπαρξία μας.
Η συνέχεια και πάλι για τον τόπο, για τον τόπο που μας τέλειωσε τις αλήθειες.
Για την «Κέρκυρα μας», «Το καταπράσινο νησί, την ιστορία και τον πολιτισμό μας…», «τη θάλασσα μας». Διαφήμιση που ξέμεινε από προϊόν. Διαφήμιση αναντίστοιχη της πραγματικότητας. Τα στερεότυπα που πάλιωσαν από την κατάχρηση.
Όταν μιλάμε για εγωισμό της κοινωνίας, και πιο συγκεκριμένα, της δικής μας τοπικής κοινωνίας, ο συλλογικός χαρακτηρισμός οδηγεί στον κατακερματισμό.
Παρακολουθώντας τις προσπάθειες, τοπικών πολιτικών παραγόντων, με ματιά θετική, και διάθεση ερευνητική, διαπιστώνει κανείς ότι οι αναφορές στον πληθυντικό, διαπνέονται από ένα ακλόνητο εγώ. Ένα εγώ που αποδυναμώνει κάθε κοινό στόχο, αφού ο δρόμος είναι ένας και αυτοί προτιμούν μοναχικές πορείες σε παράδρομους και μονοπάτια.
Το κάλεσμα σε συλλογική προσπάθεια, κρύβει τον εγωισμό της πρωτοβουλίας και το αποτέλεσμα είναι ανάλογο της σκοπιμότητας.
Θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν όσοι ασχολούνται με την πολιτική και έχουν σχέση με την εξουσία, είχαν κάπου στο βάθος του μυαλού τους τον τελικό αποδέκτη. Η πολιτική έχει χάσει τον προσανατολισμός της, ουσιαστικά δεν έχει αντικείμενο, αφού πρωταρχικός στόχος δεν είναι το «εμείς» αλλά το «εγώ».
Αυτό το είδος της πολιτικής λειτουργίας, που έχει κυριαρχήσει, ενταγμένο στην επικοινωνιακή λογική, παραβλέπει το ζητούμενο, που είναι να «κάνουμε κάτι» και επιδιώκει την προβολή, δηλαδή να φανεί ότι κάνουμε κάτι. Και ας μην κάνουμε τίποτα.
Μέσα από μια διαδικασία, ικανοποίησης φιλοδοξιών ή εξυπηρέτησης συμφερόντων, αγνοείτε παντελώς ο πολίτης και κατ’ επέκταση ο Λαός, που υποτίθεται για χάρη του γίνεται όλη αυτή η φασαρία.
Η έννοια της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο, θα είχε αξία, αν πίσω δεν έκρυβε ένα σύγχρονο φαρισαίο. Σήμερα συνοδεύεται από τηλεοπτικές κάμερες, για να εξυπηρετηθεί η πολλαπλάσια ανταπόδοση.
Ο εγωισμός βέβαια, δεν βρίσκεται μόνο στο χώρο της πολιτικής, διαπερνάει ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, αναφερόμαστε στην εξουσία, γιατί η εγωιστική της λειτουργία έχει αρνητικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την κοινωνία. Η αγωνία των ανθρώπων της εξουσίας, δεν είναι το πως θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων που ταλανίζουν το Λαό, αλλά πως θα εισπράξουν απ’ αυτά.
Το χειρότερο είναι ότι αυτή η συμπεριφορά έχει γίνει κανόνας και δεν προξενεί πλέον εντύπωση.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

Άλλο παράπονο

Ακολούθησε μετά από ένα κείμενο που είχα γράψει πριν πέντε χρονιά με τίτλο “Μια ζωή πόσα παράπονα αντέχει;” Καμία σχέση με το χθεσινό. Άλλο παράπονο. Και αυτό δεν είναι της στιγμής. Είναι, το γενικότερο ατομικό, που ρωτάει το συλλογικό, μόνο που το συλλογικό δεν υπάρχει, και το παράπονο θα μείνει στη μέση απροσδιόριστο, να χαλάει την διάθεση στην κάθε ευαίσθητη ψυχή. Για αυτό το άλλο παράπονο, υπάρχει λόγος σοβαρός, μόνο που δεν μπορούμε να τον αναζητήσουμε, ούτε στο άτομο ούτε στο σύνολο. Που; Σε εκείνες τις χαμένες πρωτοπορίες! Στην σκυταλοδρομία που ακολούθησε το λόγο πήρε μια αναγνώστρια της στήλης και ιδού:
Τα πρώτα κάστανα γυαλίζουν πεσμένα στη Σπιανάδα δίπλα από παγκάκια - αντίκες νοσταλγίας και βρώμικους πλαστικούς κάδους. Η πόλη φορά πάλι τα κίτρινα και τα καφετιά, τα φθινοπωρινά της, όπως κάθε πόλη τέτοια εποχή. Το ίδιο κάνει και η Νέα Υόρκη, το Τόκυο, η Λάρισα, το Ρέθυμνο, κάθε φθινόπωρο. Χώμα, νερό, αέρας. Ζωή. Άνθρωποι. Κάτοικοι. Κάτοικοι πόλεων.

Κάτοικοι στην Κέρκυρα, 2 του Οκτώβρη του ’12. Έτσι όπως την ξεπλένουν τα πρωτοβρόχια και ο φθινοπωρινός αέρας την καθαρίζει, έτσι καθαρίζει και το μυαλό και βλέπει όσα κάνει πως δε βλέπει όλο το χρόνο. Και βγαίνει ένα παράπονο μεγάλο, όχι προσωπικό αλλά συλλογικό, για τους ανθρώπους, για τους κατοίκους αυτής της μικρής πόλης που χρόνια τώρα αρνούνται να ενωθούν για το καλό.
Για τους κατοίκους που δε χρησιμοποιούν την εμπειρία και τη γνώση, τοπική ή έξωθεν για τη βελτίωση της πόλης. Για τους κατοίκους που δεν τη θεωρούν σπίτι τους. Που την αφήνουν στην τύχη της. Που δεν αξιοποιούν τεχνολογίες, γνωριμίες, διαβάσματα και προγράμματα για την εξέλιξη της. Που συμβιβάζονται. Με τι συμβιβάζονται, είναι ζήτημα για άλλη συζήτηση, μεγάλη. Σήμερα βγήκε το παράπονο και ρωτάει αθώα: «γιατί δε συνεργάζονται;»
Τους ξέρω, είναι εδώ. Είναι γνώστες της ιστορίας, με πολιτική συνείδηση και θέση. Είναι φίλοι της τέχνης, εραστές της καλαισθησίας, φορείς του πολιτισμού. Ζουν στην πόλη, εργάζονται, μελετούν, γράφουν, δημιουργούν, μεγαλώνουν παιδιά, εξελίσσονται. Γιατί δε συνεργάζονται για να εξελίξουν την πόλη;
Ποια κατάρα σ’ αυτό το νησί οδηγεί τις δυνάμεις του καλού να διαγράφουν πορείες παράλληλες και ποτέ να μη συναντιούνται σ’ ένα δρόμο κοινό για την ωφέλεια της πόλης;
Αυτό το παράπονο θα σκεπάζει την πόλη, τους κατοίκους και τους επισκέπτες της. Μ’ αυτό τον παράπονο θα την κοιτούν όσοι την αγάπησαν, όσοι την έζησαν, τη ζουν και όσοι ξένοι τη θαυμάζουν. Με το παράπονο που κοιτάς ένα μεγάλης αξίας κόσμημα παλιό, θαμπό, οξειδωμένο και αδυνατείς να βρεις τη μέθοδο και το μάστορα για να το γυαλίσεις. Στενοχωριέσαι αλλά δεν ενεργείς.

Έτσι, αδρανείς και παραπονεμένοι, εμείς, θύτες και θύματα, ως πότε θα μένουμε;

Δευτέρα, 16 Οκτωβρίου 2017

Τα συγκοινωνούντα δοχεία, δίνουν διέξοδο στη διαλεκτική, να καταλήξει στα αδιέξοδα

Επιστρέφουμε στην καθημερινότητα, δεν έχω ψευδαισθήσεις, ετούτα τα γενικόλογα κείμενα, ελάχιστους ενδιαφέρουν.
Δυστυχώς ο μικρόκοσμος που ζούμε, φαντάζει οικουμένη, στο μέγεθος των ενδιαφερόντων των παροικούντων στην Ιερουσαλήμ. Ονόματα θέλουν να διαβάζουν οι αναγνώστες, στην εποχή του ατομισμού, οι ιδέες πάνε περίπατο.
Πως λέμε το όνειρο που δεν ακολούθησε το δρόμο των επιθυμιών; - Εφιάλτη!
Σε συνέχεια των εσωτερικών διεργασιών, χωρίς την εν κατακλείδι, απαραίτητη δικαιολογία. Ποτέ δεν πίστεψα ότι ο ατομισμός αποτελεί διέξοδο. Τον ακολούθησα όμως όπως οι περισσότεροι και τώρα τρέχουμε να προλάβουμε την συλλογική καταστροφή. Ενώ έτρεχα να καλύψω τις ανάγκες μου, κάποιοι προεξόφλησαν τη θυσία που θα έκανα για τα επόμενα χρόνια…
Η πόλις είναι ελεύθερη, και η αέναη προσπάθεια από τους ιθαγενείς της συνεχίζεται. Μπορεί να έχει χάσει το μπούσουλα της, μπορεί να μπέρδεψε τα μπούτια της, μπορεί να κοιμάται αλλά αναπνέει, είναι ακόμα ζωντανή.
Το να προτάσσουμε τη συλλογική ευθύνη, από τη μια δείχνει μεγαλοψυχία, από την άλλη όμως κρύβει ένα μεγάλο ψέμα. Είναι εύκολο με ένα γενικό αφορισμό, να ρίχνουμε στη λήθη, όλες τις ευθύνες και αυτές που δεν μας αναλογούν, κλείνοντας έτσι το κεφάλαιο μιας εποχής, που ουσιαστικά δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Η λογική των συγκοινωνούντων δοχείων, δίνει διέξοδο στην διαλεκτική, να καταλήξει στα αδιέξοδα που επιθυμεί. Κάπως έτσι κλείνουμε τα κεφάλαια, εισπράττοντας το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί, ώστε να νοιώθουμε τις απαραίτητες ενοχές, για να μπορούμε να αθωώνουμε τους άλλους.
Αυτή η αλληλεγγύη στην ανάληψη ευθυνών, φαίνεται πως λειτουργεί κατευναστικά τις ώρες της κρίσης. Όπως οι οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, που ορθά τονίζει η Μαρία Κατσουνάκη σε άρθρο της στη Καθημερινή, «βασίζονται στην αδικία της ανωνυμίας, για την οποία όλοι πενθούν, την οποία όλοι αντιμάχονται, υψώνοντας τους τόνους για να θρηνήσουν τα μικρομεσαία θύματά της. Και εδώ όλοι ομονοούν. Πάντα όμως εκ των υστέρων.
Είναι αυτό που συμβαίνει και στις σχέσεις, φταίμε και δυο λέμε, αποφεύγοντας να ψάξουμε τις βαθύτερες αιτίες, κλείνοντας βιαστικά την πόρτα στην αλήθεια, ως που έρχεται κάποια στιγμή, όταν το κλίμα έχει αποφορτιστεί, να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, είναι η στιγμή που ουσιαστικά τα βρίσκουμε με τον εαυτό μας.
Γι’ αυτό συνεχίζεται η αλληλεγγύη στην ανάληψη ευθυνών, με την σιγουριά ότι πάντα κάτι θα βρίσκουμε για να ρίχνουμε την ευθύνη, αρκεί να μην είναι αυτό το κάτι, αυτό που πραγματικά φταίει.


Σήμερα σιωπή

Μαχαιριά η είδηση, συντάραξε τη τοπική κοινωνία.  “Κόπηκε το νήμα της ζωής για ένα δεκατετράχρονο αγόρι που προσπάθησε να διασχίσει την εθνι...