Είναι για ρίζες.
Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς.
Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια που έχουν οι άνθρωποι όταν θυμούνται πραγματικά.
Γιατί η μνήμη δεν είναι στολή.
Δεν εφαρμόζει τέλεια.
Σου περισσεύει από κάπου, σε στενεύει αλλού, σε κάνει να νιώθεις λίγο άβολα μέσα της.
Κι αυτή η αμηχανία είναι ίσως το πιο τίμιο πράγμα που μας έμεινε.
Σήμερα οι δρόμοι θα γεμίσουν ήχους.
Μελωδίες γνώριμες, βήματα μετρημένα, βλέμματα στραμμένα εκεί που πρέπει.
Μα η αλήθεια δεν βρίσκεται εκεί που «πρέπει».
Κρύβεται στα πλάγια.
Σ’ ένα παιδί που δεν κρατά σωστά το ρυθμό.
Σε έναν ηλικιωμένο που δεν χειροκροτεί, μόνο κοιτά.
Σε κάποιον που σιωπά όχι από αδιαφορία, αλλά από βάρος.
Γιατί υπάρχει ακόμη βάρος.
Απλώς δεν το δείχνουμε.
Το αφήσαμε πίσω από τις λέξεις, για να μη μας χαλάσει τη γιορτή.
Το κρύψαμε μέσα σε καθαρές φράσεις, για να μη χρειαστεί να εξηγήσουμε τίποτα.
Κι όμως, σήμερα δεν είναι για καθαρές φράσεις.
Είναι για εκείνες που σκοντάφτουν.
Για τις μνήμες που δεν κάθονται ίσια.
Για τις ιστορίες που δεν αντέχουν να γίνουν σύνθημα.
Σήμερα, αν θέλεις να τιμήσεις, μη σηκώσεις τίποτα εύκολα.
Κι αν είναι να σηκώσεις μια σημαία, σήκωσέ την ψηλά μόνο αφού περάσει από μέσα σου.
Κράτα για λίγο κάτι που σε βαραίνει.
Μια σκέψη που δεν χωρά σε λόγο.
Ένα όνομα που δεν ειπώθηκε.
Μια ευθύνη που δεν μετατέθηκε.
Και στάσου.
Όχι για να σε δουν.
Αλλά για να μη φύγεις.
Γιατί η πιο ήσυχη μορφή αγάπης είναι αυτή που μένει.
Που δεν χρειάζεται αέρα για να υπάρξει.
Που δεν ζητά ύψος για να αποδειχθεί.
Σήμερα δεν είναι για να φανούμε αντάξιοι.
Είναι για να παραδεχτούμε πόσο δύσκολο είναι να γίνουμε.
Και κάπου ανάμεσα στους ήχους και στις σιωπές,
εκεί που τελειώνει η τελετή και αρχίζει ο άνθρωπος,
γεννιέται κάτι μικρό, σχεδόν αόρατο.
Μια ειλικρίνεια.
Αν την αντέξουμε,
ίσως κάποτε η σημαία να μην χρειάζεται αέρα για να σταθεί.
Δείτε λιγότερα






