Τρίτη, 4 Σεπτεμβρίου 2018

Μ’ εκείνο το χαρτί που μας ταξιδεύει...

Κάποιες φορές το χαρτί μας δίνει ζωή και κάποιες άλλες γκρεμίζει τα όνειρά μας. Πριν κάποια χρόνια περιμένοντας τις εκλογές, ο Σεπτέμβρης πέρασε καλυπτόμενος από προεκλογικές αφίσες. Ευχή για φέτος ο Σεπτέμβρης να μην είναι χάρτινος... 
Τα πράγματα είναι απλά, ένα και ένα κάνουν δύο και όχι έντεκα όπως, καθοδηγούμενοι από την αγωνία της πλειοδοσίας προσπαθούν να μας πλασάρουν.
Πάμε λίγο πίσω, να κάνουμε ένα διάλειμμα.
Τις μέρες του απόλυτου ψεύδους, που τα συνθήματα έχουν αντικαταστήσει το διάλογο και οι όποιες φιλότιμες απόπειρες ειλικρινείας, αντιμετωπίζονται με καχυποψία, η οικονομία του λόγου αποτελεί την πιο επιθετική συμπεριφορά.
Τώρα που το σκέφτομαι, ξέρεις πόσους Σεπτέμβρηδες, μου έχουν κλέψει; Αυτόν το μήνα, με αρκετή δόση γλυκιάς μελαγχολίας και ανασφάλειας έκανα σχέδια, όχι για το χειμώνα που έρχεται αλλά για το επόμενο καλοκαίρι…

Είναι πολύ, πότε για το βασιλιά, πότε για το βουλευτή, πότε για το δήμαρχο , να χάνουμε τους μισούς πιο γλυκούς μήνες της ζωής μας.
Ευτυχώς που υπάρχει και το ραδιόφωνο... “και όταν πέφτει το σκοτάδι, που οι συνοικισμοί των ανθρώπων γίνονται ένα σιωπηλό ερημητήριο, οι ανήσυχες ζωές φλερτάρουν με το μπαλκόνι, τη θάλασσα, τα δέντρα πού φοράνε τα καφέ κουστούμια, γλυκές φωνές σφηνώνουν ανάμεσα σε μουσικά ταξίδια και πάμε…”
«Πάντα εκεί. Στην πρώτη αγάπη, στο πρώτο φιλί, στην πρώτη προδοσία, στο πρώτο χαστούκι, στην πρώτη ηδονή, στο πρώτο τσάκισμα. Μια είναι η πρεμιέρα και τα περιλαμβάνει όλα. Μετά ο ηθοποιός ψιλοβαριέται. Μπερδεύει το ρόλο του, επαναλαμβάνει στη ζωή πράξεις της σκηνής και ανάποδα... Μέχρι που ξεριζώνει τα μάτια του και, όταν συνέρχεται στο νοσοκομείο, οι φίλοι με τρόπο του εξηγούν πως δεν το λένε Οιδίποδα, παρά Μάκη, μόνο Μάκη, τα άλλα που αισθάνθηκε ήταν από τη ζωή ενός άλλου. Πάντα εκεί στις μικρές πόλεις που δέχτηκαν να μας αναθρέψουν με αντάλλαγμα ένα κομμένο ορίζοντα.»
Συνεχίζουμε με εκείνο το χαρτί που δεν μας κοροϊδεύει, με κείνο που απ' τα μικρά μας, μας ταξιδεύει.
"Ένας άνθρωπος", γράφει ο Μπόρχες στον Επίλογο του "Ποιητή", "βάζει σκοπό της ζωής του να ζωγραφίσει τον κόσμο. Χρόνια ολόκληρα γεμίζει μια επιφάνεια με εικόνες από επαρχίες, βασίλεια, άστρα, άλογα κι ανθρώπους. Λίγο πριν πεθάνει, ανακαλύπτει ότι αυτός ο υπομονετικός λαβύρινθος των γραμμών σχηματίζει την εικόνα του προσώπου του".
Από Σεπτέμβρη σε Σεπτέμβρη. Όμορφα καραβάκια! Κι ας είναι χάρτινα, έρχονται όμως. Πάντα βρίσκουν το δρόμο τους.

Να ήταν όλα σινεμά..

Δεν θέλω να γυρίσω πίσω, μόνο εκείνη η παιδική χαρά, η απέραντη ευχαρίστηση, για τα πιο απλά, για τα ελάχιστα, για το τίποτα, πως να το κάνουμε μου λείπει. 
Χθες κοίταζα τον ουρανό και ταξίδεψα 50 χρόνια πίσω για να εισπράξω εκεινο το συναίσθημα της ηλικίας της μονοψήφιας.
Τελευταίες λέξεις για το καλοκαίρι που πέρασε τα πενήντα, για τα αλλά μη με ρωτάτε. Συνήθως όταν στρογγυλοποιείται το ποσό γίνεται δεσμίδα και τοποθετείται στο συρτάρι. Εν προκειμένω, τα καλοκαίρια το ένα πάνω στο άλλο, με σελιδοδείκτες στα καλύτερα, για να μεταγγίζουμε δυνάμεις για τη συνέχεια.
Για τα παιδικά δεν τίθεται ζήτημα, ακόμα και σε μέρες πολέμου να τα είχαμε ζήσει, πάντα θα είναι τα καλύτερα. Κάποια ενδιάμεσα έχουν σβηστεί και κάποια ξεπεράστηκαν πάνω από τα θαλασσινά τοπία που κλάψαμε.

Μου το ψιθύρισε μια κυρία από τα ερτζιανά, για να το θέσω υπ’ όψιν, του απολογισμού μου: ”Τo τέλειο άλλοθι. "Δεν έχω ιδέα". "Δεν ξέρω τι μου λες". "Πως το ερμήνευσες έτσι;" Μια βόλτα στο πουθενά κάναμε, εσύ γιατί ζωγράφισες δεσμούς; Ποιος δεσμεύεται σήμερα; Ποιος παίρνει την ευθύνη να έχει συγκάτοικο στο χρόνο του; Ο πιο επικίνδυνος αριθμός είναι πάντα το 2. Πάνε εξήντα χρόνια που πέθανε Αϊνστάιν και το άτομα ακόμα διασπάται.»Το έχω ξανακούσει, πολλές φορές σ’ αυτήν την διαδρομή. Κάθε φορά όμως που μου συμβαίνει είναι σαν να είναι η πρώτη φορά και ενώ η συνέχεια είναι γνωστή, η απώλεια μνήμης σ’ αυτό το χρονικό σημείο ξαναγεννάει την έκπληξη. «Δεν το περίμενα» σιγοψιθυρίζω. Και πώς να το περιμένει κανείς που θέλει να ζήσει. Πώς να προχωρήσεις σ’ αυτήν την ανηφόρα, χωρίς την συμμαχία της ελπίδας, και την απειρία του πρωτάρη. Αν η λογική καθόριζε τα βήματα της καρδιάς μας, θα είχαμε κάνει στάση προ πολλού. Για το καλοκαίρι που φεύγει, για τα καλοκαίρια που πέρασαν, γι’ αυτά που περιμένουμε θα τραγουδήσουμε, εμείς που αποταμιεύσαμε πενήντα…
“Το καλοκαίρι σαν θα ’ρθεί πάνω στην άμμο την ξανθή...” και... να ξεκινήσουμε με όνειρα την πρώτη μέρα του φθινοπώρου.
“... αλήθεια πως να υπερασπιστείς τον εαυτό σου, όχι από το παρελθόν ή τον άλλο, αλλά από μια ηλιόλουστη μέρα του Σεπτέμβρη ...” Να ήταν όλα σινεμά, μωρό μου. Να είναι όλα σινεμά!

Ολοταχώς στη γλυκιά μελαγχολία του Σεπτέμβρη

  πρώτηΣεπτέμβρη
“Αγαπητέ θείε Έκτορα

Ένα πρωινό, ξύπνησα χωρίς σκεπάσματα. Είχανε κολλήσει στις πλάκες του δωματίου μου, απο κάποια νυχτερινή μου πάλη. Εγώ δεν ήμουνα παρών. Έγινε με το υπόλοιπό μου, που τις νύχτες μένει ξάγρυπνο να μη χάσει ούτε σπιθαμή από τον ορισμένο μου χρόνο στη γη. Αυτά, δεν τα κανονίζω εγώ. Τα βρήκα και τα υπομένω όλα, γιατί αγαπώ την ζωή, αν και έχω την αίσθηση πως είμαι πάντα στα όρια της. Ναι κάπως έτσι, εκεί που γέρνω, να βουτήξω στα βαθιά της, γλιστράω στην άκρη, σαν από αυτοσυντήρηση, κι ακροβατώ περιθωριακά, σαν κολασμένος που αγαπά τα βάθη, και του τα απαγόρεψαν. Τον βάλανε στα ρηχά, να ζήσει με την ανεκπλήρωτη επιθυμία των άπατων…" Απόσπασμα από την πρώτη επιστολή του Σεπτέμβρη προς τον θειο Έκτορα (” Η σφαγή των εντόμων” Σπύρος Σίγμα)
Είναι η μαγεία της γραφής, που ξεκινάει από αλλού και φτάνει στα χέρια σου, πουκάμισο στο νούμερο σου και σε χρώμα θαλασσί, για να ταιριάζει και με το τραγούδι. Είναι η μαγεία της γραφής που συναντάς τυχαία και αρχίζεις να πιστεύεις στα θαύματα. Είναι ο τρόπος ο κοφτός που σου δίνει οξυγόνο κάθε πέντε λέξεις.Είναι αυτά που αντικατέστησες με την σιωπή. Τρεις τελείες, που περιμένουν τη συνέχεια… Να συνεχίσουμε την αναφορά στη θλίψη για να μη γίνει κατάθλιψη. Πως λέτε τόσα χρόνια καταφέραμε ν’ αντέξουμε; Μοιραζόμαστε τα κακά μαζί σας, τα εκθέτουμε στο φως του ήλιου, τα κάνουμε κοινά μυστικά και τα αποδυναμώνουμε. Δεν είναι το φθινόπωρο, που μας δημιουργεί μελαγχολία είναι οι μέρες πριν.
Εδώ στη μικρή μας πόλη, η επικαιρότητα με αηδιάζει. Γι’ αυτό διακόπτω τις συνέχειες. Επιστρέφω όμως πάντα στις ανεπίκαιρες αλήθειες. Αυτές ισχύουν. Όπως το κίτρινο φθινοπωρινό φύλλο, που δηλώνει μοίρα πανάρχαια.
«Μαραίνεται αλλά θυμάται την άνοιξη. Πεθαίνει αλλά περιμένει την άνοιξη. Κι ας μην το αφορά. Θα είναι εκεί άλλα φύλλα, πράσινα, νέα. Κάτι θάχει συμβάλλει κι αυτό στην παρουσία τους. 'Έστω και μόνο σαν λίπασμα. Παρελθούσα η μέλλουσα ζωή. Στο κάθε πράσινο φύλλο ζούνε όλα τα κίτρινα που λησμονήσαμε…»
Και αν επιστρέφω στις ανεπίκαιρες αλήθειες μου, είναι, γιατί το χρονογράφημά μου, κινείται σε χρόνους άχρονους και την επικαιρότητα την υπαγορεύουν κάθε φορά δυνάμεις, που ξεπερνούν την επανάληψη στη θλίψη.
Θα συνεχίσουμε απαντώντας με σιωπή, σε όλα αυτά που περίμενα, και με υπομονή μεγάλη. Ολοταχώς στη γλυκιά μελαγχολία του Σεπτέμβρη. Να παίξουμε. Να ζήσουμε. Και για να έχει το παιχνίδι ενδιαφέρον, χρειάζεται πάθος και δύναμη, τα ελάχιστα τα γίνονται μεγάλα, ώστε να αποκτούν οι λεπτομέρειες ανάλογο ενδιαφέρον με τα γεγονότα και σε πολλές περιπτώσεις να τα ξεπερνούν. Το παράπονο εκείνης της στιγμής και μας άφησε εκεί στου δρόμου τα μισά, ήταν παιδί κάποιας αγνοημένης λεπτομέρειας, αν δε με γελάει η μνήμη μου

Αυτή είναι η ευτυχία που μας τάξανε;

Ξεκινάω έτσι μετά τη μικρή απουσία, γιατί χάσαμε και τον Αύγουστο. Για άλλη μια φορά άφησα, τους δικούς μου φόβους, για να μπω στους φόβους των άλλων, όμως άλλαξαν οι εποχές. Μεγάλωσαν! 
Συνηθίζεται μετά τις διακοπές, το πρώτο κείμενο να έχει το πλεονέκτημα του χρόνου, την απουσία της καθημερινότητας, την προσοχή της επανεκκίνησης, το περιτύλιγμα του εντυπωσιασμού. Δεν θα συμβεί με το σημερινό.
Κάποιοι μου λένε πως δεν έχω φιλοδοξίες. Έχουν δίκιο. Η μόνη φιλοδοξία μου είναι, να μην είμαι απολύτως τίποτα. Σ’ αυτό το δρόμο θα συνεχίσουμε με την ελπίδα να καταφέρουμε «Κάτι».
Μπορεί να άλλαξαν οι εποχές, να μεγάλωσαν, αλλά είναι κάποια πράγματα, που λες και μένουνε πάντα παιδιά. Με καταλαβαίνετε έτσι δεν είναι; Και επειδή ο Αύγουστος θέλει αλήθειες, οι σαφείς απαντήσεις, χρειάζονται και γενναίες ερωτήσεις. Στο δια ταύτα: ρώτα μόνο εσένα πια. Κανείς άλλος δεν θα σου απαντήσει, όπως εσύ. Δεν είναι εγωισμός. Θάρρος είναι.
Αυτές τις τελευταίες ώρες του καλοκαιριού, λίγο πριν φύγει, προσπαθώ να επαναφέρω το ρολόι στην κανονική του λειτουργία. Αυτές τις μέρες και κυρίως τις νύχτες προσπαθώ να ονειρευτώ για να τις μεγαλώσω. Τι ονειρεύομαι; Την ευτυχία που δε μου τάξανε.
Μπορεί στα μαθηματικά να υστερώ, όμως οι εξισώσεις δεν λύνουν το πρόβλημα. Ο κόσμος που περνάει, είναι άγνωστος και πουθενά δε βλέπω τον Χ. Χρόνια τώρα, ψάχνω το εαυτό μου, ανάμεσα στο άγνωστο και η αλήθεια είναι ότι πολλά δικά μου έχω συναντήσει.
Στο δια ταύτα: «Και έπειτα βάδισες αργά όπως βαδίζουν τα όνειρα. Σκυφτή όπως σκυφτή είναι η αρετή. Μόνη όπως μόνη είναι η αγάπη. Σε βήματα νέας ζωής πατούσες όμως πια, στρωμένα απ’ τα δικά σου τα χαμένα τα φτερά…»

Δεν θέλουμε μια πόλη στα χέρια “Νταβατζήδων”


Κάποιες διευκρινίσεις, για όσους αυθαιρετούν στην ερμηνεία του κειμένου, που προηγήθηκε και πάνε στο άλλο άκρο.
Δεν θέλουμε μια πόλη νεκροταφείο. Θέλουμε μια πόλη του 2018 για να μην πω του 2025.
Μιά πόλη σύγχρονη, ζωντανή, βιώσιμη, φιλική για τους κατοίκους της και για τους επισκέπτες. Μια πόλη καθαρή, και γι΄ αυτό πρέπει να φροντίσουμε όλοι, από το Δήμο πρωτίστως, μέχρι τον τελευταίο πολίτη.
Τα “άλλα χέρια" που αναφέρω στο κείμενο “ Η πόλη άλλαξε χέρια” ανήκουν σε νταβατζήδες που την λυμαίνονται,τα τελευταία χρόνια. Ε! λοιπόν δε θέλουμε τη πόλη στα χέρια των νταβατζήδων αλλά των κατοίκων της.
Θέλουμε και μπαρ και καφέ και φαγάδικα και τραπεζάκια έξω. Δεν θέλουμε όμως αυτός που έχει άδεια για δέκα τραπέζια να βγάζει εκατό και να εκμεταλλεύεται κάθε σπιθαμή δημόσιου χώρου. Αυτός κλέβει πρωτίστως όλους εμάς, που μας ανήκει ο χώρος και τους συναδέλφους του με τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Δεν θελουμε ηχορύπανση και απαιτούμε να εφαρμοστούν κανόνες λειτουργίας. 
Δεν θέλουμε να μπαίνουν λεωφορεία τουριστικά, ανοιχτά και κλειστά, στο κέντρο της πόλης. Δεν τα αντέχει το ιστορικό κέντρο. Να μην ανοίξει καζινο στην Παλιά Πόλη. Αυτονόητο....
Να μπορούν να την περπατήσουν την πόλη, να την δουν, να την ζήσουν, να την χαρούν και οι μόνιμοι κάτοικοι και οι επισκέπτες.
Δεν θελουμε η εμβληματική εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, να γίνει μαγαζί γωνία, για πλούσιους ρώσους επισκέπτες. Οι δρόμοι γιουσουρούμ απο τα τουριστικά καταστήματα, που αντι για την προβλεπόμενη εξωτερική προσθήκη, καταλαμβάνουν το μισό δημόσιο δρόμο, προσβάλλουν βάναυσα την εικόνα της πόλης.
Για να μην επανέλθουμε. Τα αυτονόητα ζητάμε. Και πολλά άλλα που τα ξέρουμε όλοι.
Να προστατεύσουμε την πόλη που κληρονομήσαμε και γι΄αυτο να σταθούμε αλληλέγγυοι για τις επόμενες γενιές, ώστε και αυτες να έχουν την ευκαιρία να την γνωρίσουν και να τη ζήσουν. Να μη βρουν χαλάσματα...

Η πόλη άλλαξε χέρια

Πληθαίνουν οι φωνές. “Η πόλη άλλαξε χέρια” Ο προβληματισμός, από πολλούς κατοίκους αυτής της πόλης, άρχισε πλέον να μπαίνει σοβαρά στο δημόσιο διάλογο. Το εγραψα πέρυσι το επαναφέρω, προσθέτοντας ακόμα μια φωνή. Όταν το 2007 η Παλιά Πόλη της Κέρκυρας, με την σφραγίδα της UNESCO εντασσόταν στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς, υπήρχε μια διάχυτη ευφορία.
Χαρές και πανηγύρια για όλους εμάς τους κληρονόμους, αλλά και υποχρεώσεις να διατηρήσουμε και να προστατεύσουμε αυτήν την πόλη, που κληρονομήσαμε.
Πολλαπλά τα οφέλη που θα μπορούσαν να υπάρξουν για το νησί μας, με την προϋπόθεση βέβαια, να είμαστε πιστοί στο Σχέδιο Διαχείρισης που συμφωνήσαμε να ακολουθήσουμε.
Η ένταξη αποτελούσε δικαίωση, κυρίως για τους προγόνους μας, αλλά και όλους αυτούς, που κατά περιόδους είχαν υπό την κυριαρχία τους, την ιδιαίτερη πατρίδα μας.
Τότε αφελώς πιστέψαμε ότι η Παλιά Πόλη δεν κινδυνεύει από την σύγχρονη λαίλαπα, έχει προστάτες που ξεπερνούν τα στενά χωρικά ύδατα.

Σήμερα ύστερα από δέκα χρόνια, η εικόνα μας διαψεύδει, η Πόλη άλλαξε χέρια. Η Κυβέρνηση, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι φορείς και πρωτίστως η ίδια η κοινωνία, δείχνουν ανήμποροι να την προστατεύσουν από συμφέροντα που την λεηλατούν.
Νέοι “προστάτες”, τη λυμαίνονται αδιαφορώντας για την ταυτότητα της, για τον πολιτισμό και την ιστορία της. Σήμερα μπαίνει πλέον επιτακτικά το ερώτημα. Αυτήν την πόλη θέλουμε;
Μια πόλη γεμάτη μπαρ, καφέ και φαγάδικα, που διώχνουν τους μονίμους κατοίκους και καταλαμβάνουν κάθε σπιθαμή του δημόσιου χώρου; Μια πόλη που κυκλοφορούν τεράστια τουριστικά λεωφορεία ανοικτού τύπου και κλειστού, που δημιουργούν κυκλοφοριακό έμφραγμα; Μια πόλη Λας Βέγκας, που σε λίγο στην καρδιά της θα λειτουργεί Καζίνο;
Μια πόλη που οι τελευταίοι θύλακες καλοκαιρινής αναψυχής, όπως το “Μον Ρεπό”, τα “μπάνια του Αλέκου” και το Βίδο αρχίζουν να αποκτούν πριβέ χαρακτήρα, διώχνοντας τους παραδοσιακούς ντόπιους επισκέπτες;
Μια πόλη που αντί για άλσος αναψυχής έχει ένα άλσος, αυλή στα φαγάδικα, γεμάτο τραπεζοκαθίσματα και με το πλαστικό να ξεχειλίζει επικαλύπτοντας ό,τι φυσικό έχει απομείνει;
Μια πόλη που η εξάπλωση του τρόπου ενοικίασης κατοικιών Airbnb, αλλοιώνει κάθε γωνιά της παραδοσιακής γειτονιάς και την αφήνει απροστάτευτη;
Μια πόλη Γιουσουρούμ. Μια πόλη που ... και άλλα πολλά κακά.
Αλήθεια έχουμε συνειδητοποιήσει που οδηγείται αυτή η πόλη; Πνίγεται, με χαμένη ταυτότητα και χωρίς προσανατολισμό, καταστρέφει ό,τι εδώ και αιώνες έχει κερδίσει. Αν δεν αντιδράσουμε άμεσα σε λίγο η κατάσταση δεν θα έχει επιστροφή.
Έγραφε ο Παύλος Παλαιολόγος: «Οι πόλεις δεν σχηματίζονται με τον αριθμό των κατοίκων και τον όγκο των οικοδομών. Δεν κρίνονται από τον πυρετό των δρόμων τους και τη βοή των τροχοφόρων. Τέτοιες πόλεις γίνονται επί παραγγελιά. Πόλη όμως σημαίνει ατμόσφαιρα, παράδοση συνέχεια ζωής.
Αυτά που συγκεντρώνει η Κέρκυρα. Η ζωή της δεν παρουσιάζει την ασυναρτησία άλλων ελληνικών περιφερειών. Η ιστορία της προχωρεί με συνοχή. Περνάτε χωρίς κενά από τον ένα σταθμό στον άλλο, από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο, και από αυτό στα βενετσιάνικα καντούνια, στα ίχνη της γαλλικής διαβάσεως, στο παλάτι των αρμοστών της βρετανικής αυτοκρατορίας, για να φτάσετε στους σύγχρονους καιρούς.
Όταν περιφέρεστε στους στενούς δρόμους, στις λεωφόρους με τις δεντροστοιχίες, στις μικρές πλατείες του μεσαίωνα , δεν είναι ανάγκη να ξέρετε ιστορία, ότι από δω πέρασαν οι μεγάλοι πολιτισμοί της γης. Το βλέπετε με τα μάτια σας, ότι πέρασε η Ευρώπη δεν άφησαν τζαμιά και μιναρέδες οι ασιάτες κατακτητές. Δεν αντήχησε αμανές, δεν έπνευσαν οι άνεμοι της ανατολής . Μόνο οι μεγάλοι πολιτισμοί έχουν περάσει κι όλοι αποτύπωσαν την σφραγίδα τους. Αναπνέετε Ευρώπη μια υπόνοια, μια σκιά της , ένα αεράκι της μα πάντως Ευρώπη.» Αν επισκέπτονταν την πόλη της Κέρκυρας σήμερα ο Παύλος Παλαιολόγος είναι βέβαιο ότι δεν θα έγραφε τέτοιους επαίνους, αντιθέτως πιστεύω, θα τιτλοφορούσε το χρονογράφημα του για την πόλη που αγάπησε ... “Η πόλη άλλαξε χέρια...”

Η σιωπή των “λογιστών”


Λένε ότι η σιωπή είναι χρυσός, γι’ αυτό και κάποιοι χρυσοθήρες το βουλώνουν. Υπάρχουν πολλών ειδών σιωπές, αυτές που κρύβουν ταπεινότητα, που καταπνίγουν τη οργή, που δεν βρίσκουν λέξεις να απαντήσουν στο παράλογο. Αυτές που αποδυναμώνουν τις ύβρεις. Αυτές που σκεπάζουν τη φασαρία του Αυγούστου. Υπάρχει όμως και η ένοχη σιωπή, αυτή που αποσκοπεί, που υπολογίζει, που κάνει προϋπολογισμούς, απολογισμούς και φανερώνει ισολογισμούς. Η σιωπή των “λογιστών”, που το κέρδος ή η ζημιά αποτελούν προϋπόθεση για να ενεργοποιηθούν οι φωνητικές χορδές, για να κατηγορήσουν ή να υπερασπίσουν. Είναι η σιωπή που προσπαθεί να χτίσει το ατσαλάκωτο προφίλ. Που κρατάει αποστάσεις από την ομάδα για να μην διακινδυνεύσει τίποτα. Να μην υποστεί τη φθορά του χρόνου. Να μην συγκρουστεί με συμφέροντα. Η σιωπή που κρατά τις πόρτες ανοιχτές. Και δίπορτο και τρίπορτο.

Για να εξηγούμαστε δεν έχει σχέση με την σιωπή του Αυγούστου. Η ένοχη σιωπή χαρακτηρίζει ανθρώπους μεθοδικούς που στερούνται ιδανικών. Ανθρώπους, που προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους - δεν αφορά το κοινωνικό, αλλά το προσωπικό - απέχουν διακριτικά, από τα δύσκολα και τρέχουν να πάρουν το μερίδιο τους, από την όποια επιτυχία
Δεν είναι πάντα η σιωπή χρυσός ψυχής, είναι και τριάντα αργύρια της προδοσίας. Είναι και το φιλί του Ιούδα.
Για να μην χαλάσουμε τη σειρά, μήνας που είναι, θα κλείσουμε ανάποδα. Ένα ραδιοφωνικό σχόλιο μετά το τραγούδι, και με το φεγγάρι έτοιμο να εκραγεί.
“Ζώντας διαμέσου των σιωπών νοσταλγούμε τους ήχους μια άλλης ζωής. Εκεί που η συνείδηση δεν είναι ύβρις και η ύβρις δεν εκτελεί χρέη εξουσίας. Πότε ήταν αυτή η άλλη ζωή; Στο βάθος του χρόνου του μυαλού μας, στο έξω έξω των ονείρων μας πριν μεγαλώσουμε, πριν σκεφτούμε, πριν το σώμα μας, δοκιμάσει τη θλίψη του. Όσοι ξέφυγαν από το κοινωνικό καρμπόν τρέχουν να σωθούν. Ή μένουν εντελώς ακίνητοι, να περάσει δίπλα τους το φίδι της ευτέλειας χωρίς να τους δαγκώσει. Έτσι θα συντηρούμε τον μύθο μας με μικρές, τόσα δα υποχωρήσεις, γιατί τα τσιγάρα είναι πανάκριβα. Και οι φίλοι επίσης".

“Έχει πανσέληνο απόψε και είναι ωραία…”

Οι συχνές αναφορές σε ανθρώπους των γραμμάτων είναι αποτέλεσμα μιας αδήριτης ανάγκης να τους μοιραστώ μαζί σας. Τη στιγμή που τους αποκαλύπτω, νιώθω σαν να είμαι ο μοναδικός που τους έχω ανακαλύψει. Είναι όλοι αυτοί που τρέχουν για βοήθεια, για να πουν αυτά που σκέφτομαι, με δικά τους λόγια.
Αυτό είναι η μαγεία της γραφής να συναντάς τη σκέψη σου την ανεπεξέργαστη, την συγκεχυμένη, την ανασφαλή, την γεμάτη ερωτηματικά και όλα με μιας να γίνονται φως. Να σε βγάζουν από την αγωνία, να σβήνουν τα ερωτηματικά, να σου δημιουργούν καινούργια βάση δεδομένων, να σου χαρίζουν χρόνο και ώθηση για παραπέρα.
Η αμυντική λειτουργία φαίνεται πως εκφραζεται με μια αξιοθαύμαστη αυτονομία. Δεν εξηγούνται διαφορετικά αυτές οι εναλλαγές στη διάθεση μου. Πριν μια ώρα σκοτεινά και η αλήθεια είναι, ότι μια μικρή σπίθα ήταν ικανή για να φωτίσει. Δεν προκύπτουν λόγοι σοβαροί. Τίποτα δεν άλλαξε και όπως φαίνεται τίποτα δεν θα αλλάξει προσεχώς.
Πάω να πω στον ουρανό, /πάω να πω στο σύννεφο/ το πουλί δεν πιάνεται,/ το πουλί δεν χάνεται / πάνω από τον ουρανό.
Μέσα από τον άνεμο /άνθισε χρυσάνθεμο / πέφτουν πέταλα στη γη,/ παν να βρούνε το πουλί / σκοτωμένο που λαλεί.
Ένα τραγούδι, «οδός ονείρων», ένας ήλιος νικητής που διώχνει τις αμφιβολίες, ένα λουλούδι που μεγάλωσε αισθητά από χθες, ήταν αρκετά για να ενεργοποιήσουν την άμυνα παρά τη θέλησή μου
«Για έλα στη θέση μου» μου είπε. «Δεν θέλω ποτέ να έρθω στη θέση σου, στη δική μου θέλω να μείνω και εσύ στη δική σου. Μόνο, σε παρακαλώ μπορείς να έρθεις λίγο πιο κοντά»
Έχει πανσέληνο απόψε και είναι ωραία. Η σελήνη θα παραμείνει εκεί και σε κάθε της «πλήρωμα» θα ομορφαίνει την ασχήμια μας. Θα μας αναστατώνει για λίγες ώρες, τόσες ώστε να παρέλκεται η φρίκη και να παραμένει το θαύμα και η απορία της Ύπαρξης.
Υ.Γ 'Οσο για τις γάμπες "Οι γάμπες λένε πάντα την αλήθεια. Όσο και να προσπαθεί μια γυναίκα να τις παρασύρει σε κάποια υποκρισία, οι γάμπες παραμένουν ειλικρινείς σαν στολισμένα δίδυμα που τα ’βγαλε η μαμά τους βόλτα στο πάρκο.
Συχνά βλέποντας ένα ζευγάρι γάμπες μου ’ρχεται η επιθυμία να τις πάρω και να φύγω. Μόνο αυτές όμως κι έστω μόνο τη μία», γράφει ο Αντώνης Σουρούνης.

Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος

Θέλει και ρώτημα; Φυσικά και ήθελα να είμαι πλούσιος. Όμως δεν είμαι και προφανώς δεν μπορώ να ζήσω πλούσια. Αυτό τις προηγούμενες δεκαε...