Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Tι ωραία που τα λέει ο Γιατρός...

Μπήκα στο θάλαμο προσομοίωσης και βγήκα με την εμπειρία να βάζει φωτιά σε ό,τι προσπάθησε να με χαλάσει, γιατί η μοναξιά της Κυριακής σε παγώνει. Μπορεί να είναι και τ’ απογεύματα της Κυριακής, αυτά που σε κάνουν δίχως καρδιά. Τις Κυριακές σε μια επαρχιακή πόλη είναι όλα τόσο σιωπηλά. Θέλεις δεν θέλεις ακούς τους χτύπους της καρδιάς, πως γίνεται τις Κυριακές να μη σε σκέφτομαι;
Οι υπόλοιπες μέρες τα κρύβουν, τα κρύβει η κίνηση τα καταπίνει ο θόρυβος της πόλης. Τις Κυριακές όμως είναι όλα σιωπηλά σ’ αδειάζει η πόλη που άδειασε. Είναι η ώρα που μπορείς να πεθάνεις αν δεν κτυπήσει το τηλέφωνο, η ώρα που το καταφύγιο σου γίνεται φυλακή.
Πολλοί είναι εκείνοι που ενδεχομένως αγαπιούνται για εκείνη την ώρα. Που αντέχουν χρόνια και χρόνια την έρημο μιας αγάπης μονάχα για αυτές τις Κυριακές.
Και τώρα, απόψε, μια νύχτα γεμάτη θύελλες , να' μαι εδώ στο μεταίχμιο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, πρόθυμος, σαν έτοιμος από καιρό.


«Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους. Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ». Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.
Ο Γιατρός είπε σε 25 μέρες θα βγει ο γύψος. Σάββατο πέφτει και Πανσέληνος. Ο γύψος θα βγει γιατρέ, τα άλλα πως βγαίνουν; Είναι αυτά, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του συναδέλφου του, έμειναν εκεί βαθιά ριζωμένα για να με βασανίζουν. Γιατί δεν είναι φυσιολογικό ο θυμός να έρχεται όταν κρυώσει ο πόνος. Είναι παράδοξο με αίμα παγωμένο να βράζω μέσα μου. Το άλλο πάλι, να τρίβω από χαρά τα χέρια μου σε κάθε εμφάνιση ακραίου καιρικού φαινομένου;
Λατρεύω τις χιονοθύελλες και τις ανεμοθύελλες. Τις μπόρες, τις καταρρακτώδεις βροχές και τις πλημμύρες. Τις αστραπές και τις βροντές που τρίζουν τα πατώματα. Τη λάβα του ηφαιστείου να με κυνηγά. Το χαλάζι, Α! το χαλάζι, σαν καρύδι να πέφτει και να κτυπά η κάθε του μπίλια τη λαμαρίνα, ηχεί στα αυτιά μου σαν πιρουέτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Τη θάλασσα να φουσκώνει, δείχνοντας ότι τη στενεύει το φουστάνι. Τη θάλασσα γυμνή να διεκδικεί με αξιώσεις το μερίδιο της από τη ξηρά. Μόνο ο σεισμός με αφήνει αδιάφορο, ίσως γιατί δεν είναι ορατός και η καταστροφή που επιφέρει προέρχεται από μαχαιριά πισώπλατα.Ο γιατρός χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιος, μου είπε ότι τα εξωτερικά καιρικά φαινόμενα, που σου προκαλούν ενθουσιασμό, είναι γιατί κρατούν τη στάθμη του ποταμού που τρέχει μέσα σου, σε επίπεδα ασφαλείας. Τι ωραία που τα λέει ο Γιατρός. Πόσο θα ήθελα τον πιστέψω. Ισορροπία λοιπόν γιατρέ, γιατί εγώ το θεωρούσα διαστροφή και χρόνια πάλευα γεμάτος ενοχές για να το διώξω.
Να επανέλθουμε στο τρακάρισμα . Το κεφάλι εντάξει, παρότι δεν φορούσα κράνος. Το μυαλό φαίνεται πως το κράτησε στη θέση του.
Το μυαλό εκεί και η μνήμη παρούσα.  












Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Τέλος με τις αριστερές ιστορίες

Το μεγάλο ερωτηματικό για ποια αριστερά μιλάμε, θα πάψει να μας απασχολεί όταν επιτέλους σταματήσουμε να κτίζουμε στην άμμο παλάτια και μάλιστα με υλικά που ποτέ δεν μπήκαμε στο κόπο να ανακυκλώσουμε. Ποια αριστερά; Η ορθόδοξη, η δογματική, η ανανεωτική, η ριζοσπαστική, η επαναστατική, η δημοκρατική, η έτσι ή αλλιώς, η αριστερά της αριστερές, η μέσα δεξιά, η έξω αριστερά. Επιτέλους!
Μέρα με τη μέρα αποδεικνύεται ότι η διάβρωση του πολιτικού και κοινωνικού ιστού, έχει προκαλέσει ανήκεστη βλάβη, στην πατρίδα μας. Η κηλίδα έχει καλύψει, όλη την πολιτική και κοινωνική διαστρωμάτωση, ξεπερνώντας και τους τελευταίους θύλακες αντίστασης, που εκ παραδόσεως κρατούσαν και έδιναν τις μάχες για την τιμή των όπλων.
Ήταν πολλά τα λεφτά, και μεγάλο βάρος, να κουβαλήσουν τόσα χρόνια κάποιοι στην πλάτη τους τη σημαία του αγώνα. Μεγαλώσανε, βαρύνανε, δεν είδανε και προκοπή, καταθέσανε τα όπλα και έγιναν βασιλικότεροι του βασιλέως.
«Όταν η αναφορά μου στην αριστερά, θα πάψει να είναι ένα μεγάλο παρελθόν, τότε κάτι θα έχει αλλάξει. Έστω και προς το χειρότερο. Να κουνηθεί επιτέλους κάτι, να ανέβει η λάσπη στην επιφάνεια της ακίνητης λίμνης, ο βούρκος να γεμίσει ομόκεντρους κύκλους, το βότσαλο της ανησυχίας να γίνει θεμέλιος λίθος για έναν κόσμο που θα σκέφτεται περισσότερο, θα ονειρεύεται περισσότερο, θα ενεργεί περισσότερο. Εδώ κάπου ξύπνησα. Από τα γέλια της Ιστορίας»
Τέλος με την αριστερά που ξέραμε. Όσοι δεν λάκισαν φορτώθηκαν τα παράσημα του παρελθόντος ωσάν άλλοι σοβιετικοί πολεμιστές, ατραξιόν σε μια κοινωνία, που ότι καν θυμάται.
Η αριστερά υπάρχει στο μυαλό και στη ψυχή των γενεών που έρχονται. καμία σχέση με τη δική μας αριστερά, δεν θα στηρίζεται σε ευαγγέλια, και σε απολιθώματα ιδεών, δεν θα έχει ανάγκη να απομονώνεται για να επιβιώσει, ούτε να διαπλέκεται εκμεταλλευόμενη τη θυσία και τους αγώνες του παρελθόντος.
Η αναφορά στο παρελθόν δεν δίνει καμία προοπτική, ίσα
ίσα είναι ο καλύτερος σύμμαχος της στασιμότητας και αυτό δεν έχει να κάνει ούτε με τους αγώνες, ούτε με τις θυσίες των χιλιάδων αγωνιστών. Την προοπτική της αριστερά θα την δώσουν οι νέοι, αυτοί, που ονειρεύονται ακόμα, χωρίς το βάρος της ιστορίας.







Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Από χθες το βράδυ... μέχρι σήμερα το μεσημέρι

Με τόσο σκάρτα υλικά, τι να σου κάνει και ο σεφ. Το τελικό αποτελέσματα, μια άνοστη σούπα. Την ίδια δυσκολία με την ποιότητα των πρώτων  υλών,  έχει και αυτός που γράφει. Είναι η μιζέρια της επαρχίας, που σου χαμηλώνει τον πήχη και σου κλείνει τον ορίζοντα. Είναι η θάλασσα που σε περικυκλώνει, σου κόβει τη στεριά στα δύο, σου παίρνει μέρος του αέρα και η αναπνοή μένει ημιτελής. Οι λέξεις πρέπει να έχουν μια αντιστοιχία με την ζωή. Αισθάνομαι ότι μας περισσεύουν  τα λόγια και μας λιγοστεύει η ζωή. Επικίνδυνα πράγματα. Σε “δήθεν” καταστάσεις οι λέξεις αδυνατούν. Ξέρετε δεν θα ήθελα να είμαι ένας ακόμα παραπονούμενος, που γράφει θυμωμένα κείμενα.

Είναι πολλά εκείνα που δεν χωράνε στα σχήματά μου. Το μικροκλίμα, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτήν την κατάσταση που βιώνουμε εδώ στη μικρή μας πόλη. Έξω έχει λιακάδα αλλά πώς να τη δεις με κλειστά παράθυρα; Γίνανε ένα με την υγρασία, ο ορίζοντας, το ταβάνι του γραφείου τους, άλλαξε χρώμα το δέρμα τους και τι χρώμα να το πεις, αυτό της μούχλας ίσως, ανακατεμένο με σκοτάδι... Για αυτό αποφεύγω και φεύγω...
Ένα βαθύ σκοτωμένο κόκκινο κυριαρχούσε στον ορίζοντα εψές το βράδυ. Τα σταθερά της πίστης μου, είχαν εξανεμισθεί. Τα δόγματα, που διευκόλυναν τη ζωή μου, διάτρητα πλέον από τις σφαίρες των αμφιβολιών. Νοιώθω να γρονθοκοπούμαι από πλήθος μπερδεμένων συναισθημάτων.
Οι αδιάβλητες μαρξιστικές μου ιδέες, με καθήλωναν σε μια πιστή ζωή, με νανούριζαν εν ειρήνη, με σκέπαζαν με το πέπλο του ύπνου του δικαίου, η απειλή της παράβασης, της κομματικής ορθοδοξίας, θα ήταν ηπιότερη της σημερινής ψυχικής μου ορφάνιας και ίσως απαραίτητη για να αποφύγω τα πλοκάμια κάθε αμφιβολίας γύρω από τα δογματικά «πιστεύω».
Ήταν ξεκούραστη εκείνη η εποχή, η σημερινή συμπεριφοράς της σκέψης μου άσπλαχνη, πήρε αέρα και περιφέρεται τις νύχτες σε αλήτικες διαδρομές. Με παράτησε άοπλο να τα ανακαλύψω όλα μόνος μου.
«ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».
H βροχή δεν αντέχεται. Τετάρτη 12 το μεσημέρι. Η αναμονή ανήκει στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα. Όποιος την ασκεί θυσιάζει πολλά. Από το νευρικό του σύστημα έως το χρόνο που θα μπορούσε να είναι και χρήσιμος. Η αναμονή σκοτώνει και δεν ξέρω τελικά αν αξίζει το κόπο. «Πόσο να περιμένει πια κανείς; Πόσες ζωές του έχουν τάξει άγνωστοι θεοί για να θυσιάσει αυτή την σίγουρη τη μία.»
Θα συνεχίσω με έναν γενναίο στίχο του Οδυσσέα Ιωάννου:
Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ' το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ' αγαπάς

Με τέτοια «θέλω θα μπορέσουμε να ζήσουμε όχι μόνο
για μια αγάπη, αλλά για έναν κόσμο.





Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος...

Χθες ήταν η πιο μελαγχολική ημέρα του χρόνου σύμφωνα με τη μαθηματική εξίσωση, που συνδύασε παράγοντες όπως ο καιρός, τα χρέη, τις γιορτές των Χριστουγέννων , τους στόχους που δεν επιτεύχθηκαν τη νέα χρονιά, το χαμηλό επίπεδο κινητοποίησης. Μακάρι να μπορούσαν τα μαθηματικά να δώσουν απαντήσεις στις μέρες που μας βαραίνουν. Δυστυχώς η μαθηματική εξίσωση δε λέει την αλήθεια.
Γι' αυτό ας λαδώσουμε σιγά – σιγά τις μηχανές να ξεκινήσουμε. Η μελαγχολία δεν γνωρίζει εποχές, πηγάζει μέσα από δυσκολίες, όχι απ’ αυτές που ζούμε, αλλά απ’ αυτές που περιμένουμε. Είναι η αρχή στην ανηφόρα και νοιώθουμε ήδη κουρασμένοι.
Όσο προχωράμε στη ζωή, υποστηρίζει ο Πεσσόα τόσο πειθόμαστε για δύο αλήθειες, που ωστόσο είναι αντικρουόμενες. Η πρώτη είναι ότι μπροστά στην πραγματικότητα της ζωής, φαίνονται χλομές όλες οι μυθοπλασίες της λογοτεχνίας και της τέχνης. Η δεύτερη αλήθεια είναι, ότι κάθε ευγενική ψυχή επιθυμεί να διατρέξει τη ζωή εξ ολοκλήρου, να αποκτήσει την εμπειρία όλων των πραγμάτων, όλων των τόπων και όλων των συναισθημάτων, και επειδή αυτό είναι αδύνατον, η ζωή μόνο μέσα από την άρνηση της μπορεί να βιωθεί στην απόλυτη ουσία της.
Οι δύο αυτές αλήθειες δεν συνδυάζονται, ούτε μπορούμε να απορρίψουμε την μία ή την άλλη, θα πρέπει ωστόσο να ακολουθήσουμε τη μία νοσταλγώντας εκείνη που απορρίψαμε. Ή να απορρίψουμε και τις δύο και να υψωθούμε πάνω από τον εαυτό μας σε μια προσωπική νιρβάνα. 
Φιλολογούμε και αγωνιούμε για διάρκειες που δεν είναι εφικτές. Αν δεν το καταλάβουμε απλά ρίχνουμε σταχτή στα μάτια μας.
Πόσες φορές να τα επαναλάβω, Η αναφορά στην θλίψη είναι επιβεβλημένη, για να μη γίνει κατάθλιψη. Πως λέτε τόσα χρόνια καταφέραμε ν’ αντέξουμε; Μοιραζόμαστε τα κακά μαζί σας, τα εκθέτουμε στο φως του ήλιου, τα κάνουμε κοινά μυστικά και τα αποδυναμώνουμε.
Δεν είναι
τα μεθεόρτια , που μας δημιουργούν μελαγχολία είναι οι μέρες πριν, οι ώρες πριν το παιγνίδι, όταν μπούμε, δεν υπάρχουν περιθώρια για κακές σκέψεις.
Αλώστε όπως σχολιάζει η Κυρία του ραδιοφώνου «Μεγαλώσαμε, αλητέψαμε, λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν, πειρατές επιπόλαιοι, χωρίς χρυσό δόντι και γάντζο στο χέρι, κάναμε γιουρούσι στις ήττες, και τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος ! Αυτό το γέλιο που στάζει αλμύρα και χει το ίσκιο των αναμνήσεων στον ήχο του. Μην κλείνεις τα μάτια τώρα που λιγόστεψε η διαδρομή, άσε το αεράκι να διαπεράσει τις ηλικίες σου και πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο όνειρο σου. Αμέσως. Και που είσαι; Εκείνο το κρυμμένο τραύμα πως το κρατάς ακόμα κόκκινο;»






Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Κυριακή απόγευμα

Νατες πάλι οι Κυριακές και πριν και τώρα ίδιες σκληρές και αδυσώπητες. «Κυριακή απόγευμα. Ο ουρανός είναι βαθύγκριζος και σε μεριές – μεριές έχει κόκκινες θαμπάδες. «Είναι γοητευτική αυτή η στιγμή της αμφιβολίας;» Καμία αμφιβολία! Μόνο που αυτή η γοητεία, ελκύει - και αυτό είναι η δυστυχία - λίγους παράταιρους, εξοβελισμένους, από την κυκλική πορεία, ελεύθερους από τα δεσμά της ασφάλειας, γι’ αυτό και ασφαλείς.
Στο κυνήγι της ασφάλειας για μια ζωή, που νομίζουμε ότι δεν θα τελειώσει ποτέ, ζούμε το χρόνο που μας αναλογεί, παλεύοντας καθημερινά με τα κύματα της ανασφάλειας. Και είναι ο χρόνος μια ευθεία. Και εμείς επιταχύνουμε διαρκώς, για να χαθούμε απ’ τον αληθινό μας εαυτό, τις βαθύτερες σκέψεις μας, τις βασικές αλήθειες και αρχές της πραγματικής ζωής. Στις ώρες της περισυλλογής, μετράμε όλοι μας, μια λευκή γραμμή «μισό λεπτό να θυμηθώ τι έκανα». Και τίποτα δεν έκανα. Διότι και τίποτα δεν είναι για να μείνει. Ολόκληρη ζωή για γέλια και για κλάματα με άγχος όμως και αυτό είναι το τραγικό. Και ύστερα... ο χρόνος όταν βρει ευθεία, χωρίς εκπλήξεις και αδιέξοδα, τρέχει, τρέχει χωρίς σταματημό. Σε νανουρίζει στην ψευδαίσθηση της ασφάλειας και όταν ξυπνήσεις από τον ύπνο του δικαίου, ψάχνεις τοίχο για να τσακίσεις το κεφάλι σου.
Πότε είχαμε καλοκαίρι; Κοιμάσαι χειμώνα και όταν ξυπνάς έχει φτάσει άνοιξη.
Είναι γοητευτική η στιγμή της αμφιβολίας. Το αντιλαμβάνονται όσοι αρνήθηκαν τον ύπνο της ασφαλούς ζωής. Μόνο, που είναι λίγοι για να αντέξουν στις πλάτες τους, τον όγκο της ανασφάλειας των ασφαλισμένων.


Κυριακή απόγευμα. Βρέχει, βρέχει συνεχώς. Νατες πάλι οι Κυριακές μετά το μεσημέρι, ώρες - λαιμητόμοι. Ο χρόνος σε μια απεριόριστη διαδρομή γεμάτος αγωνία. Όταν δεν φαίνεται διέξοδος, ο πόνος φωτίζει σαν βεγγαλικό. Γράφω για να ξορκίσω το κακό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός σε συνέχεια, βάλθηκα μέσα από μια στήλη να στοιχειώσω την εικόνα μου. Γράφω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν με πιστεύει. Μια αόριστη επιπόλαιη δυσαρέσκεια, μου κρατά συντροφιά στις επιτόπιες διαδρομές μου. Σε κάτι τέτοιες ώρες καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν την τρέλα, είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις τη εικόνα σου, το μαγικό κουτί να ξαναβρείς τον χαμένο σου καιρό.

Αν δε μπορεί η Κέρκυρα να διαχειριστεί τα απορρίμματά της .. δε μπορεί τίποτα...

Για πρώτη φορά στην ιστορία της Κέρκυρας, από την παλαιολιθική εποχή,    που έχουν βρεθεί τεκμήρια ανθρώπινης παρουσίας, οι κάτοικοι αυτ...