Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Της ίωσης


Μια ίωση με ταλαιπωρεί και μου αφαιρεί τον τελευταίο θυμό. Σαν αντιβίωση να δείτε το παρακάτω. Συνταγή παλαιά, δοκιμασμένη, με κείμενα που επανέρχονται σε τέτοιες στιγμές, που η σωματική κατάπτωση, μας κάνει πιο ανεκτικούς.
Είναι κάποια πράγματα που όσο η ζωή κι αν επιτάσσει, αυτά μένουν εκεί, στάσιμα. Δυστυχώς σε μια κοινωνία, που χαρακτηρίζεται από υψηλές ταχύτητες, εφοδιασμένη με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, υπάρχει κάπου η ανορθογραφία της, για να επιβεβαιώνει τον κανόνα. Λυμένα πράγματα από καιρό, τα επαναφέρουμε στο τραπέζι των ατερμόνων συζητήσεων, για να τα μπερδέψουμε και ράβε ξήλωνε δουλειά να μην μας λείπει.  Η τελευταία πρόταση συνήθως παραπέμπει σε μια επιτροπή. Η τελευταία ελπίδα, σχεδόν πάντα σε μια επιτροπή πνίγεται.

Που θα πάει αυτή η κατάσταση; Μέχρι τέλους, θα μπορούσε να είναι η απάντηση. Η επόμενη ερώτηση είναι για το τέλος. Ποιο θα είναι το τέλος και πότε; Εδώ δεν έχει απάντηση.
Μέσα σ’ αυτή την σύγχυση, γινόμαστε όλοι μαθητευόμενοι μάγοι. Ο χρόνος είναι αυτός που πρέπει να μας απασχολεί και η ευχή φαντάζομαι σε τέτοιες καταστάσεις είναι: «το τέλος να έρθει όσο πιο γρήγορα». Και επειδή οι ευχές δεν είναι με το μέρος μας, καλό είναι να το προκαλέσουμε.
Δεν γράφω κάτι καινούργιο, όμως ασκούμε σε μια προσπάθεια να μετριάσω τους φόβου μου. Να κερδίσω το χρόνο της αναμονής, αυτό το χρόνο που είναι εκτός γεγονότων, πέρα από την πραγματικότητα. Αυτόν τον πολύτιμο χρόνο που σπαταλάμε και αν τον μετρήσουμε, είναι τα περισσότερα χρόνια μιας ζωής
μας.


Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

Σαν να σπρώχνεις με τα χέρια το σκοτάδι


Είχα γράψει παλαιότερα για την αδυναμία του τόπου να διαχειριστεί τα σκουπίδια του. Ήταν τέτοια η απογοήτευση μου, που ακόμα και σήμερα αδυνατώ να βρω λέξεις για ένα θέμα που εδώ και χρόνια απασχολεί καθημερινά την επικαιρότητα. Και τι άλλο να πεις, άδικος κόπος, σαν να σπρώχνεις με τα χέρια το σκοτάδι. Είπα δεν θα ξαναγράψω. Το θέμα θεωρείται λήξαν, όχι το πρόβλημα δεν έληξε, να είμαστε καλά να το ξαναζήσουμε.

“Δεν μπορείς να ζεις συνέχεια με το σπαθί στο χέρι, πρέπει να μάθεις να προσπερνάς” γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου. “Ακούγεται φυγομαχία, μπορεί και να είναι, όμως το ξόδεμά σου σε διαλόγους που γίνονται σε μια γλώσσα που δεν γνωρίζεις, είναι σπαταλημένο νερό. Και το νερό δεν είναι ανεξάντλητο. Τρέχει εκεί από όπου πίνει το κουράγιο σου, εκεί που ποτίζονται οι γλάστρες στο μπαλκόνι σου, που γεμίζει η μικρή το νεροπίστολο, εκεί που ξεπλένεις τον ιδρώτα σου από τον έρωτα με την γυναίκα της ζωής σου. Αυτά που αν τα χάσεις από δίψα, δεν θα έχει μείνει για σένα κόσμος να αλλάξεις”.
Τέρμα με τα σκουπίδια, μας γυρίζουν πίσω, ακυρώνουν την εκρηκτική πρόοδο της επιστήμης, επισκιάζουν τον πολιτισμό και υποθάλπουν την όποια προσπάθεια αλληλεγγύης για τις γενιές που έρχονται. Θα το ξαναπώ ακόμα και με ολοκληρωμένη διαχείριση, τα σκουπίδια θα αποτελούν ένα εφιάλτη αν δεν αλλάξουμε νοοτροπία. Τα βουνά που εμφανίζονται μετά από κάθε αποκλεισμό,είναι αποτέλεσμα της συμπεριφοράς όχι κάποιων αλλά της πλειοψηφίας των κατοίκων αυτής της πόλης.
Δεν θα συνεχίσω με σκουπίδια. Ευτυχώς έχουμε λιακάδα σήμερα, που συμμαχεί με την πόλη και καλύπτει τις πληγές της. Για την συνέχεια έσκαψα βαθύτερα. Από το φωτεινό δωμάτιο τράβηξα πέντε λέξεις. Δεν θέλω να γράφω για όλα, χρησιμοποιώντας την ευκολία που μου προσφέρει η επιφάνεια. Δεν θέλω να γράψω αυτά που μου υπαγορεύει ο μικρόκοσμος, που ζω. Θέλω να γράψω από εκεί ψηλά, που ίσα - ίσα τον διακρίνω, από εκείνο το σημείο που κάθε λεπτό νοιώθω αθάνατος. Να γράψω λίγες λέξεις, που δεν θα υπαγορεύονται από θυμούς, απογοητεύσεις, προσωπικές πικρίες. Λίγες λέξεις που φυτρώνουν αυθαίρετα τη στιγμή που σκέφτεσαι να αγαπήσεις τα πάντα και όλους.

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

Ξημερώνει Κυριακή

Όνειρο ήταν και έσβησε. Πέρα από την συγκεχυμένη εικόνα, που έστω με κάποιο τρόπο μπορεί να μεταφερθεί, τα έντονα συναισθήματα πώς να τα μεταφέρεις;
Απόψε ταξίδεψα σε άγνωστο χρόνο και τόπο, στην κόλαση ή στον παράδεισο, δύο προορισμοί για τους οποίους ακόμα δεν έχω αποφασίσει. Ήταν από εκείνα τα όνειρα, που νομίζεις ότι τα έχεις ξαναδεί, απ’ αυτά που θέλεις να ξαναδείς, και με κάποιο τρόπο μαγικό το υποσυνείδητο, σου κάνει το χατίρι και τα προβάλλει όταν η ψυχή τα έχει ανάγκη. Οι αισθήσεις έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, ακόμα και η όραση που ταλαιπωρείτε, από τον ολοένα αυξανόμενο βαθμό πρεσβυωπίας, τα κατάφερε. Όλα δυνατά. Όλα έντονα. Με την πραγματικότητα να σκάει στη ζήλια

.
«Μην τον ξυπνάτε θα λαχταρήσει όταν γυρίσει ξανά στη γη», λέει ένα τραγούδι. «Τώρα το που υπνοβατεί και πως περνάει ο καθένας που κλείνει τα μάτια του, είναι μεγάλη ιστορία. Άλλοι καλοπερνούν περιδιαβάζοντας ήσυχους ωκεανούς, ωραία νερά, καλοτάξιδα καράβια, φωτεινές αγκαλιές. Άλλοι μπαίνουν στα μνήματα της μνήμης τους, να φέρουν πίσω αγαπημένους, προσπαθούν να πετάξουν αλλά έχει βοριά, επιχειρούν να τρέξουν αλλά έχει εμπόδια».
Πιο πολύ από το όνειρο θυμάμαι εκείνο το δέκατο του δευτερόλεπτου που άνοιξα τα μάτια μου το πρωί. Αυτό το σχεδόν κενό χρόνου, που ονειρεύεσαι ότι ξύπνησες και ζεις μια εκδοχή του ονείρου, για άλλη μια φορά μέσα στο όνειρο. Προσπαθείς να συνειδητοποιήσεις αν είσαι καλύτερα εκεί που ξύπνησες ή μήπως έπρεπε να μείνεις στο χωροχρόνο του ονείρου. Ξημερώνει Κυριακή με βαρομετρικό χαμηλό. Μπήκα στο θάλαμο προσομοίωσης και βγήκα με την εμπειρία να βάζει φωτιά σε ό,τι προσπάθησε να με χαλάσει, γιατί η μοναξιά της Κυριακής σε παγώνει. Μπορεί να είναι και τ’ απογεύματα της Κυριακής, αυτά που σε κάνουν δίχως καρδιά. Τις Κυριακές σε μια επαρχιακή πόλη είναι όλα τόσο σιωπηλά. Θέλεις δεν θέλεις ακούς τους χτύπους της καρδιάς, πως γίνεται τις Κυριακές να μη σε σκέφτομαι; Οι υπόλοιπες μέρες τα κρύβουν, τα κρύβει η κίνηση τα καταπίνει ο θόρυβος της πόλης. Τις Κυριακές όμως είναι όλα σιωπηλά σ’ αδειάζει η πόλη που άδειασε. Είναι η ώρα που μπορείς να πεθάνεις αν δεν κτυπήσει το τηλέφωνο, η ώρα που το καταφύγιο σου γίνεται φυλακή. Πολλοί είναι εκείνοι που ενδεχομένως αγαπιούνται για εκείνη την ώρα. Που αντέχουν χρόνια και χρόνια την έρημο μιας αγάπης μονάχα για αυτές τις Κυριακές. γι’ εμάς όμως, που δεν κρυφτήκαμε, πίσω από την ασπίδα της σιγουριάς, τον ξέρουμε τον δρόμο. Αντί να τραγουδάμε «συννεφιασμένη Κυριακή μοιάζεις με την καρδιά μου», τραγουδάμε «όλες του κόσμου οι Κυριακές λάμπουν στο πρόσωπό σου…» Και λάμπουμε και μεις...

Η Αυστραλία καίγεται. Τίποτα δε ξέρετε

Το θυμήθηκα με τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Αυστραλία. Όλη η Φρίκη σε ένα καμένο καγκουρό σε ένα μικρο Κοάλα, σε έναν πυροσβέστη που έπεσε στη μάχη με τις φλόγες. Η Αυστραλία καίγεται . Τίποτα δε ξέρετε.

Θυμάμαι τις φωτιές στην Αττική εδώ και δυο χρόνια. Να έχουμε να θυμόμαστε. Και η ελληνική τηλεόραση, δείχνοντας για μια ακόμη φορά υπερβάλλοντα ζήλο, φρόντισε να σβήσει από τα εγκεφαλικά μας κύτταρα, το πραγματικό μέγεθος της καταστροφικής πυρκαγιάς, εστιάζοντας κατά συρροήν σε προσωπικές ιστορίες.
Οι «προσωπικές ιστορίες», γράφει ο Δημοσιογράφος Κώστας Αργυρός, "σύμφωνα με μια σχολή δημοσιογραφίας, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να μπορέσουν να δείξουν το «μεγάλο» μέσα από το «μικρό», να βοηθήσουν να καταλάβουμε το δάσος με παράδειγμα το δέντρο. Στην ελληνική τηλεόραση οι «ανθρώπινες ιστορίες» πολύ γρήγορα έγιναν θέσφατο, ανέδειξαν αρχισυντάκτες, γαλούχησαν γενιές δημοσιογράφων, που μετά τις θεωρητικές σχολές πέταγαν μαζί με τα εγχειρίδια όλες τους τις ψευδαισθήσεις και τους ενδοιασμούς και έπεφταν στα «βαθιά της ενημέρωσης» με σωσίβιο ένα ματσούκι, αναζητώντας την «προσωπική ιστορία», που θα τους ανέδυε στον αφρό. Το δέντρο κυριάρχησε. Το δάσος χάθηκε ολοκληρωτικά.”
Ακριβώς. Και όπως κάηκαν τα δάση στην Αττική, φρόντισαν να κάψουν και την αλήθεια , αφήνοντας κάποια έρημα δένδρα, να παίξουν και να παίξουν και να παίξουν, μέχρι την επόμενη καταστροφή, που θα χαθούν στα βάθη της λήθης. Η δραματοποίηση των γεγονότων στην πραγματικότητα συμβάλλει στην αποδυνάμωση τους, μειώνει το μέγεθός της καταστροφής και συρρικνώνει τον πληθυντικό σε τέτοιο βαθμό που να φαντάζει ενικός.
Οι αριθμοί είναι αυτοί που λένε την αλήθεια και μην σας ξεγελούν, πίσω τους κρύβονται μάτια που ζωγραφίζουν την απόγνωση. Δεν είναι μόνο η προσωπική ιστορία του μικρού ''Γιάννη'', πολλές μικρές τραγικές ιστορίες μένουν κρυμμένες γιατί δεν προσφέρονται για τηλεθέαση και όμως έχουν και αυτές ονοματεπώνυμο, έχουν πρόσωπα έχουν πόνο και θυμό, έχουν διευθύνσεις και ονόματα, έχουν πληγωμένα παιδικά μάτια, έχουν καμένους συμπολίτες μας, έχουν νεκρούς. Οι αριθμοί καίγονται και τότε αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε, ότι πίσω τους κρύβονται ανθρώπινες ψυχές.
Ένα νούμερο που σε πολλούς φαντάζει άψυχο, Άνθρωπος είναι, με πρόσωπο, αξιοπρέπεια, ανάγκες, κάποτε και όνειρα. Δεν είναι ασήμαντες κουκκιδίτσες στα σχεδιαγράμματα της στατιστικής υπηρεσίας.
Η τηλεόραση δεν έχει παρελθόν. Ότι συνέβη χθες σβήνεται με τη γομολάστιχα του σήμερα και το σήμερα με του αύριο.
Όχι δεν είναι 10.000 οι νεκροί στην Συρία το πολύ 5.000, αύριο που θα είναι 30.000 θα περάσει στα ψιλά, ρουτίνα έγινε το άδικο και ένα θεός πάνω απ’ αυτό που να προλάβει.
Σιγά για νέο μας το λες; Κανείς δεν σηκώνεται από την θέση του πλέον, κανείς δεν εντυπωσιάζεται. Αέρας γίνονται οι φωνές, εκπίπτουν οι καταγγελίες.
Το φωνάζω. Δεν είναι αριθμοί, είναι αριθμοί που κάηκαν. Είναι άνθρωποι.

Το "σου" να γίνει "μας"

«Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως και βρεις πουθενά τον εαυτό σου, ίσως το λάθος να μην ήτανε δικό σου.
Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως έχεις πια ξεχάσει, αυτό που απέναντι μπορεί να σε περάσει…»


Βάλε λίγο μουσική και σταματά να τα δραματοποιείς όλα σε τούτη τη ζωή.Σήκω και πάρε δυο στροφές, δίωξε τους ίσκιους, που σε ακολουθούν κατά πόδας. Κόψ' τους το θάρρος, που τους έχεις δώσει όλα αυτά τα χρόνια. Όλα αυτά τα χρόνια, που νόμιζες ότι η ζωή είναι ένας ωραίος φιόγκος. Κόμπος ήτανε, που λίγο έλειψε να σε πνίξει. Δίωξε τους πόνους και τους φόβους, που φτιάχνεις στο μυαλό σου. Η ζωή είναι αλλού, με πόνους και φόβους και χαρές πολλές. Από αλήθειες όμως. Δεν είναι οι καλλίτερες μέρες ας μην τις κάνουμε χειρότερες. Γιατί πόνος χωρίς πόνο; Που να βρεις δάκρυα όταν τα ξοδεύεις για το παραμικρό; Ένα χιλιοστό το μυαλό ν’ αλλάξει θέση, και να το φως.
Όταν μας παρέσερναν οι αέρηδες, σε άγνωστες χαράδρες, πάντα μια αλήθεια τους έκοβε τη φόρα. Πως νομίζεις φτάσαμε μέχρι εδώ; Πως αντέξαμε τις μπόρες; Με τη ζωή που αγαπήσαμε.
Με την ευκολία του απέξω θα μου πεις. Και με το θυμό του μέσα. Όλοι κάποια στιγμή τα έχουμε περάσει. Νύχτες ξάγρυπνες για μια γρατσουνιά. Μια κουταλιά νερό που φάνταζε ποτάμι έτοιμο να μας καταπιεί. Μέχρι που ήρθε, αυτό που είχαμε ξεχάσει για να μας περάσει απέναντι.
Βγες στο παράθυρο το ανατολικό, και άφησε το βλέμμα σου ελεύθερο να πέσει. Μη φοβάσαι δεν θα χτυπήσει. Κοίταξε τα όλα από εκεί ψηλά, είδες πόσο αρμονικά κινούνται λες και χορεύουν. Χορεύουν. Με τη μουσική σου. Παίζουν στο ρυθμό σου. Πάρε επιτέλους την μπαγκέτα στα δικά σου χέρια και κάνε δικό σου το τραγούδι «Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως και βρεις πουθενά τον εαυτό σου, ίσως το λάθος να μην ήτανε δικό σου.
Ψάξε στ’ όνειρό σου, μήπως έχεις πια ξεχάσει, αυτό που απέναντι μπορεί να σε περάσει…» Έλα να το πούμε μαζί …
Στείλε επιτέλους στο διάολο όλα αυτά τα ψεύτικα, που σου κάνουν τη ζωή μαύρη. Και ζήσε. Χωρίς περιτυλίγματα. Γυμνή. Σαν την αλήθεια.

“Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής...”

Ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις στο μαγικό κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αυτές τις δύσκολες μέρες του εγκλεισμού,...