Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025

Οι βεβαιότητες των πρόθυμων



Για όσους ξέρουν πριν μάθουν
Ελαφρά την καρδία, βαριά τη γνώμη. Έτσι πορεύεται η εποχή. Μια φήμη, μια ανάρτηση, μια μισή πρόταση στο διαδίκτυο , ασύντακτη και αστήρικτη αρκεί για να στηθεί ολόκληρη αλήθεια. Και μέσα σε λίγα λεπτά, η αλήθεια αυτή αποκτά πρόσωπο, φωνή, και στρατό. Σηκώνονται χαρακτήρες με έναν απίθανο αυτοματισμό, ο καθένας έτοιμος να κρίνει, να καταδικάσει, να διορθώσει τον κόσμο.
Μου είναι αδύνατο να χαράξω γνώμη από μια απλή πληροφορία. Όχι από επιφύλαξη, αλλά από σεβασμό. Γιατί πίσω από κάθε «είπαν» ή «άκουσα» απλώνεται ένας ωκεανός άγνοιας, καλυμμένος με λέξεις σίγουρες, σχεδόν ηρωικές. Δεν αναζητούμε πια την αλήθεια, αναζητούμε μόνο το συναίσθημα της βεβαιότητας.
Σήμερα, ακόμα κι αν κάτι ψιθυριστεί σαν ερώτηση, μετατρέπεται αμέσως σε κατάφαση. Το «ίσως» έγινε ύποπτο, το «δεν ξέρω» σχεδόν προδοσία. Οι πιο φωναχτές φράσεις ακούγονται ως αποδείξεις, και η επιφύλαξη θεωρείται αδυναμία. Έτσι κατασκευάζονται οι πρόχειρες βεβαιότητες που φοράμε σαν σημαίες και ξεχνάμε ότι δεν έχουμε ιδέα τι υπερασπιζόμαστε.
Ποια άμυνα απέναντι σε όλο αυτό; Ίσως η παλιά τέχνη της σιωπής. Η μικρή, αθόρυβη καθυστέρηση της γνώμης. Το δικαίωμα να κοιτάξεις κάτι και να πεις «δεν ξέρω ακόμη». Η πίστη ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται βιασύνη, μόνο καθαρό βλέμμα.
Κι ίσως, τελικά, η μόνη βεβαιότητα που αξίζει να κρατήσουμε, είναι πως οι περισσότερες βεβαιότητες γύρω μας δεν αξίζουν.

Το δικαίωμα να μην συνηθίζεις


Υπάρχουν εποχές που η πραγματικότητα δεν σου αφήνει χώρο να ανασάνεις. Σού τρίβει το πρόσωπο στο χώμα, σου σφίγγει το λαιμό με στατιστικές, με υποσχέσεις, με μια καθημερινότητα που ζητά υπακοή. Κι εκεί που άλλοτε το όνειρο ήταν τρόπος άμυνας, τώρα φαντάζει πολυτέλεια. Δεν έχεις πια διάθεση να ονειρευτείς, μόνο να σταθείς όρθιος.


Η πολιτική - αυτή η κάποτε ευγενής τέχνη της ευθύνη - κατάντησε παζάρι συμφερόντων. Οι λέξεις της φτηνές, οι πράξεις της κουρασμένες. Οι πολίτες μοιάζουν θεατές σε παράσταση που έχει χαθεί το σενάριο, μα το χειροκρότημα ζητείται ακόμη. Και κάθε «συγγνώμη» από τα επίσημα χείλη, γίνεται λίγο πιο άδεια απ’ την προηγούμενη.

Όμως, κάπου μέσα στο θόρυβο, παραμένει κάτι πεισματάρικο. Μια μικρή σπίθα που ψιθυρίζει: «Όχι, δεν θα συνηθίσω». Γιατί η συνήθεια είναι η πιο ύπουλη μορφή παραίτησης. Είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος παύει να θυμώνει, να πονά, να ελπίζει. Κι αυτό είναι που σκοτώνει.

Το δικαίωμα να μην συνηθίζεις είναι ίσως η τελευταία μορφή ελευθερίας μας. Να κοιτάς γύρω σου και να λες: «Αυτό δεν είναι φυσιολογικό». Να μην προσαρμόζεσαι στη φθορά, να μη βαφτίζεις την αδράνεια ρεαλισμό. Να πιστεύεις πως, ακόμη κι αν όλα μοιάζουν σταματημένα, υπάρχει ένας εσωτερικός ρυθμός που συνεχίζει να χτυπά.

Κι έτσι, χωρίς σημαίες και συνθήματα, γεννιέται η πιο ήσυχη, αλλά και πιο γενναία επανάσταση, εκείνη του ανθρώπου που αρνείται να συνηθίσει. Που επιμένει να ελπίζει, ακόμη κι αν δεν το λέει πια δυνατά. Γιατί αυτός, στο τέλος, είναι που κρατά τον κόσμο όρθιο.

Το μεγαλείο του «όχι»


Σήμερα ήθελα να γράψω για το μεγαλείο της σύγκρουσης, όχι εκείνης που σπαταλιέται σε κραυγές και αναρτήσεις, αλλά για εκείνη τη σιωπηλή, αξιοπρεπή ανυπακοή που ξεκινά όταν κάποιος δεν αντέχει άλλο να λέει «ναι» σε κάθε εγκύκλιο του Κράτους - Πατέρα. Γιατί αν υπάρχει ακόμη ελπίδα στην πολιτική, αυτή κατοικεί στην αντίδραση, στην ικανότητα να πεις «όχι» εκεί που όλοι ψιθυρίζουν «ας μην τα χαλάσουμε».


Το Κέντρο δεν κυβερνά πια, απλώς ελέγχει. Κρατά τα χρήματα, τους κανόνες, τα έργα, τα δελτία τύπου, και τα μοιράζει στους Δήμους όπως ο γονιός δίνει χαρτζιλίκι στο παιδί, αρκεί να «είναι φρόνιμο». Και οι Δήμαρχοι; Πολλοί, ευτυχώς όχι όλοι, έμαθαν να χαμογελούν στο φακό αντί να βροντούν το χέρι στο τραπέζι. Αντί για ηγέτες, αποκτήσαμε επιμελητές προγραμμάτων και πιστοποιημένους διαχειριστές της ανεπάρκειας.

Κι όμως, η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν ιδρύθηκε για να κρατά σημειώσεις στις συσκέψεις των υπουργείων. Γεννήθηκε για να διεκδικεί. Για να λέει «θα το κάνουμε» ακόμη κι όταν δεν υπάρχει χρηματοδότηση. Για να θυμίζει πως ο τόπος δεν είναι παράρτημα, είναι ψυχή.

Η Κέρκυρα, για παράδειγμα, εισπράττει κάθε χρόνο εκατομμύρια από τουρισμό, αεροδρόμιο, λιμάνι, κρουαζιέρες, αλλά δεν της αποδίδεται σχεδόν τίποτα. Το συνάλλαγμα φεύγει για την πρωτεύουσα, κι εμείς μένουμε με τα απορρίμματα, την κυκλοφοριακή ασφυξία και τα «ευχαριστούμε για τη συνεργασία». Μια τοπική κοινωνία που γεννά πλούτο, αλλά δεν δικαιούται ούτε τον αέρα που αναπνέει.

Η Αυτοδιοίκηση πρέπει να κινηθεί στα όρια της νομιμότητας, κι αν χρειαστεί, όταν το δίκιο του τόπου το απαιτεί, να τα ξεπεράσει. Γιατί η νομιμότητα χωρίς δικαιοσύνη καταντά απλώς μια ευπρεπής μορφή αδράνειας.

Ο ηγέτης δεν είναι εκείνος που εγκαινιάζει πλατείες, είναι αυτός που διεκδικεί να αποφασίζει πώς θα τις χτίσει. Δεν είναι αυτός που «τα έχει καλά με όλους», είναι αυτός που αντέχει να έχει απέναντι εκείνους που φοβούνται το όραμα.

Το μεγαλείο του «όχι» δεν είναι άρνηση, είναι πράξη ευθύνης. Να μη δέχεσαι το λίγο όταν ο τόπος σου αξίζει το πολύ. Να αντιστέκεσαι στο γλυκό νανούρισμα της διαχείρισης. Γιατί χωρίς αντίδραση, δεν υπάρχει πρόοδος, μόνο αργή διοικητική αποσύνθεση με κορδέλες εγκαινίων.

Και εδώ, στην Κέρκυρα, ίσως ήρθε η ώρα να το πούμε καθαρά: το «όχι» δεν είναι αγένεια. Είναι αυτοσεβασμός.

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025

Όσα χώρεσαν στις τρεις τελείες

 Όσα χώρεσαν στις τρεις τελείες


Υπάρχουν στιγμές που δε λέγονται. Μένουν μετέωρες, σαν ανάσες που δεν πρόλαβαν να γίνουν λέξεις. Εκεί, ανάμεσα στις τρεις τελείες, φωλιάζουν όλα όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ, οι εξομολογήσεις που πνίγηκαν από ευγένεια, οι έρωτες που τελείωσαν χωρίς τελεία, οι αποχαιρετισμοί που έγιναν ψίθυρος. Είναι η αναπνοή πριν το «σ’ αγαπώ», η παύση πριν το «αντίο». Είναι ένας μικρός δρόμος που συνεχίζεται χωρίς να φαίνεται.

Η Βασιλική είπε κάποτε «για μια βαλίτσα ή για μια ζωή». Και μέσα στο ερωτηματικό της έκρυψε μια ήπειρο. Ίσως γιατί τα πιο βαριά πράγματα είναι αόρατα. Στις ραφές της φυλάσσονται φωνήεντα ξεφτισμένα, ρήματα κουρασμένα, βλέμματα που δεν τέθηκαν ποτέ σε ερώτηση. Μια βαλίτσα γεμάτη αποσιωπητικά, ό,τι δεν ειπώθηκε, ταξιδεύει.

Η γραφή είναι ένας τρόπος να μην πεθάνεις από την απουσία. Κάθε λέξη μια προσπάθεια διάσωσης, κάθε τελεία μια παραίτηση. Μα οι τρεις τελείες... αυτές είναι η ελπίδα. Εκεί κατοικεί το «ίσως», το «ακόμα», το «θα δούμε».

Κάποτε όλα γίνονται αποσιωπητικό, πρόσωπα, φωνές, μυρωδιές. Κι όμως, μέσα σ’ αυτό το τρίπτυχο της σιωπής, κάτι επιμένει να ανασαίνει. Ίσως η μνήμη, ίσως η αγάπη, ίσως το πείσμα να ξαναρχίσει η πρόταση.

Όσα χώρεσαν στις τρεις τελείες δεν χάθηκαν. Περιμένουν τη συνέχεια, σαν χειρόγραφο που αρνείται να τελειώσει. Κι αν κάποτε τις συναντήσεις, μη βιαστείς να τις προσπεράσεις. Στάσου λίγο. Εκεί ίσως ακούσεις το μόνο αληθινό τέλος, το πιο ειλικρινές «σ’ αγαπώ», αυτό που δεν γράφεται ποτέ.

Εύφορη κοιλάδα, άδεια καρδιά




Το παρακάτω , ένα μικρό σημείωμα για την εποχή των ανέσεων και της αναισθησίας
Κάποτε η προσαρμογή λεγόταν αρετή. Τώρα λέγεται εφαρμογή.
Κρατάμε στα χέρια μας ένα κινητό που χωράει τον κόσμο, όχι όμως και την ψυχή μας. Οι καιροί σφίγγουν, οι τιμές ανεβαίνουν, κι εμείς, αντί να σφίγγουμε τα δόντια, αλλάζουμε οθόνη. Θα μου πείτε, ο άνθρωπος πάντα βρίσκει τρόπο να επιβιώσει. Ναι , αλλά ύστερα απ’ όσα περάσαμε, αρχίζω να αμφιβάλλω. Όχι για τη δύναμή μας, για τη ζεστασιά μας. Για το αν μας έμεινε σταγόνα ενσυναίσθησης να ποτίσει αυτή την εύφορη, αλλά πια άδεια, κοιλάδα.

Ό,τι μας πλήγωσε δεν χάνεται. Απλώς σιωπά ώσπου να ξαναπονέσει. Κι ο πόνος, όσο κι αν τον φοβόμαστε, είναι το μόνο αληθινό μέτρο του ανθρώπου. Ο πόνος ξεχωρίζει το ζωντανό από το μηχάνημα.

«Η μόνη ελπίδα είναι να βγάλουμε την ψυχή απ’ το μπαούλο», έγραψε ο Οκτάβιο Πας. Γιατί το μυαλό, αν δεν το δέσεις από την ψυχή, τρέχει σαν σκυλί πίσω από τις επιθυμίες του. Και μας επιστρέφει, με ταχύτητα, στα ένστικτα.

Ίσως χρειάζεται να πονέσουμε ξανά. Να πεινάσουμε, να διψάσουμε, να κρυώσουμε, να ερωτευθούμε, όχι από συνήθεια, αλλά από ανάγκη. Μόνο έτσι η χαρά αποκτά περιεχόμενο. Μα πώς να νιώσεις τη ζέστη αν δεν έχεις παγώσει; Πώς τη δροσιά αν δεν έχεις ιδρώσει;

Ζούμε σαν σε κλιματιζόμενη γυάλα. Όχι με χρυσόψαρα, με καρχαρίες. Ταΐζουμε τις ανάγκες μας πριν γεννηθούν. Ανάβουμε το καλοριφέρ πριν κρυώσουμε, το κλιματιστικό πριν ζεσταθούμε. Και ύστερα απορούμε γιατί δεν αισθανόμαστε τίποτα.

Η Κέρκυρα αλλάζει, κι εμείς μαζί της. Πιο γυαλιστεροί, πιο άνετοι, πιο μόνοι.
Υπάρχει ελπίδα, λέει ο Πας. Αρκεί να πονέσουμε ξανά

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...