Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Το κόκκινο δε φορέθηκε ποτέ…

Τι καιρός! Και δεν κάνει μια βροχή να μας  ξεπλύνει. Πρέπει κάποια στιγμή να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Όλα μαζί τα χρώματα ένα  γκρίζο σύννεφο κάνουν και εμείς θέλουμε να  τα βλέπουμε στο τόξο του ουρανού σε μια σειρά, ξάστερα και καθαρά.   Σκεφτείτε  πως η Αριστερά και η Δεξιά τραγουδάει  Θεοδωράκη στις συγκεντρώσεις της.
Έβαλα Μπαχ. «Η μουσική με μαλακώνει, ανοίγει  δρόμους  μέσα μου. Η μουσική μαγεύει  ακόμα και τα φίδια, υφαίνει υπόγεια δίκτυα  που αγκαλιάζουν τη ζωή. Η μουσική ανασηκώνει τις εσωτερικές  ομίχλες  και ξυπνά αισθήματα ακριβά, πολύτιμα και δημιουργικά  σαν πλοηγός σε νεκρή θάλασσα»
Καλά υπάρχει Αριστερά και στον έρωτα; Μόνο αριστερά. Όχι αυτή της πολιτικής , αυτή της παιδικής αθωότητας.   Εκεί  βρίσκεται πάντα  στη θέση της καρδιάς. Γιατί ο έρωτας είναι δύο!  


Για το κόκκινο  της φωτιάς λέγαμε, δεν πρόκειται για πάθος, αλλά για την ίδια  τη ζωή, όπως την ονειρεύτηκα.  Γιατί το  κόκκινο δεν είναι χρώμα, είναι επιθυμία  και ανεκπλήρωτο. Τελικά το κόκκινο δε φορέθηκε ποτέ. Και όσοι το έκαναν σημαία, και τραγούδι,  ( Avanti o popolo, alla riscossa, Bandiera rossaBandiera rossa. Avanti o popoloalla riscossa, Bandiera rossa trionferà), πολύ γρήγορα το μουντζούρωσαν.  Είτε το σκέπασαν με μαύρο, είτε το ξέβαψαν τόσο,  που να αποκλείει  κάθε δικαίωμα στο όνειρο.
Όμως οι αγάπες   και αυτές  που τις  σκεπάζει δέκα μέτρα χιόνι,  δεν φεύγουν. Που πάει κανείς όταν φεύγει; Θα με ρωτήσετε.  Θα σας παρηγορήσω  και πάλι. Η αγάπη μας δεν χάνεται, όπως δεν χάνεται το φως  και ας βασιλεύει  κάποιες ώρες παριστάνοντας την νύχτα.  Πώς να χαθεί λοιπόν   εκείνο που πρόλαβε και τρύπωσε για τα καλά μέσα μας; 
Και όταν κάποιος φεύγει  πάλι στην  καρδιά μας πάει.
Από αλλού ξεκίνησα και αλλού το πάω.
Δε γλυτώνουμε!  Άκουσα κάτι γενικεύσεις του κερατά  χθε σε μια συζήτηση που μου σηκώθηκε η τρίχα  «όλοι ίδιοι είναι»,  «όλοι κλέφτες»,  «όλοι απατεώνες»  όλοι  και όλες εκτός απ’ αυτούς, τους αδέκαστους κριτές των πάντων. Μια ντουζίνα  άνθρωποι, που δίκασαν καταδίκασαν, έστησαν στο εκτελεστικό απόσπασμα  και πάτησαν και  την σκανδάλη. Δεν γλυτώνουμε  και αυτό το βεβαιώνουν οι αριθμοί. Είναι η πλειοψηφία ρε γαμώτο.
Γύρισα στο σπίτι μόνος. Απόγευμα Κυριακής,  πώς να μη  σε τυλίξει η μοναξιά. Έκανα ένα κρύο ντουζ να φύγει ο θυμός, καλύτερα να είχε μείνει, γιατί  το γύρισε σε  απογοήτευση. Έβαλλα ένα ποτήρι,  κρασί.  Δεν μπορεί ο καθένας μόνος του,  να λέει  τέτοιες καραμπινάτες μαλακίες,   μάλλον η ψυχολογία του όχλου θα φταίει.  Και έπρεπε να βρω απαντήσεις που, θα μου επέτρεπαν σε κάποια δεδομένη στιγμή να τους υπερασπιστώ. Όχι σήμερα.
Είναι γνωστό  ότι στην συμπεριφορά του όχλου επικρατεί περισσότερο το συναίσθημα παρά η λογική, περισσότερο η παραπληροφόρηση παρά η σωστή ενημέρωση, περισσότερο το υποσυνείδητο παρά η ορθή κρίση. Γι’ αυτό και είναι άκρως επικίνδυνος. Η ψυχολογία του όχλου εκφράζει την απόγνωση των χρονίως  καταπιεζομένων, την άφατη πικρία των, έναντι των θεσμών που τους απογοήτευσαν και την εκδίκηση που ζητεί το υποσυνείδητο για την ικανοποίηση του περί δικαίου αιτήματός του. Ηρέμησα όμως τίποτα δεν αλλάζει, αν δεν ονειρευόμαστε κάτι καλύτερο από αυτό που υπάρχει.




Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Μακάρι να ήταν αναμνήσεις

Δείτε τις αναμνήσεις σας”, έγραφε ο τοίχος μου το πρωί στο F.B, ένα κείμενο με ημερομηνία σημερινή, πριν ένα χρόνο, ήρθε να μου θυμίσει τι έγραφα πέρυσι τέτοια μέρα. Μακάρι να ήταν αναμνήσεις, είναι το σήμερα όμως, το ίδιο σκληρό και αμείλικτο. Το μόνο που άλλαξε είναι τα κουρασμένα πόδια ένα χρόνο ακόμα πιο κουρασμένα. Η δυσκολία δεν είναι να προσθέσω ακόμα μια φωνή διαμαρτυρίας γι’ αυτά που με χαλάνε, ούτε έναν τόνο θαυμασμού σε ό,τι με κάνει χαρούμενο. Η δυσκολία είναι να βρίσκεσαι απέναντι από τη διασταύρωση, να μην είσαι Ηρακλής και να μη βρεθούν μπροστά σου οι κυρίες του μύθου του Προδίκου για να σου δώσουν οδηγίες κατεύθυνσης.
Για την συνέχεια έσκαψα βαθύτερα. Από το φωτεινό δωμάτιο τράβηξα πέντε λέξεις. Δεν θέλω να γράφω για όλα, χρησιμοποιώντας την ευκολία που μου προσφέρει η επιφάνεια. Δεν θέλω να γράψω αυτά που μου υπαγορεύει ο μικρόκοσμος, που ζω. Θέλω να γράψω από εκεί ψηλά, που ίσα - ίσα τον διακρίνω, από εκείνο το σημείο που κάθε λεπτό νοιώθω αθάνατος. Να γράψω λίγες λέξεις, που δεν θα υπαγορεύονται από θυμούς, απογοητεύσεις, προσωπικές πικρίες. Λίγες λέξεις που φυτρώνουν αυθαίρετα τη στιγμή που σκέφτεσαι να αγαπήσεις τα πάντα και όλους.


Για τις αναμνήσεις τώρα που τις ζούμε και εφέτος... Πέρυσι στον “Ανεμόμυλο” εκεί που κάποιοι δεν πάνε για μπάνιο αλλά για να ανταλλάξουν τις βλακείες τους. Αφού φόρτωσαν ένα κάρο ποινές σε όλους τους ενόχους, από ιδρύσεως ελληνικού κράτους και συμφώνησαν ότι “για όλα φταίνε οι γκόμενες οι πρώην και οι επόμενες”, έριξαν στο τραπέζι του “διαλόγου” και την ατομική ενοχή. “Φταίμε και μεις που ακολουθήσαμε τις επιταγές τους, που χορέψαμε στο ρυθμό που μας έπαιζαν όλα τα χρόνια της ευημερίας” και κάπως έτσι τέλειωσε η συζήτηση με την συλλογική ευθύνη να αθωώνει τους πάντες. Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και ο ατομικός εγωισμός δεν κατάφερε να αντισταθεί στις προσωπικές ενοχές, που εντέχνως εισχώρησαν μέσα τους, ύστερα από την επιχείρηση αποπλάνησης με σκοπό την αποχή από κάθε είδους αντίδρασης.
Αυτό το αναισθητικό ακόμα κρατάει και είναι τόσο ισχυρό που σου αφαιρεί σώμα και ψυχή σε τόσες δόσεις, ώστε να νομίζεις ότι σου κάνουν και χάρη. 
Μετά το μεγάλο παραμύθι των προηγούμενων δεκαετιών,  ήρθε η ανώμαλη προσγείωση,  φορτωμένη όμως  από  ενοχές.  Πέραν όλων των άλλων, η ατομική ενοχή,  αποτελεί ισχυρή τροχοπέδη στην έκφραση της αναμενόμενης αντίδρασης.Αισθάνεται  ένοχος που πήγε  στο κατάστημα ηλεκτρικών ειδών, για  την αγορά ενός ψυγείου και αγόρασε  20 ηλεκτρικές συσκευές με 1.000 άτοκες δόσεις. Για το χρηματιστήριο, που έπαιξε  και έχασε. Για το στεγαστικό,  για το εορτοδάνειο.   Για το καινούργιο αυτοκίνητο, παραπάνω κυβικών από  τα κυβικά του.
Αισθάνεται ένοχος που βρήκε εργασία με την «βοήθεια» του βουλευτή,  που δεν έκοψε απόδειξη, που δε ζήτησε απόδειξη, που έδωσε φακελάκι, που ακολούθησε το ρέμα…  γιατί διαφορετικά…   Αν δεν είχε αφομοιωθεί,  δεν είχε  εξομοιωθεί, δεν είχε  γίνει φωτοτυπία, το  σύστημα  θα τον απέκοπτε θα τον ξερνούσε,  θα τον απομάκρυνε.  Όποιος έκανε  μια σκέψη παραπάνω, όποιος διαφοροποιούσε  το βηματισμό του, ήταν σίγουρο που θα βρεθεί  εκτός…και αυτός ήθελα να είναι εντός, μέσα στα μέσα, με τους πολλούς.
Έχει ενοχές  γιατί δεν ήθελε  ισότητα στην ένδεια, αλλά ισότητα ή  πιο σωστά ανισότητα  στην κατοχή, όπως όλοι δηλαδή.
Αυτά που του προσφέρθηκαν,   ήταν μέρος του σταδίου της αποπλάνησης. Πάντα έτσι συμβαίνει άλλωστε.  Καλοπιάσματα, καραμελίτσες  του συστήματος,  χάπια για τον ύπνο.    Άρτον και θεάματα.  Τι ακολουθεί;   Ο στιγματισμός  που ενέδωσε στις απολαύσεις και χώθηκε στο βούρκο της ακολασίας.
Σήμερα απέναντι στην ισοπέδωση των πάντων και στην ολική καταστροφή, κυνηγημένος  από τις Ερινύες,  με σκυμμένο το κεφάλι υπομένει, περιμένει, ψάχνει  να βρει τον εαυτό του. Εκεί τον βρήκαν και τον χτύπησαν, στο  μαλακό υπογάστριο. Παντελώς ευάλωτο από τον φορτίο των ενοχών, που τον βαραίνουν.




Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Σκουπίδια: παρακαλώ τους ουρανούς να ανοίξουν χαράδρες στη γη να καταπιούν την ασκήμια μας.

Δεν είναι η ήττα που με ρίχνει στο πάτωμα, είναι η επανάληψη μιας ακόμη χαμένης ελπίδας και η απογοήτευση, που σου τσιμεντάρει τα όνειρα και σου αφαιρεί κάθε διάθεση για αγώνα. Ευτυχώς η ιστορία είναι κατηγορηματική. Και αυτό θα περάσει. Λίγος χρόνος χρειάζεται και μια σπίθα που νομοτελειακά, ο κόσμος να γυρίσει ανάποδα, θα ανάψει Η καταστροφή που προκαλεί η φύση όταν θυμώσει με συναρπάζει, έχει μια αρμονία, μια σοφία, υπολογίζει σωστά τους χρόνους και δίνει ιδιαίτερο βάρος στην άφιξη της επόμενης μέρας. Σε βάζει στη διαδικασία να σκεφτείς ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αντίθετα το ανθρώπινο χέρι καταστρέφει ασύστολα, χωρίς σκέψη, χωρίς προοπτική. Χωρίς να υπολογίζει αυτούς που έρχονται. Η κατάσταση με τα σκουπίδια αυτές τις μέρες στους δρόμους του νησιού μας αλλά και όλης της χώρας, είναι δείγμα της αλληλεγγύης μας για τις επόμενες γενιές. Αυτή η καταστροφή που προκαλούμε, αυτή η παρά φύση καταστροφή με τρομάζει. Το παρακάτω γράφτηκε πρόπερσι , τέτοια εποχή και το θυμήθηκα όταν παρακαλούσα τους ουρανούς κάτι να κάνουν, να ανοίξουν χαράδρες στη γη και να καταπιούν την ασκήμια μας.

Ο Γιατρός είπε σε 25 μέρες θα βγει ο γύψος. Σάββατο πέφτει και Πανσέληνος. Ο γύψος θα βγει γιατρέ, τα άλλα πως βγαίνουν; Είναι αυτά, που παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του συναδέλφου του, έμειναν εκεί βαθιά ριζωμένα για να με βασανίζουν. Γιατί δεν είναι φυσιολογικό ο θυμός να έρχεται όταν κρυώσει ο πόνος. Είναι παράδοξο με αίμα παγωμένο να βράζω μέσα μου. Το άλλο πάλι, να τρίβω από χαρά τα χέρια μου σε κάθε εμφάνιση ακραίου καιρικού φαινομένου;
Λατρεύω τις χιονοθύελλες και τις ανεμοθύελλες. Τις μπόρες, τις καταρρακτώδεις βροχές και τις πλημμύρες. Τις αστραπές και τις βροντές που τρίζουν τα πατώματα. Τη λάβα του ηφαιστείου να με κυνηγά. Το χαλάζι, Α! το χαλάζι, σαν καρύδι να πέφτει και να κτυπά η κάθε του μπίλια τη λαμαρίνα, ηχεί στα αυτιά μου σαν πιρουέτα του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Τη θάλασσα να φουσκώνει, δείχνοντας ότι τη στενεύει το φουστάνι. Τη θάλασσα γυμνή να διεκδικεί με αξιώσεις το μερίδιο της από τη ξηρά. Μόνο ο σεισμός με αφήνει αδιάφορο, ίσως γιατί δεν είναι ορατός και η καταστροφή που επιφέρει προέρχεται από μαχαιριά πισώπλατα.
Ο γιατρός χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιος, μου είπε ότι τα εξωτερικά καιρικά φαινόμενα, που σου προκαλούν ενθουσιασμό, είναι γιατί κρατούν τη στάθμη του ποταμού που τρέχει μέσα σου, σε επίπεδα ασφαλείας. Τι ωραία που τα λέει ο Γιατρός. Πόσο θα ήθελα τον πιστέψω. Ισορροπία λοιπόν γιατρέ γιατί εγώ το θεωρούσα διαστροφή και χρόνια πάλευα γεμάτος ενοχές για να το διώξω.
Να επανέλθουμε στο τρακάρισμα . Το κεφάλι εντάξει, παρότι δεν φορούσα κράνος. Το μυαλό φαίνεται πως το κράτησε στη θέση του.
Το μυαλό εκεί και η μνήμη παρούσα. Και η Κυρία του ραδιοφώνου με τη βραχνή φωνή, που συμφωνεί μαζί μου, πάντα παρούσα και ας έχει χρόνια ν' ακουστεί.

Μεγαλώσαμε βλέπεις… «Μεγαλώσαμε, αλητέψαμε, λεηλατήσαμε και μας λεηλάτησαν, πειρατές επιπόλαιοι, χωρίς χρυσό δόντι και γάντζο στα χέρι, κάναμε γιουρούσι στις ήττες, και τι όμορφα που γελάει κανείς όταν είναι λυπημένος! Αυτό το γέλιο που στάζει αλμύρα και έχει τον ίσκιο των αναμνήσεων στον ήχο του. Μην κλείνεις τα μάτια τώρα που λιγόστεψε η διαδρομή. Άσε το αεράκι να διαπεράσει τις ηλικίες σου και πάρε με τηλέφωνο μόλις φτάσεις στο όνειρό σου. Αμέσως, και που είσαι; Εκείνο το κρυμμένο τραύμα πως το κρατάς ακόμα κόκκινο.»

Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...