Παρασκευή, 22 Μαΐου 2020

Ναι η ζωή

Ένας τόπος, ένα άρωμα, ένας αέρας, ένας ουρανός... και όσο ακόμα ψάχνω να βρω τι ήταν εκείνο που πυροδότησε τη μνήμη αυτή τη στιγμή, σε χρόνο ανύποπτο, να μου φανερώσει εκείνη τη στιγμή, εκείνη την παιδική εικόνα, εκείνη τη παιδική χαρά, θα το επαναφέρω. Κάποιος αναγνώστης μπορεί να προσθέσει το κάτι παραπάνω...
Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… “να χτίζεις στην άμμο σαν να ’ναι στην πέτρα.” Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή.
Εκεί που νοιώθω ότι στερεύω πάλι γεμίζω. Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό. Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της πλατείας των "Γιαννάδων" , ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Ήρωα ».
Νιώθεις ότι όλα είναι εκεί, πριν και μετά από σένα. Νοιώθεις ότι το «Για πάντα» και να θέλεις δεν μπορείς να το προδώσεις και ας γνωρίζεις ότι σίγα σιγά τελειώνει. Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί. Μπορεί να είναι στο Παρίσι, που είχες σχεδιάσει, ή στη Ρώμη, μπορεί και εδώ κοντά απέναντι, χειμώνα. Σε ένα μπαρ που δεν πήγες, ή μια βραδιά με πανσέληνο, να επανορθώσεις για εκείνη που έχασες. Το «για πάντα» ξεπερνάει τα συμβατικά χρονικά όρια μιας ζωής, περνάει στην αθανασία.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουν
στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.

Πως να τους αντιμετωπίσεις;

Η πραγματικότητα έχει μερικές φορές τόσο καλές ιδέες, που αρκεί να γράψεις αυτά που σου υπαγορεύει. Άρχισα να μελετάω τον “ οδηγό επιβίωσης για έναν αδιάκριτο κόσμο” έψαξα τις ασφαλιστικές δικλίδες, γιατί κάποιοι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν περισσότερα για τον εαυτό μου απ ΄ ό,τι εγώ ο ίδιος.
Έζησα παιδί τη χούντα και στα μάτια μου αποτυπώθηκε ο φασισμός χωρίς προσωπεία, ένας φασισμός που μου απαγόρευε να ακούω μουσική Θεοδωράκη, που μου έλεγε τις ειδήσεις ανάποδα, αλλά εγώ μπορούσα να τις αντιστρέφω και να μαθαίνω την αλήθειά. Έζησα ένα φασισμό που σκότωνε εν ψυχρώ, ήξερα όμως τον απέναντι, με προκαλούσε και με οχύρωνε. Με έκανε να λειτουργώ ενωτικά με συσπείρωνε.
Σήμερα νοιώθω το φασισμό να με τυλίγει. Ένας πολυδιάστατος φασισμός, χοροπηδάει σε κάθε μας βήμα. Τον συναντάω με τη μορφή του προοδευτικούλη, που μου ανεμίζει το λάβαρο της δημοκρατίας. Τον συναντάω στη δουλειά μου, στο λεωφορείο, στην εφορία, στο γήπεδο, στο σχολείο, στο κόμμα, στην εκκλησία, στο σούπερ μάρκετ, στην τηλεόραση, στον υπολογιστή, στο κινητό, δίπλα μου.
Νόμισα πως τον νίκησα, γελάστηκα. Η χούντα, άλλα και οι σημερινοί δηλωμένοι οπαδοί της, είναι αστεία υπόθεση μπροστά στο φασισμό με τα χίλια πρόσωπα. Έχετε αντικρίσει εκείνο το ιδιαίτερα απεχθές της δήθεν πληροφόρησης; Μικροί Γκεμπελίσκοι, επικίνδυνοι δικτατορίσκοι, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, δηλητηριάζουν τη ζωή μας, προσπαθώντας να παρουσιάσουν την υστερία για πρόοδο και το προσωπικό για γενικό.
Πως να τους αντιμετωπίσεις; Σκορπίζουνε οι άνθρωποι και βρίσκονται να κάνουν άλλα, αντί άλλων, παρέα με ανθρώπους αδιάφορους, με έρωτες ευκαιριακούς, με γάμους συμβατικούς και δουλειά μονάχα για το καρβέλι. Μοναδική ελπίδα εκείνος ο κρυμμένος επαναστάτης, που υποπτεύομαι ότι κάπου θα υπάρχει.

Για μια μικρή μερίδα εργασίας

Όταν το έγραψα είχε μόλις ξεκινήσει, νομίσαμε ότι ήταν μέρος των μνημονίων , σήμερα έχει παγιωθεί «Γεμίσαμε
πενταμηνίτες !»
Νέοι άνθρωποι πτυχιούχοι, στην ουρά για ένα κομμάτι ψωμί. Άνεργοι και με την βούλα, στην υπηρεσία ενός άθλιου συστήματος, που τους χρησιμοποιεί για να μειωθούν τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας. Κατοχική εικόνα συσσιτίου. Στην ουρά για μια μικρή μερίδα εργασίας, όπως ένα πιάτο φαΐ.
Όσο όμως και να αλλοιωθούν τα νούμερα, το βλέμμα, η αγωνία, η απελπισία, η αγανάκτηση, ο πόνος, ο φόβος πώς να κρυφτεί; Οι προσλήψεις αυτού του τύπου, δυστυχώς προετοιμάζουν το έδαφος για την επόμενη μέρα

.
Ο Άνεργος δεν είναι ένα άτομο που έχει χάσει τη δουλειά του. Είναι ένα άτομο που έχει χάσει την ταυτότητά του. Έχει χάσει το χρόνο και τον τόπο, την οικογένειά του, τη ζωή, τον εαυτό του. Έχει χάσει την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπειά του.
Ένας άνεργος δεν είναι κάποιος που ψάχνει για δουλειά, είναι κάποιος που ψάχνει για στηρίγματα επιβίωσης. Γι αυτό λοιπόν αυτές τις ώρες, ας δείξουμε το δέοντα σεβασμό απέναντι σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, βοηθώντας με όποιο τρόπο μπορούμε, σε μια προσπάθεια να απαλύνουμε τον πόνο, που δημιουργεί ο εκφυλισμός του συστήματος.
Τα χρόνια της προετοιμασίας, μας οδήγησαν στο μονόδρομο της αποθέωσης του χρήματος. Σήμερα με τα ίδια μέτρα μας μετρούν. Με τα ίδια μεγέθη, πέρα από ανάγκες, πέρα από αισθήματα πέρα από αξίες.
Οι συμβάσεις των λίγων μηνών, πεντάμηνες τρίμηνες οκτάμηνες, προκαλούν θλίψη. Και προκαλούν θλίψη για όλον αυτόν τον κόσμο που βιώνει την ανεργία και έχει την ψευδαίσθηση, πως δουλεύει. Στην επόμενη στροφή θα το συνειδητοποιήσουν. Και πάλι άνεργοι

Σε χρόνους άχρονους έμεινα να υπερασπίζομαι ενεστώτες

Τα σπαταλάω τα λόγια σήμερα, γιατί βρίσκομαι ένα βήμα από εκείνο το εφήμερο, που δίνει νόημα στη ζωή μου. Από εκείνο το εφήμερο, που έκανε κάθε στάση και μια νέα αρχή. Από εκείνο το εφήμερο που επιταχύνει τους ρυθμούς στην καρδιά μου και ανανεώνει τον αέρα στα πνευμόνια μου.
Φταίει η κοινωνία. Φταίω εγώ. Φταις εσύ.
«Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
Φταίει πρώτ' απ' 'όλα το κρασί!»
Για να θυμηθούμε και τον Βάρναλη.
Το να προτάσσουμε την συλλογική ευθύνη, από την μια δείχνει μεγαλοψυχία, από την άλλη όμως κρύβει ένα μεγάλο ψέμα. Είναι εύκολο με έναν γενικό αφορισμό, να ρίχνουμε στη λήθη, όλες τις ευθύνες και αυτές που δεν μας αναλογούν, κλείνοντας έτσι το κεφάλαιο μιας εποχής, που ουσιαστικά δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Η λογική των συγκοινωνούντων δοχείων, δίνει διέξοδο στην διαλεκτική, να καταλήξει στα αδιέξοδα που επιθυμεί. Κάπως έτσι κλείνουμε τα κεφάλαια, εισπράττοντας το μερίδιο ευθύνης που μας αναλογεί, ώστε να νοιώσουμε τις απαραίτητες ενοχές, για να μπορούμε να αθωώσουμε τους άλλους. Φταίω εγώ, φταις εσύ, φταίνε αυτοί και οι άλλοι, φταίει το σύστημα, για να καταλήξουμε στην ουσία ότι δεν φταίει κανένας. Αυτή η αλληλεγγύη στην ανάληψη ευθυνών, φαίνεται πως λειτουργεί κατευναστικά τις ώρες της κρίσης. Είναι αυτό που συμβαίνει και στις σχέσεις, φταίμε και δυο λέμε, αποφεύγοντας να ψάξουμε τις βαθύτερες αιτίες, κλείνοντας βιαστικά την πόρτα στην αλήθεια, ως που έρχεται κάποια στιγμή, όταν το κλίμα έχει αποφορτιστεί, να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, είναι η στιγμή που ουσιαστικά τα βρίσκουμε με τον εαυτό μας.
Άνοιξα το παράθυρο για ν’ ακούσω το μέλλον. Μόνο στο χρόνο ελπίζω. Και στο φως. Ας μην μείνουμε άλλο στις σκιές, θα μελαγχολήσουμε. “Ας είναι αυτά τα τελευταία λόγια σε μια ζωή που μας διέψευσε. Πολύ μουντάδα και αυτό το ξεπλυμένο κόκκινο χώμα, που άφησε τη φυσική του θέση, και ταξίδεψε στον ουρανό για να μας κρύψει τον ήλιο, που θα πάει, πάλι στο χώμα θα βρεθεί.”

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

“Ο ήλιος καταυγάζει ψυχές και αλλάζει διάθεση”


Να σκοτώσω τον Σοπενάουερ που βγαίνει από μέσα μου, έγραψε χθες, κάτω από το κείμενό μου, ένας φίλος. Δίκιο έχει, αν τον είχα θα τον σκότωνα. Δεν το έχω, άπλα προσπαθώ πολλές φορές να βγάλω φως μέσα από το σκοτάδι, να αναδείξω τα καλά μέσα από τα μαύρα, επιδιώκοντας να ανακαλύψω, πότε ζω αληθινά, ευτυχισμένα ή δυστυχισμένα αλλά με τις αισθήσεις μου παρούσες να μου δίνουν έντονα συναισθήματα χαράς και πίκρας. Πραγματικής ζωής δηλαδή. “Εκεί στα σκοτάδια του πάτου, ξαναβρίσκω τον βαθύ χρόνο, τον χρόνο πριν από τον χρόνο, πριν από την πτώση, και αποκαλύπτω τη δυνατότητα να αποκαταστήσω τον ραγισμένο κόσμο μου, να τον επαναφέρω καινούργιο.
Χθες γυρίζοντας από την θάλασσα, ο  ήλιος έβαφε μαγικά τον ουρανό πάνω από το Μύλο, πάνω από την   Πόλη. “Ηλιόβγαλμα και ηλιοβασίλεμα υποστασιώνονται στα μάτια μας με ίδια χρώματα, ίδιες φόρμες, ίδια φευγαλέα δυναμική, ίδιο κέντρισμα να στοχαστείς το χρόνο: στο τέλος η αρχή. Ο ήλιος καταυγάζει ψυχές και αλλάζει διάθεση.”
Μπήκα στο σπίτι. Μέσα από τη γρίλια σχήματα φωτός εξασθενημένα καλωσόριζαν τη σιωπή. Πριν η νύχτα πέσει μπροστά μου, ανασαίνω την συμφωνία όλων των χρωμάτων, την αίθρια σύνθεση του δειλινού.

Τι να φταίει άραγε; Μπορεί να φταίει η μοίρα μας, που διαρκώς αναζητεί τη δυστυχία, άλλωστε τα χωρίς λόγο δάκρυα, από το θάμπος του ήλιου, λίγες στιγμές μας τα χαρίζουν.
Πολλές φορές αισθάνομαι αμήχανα με το πρόσωπο μου γυμνό.
Ο Ζακ Γκενό, ισχυρίζεται ότι ο συγγραφέας αγαπάει τόσο πολύ το άτομό του, ώστε κάθε τι που του συμβαίνει, να το θεωρεί θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος.
Μπορεί ο αναγνώστης να είναι πάντα συνένοχος σ’ αυτές τις συνωμοσίες, κύριος ένοχος όμως είναι ο εαυτός μου, σ΄ αυτόν πρωτίστως απευθύνομαι . Αναζητάω την ηρεμία στο χαρτί. Κάθε μέρα υπογράφω πρωτόκολλο ειρήνης, τελεσίγραφο ανακωχής μαζί μου.
Η αλήθεια είναι ότι μειώνει κανείς τον εαυτό του μιλώντας πολύ γι’ αυτόν, έχει ένα ρίσκο η υπόθεση, ακόμη και όταν γίνομαι επικριτικός μη γελαστείτε, μασκαρεμένοι έπαινοι για μένα είναι.
Που είχαμε μείνει ...
Στο σαλόνι βασίλευε γαλήνη, Γύρισα τη πλάτη, Κοίταξα το μισοφωτισμένο δωμάτιο. Χιλιάδες εικόνες περνούσαν από το μυαλό μου φευγαλέα . Τίποτα δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί. Ήθελα να πω πολλά. Ευτυχώς που είμαι επιρρεπής στις ενοχές. Ανακάτεψα την τράπουλα, έκοψα, με σκοπό να απαλλαγώ απ’ αυτές. Δεν τα κατάφερα για άλλη μια φορά εκτίναξα τα λάθη μου στα ύψη και δεν είπα τίποτα.
Για να μπορείς να μιλάς μάθε να σιωπάς. Στη σιωπή κατοικούν οι λέξεις του ποιητή. Εκεί πλένονται εκεί αρωματίζονται εκεί ντύνονται” Μπροστά σ΄ αυτά τα λόγια του Οκτάβιο Πας, μου φαίνεται ανούσιος ο κόσμος το θεού . Στα βιβλία, στο Θέατρο, στο Σινεμά, στα παραμύθια, κατοικεί ο κόσμος ο πραγματικός, ο κόσμος του συγγραφέα. Που να βρεις έξω τέτοιο κόσμο.
Τώρα οι λέξεις στα σκοτεινά δωμάτια της σιωπής μου έκαναν τις τελευταίες πρόβες. Σε λίγο θα αποτυπώσουν στον υπολογιστή όλα τα παραπάνω.



Τετάρτη, 13 Μαΐου 2020

Ακίνητοι και φευγάτοι

Κάποιες στιγμές όταν γυρίζω πίσω, νομίζω ότι έζησα αιώνες και κάποιες άλλες... λες και ήταν χθες.
Τι να σου κάνει και αυτή η μνήμη, όταν τη φορτώνεις με όλες τις ιστορίες που άκουσες. Με όλα τα βιβλία που διάβασες και όλες τις ταινίες που παρακολούθησες.


Αν προσθέσεις τα παραμύθια, που έχουν γαντζωθεί πάνω της από τις μονοψήφιες ηλικίες, τα όνειρα που έζησες στον ύπνο σου ή στο ξύπνιο σου και όλες τις αλήθειες και τα ψέμματα που με τα χρόνια έγιναν ένα, μη περιμένεις σωστούς λογαριασμούς.
Μια μνήμη έχουμε χειμώνα καλοκαίρι, κάποιες στιγμές τα λίγα χρόνια της ζωής μας που προηγήθηκαν, τα μετράει αιώνες και κάποιες άλλες που ξεχνάει το φορτίο στο σπίτι, οι αιώνες γίνονται ώρες. Λες και ήταν χθες.
Ας γυρίσουμε στους Μάηδες που σβήναμε κεριά και ας ζήσουμε και τώρα που δεν σβήνουμε, αυτό που ξέρουμε καλά.
Για το χρόνο και σήμερα, που κάποιοι λένε ότι τρέχει, εμείς όμως εκεί, στάσιμοι, καρφωμένοι στο σημείο που το μυαλό άφησε να το παρασύρουν όλοι οι δυνατοί άνεμοι για να έχει να λέει για τα ταξίδια. Ακίνητοι και φευγάτοι, σε μια λειτουργία αντιστρόφως ανάλογη, από τα βάρη, που καθηλώνουν τα πόδια σε πιο αργό τέμπο. Για τα πόδια ήταν επόμενο, από μικρά μετρούσαν τα βήματα… ένα, δύο, τρία… πενήντα και βάλε, η συμμαχία, με το χρόνο ποτέ δεν βγαίνει σε καλό. Το μυαλό όμως πάντα ασυμβίβαστο, άντε τώρα να το πιάσεις… φορτωμένο με χρήσιμα και άχρηστα, τρέχει με χίλια. Τρέχει και χάνεται …
Σιγά τι είναι τα χρόνια. Αποσυμπιεσμένες στιγμές κατά μια έννοια. Αφού πρέπει να μεγαλώσουμε, ας το κάνουμε με αξιοπρέπεια, άλλωστε όσες φορές προσπάθησα να ξεγελάσω το χρόνο, γελάστηκα. Έρχονται στιγμές μνήμης, που δεν τις αντέχω και όσο δεν τις αντέχω, μέσα τους τρέχω.
«Με απουσίες μετράμε τον χρόνο. Με ονόματα που σβήνουμε. Με φίλους που χάθηκαν, που έγιναν ξένοι, που έφυγαν απ’ τη ζωή τη δική τους και τη δική μας. Με έρωτες που μαράθηκαν, με έρωτες που τελείωσαν άδοξα, με γεγονότα που ξεθώριασαν».
Σιγά σιγά μειώνουμε τις στροφές, κατεβάζουμε ταχύτητες και απολαμβάνουμε τη διαδρομή. Κάθε τόσο η όπισθεν σε πρώτη χρήση, με τα μάτια καρφωμένα σε αυτά που προηγήθηκαν, για να τα βλέπει ο χρόνος και να κάνει πίσω.

Και τίποτα δεν είδαμε...

Όσο μικραίνει ο χρόνος, δυσάρεστες συζητήσεις καλύπτουν πλέον,ένα μεγάλο μέρος των ενδιαφερόντων μας. Ξεκινούν χαλαρά με αναλύσεις αίματος και ούρων, με κάποια προγραμματισμένα τσεκάπ και φτάνουν προοδευτικά στα εγκεφαλικά στις ανακοπές, στο σάκχαρο, που δεν πρόσεξε, μέχρι που φτάνουν να ξεθάψουν κάποιους γνωστούς συγχωρεμένους.

Ξεκινάω από την πρεσβυωπία και φτάνω να βγάζω τη γλώσσα στο θάνατο σε μια απόπειρα «για να σωπάσουν οι σκιές»
Θυμάστε που έγραψα παλιότερα για τις ευεργετικές επιπτώσεις της πρεσβυωπίας; Ε! λοιπόν αυτή η καλπάζουσα πρεσβυωπία, που λειτουργεί σε αντιστάθμισμα του χρόνου του αδυσώπητου, σβήνει πολλά από τα μελαγχολικά σημάδια του. Αφαιρεί στα δικά μας, στραβά μάτια πολλά χρόνια που μας επιβαρύνουν. Στον καθρέπτη συνεχίζουμε να βλέπουμε, αφού δεν βλέπουμε, καστανά τα γκρίζα μας μαλλιά και χωρίς ίχνος ρυτίδας το αυλακωμένο πρόσωπό μας. Μας ενεργοποιεί τη μνήμη και αυτό είναι μεγάλο πλεονέκτημα στην ανηφόρα της ζωής. Στην ανηφόρα; Ποια ανηφόρα, μακάρι να είχε πολλά χιλιόμετρα ακόμα και ας μας δυσκόλευε. Το ευχάριστο είναι ότι το μέγεθος του βαθμού, φτάνει στο σημείο, να συνεχίζουν τα μάτια μας, να βλέπουν ανήφορο τον κατήφορο, που έχει ξεκινήσει. Και προχωράμε και προχωράμε…χωρίς κίνδυνο να γλιστρήσουμε, αφού οι άγιες μέρες της νεότητας μας επανέρχονται στη μνήμη και μας στηρίζουν. Έτσι γλυκά θα βουλιάξουμε χωρίς να το μάθουμε ποτέ. Αυτοί που φεύγουν, από την τσέπη τους δε λείπει το εισιτήριο της επιστροφής και ας μην γυρίσουνε ποτέ...
Ο Σικελιανός επέμενε πως η ζωή δεν είναι παρά «μέγιστη πρόβα θανάτου». Ο Σνάιτερ ότι η γραφή είναι «απόπειρα για να σωπάσουν οι σκιές» και τίποτα δεν μπορεί να γραφτεί «χωρίς φόβο θανάτου».
Ο Εβερετ στην «Αμερικάνικη έρημο» ότι «ο θάνατος είναι ένα σημείο στο χρόνο χωρίς διαστάσεις, χωρίς νόημα, ασήμαντο, αλλά περιέχει όλες στις γνώσεις περί ζωής». Κι ο Μπόρχες υπογράφοντας το ανυπέρβλητο «Τώρα μπορώ να ξεχάσω. Φτάνω στο στόχο μου/ στην άλγεβρά μου, στην κλείδα/ και στον καθρέφτη μου/ Σύντομα θα ξέρω ποιος είμαι» μας προϊδέασε ότι ενδεχομένως τότε και να λύνεται ο γρίφος.
Ο ύψιστος γρίφος ζωής που μας αποκαλύπτεται πια σε μάταιο χρόνο.
Διότι η αναμέτρηση με την απώλεια μπορεί να αποτελεί μέγα γεγονός και αφετηρία για την δημιουργία, αλλά η αναμέτρηση με τον θάνατό σου είναι το μέγιστο. Κι αυτό το αποδεικνύει η ίδια η δημιουργία.
Καθόλου τυχαίο το ότι μεγάλοι συγγραφείς επιλέγουν να αντιμετωπίσουν τον θάνατο μετωπικά λίγο πριν από το τέλος.
Και προχωράμε, σ’ αυτήν τη συναρπαστική διαδρομή, την κατηφόρα, που ευτυχώς δεν βλέπουμε, πάντα με την θεωρία στο τσεπάκι να ντύνει την πράξη, έχοντας κατά νου, ότι ακόμα δεν έχουμε δει τίποτα…

Ναι η ζωή

Ένας τόπος, ένα άρωμα, ένας αέρας, ένας ουρανός... και όσο ακόμα ψάχνω να βρω τι ήταν εκείνο που πυροδότησε τη μνήμη αυτή τη στιγμή, σε χ...