Από χθες το βράδυ... μέχρι σήμερα το μεσημέρι

Με τόσο σκάρτα υλικά, τι να σου κάνει και ο σεφ. Το τελικό αποτελέσματα, μια άνοστη σούπα. Την ίδια δυσκολία με την ποιότητα των πρώτων  υλών,  έχει και αυτός που γράφει. Είναι η μιζέρια της επαρχίας, που σου χαμηλώνει τον πήχη και σου κλείνει τον ορίζοντα. Είναι η θάλασσα που σε περικυκλώνει, σου κόβει τη στεριά στα δύο, σου παίρνει μέρος του αέρα και η αναπνοή μένει ημιτελής. Οι λέξεις πρέπει να έχουν μια αντιστοιχία με την ζωή. Αισθάνομαι ότι μας περισσεύουν  τα λόγια και μας λιγοστεύει η ζωή. Επικίνδυνα πράγματα. Σε “δήθεν” καταστάσεις οι λέξεις αδυνατούν. Ξέρετε δεν θα ήθελα να είμαι ένας ακόμα παραπονούμενος, που γράφει θυμωμένα κείμενα.

Είναι πολλά εκείνα που δεν χωράνε στα σχήματά μου. Το μικροκλίμα, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτήν την κατάσταση που βιώνουμε εδώ στη μικρή μας πόλη. Έξω έχει λιακάδα αλλά πώς να τη δεις με κλειστά παράθυρα; Γίνανε ένα με την υγρασία, ο ορίζοντας, το ταβάνι του γραφείου τους, άλλαξε χρώμα το δέρμα τους και τι χρώμα να το πεις, αυτό της μούχλας ίσως, ανακατεμένο με σκοτάδι... Για αυτό αποφεύγω και φεύγω...
Ένα βαθύ σκοτωμένο κόκκινο κυριαρχούσε στον ορίζοντα εψές το βράδυ. Τα σταθερά της πίστης μου, είχαν εξανεμισθεί. Τα δόγματα, που διευκόλυναν τη ζωή μου, διάτρητα πλέον από τις σφαίρες των αμφιβολιών. Νοιώθω να γρονθοκοπούμαι από πλήθος μπερδεμένων συναισθημάτων.
Οι αδιάβλητες μαρξιστικές μου ιδέες, με καθήλωναν σε μια πιστή ζωή, με νανούριζαν εν ειρήνη, με σκέπαζαν με το πέπλο του ύπνου του δικαίου, η απειλή της παράβασης, της κομματικής ορθοδοξίας, θα ήταν ηπιότερη της σημερινής ψυχικής μου ορφάνιας και ίσως απαραίτητη για να αποφύγω τα πλοκάμια κάθε αμφιβολίας γύρω από τα δογματικά «πιστεύω».
Ήταν ξεκούραστη εκείνη η εποχή, η σημερινή συμπεριφοράς της σκέψης μου άσπλαχνη, πήρε αέρα και περιφέρεται τις νύχτες σε αλήτικες διαδρομές. Με παράτησε άοπλο να τα ανακαλύψω όλα μόνος μου.
«ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».
H βροχή δεν αντέχεται. Τετάρτη 12 το μεσημέρι. Η αναμονή ανήκει στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα. Όποιος την ασκεί θυσιάζει πολλά. Από το νευρικό του σύστημα έως το χρόνο που θα μπορούσε να είναι και χρήσιμος. Η αναμονή σκοτώνει και δεν ξέρω τελικά αν αξίζει το κόπο. «Πόσο να περιμένει πια κανείς; Πόσες ζωές του έχουν τάξει άγνωστοι θεοί για να θυσιάσει αυτή την σίγουρη τη μία.»
Θα συνεχίσω με έναν γενναίο στίχο του Οδυσσέα Ιωάννου:
Θέλω τη μέρα που θα φύγεις
απ' το πρωί να μου γελάς
κι όταν την πόρτα θα ανοίγεις
να είναι σαν να μ' αγαπάς

Με τέτοια «θέλω θα μπορέσουμε να ζήσουμε όχι μόνο
για μια αγάπη, αλλά για έναν κόσμο.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια