Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας


Σήμερα δεν είναι για ύψος.
Είναι για ρίζες.
Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς.


Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια που έχουν οι άνθρωποι όταν θυμούνται πραγματικά.
Γιατί η μνήμη δεν είναι στολή.
Δεν εφαρμόζει τέλεια.
Σου περισσεύει από κάπου, σε στενεύει αλλού, σε κάνει να νιώθεις λίγο άβολα μέσα της.
Κι αυτή η αμηχανία είναι ίσως το πιο τίμιο πράγμα που μας έμεινε.
Σήμερα οι δρόμοι θα γεμίσουν ήχους.
Μελωδίες γνώριμες, βήματα μετρημένα, βλέμματα στραμμένα εκεί που πρέπει.
Μα η αλήθεια δεν βρίσκεται εκεί που «πρέπει».
Κρύβεται στα πλάγια.
Σ’ ένα παιδί που δεν κρατά σωστά το ρυθμό.
Σε έναν ηλικιωμένο που δεν χειροκροτεί, μόνο κοιτά.
Σε κάποιον που σιωπά όχι από αδιαφορία, αλλά από βάρος.
Γιατί υπάρχει ακόμη βάρος.
Απλώς δεν το δείχνουμε.
Το αφήσαμε πίσω από τις λέξεις, για να μη μας χαλάσει τη γιορτή.
Το κρύψαμε μέσα σε καθαρές φράσεις, για να μη χρειαστεί να εξηγήσουμε τίποτα.
Κι όμως, σήμερα δεν είναι για καθαρές φράσεις.
Είναι για εκείνες που σκοντάφτουν.
Για τις μνήμες που δεν κάθονται ίσια.
Για τις ιστορίες που δεν αντέχουν να γίνουν σύνθημα.
Σήμερα, αν θέλεις να τιμήσεις, μη σηκώσεις τίποτα εύκολα.
Κι αν είναι να σηκώσεις μια σημαία, σήκωσέ την ψηλά μόνο αφού περάσει από μέσα σου.
Κράτα για λίγο κάτι που σε βαραίνει.
Μια σκέψη που δεν χωρά σε λόγο.
Ένα όνομα που δεν ειπώθηκε.
Μια ευθύνη που δεν μετατέθηκε.
Και στάσου.
Όχι για να σε δουν.
Αλλά για να μη φύγεις.
Γιατί η πιο ήσυχη μορφή αγάπης είναι αυτή που μένει.
Που δεν χρειάζεται αέρα για να υπάρξει.
Που δεν ζητά ύψος για να αποδειχθεί.
Σήμερα δεν είναι για να φανούμε αντάξιοι.
Είναι για να παραδεχτούμε πόσο δύσκολο είναι να γίνουμε.
Και κάπου ανάμεσα στους ήχους και στις σιωπές,
εκεί που τελειώνει η τελετή και αρχίζει ο άνθρωπος,
γεννιέται κάτι μικρό, σχεδόν αόρατο.
Μια ειλικρίνεια.
Αν την αντέξουμε,
ίσως κάποτε η σημαία να μην χρειάζεται αέρα για να σταθεί. 
Δείτε λιγότερα

 Σημαίες χωρίς βάρος


Υπάρχουν ακόμη σημαίες που ανεμίζουν χωρίς να θυμούνται τι κουβαλούν. Στέκονται ψηλά, όχι από περηφάνια, αλλά από συνήθεια. Τις σηκώνει ένας αέρας που δεν ρωτά, ένας αέρας που έχει ξεχάσει να διακρίνει ανάμεσα σε γιορτή και άλλοθι.

Στις πλατείες, τα βλέμματα δεν σηκώνονται πια προς τα πάνω. Έχουν κατέβει χαμηλά, στο ύψος της καθημερινής διαπραγμάτευσης. Εκεί όπου η ιστορία δεν είναι βάρος αλλά διακόσμηση. Ένα πανί που αλλάζει χρώματα ανάλογα με την περίσταση, χωρίς ποτέ να λερώνεται.

Κάποτε οι σημαίες είχαν βάρος. Μύριζαν ιδρώτα, καμένο χώμα, απώλεια. Δεν ήταν σύμβολα, ήταν συνέπειες. Σήμερα τις κρατάμε ελαφριές, σχεδόν διάφανες, για να μην ενοχλούν. Για να μην μας θυμίζουν ότι κάποτε έπρεπε να διαλέξουμε πλευρά.
Και ίσως αυτό είναι το πιο βολικό ψέμα της εποχής μας. Ότι μπορούμε να τιμάμε χωρίς να θυμόμαστε. Να στεκόμαστε χωρίς να συμμετέχουμε. Να ανεμίζουμε χωρίς να πιστεύουμε.

Οι δρόμοι γεμίζουν ήχους, τελετές, λόγια μεγάλα και προσεκτικά ισορροπημένα. Μα κάτω από αυτά υπάρχει μια σιωπή που δεν κρύβεται πια. Είναι η σιωπή εκείνων που έμαθαν να ζουν χωρίς βάρος. Που προτίμησαν την ελαφρότητα από την ευθύνη.
Εδώ υπάρχει μια παρεξήγηση που επιμένει. Ότι η αγάπη για την πατρίδα πρέπει να φαίνεται. Να κυματίζει, να φωνάζει, να αποδεικνύεται. Ότι αν δεν την επιδεικνύεις, την έχεις προδώσει.
Κι όμως, υπάρχει και μια άλλη αγάπη. Πιο σιωπηλή, πιο επίμονη. Αυτή που δεν φωτογραφίζεται.
Είναι η αγάπη που ακούει Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη και δεν χρειάζεται εμβατήρια. Που διαβάζει Οδυσσέα Ελύτη, Γιάννη Ρίτσο, Γιώργο Σεφέρη και βρίσκει εκεί μια Ελλάδα που δεν χωράει σε παρελάσεις.
Μια Ελλάδα που δεν ζητά αποδείξεις.
Δυστυχώς αυτή η σιωπή είχε και ένα κόστος. Άφησε χώρο.
Και μέσα σε αυτόν τον χώρο φύτρωσαν οι επαγγελματίες της συγκίνησης. Αυτοί που μπέρδεψαν την αγάπη με την κατοχή. Που φόρεσαν τα σύμβολα σαν στολή και τα χρησιμοποίησαν σαν ασπίδα.
Κι έτσι, το μπλε άρχισε να βαραίνει.
Όχι γιατί άλλαξε. Αλλά γιατί άλλαξαν τα χέρια που το κρατούν.
Γιατί άλλο είναι το σύμβολο και άλλο αυτός που το σηκώνει. Άλλο η ιστορία ως γνώση και άλλο ως άλλοθι. Άλλο η μνήμη ως ευθύνη και άλλο ως εύκολη συγκίνηση.

Ίσως τελικά αυτό να φοβόμαστε. Όχι την ιστορία, αλλά την αλήθεια της. Ότι τίποτα δεν σηκώνεται ψηλά αν δεν έχει πρώτα περάσει από το έδαφος. Ότι καμία σημαία δεν αξίζει αν δεν έχει αγγίξει τη λάσπη.
Και τότε, για μια στιγμή, ο αέρας κοπάζει. Οι σημαίες μένουν ακίνητες. Και αποκαλύπτεται αυτό που αποφεύγουμε να δούμε.
Ότι δεν έγιναν ελαφριές μόνες τους.
Εμείς τις αδειάσαμε. 
Δείτε λιγότερα

Θεός σε λειτουργία αναμονής

Τον φώναξα κι εγώ σήμερα.

Όχι για κάτι σπουδαίο, μην παρεξηγηθούμε. Για ένα μικρό βάρος, από αυτά που δεν αξίζουν δελτίο ειδήσεων αλλά σου χαλάνε τη μέρα. Δεν ήρθε. Λογικό.



Αν υπάρχει Θεός, θα έχει σοβαρότερα θέματα.
Παιδιά που πεθαίνουν πριν προλάβουν να ζήσουν, πόλεμοι που βαφτίζονται «αναγκαίοι», θάλασσες που καταπίνουν ανθρώπους και τους επιστρέφουν ως αριθμούς.

Μπροστά σε αυτά, το δικό μου πρόβλημα είναι σχεδόν αγενές.
Κι όμως, επιμένει.
Γιατί ο άνθρωπος δεν σπάει μόνο από τα μεγάλα.
Σπάει από τα μικρά που συσσωρεύονται, σαν λογαριασμοί που δεν πληρώνονται ποτέ.

Εκεί κατάλαβα το προφανές:
ο Θεός δεν είναι αδιάφορος. Είναι απλώς απασχολημένος.
Ή, για να το πούμε πιο καθαρά, είμαστε πολλοί και δεν προλαβαίνει. Οπότε αποφάσισα να μην περιμένω άλλο.
Θα φτιάξω έναν δικό μου. Έναν Θεό χωρίς πρόγραμμα, χωρίς ουρές, χωρίς προτεραιότητες.
Έναν Θεό που να μην σώζει τον κόσμο, αλλά να προλαβαίνει εμένα. Έναν Θεό χαμηλής κυκλοφορίας, χωρίς κοσμογονικές ευθύνες.

Και θα είναι γυναίκα.
Όχι για να σοκάρω, αλλά γιατί κάποιος πρέπει επιτέλους να κάνει τη δουλειά.
Η ιστορία απέδειξε ότι η αρσενική εκδοχή έχει άλλες προτεραιότητες: εξουσία, τιμωρία, μεγάλες δηλώσεις.
Εγώ θέλω κάτι πιο πρακτικό.

«Ω Θεά μου», θα λέω από εδώ και πέρα,
όχι με δέος, αλλά με την οικειότητα του ανθρώπου που δεν αντέχει να περιμένει.
Δεν θα της ζητάω θαύματα.
Μόνο να είναι διαθέσιμη.
Οι μεγάλοι Θεοί ανήκουν στις μεγάλες τραγωδίες.
Εμείς ζούμε στις μικρές.

Κι αν αυτό είναι βλασφημία, τότε μάλλον η πίστη δεν αντέχει την πραγματικότητα.
Στο τέλος, δεν ζητάμε κάποιον να σώσει τον κόσμο.
Ζητάμε κάποιον να προλάβει εμάς.
Κι αν δεν υπάρχει, θα τον κατασκευάσουμε.
Κατ’ εικόνα και "καθ’ ανάγκην". 
Δείτε λιγότερα

Η λεπτή κλίση προς το φως



Η ποίηση δεν έρχεται. Συμβαίνει. Σαν την εαρινή ισημερία, μια σιωπηλή μετατόπιση που δεν τη βλέπεις την ώρα που γίνεται, μόνο όταν έχει ήδη αλλάξει μέσα σου η ισορροπία. Για λίγο, όλα στέκονται ίσια. Κι έπειτα, σχεδόν ανεπαίσθητα, το φως παίρνει το πάνω χέρι.



Άνοιξη. Το σούρουπο βαθαίνει μια παλιά απουσία.
Όχι γιατί κάτι τελειώνει, αλλά γιατί θυμάσαι πως κάποτε θα μπορούσε να είχε σωθεί. Η καρδιά αντέχει πολλά, λένε. Το δύσκολο είναι να τη σκληρύνεις όταν πρέπει. Εκεί εγώ πάντα διστάζω.

Ψηλά, τα σύννεφα επιμένουν να κρατούν λίγο χειμώνα ακόμη. Μάταια. Το φως βρίσκει διόδους, ανοίγει μικρές ρωγμές, χρωματίζει τον ουρανό με εκείνο το αμφίβολο ρόδινο που δεν ξέρεις αν υπόσχεται ή αποχαιρετά. Η ατμόσφαιρα κουβαλάει και τα δύο. Κι εσύ μαζί της.

Δεν υπήρξε ποτέ πιο απλή πρόταση από το να ζήσεις.
Και καμία πιο δύσκολη στην πράξη. Γιατί το να ζεις σημαίνει να στέκεσαι εκτεθειμένος, σε μια ισορροπία που δεν κρατάει πολύ.

«Και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι και δεν παίρνει τίποτα ὁ ένας απ᾿ τον άλλο. Γιατί ὁ έρωτας είναι ὁ πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν», γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης.
Κι όμως, στο ίδιο βάθος, «οι άνθρωποι ζουν από τη στιγμή που βρίσκουν μια θέση στη ζωή των άλλων».

Κάπου εκεί επιστρέφει η εφηβεία, όχι σαν ηλικία, αλλά σαν εκκρεμότητα. Φέρνει μπροστά σου όσα άφησες πίσω, όχι επειδή δεν μπορούσες, αλλά επειδή δεν τόλμησες. Και τότε το μέσα σου αλλάζει χωρίς θόρυβο, όπως αλλάζει και ο ουρανός.

Αφήνω τα αισθήματα να ξεχειλίσουν. Όχι για λύτρωση, αλλά για να μη με καταπιεί η σιωπή. Γιατί η σιωπή, όταν κρατάει πολύ, γίνεται φθορά. Κι εγώ δεν έχω καμία διάθεση να επιστρέψω προς τα πίσω. Ό,τι κουβαλάω θέλει φως, όχι λήθη.

Κι ύστερα έρχεται η νύχτα.
Και μαζί της ο Γιάννης Ρίτσος.
«Ὅσο ἀπομακρύνεσαι σὲ πλησιάζω στὴν ἀπουσία σου».
«Τί νὰ τὰ κάνω τ᾿ ἄστρα ἀφοῦ λείπεις;».

Τίποτα δεν διορθώνεται. Απλώς φωτίζεται για λίγο πιο καθαρά.
Και ίσως αυτό να αρκεί.
Μια ακριβής στιγμή μέσα στην ασάφεια.
Μια μικρή κλίση προς το φως.
Ας γίνει κάτι να τελειώνουμε.
Δηλαδή να αρχίσουμε. 
Δείτε λιγότερα

Σιωπή προς ενοικίαση

 Σιωπή προς ενοικίαση

«Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φορά για πολύ καιρό ένα πρόσωπο για τον εαυτό του και ένα διαφορετικό για τον πολύ κόσμο…», έγραφε ο Ναθάνιελ Χόθορν.



Στην Κέρκυρα, το κενό δεν κάνει θόρυβο, στάζει.
Σαν υγρασία παλιάς τοιχοποιίας, περνά από τους τοίχους, κάθεται πάνω στις λέξεις, βαραίνει τα βλέμματα χωρίς να φαίνεται.

Στη Σπιανάδα, το φως απλώνεται γενναιόδωρα, μα κάτω από αυτό κυκλοφορούν σκιές ελαφριές, σχεδόν διάφανες, που ζητούν να πείσουν ότι είναι σώματα.

Τα καντούνια άλλαξαν χρήση. Δεν φιλοξενούν πια μόνο μνήμες, αλλά διανυκτερεύσεις. Πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν χωρίς να θυμούνται ποιος έμεινε. Η πόλη ενοικιάζεται κομμάτι κομμάτι, κι ο χρόνος της γίνεται βραχυχρόνιος. Ο θεός που κυριαρχεί είναι το χρήμα. Δεν μιλά, δεν αμφισβητείται, μόνο εισπράττει.

Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, το «τίποτα» βρίσκει χώρο να μεγαλώσει. Φουσκώνει σαν μπαλόνι, γεμάτο αέρα και προσδοκία. Κάποιος το δείχνει, κάποιος το πιστεύει, κι έτσι αποκτά υπόσταση. Μικρές φιλοδοξίες, πρόχειρες αλήθειες, λόγια χωρίς βάρος. Μια παράσταση που στήνεται χωρίς λόγο, μόνο για να φαίνεται ότι κάτι συμβαίνει.

Οι σιωπηλοί άνθρωποι περνούν δίπλα. Δεν συμμετέχουν. Αν τους ρωτήσεις, θα σου δώσουν μια λέξη, κοφτή, σχεδόν λυτρωτική. Γιατί αναγνωρίζουν το ψέμα, όσο κι αν αυτό έχει μάθει να ντύνεται αλήθεια.

Εδώ, το ψέμα δεν λέγεται μόνο, κατοικείται. Φωτίζεται σωστά, διακοσμείται, γίνεται χώρος διαμονής. Και όσοι μπαίνουν μέσα του, ξεχνούν πως υπάρχει έξω κόσμος. Το βαφτίζουν «σημαντικό» για να αντέξει λίγο ακόμη.

Αλλά τα μπαλόνια της Σπιανάδας έχουν όριο. Θα σκάσουν. Όχι με θόρυβο, αλλά με εκείνη τη μικρή ρωγμή που αφήνει πίσω της μόνο σιωπή.

Στην πολιτική, όπως και στην αγορά, πάντα υπήρχε η ανάγκη να «πουλήσει». Τώρα πουλιέται κυρίως η αντανάκλαση.
Υποσχέσεις χωρίς σώμα, λόγια χωρίς ρίζα, τα ίδια παλιά «φύκια για μεταξωτές κορδέλες», μόνο που σήμερα λάμπουν περισσότερο.
Με θραύσματα εννοιών, με πρόχειρες αλήθειες, με λέξεις που μοιάζουν με νόημα αλλά δεν το αγγίζουν, χτίζεται ένας κόσμος εύθραυστος.
Και όμως, τον πιστεύουν.
Τον αναπνέουν.
Τον υπερασπίζονται σαν να είναι ο μόνος.
Κι εσύ, έξω από αυτόν, σε μια πόλη που κάποτε ήξερε να βαδίζει βαριά, προσπαθείς να θυμηθείς.
Όχι πώς να τον αλλάξεις.
Αλλά πώς να μην του μοιάσεις.
Κι ίσως τότε φανεί καθαρά τι χάθηκε. Όχι η εικόνα. Η ουσία.
Γιατί το πιο βαρύ δεν είναι το ψέμα. Είναι η συνήθεια σ’ αυτό. 
Δείτε λιγότερα

Αυτό που δεν έγινε ποτέ...


"Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει
σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη
σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής."

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούς, τα διασχίζεις, όπως διασχίζεις μια πόλη τη νύχτα, χωρίς να ξέρεις αν ψάχνεις δρόμο ή έξοδο. Η «Μαρκίζα» ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Δεν είναι απλώς τραγούδι. Είναι μια λεπτή ρωγμή στον χρόνο, ένα σημείο διαρροής όπου ό,τι δεν ειπώθηκε βρίσκει τρόπο να στάξει.



Δεν γράφτηκε για να ειπωθεί. Γράφτηκε για να επιμένει. Να επιστρέφει εκεί όπου ο έρωτας δεν πρόλαβε να γίνει γεγονός και έμεινε δυνατότητα κι αυτή η δυνατότητα είναι πάντα πιο επικίνδυνη από την πράξη. Κάτω από μια μαρκίζα, δύο σώματα σε απόσταση αναπνοής. Όχι από ευπρέπεια. Από ένστικτο. Από εκείνη τη μυστική γνώση πως αν μειωθεί κι άλλο η απόσταση, κάτι θα σπάσει οριστικά.

Η επιθυμία δεν είναι ποτέ αθώα. Δεν έχει τη βία της πράξης, αλλά τη βία της αναμονής. Αυτό που δεν αγγίζεται διογκώνεται. Αυτό που δεν λέγεται βαραίνει, αποκτά όγκο, γίνεται σχεδόν απτό. Δεν σε άγγιξα, κι όμως δεν σε ξέχασα ποτέ. Γιατί το σώμα θυμάται, θυμάται και ό,τι αποσύρθηκε την τελευταία στιγμή. Θυμάται εκείνο το μισό βήμα που δεν έγινε, εκείνη τη μικρή αναστολή που άλλαξε ολόκληρη τη διαδρομή.

Η μαρκίζα δεν είναι καταφύγιο. Είναι άλλοθι. Μια πρόχειρη στέγη για να μην εκτεθούμε στις συνέπειες. Στεκόμαστε από κάτω της και προσποιούμαστε πως περιμένουμε να κοπάσει η βροχή, ενώ στην πραγματικότητα περιμένουμε να κοπάσει ο άλλος. Δεν φοβήθηκες εμένα. Φοβήθηκες αυτό που θα γινόσουν μαζί μου. Κι εγώ το ίδιο.

Γι’ αυτό δεν υπάρχει ιστορία. Οι ιστορίες απαιτούν πράξεις, αρχές και τέλη. Εδώ υπάρχει μόνο πυκνότητα, μια στιγμή που δεν εκτονώθηκε ποτέ. Σαν φορτίο που δεν βρήκε γείωση και έμεινε να κυκλοφορεί μέσα μας, αθόρυβα, επίμονα, για χρόνια.

Οι άνθρωποι μιλούν για έρωτες που έζησαν. Οι πιο αληθινοί, όμως, είναι αυτοί που απέφυγαν. Δεν φθείρονται, δεν γίνονται καθημερινή ρουτίνα, δεν εξηγούνται. Παραμένουν κοφτεροί, σχεδόν απαγορευμένοι, σαν κάτι που δεν ολοκληρώθηκε επειδή, αν ολοκληρωνόταν, θα ανέτρεπε τα πάντα.

Η «Μαρκίζα» δεν είναι νοσταλγία. Είναι κατηγορία. Κατηγορεί εκείνη τη στιγμή που δεν αντέξαμε. Εκείνο το βλέμμα που κράτησε λίγο παραπάνω. Εκείνη τη σιωπή που δεν ήταν αμηχανία, αλλά μια σιωπηρή συμφωνία να μη συμβεί τίποτα.

Και τελικά, αυτό που δεν συνέβη έγινε η πιο ανθεκτική μορφή μνήμης. Δεν σε έχασα. Σε διέκοψα. Και από τότε, κάθε βροχή επιστρέφει σαν απόδειξη: πόσο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος αυτό που δεν έζησε.
Η απάντηση παραμένει ίδια.
Για πάντα. 
Δείτε λιγότερα

Το θέατρο που ακόμη μας κρατά όρθιους

 Το θέατρο που ακόμη μας κρατά όρθιουςΣτην Ελλάδα έχουμε μια παράξενη συνήθεια. Όταν κάτι χαλάσει, δεν σκεφτόμαστε πρώτα πώς θα το φτιάξουμε. Σκεφτόμαστε πώς θα το κατεδαφίσουμε.


Το Δημοτικό Θέατρο της Κέρκυρας βρίσκεται αυτές τις ημέρες στο κέντρο μιας τέτοιας συζήτησης. Το ατύχημα με τον τραυματισμό της 13χρονης μαθήτριας ήταν σοβαρό και κανείς δεν μπορεί να το υποτιμήσει. Ευτυχώς το παιδί σώθηκε από τα χειρότερα. Και η απόφαση του Δημάρχου να κλείσει προσωρινά το θέατρο για ελέγχους και επισκευές ήταν απολύτως αναγκαία.
Η ασφάλεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη.



Από εκεί όμως μέχρι τις εύκολες φωνές που ζητούν «να γκρεμιστεί» το θέατρο, υπάρχει μεγάλη απόσταση.
Γιατί το Δημοτικό Θέατρο δεν είναι ένα κτίριο που απλώς υπάρχει. Είναι ο μοναδικός μεγάλος χώρος στο νησί που φιλοξενεί την πολιτιστική και κοινωνική δραστηριότητα της Κέρκυρας. Φιλοξενεί θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες, χορευτικές εκδηλώσεις, σχολικές παραστάσεις, παρουσιάσεις συλλόγων, δημόσιες συγκεντρώσεις. Είναι ένας χώρος που λειτουργεί σχεδόν καθημερινά ως σημείο συνάντησης της πόλης.
Και γι’ αυτό το λόγο πρέπει να το δούμε όχι ως πρόβλημα αλλά ως ευθύνη.

Η αλήθεια είναι ότι το κτίριο κουβαλά προβλήματα που δεν είναι καινούργια. Η στέγη μπάζει νερά. Τα συστήματα θέρμανσης και κλιματισμού δεν ανταποκρίνονται όπως θα έπρεπε. Υπάρχουν ζητήματα συντήρησης και τεχνικών ελέγχων που έπρεπε εδώ και χρόνια να αντιμετωπίζονται πιο συστηματικά.
Αλλά η απάντηση σε αυτά δεν είναι η εγκατάλειψη.
Η απάντηση είναι η φροντίδα.

Το θέατρο πρέπει να επισκευαστεί, να ελεγχθεί πλήρως και να ανοίξει ξανά με ασφάλεια. Με σύγχρονες προδιαγραφές λειτουργίας, με μόνιμη παρακολούθηση των εγκαταστάσεων και με σοβαρό πρόγραμμα συντήρησης.

Γιατί ένας τόπος που σέβεται την πολιτιστική του ζωή προστατεύει τους χώρους που την υπηρετούν.
Και το Δημοτικό Θέατρο της Κέρκυρας εξακολουθεί να είναι ένας τέτοιος χώρος. Ένας χώρος που προσφέρει, που φιλοξενεί την καθημερινή πολιτιστική ζωή του νησιού και που αξίζει να παραμείνει ζωντανός.

Παράλληλα, βέβαια, η Κέρκυρα οφείλει να κοιτάξει και μπροστά. Ένα νέο, σύγχρονο θέατρο είναι μια ανάγκη που αργά ή γρήγορα θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά την πόλη.

Αλλά το αύριο δεν χτίζεται γκρεμίζοντας βιαστικά το σήμερα.
Αν το γκρεμίσουμε σήμερα, αύριο δεν θα υπάρχει τίποτα. Ούτε σκηνή, ούτε χώρος, ούτε στέγη για την πολιτιστική ζωή της πόλης. Το θέατρο πρέπει να επισκευαστεί και να λειτουργήσει ξανά με ασφάλεια. Και μαζί με αυτό να αρχίσει επιτέλους η σοβαρή συζήτηση για το νέο θέατρο που χρειάζεται η Κέρκυρα. 
Δείτε λιγότερα


Η ιστορία ως άλλοθι


Στην Ελλάδα όλα είναι ιστορικά. Κι αν δεν είναι, φροντίζουμε να τα κάνουμε. Ιστορικό χωριό. Ιστορική συμφωνία. Ιστορικό σωματείο. Ιστορικό καφενείο. Ιστορική στιγμή. Ιστορική νίκη. Ιστορική ήττα.
Η λέξη «ιστορικό» έγινε κάτι σαν εθνικό καρύκευμα. Τη ρίχνουμε παντού για να δώσει βάρος ακόμη και στα πιο ελαφριά πράγματα.



Ο τόπος μας είναι πράγματι βαρυφορτωμένος ιστορία. Μέχρι και το τελευταίο λιθαράκι κουβαλά μια αφήγηση. Το πρόβλημα όμως δεν είναι ότι έχουμε ιστορία. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά τη χρησιμοποιούμε σαν άλλοθι.
Ακουμπάμε πάνω της για να μη χρειαστεί να σταθούμε μόνοι μας.
Διαφημίζουμε τον πολιτισμό μας με ενθουσιασμό, αλλά δυσκολευόμαστε να δημιουργήσουμε έναν καινούργιο. Μιλάμε για την καταγωγή μας με περηφάνια, αλλά σπανιότερα για το τι αφήνουμε πίσω μας.

Κι έτσι, σιγά σιγά, αποκτούν και οι αδυναμίες μας τον ίδιο τίτλο.
Ιστορικός λαϊκισμός. Ιστορικά ρουσφέτια. Ιστορικές αρπαχτές. Ιστορική διαπλοκή. Ιστορική οικογενειοκρατία. Ιστορικά ψέματα.
Όλα παίρνουν μια θέση σε αυτό το μεγάλο εθνικό αρχείο που ονομάζουμε «παράδοση».
Κάπου εκεί καταλαβαίνει κανείς ότι η ιστορία δεν είναι μόνο αυτό που κληρονομήσαμε. Είναι και αυτό που αφήνουμε.

Κάποτε είχα διαβάσει μια φράση του Οδυσσέας Ιωάννου που έλεγε πως εκείνα που τον βοηθούν να συνεχίζει είναι αυτά που ξεχνά. Όχι οι εύκολες νίκες, ούτε οι εποχές που ίσως ζούσε καλύτερα. Γιατί το μόνο μέτρο σύγκρισης είναι το παρόν και η μόνη ιστορία που αξίζει πραγματικά να γραφτεί είναι αυτή που δεν έχει συμβεί ακόμη.

Τα υπόλοιπα υπάρχουν έτσι κι αλλιώς μέσα μας, σαν παλιά πράγματα σε μια αποθήκη.
Και καμιά φορά, για να μπορέσει κανείς να προχωρήσει, πρέπει απλώς να κλείσει την πόρτα και να φύγει μπροστά

Μια μέρα χωρίς παρελάσεις μέσα μας

Σήμερα δεν είναι για ύψος. Είναι για ρίζες. Η μέρα ζητά αλλιώς να τη διαβείς. Όχι με βήμα συγχρονισμένο, αλλά με εκείνη τη μικρή αστάθεια πο...