Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

“Δημόσιες σχέσεις”. Παρουσία ανταποδοτική. Αηδία!

Προσπάθησα να ξεφύγω κοιτώντας συνεχώς το ρολόι μου. Κακή επιλογή. Αυτά που γράφω, δεν είναι αυτά. Αυτά είναι λόγια της σιωπής, που θέλει να με προστατεύσει.
Εδώ και κάποια χρόνια, μπορεί και να με διασκέδαζαν, στην χειρότερη περίπτωση με άφηναν αδιάφορο, σήμερα με αηδιάζουν. Ίσως και να μη φταίει αυτό καθ’ εαυτό το τελετουργικό, αλλά η ψευτιά και η υποκρισία, που διαχέεται σε όλο το μήκος και το πλάτος του σκηνικού, που έχει στηθεί για την κάθε είδους τελετή.
Και ύστερα, όλες αυτές οι χιλιοπαιγμένες παραστάσεις, δεν μου προκαλούν πλέον κανένα ερέθισμα. Ούτε να κλάψω ούτε να γελάσω. Και είναι τέτοια η αποστροφή, που φτάνει από την «τελετή έναρξη των ολυμπιακών αγώνων», μέχρι την κοπή πίττας του συλλόγου των απανταχού της κάθε κωλοπετινίτσας.


Όταν επαναλαμβάνω κείμενα περασμένα, είναι γιατί ο χρόνος σπρώχνει το χώρο και με εκτινάσσει σε καταστάσεις πυκνότητας, Επαναλαμβάνουμε για να βρεθούμε στην αρχή. Το μεσοδιάστημα μια τρύπα στο νερό. Να γράψω κάτι επιπλέον, δε μπορώ. Θα κρυφτώ σ’ αυτές τις λέξεις, που όταν γίνουν προηγούμενες, ακολουθώντας ό,τι επόμενο γραφτεί, ίσως γίνω πιο κατανοητός.
Με πνίγει η αντίφαση όπως και τούτη τη πόλη. Βρώμικη μέσα και έξω. Λίγες εξαιρέσεις μόνο να επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Έχει μια λάμψη δε λέω, μια αρχοντιά μια ιστορία πονεμένη. Έχει μια ομορφιά κρυμμένη σε κάτι σοκάκια χωρίς λάμπες να καίνε τα βράδια.
Με ποιον να συμμαχήσεις; Ποιανού το μέρος να πάρεις και να ενώσεις τη φωνή σου. Δεν βγαίνει κιχ. Δεν είναι ότι βράζουνε όλοι στο ίδιο καζάνι, δεν βράζουνε με τίποτα.
Για να είμαστε ειλικρινείς, η πολιτική μας εγκατέλειψε και τη θέση της πήραν, φιλόδοξοι τσαρλατάνοι, μαυραγορίτες με κονκάρδες, που τις φορούν ανάλογα την περίσταση, πολλοί μαλάκες που ζουν και αναπνέουν, για λίγα λεπτά δημοσιότητας. Τσίρκο που δίνει παραστάσεις σε κενά καθίσματα.
Συνειδητοποιώ με τα χρόνια, ότι αυτή η γενική αποστροφή μου σε κάθε είδους τελετή, θρησκευτική, εθνική, κοινωνική, αθλητική, από γάμο μέχρι κηδεία που λέει ο λόγος, δημιουργήθηκε από την απόρριψη πλέον σε ότι έχει να κάνει με το «φαίνεσθαι»
Δημόσιες σχέσεις”. Παρουσία ανταποδοτική. Αηδία!

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Το πετσί μας είναι που γδέρνουν τόσα χρόνια

«Με μολύβι και χαρτί», μου εξομολογήθηκε σήμερα ένας φίλος επιχειρηματίας, «για να είμαι συνεπής απέναντι στο κράτος, στους εργαζόμενους και στον εαυτό μου, πρέπει κάθε μήνα να βάζω 18.000 ευρώ από την τσέπη μου, που δεν έχω.
Με χαρτί και με μολυβί, χωρίς να το παιδεύουμε άλλο το θέμα, με άγνωστες ξένες λέξεις, με ασαφείς οικονομικούς όρους, με αγορές αγνώστου διαμονής. Επτωχεύσαμε! Με χαρτί και με μολύβι. Και όχι τώρα, εδώ και πολύ καιρό.
Και τα μνημόνια; Τα σκληρά μέτρα λιτότητας που δεν έχουν τελειωμό; Οι αιματηρές θυσίες του λαού για να ξεπεράσει η πατρίδα την κρίση; Όλα αυτά με χαρτί και μολύβι, είναι για να σκεπάσουν το λάκκο με περισσότερο χώμα. Κάτι χρυσά δόντια και κάτι ξεχασμένα δαχτυλίδια είναι, που απέμειναν. Το πετσί μας είναι, που γδέρνουν τόσα χρόνια.
«Προς τι» έγραφα παλαιότερα και θα μπορούσε και σήμερα να το πούμε. Προς τι όλη αυτή η φασαρία; Αφού το μείον είναι πλάκα βαριά, ασήκωτη.
Όταν το κράτος ζητάει προκλητικά παραπάνω απ’ αυτό που μπορεί να πληρώσει ο πολίτης, έχει υπογράψει την χρεοκοπία του . Όταν οδηγούνται πολίτες στη φυλακή γιατί δεν έχουν να πληρώσουν και αυτοί που τους οδήγησαν βρίσκονται στην θέση του κατήγορου, έχουμε δικτατορία.
Όχι μέτρα, ούτε χιλιόμετρα, δεν πρόκειται να μετακινήσουν χιλιοστό προς τα πάνω, την χρεοκοπημένη χώρα. Υπακοή, σ’ αυτή, την τρελή πορεία σημαίνει όλο και πιο βαθιά, στο λάκκο της χρεοκοπίας.
Να μην πληρώσει κανένας το άδικο. Να μη ρίξει κανείς ό,τι του έχει απομείνει στο βαρέλι δίχως πάτο.

Και τότε; «Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, ραγιάδες κι αν δεν αντιδράσουμε δραστικά» όπως γράφει ο συμπατριώτης μας Γιώργος Ρούσης παραθέτοντας προς τεκμηρίωση, ένα μικρό δείγμα επαναστατικών κειμένων, «πολύ φοβάμαι ότι ακόμη κι αν το πράξουμε αργότερα, θα είναι πολύ αργά».
1792 κείμενο με τίτλο «Η εγκαθίδρυση του δεσποτισμού», του μεγάλου γάλλου επαναστάτη Ζαν Πολ Μαρά,
«Μερικές φορές ο ηγεμόνας, για να επιβουλευτεί την ελευθερία περιμένει τη στιγμή της εκδήλωσης μιας ανησυχητικής κρίσης, που έχει προετοιμάσει ο ίδιος, τότε, με το πρόσχημα της φροντίδας για τη σωτηρία του κράτους προτείνει καταστροφικά μέτρα, που τα καλύπτει με το πέπλο της αναγκαιότητας, του κατεπείγοντος, των περιστάσεων, της κακοδαιμονίας των καιρών. Εγκωμιάζει την αγνότητα των προθέσεών του, εκφωνεί μεγάλα λόγια για την αγάπη του δημοσίου συμφέροντος, διαλαλεί τη μέριμνα της πατρικής του αγάπης. Κι αν δει ότι υπάρχει δισταγμός για να γίνουν δεκτές οι προτάσεις του, βάζει αμέσως τις φωνές: Πώς, δεν θέλετε; Ε, τότε βγείτε μόνοι σας από την άβυσσο! Κανείς δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί, κι ο καθένας αφήνεται στο έλεος των πραγμάτων, παρ' όλο που δεν έχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που κρύβουν τα μέτρα αυτά, όπου κάτω από το όμορφο περίβλημα βρίσκονται τα πιο μοχθηρά σχέδια. Η παγίδα αποκαλύπτεται όταν δεν υπάρχουν πλέον χρονικά περιθώρια για να αποφευχθεί: τότε ο λαός σαν το λιοντάρι που πέφτει μέσα στα δίχτυα κρυμμένα κάτω από τα φυλλώματα, παλεύει για να τα σπάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να μπλέκεται περισσότερο».Πολύ φοβάμαι ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι καθόλου απίθανη και σήμερα. Αν όπως υπογραμμίζει ο Ρουσό ναι μεν «η βία είναι εκείνη που δημιούργησε τους πρώτους σκλάβους, η δειλία τους όμως (είναι εκείνη) που διαιώνισε τη σκλαβιά
Σε μας εναπόκειται να αποδείξουμε το αντίθετο. Και να μην ξεχνάμε ό,τι όπως λέει και ο Τάσος Λειβαδίτης, «εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν και σένα και σαν εμένα. Υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια τις τύχες του κόσμου. Να το θυμάσαι αυτό».

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Δε θέλω να μείνω μόνος

Θέλω να μείνω μόνος", με το θέλω να επιβάλλεται από έναν εγωισμό κόντρα σε επιθυμίες.
«Όλοι γυρίζουν κάποτε σ' ένα νησί, σε μια γυναίκα, στο ανέφικτο… στην κοιλιά της μάνας τους, στα σπλάχνα της γης, στη μόνη αληθινή μοναξιά τους …» Θέλω να μείνω μόνος».
Μόνο του ήρθε το παράπονο. Ακάλεστο. Για να ζητήσει τα δίκια του. Για να δικαιολογήσει την ύπαρξη μου. Όχι, δεν μπήκε στον κόπο των λογαριασμών, αγνόησε το πάρε δώσε της συναλλαγής των συναισθημάτων, άλλωστε κάποια πράγματα δεν αλλάζουν. Ήρθε για να ενισχύσει την αμυντική λειτουργία, δίνοντας έμφαση στο κόμπο που πνίγει το λαιμό και σε κείνο το απροσδιόριστο βάρος στο στήθος. Και ξέρετε σ’ αυτές τις λεπτές ισορροπίες των συναισθημάτων, αρκούν δυο μάτια, τέσσερις λέξεις και μια σιωπή.
Σήμερα «Μια ευλαβική ανάμνηση». Φαίνεται απέραντος αυτός ο κόσμος ο μικρός και αν δεν τινάξεις το κεφάλι να δεις λίγο πιο πέρα, σε εγκλωβίζει. Κάπως έτσι χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι, μια κουταλιά νερό, γίνεται ωκεανός και μας πνίγει. Η φυλακή είναι εδώ. Προσπαθώντας να διαφυλάξουμε τα όποια συμφέροντά μας, κτίζουμε τους χώρους διαμονής μας, νοητά κελιά, που στερούνται έξοδο. Τα συμφέροντα μας βρίσκονται έξω από τους κύκλους. Φαντάζομαι τον εαυτό μου, μια απειροελάχιστη κουκίδα στο κέντρο του κύκλου, τρισεκατομμύρια κύκλοι με αγκαλιάζουν θανάσιμα. Φαντάζομαι τον εαυτό μου στο κέντρο μια απέραντης πεδιάδας με ελεύθερες διαδρομές, χωρίς υπόκυκλους. Αντικρίζοντας σχηματικά την κατάσταση, σ’ αυτήν τη διαρκή της κίνηση, ζαλίζεσαι. Οι αλλεπάλληλες συγχωνεύσεις ενισχύουν το παρανοϊκό τοπίο. Να κλείσω τα μάτια, ή να αρχίσω ν' ανοίγω σύνορα;
 

Ν' ανοίξω τα μάτια με ένα βιβλίο που φρόντισε η φίλη μου η Ελένη να βρει και να το αφιερώσει στο αληθινό
«Κάθε αληθινή φιλία είναι ένα απόκτημα διαρκές. Η φιλία, όπως και ο έρωτας, απαιτεί τόση τέχνη όσο μια πετυχημένη φιγούρα χορού. Χρειάζεται πολλή άνεση και μεγάλος συγκρατημός. Ανταλλαγές λόγων. Μεγάλη σιωπή. Και προπαντός σεβασμός. Το συναίσθημα της ελευθερίας του άλλου. Της αξιοπρέπειάς του. Την παραδοχή. Θυμάμαι πάντα το κοριτσάκι στο βιβλίο του Μοντερλάν που δεν έχει δώσει όνομα στη γάτα του. "Και πώς τη φωνάζεις;" την ρωτούν. "Δεν τη φωνάζω, έρχεται όποτε θέλει". Έτσι είναι οι φίλοι».Στο βιβλίο «Μια ευλαβική ανάμνηση». Της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ. Και για τον έρωτα:
«Όταν αγαπάς, όταν είσαι ερωτευμένος, όλα γίνονται από μόνα τους. Δε χρειάζονται θυμοί, φόβοι, αντάρες. Έρωτας σημαίνει να τα δίνεις όλα στον άλλον, αλλά να σέβεσαι την ατομικότητά του. Σημαίνει να μη χάνεται ο κόσμος γύρω σου όταν απομακρύνεσαι, γιατί τότε γίνεται εξάρτηση. Η ερωτική πράξη είναι μυσταγωγία, είναι ιερή και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Ο έρωτας είναι έρωτας όταν δεν προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Είναι η βάση για όλα».Όσο για την αγάπη: «Η Αγάπη είναι δράση, είναι προσπάθεια να βοηθήσεις τον άλλον να αναπτυχθεί. Ακούμε τακτικά να λένε ότι μας αγαπούν. Τα κριτήρια όμως είναι υποκειμενικά, όπως και το κίνητρο. Οτιδήποτε κάνουμε για τον άλλο γίνεται γιατί το θέλουμε εμείς, γιατί καλύπτει μια δική μας εσωτερική ανάγκη, είναι επιλογή μας. Η αγάπη αλλάζει τον εαυτό μας, τον μεγαλώνει».Δεν είναι, λοιπόν, να απορεί κανείς για το μεγαλείο της: «Δεν θέλω να μου δίνουν διαστάσεις ή να μου προσδίδουν ιδιότητες που δεν έχω. Είμαι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, που ζυμώνει το ψωμί του για να φάει, που λατρεύει τα ζώα, τα φυτά, τους φίλους και νιώθει ευτυχισμένος όταν τ’ αγαπάει όλα αυτά, χωρίς να περιμένει να τον αγαπήσουν».
Μετά απ΄ αυτά... Δε θέλω να μείνω μόνος...



Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η αλήθεια είναι ελευθερία

Να και η άλλη ματιά, απαλλαγμένη από πάθη του παρελθόντος, από εμφυλίους και δικτατορίες. Πατάει στην πεμπτουσία του συστήματος, στα στάνταρ μιας εποχής, που οι όποιες αποκλείσεις, σε πετούσαν στο περιθώριο. Σ’ αυτά που δεν έμαθε γιατί δεν θα μπορούσε να μάθει και ανακαλύπτει εκ των υστέρων την αλήθεια και ελευθερώνεται. Το έγραψα παλαιότερα, όταν είχε ξεκινήσει να επιβάλλεται ο ΕΜΦΙΑ και κάνεις δε μπορούσε να φανταστεί ότι θα γίνονταν ο μόνιμος εφιάλτης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Ήταν τότε που πιστεύαμε ότι το μνημόνιο ήταν παροδικό και μετά από λίγους μήνες θα επανέλθουμε στην κανονικότητά μας.
«Αντισταθείτε σ' αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι και λέει : καλά είμαι εδώ..».
 

Κι άλλα ακόμα «αντισταθείτε» έγραφε ο Μιχάλης Κατσαρός εξήντα χρόνια πριν, στη «διαθήκη του» τότε που φιλοξενούσε το Μίκη Θεοδωράκη στο μικρό του υπόγειο στο Χαλάνδρι. Σήμερα, λέει ο Οδυσσέας Ιωάννου, «το σπιτάκι, το εξοχικό, το αυτοκίνητο, την άδεια ταξί, την άδεια φορτηγού… αυτά που μας έταζε ο καπιταλισμός για να τον αγαπήσουμε», μας τα χτυπά. Μας παίρνει πίσω την μικροϊδιοκτησία μας.
Όσα μας είπαν να αποκτήσουμε, για όσα σπουδάσαμε, για όσα δουλεύουμε, για όσα κουράστηκαν οι προηγούμενοι για να μας εξασφαλίσουν, για το ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι μας, ας τιμωρηθούμε τώρα.
Για την πολυπόθητη εξασφάλιση του πτυχίου, για τη θέση στο δημόσιο, τη θέση κάπου τέλος πάντων, τα σχολεία των παιδιών, την κυριακάτικη ταβέρνα, τις μικρές διακοπές τον Αύγουστο, να τιμωρηθούμε.
Λάθος πορεία ακολούθησες κυρία μου! Αυτά που ήξερες να τα ξεχάσεις. Το σπιτάκι, το αυτοκινητάκι κ.λ.π.
Μα ήμουν καλή μαθήτρια, καλή φοιτήτρια και συνεπής εργαζόμενη, όλα για το σπιτάκι και το αυτοκινητάκι. Μάθαινα και ξένες γλώσσες, διάβαζα και εξωσχολικά, μου άρεσε και η ποίηση. Κατσαρό διάβασες; Δεν τον ήξερα.
Η αλήθεια του κρυβόταν ακριβώς επειδή ήταν αλήθεια. Τώρα, τα προφητικά του λόγια, τον κάνουν να μοιάζει μάντης παρά ποιητής. Γιατί έγραψε απαλλαγμένος από την ανάγκη της ύλης, την εξάρτηση της κάθε λογής εξουσίας, ελεύθερος από τις ανάγκες που μας δημιούργησαν για να μας τις πάρουν βίαια πίσω. Μας είπε την αλήθεια ο Μιχάλης Κατσαρός αλλά το δυτικό όνειρο του καπιταλισμού υλοποιημένο άτσαλα εδώ, στην ανατολική άκρη της Μεσογείου, δε μας άφησε να τη δούμε.
Η αλήθεια δε διδάσκεται, δεν κυκλοφορεί. Τη βλέπεις μόνο, με μάτια ανοιχτά και μυαλά ελεύθερα. Ελευθερία είναι η αλήθεια.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Το τέλος εποχής ακόμα συνεχίζεται

Όταν το είχα γράψει, δεν μπορούσα να προβλέψω τη διάρκεια και το τέλος εποχής καλά κρατεί. Ακολουθεί συνήθως μετά την περίοδο των εκπτώσεων και ζήσαμε πολλές τα τελευταία χρόνια στην πατρίδα μας. «Τέλος εποχής» η ταμπέλα, φαρδιά πλατιά καλεί τους επίδοξους αγοραστές. Πάρτε ότι έχει απομείνει, τη δημόσια περιούσια, τις ΔΕΚΟ, τα λιμάνια, αεροδρόμια, το κράτος ολόκληρο.
Έτσι γίνεται συνήθως, στο τέλος μιας εποχής, αυτής της μεταπολίτευσης εν προκειμένου για την χώρα μας, που ξεκίνησε με την εδραίωση της δημοκρατίας, και τελειώνει με το ξεπούλημα του Κράτους.
Είναι οι τελευταίες πιο δύσκολες μέρες, που τινάζεται η πάγκα στο αέρα, που αφήνουν τα σημάδια τους στην Ιστορία, και οριοθετούν το “πριν” και το “μετά”
Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Σκληραίνουν τα πράγματα, σε κάποιες περιπτώσεις το τέλος βάφεται κόκκινο, ελπίζουμε να μην συμβεί στην περίπτωση μας.
Το τέλος κάθε εποχής δεν παίζεται μόνο στα ανώτερα κλιμάκια παίζεται και στις ψυχές μας. Και είναι ώρες που μας αναγκάσουν σε εξομολογήσεις. Ακριβώς έτσι κυρία μου, έτσι όμως τα λες με την βραχνή φωνή, απολογούμενη στους νεαρούς ακροατές σου.
«Μεγαλώσαμε, κάτω από καλλίτερες κοινωνικές συνθήκες από τους γονείς μας. Μια χούντα μας βρήκε σε μικρή ηλικία, και έτσι ουσιαστικά άκαπνοι ενηλικιωθήκαμε. Ο τρόμος της επιβίωσης αντικαταστάθηκε από τον τρόπο του ευ ζην. Και αυτό το «ευ» είχε την πολυτέλεια να είναι διαφορετικό για τον καθένα. Άλλοι το έριξαν στην καριέρα, άλλοι τα ναρκωτικά άλλοι στους έρωτες. με μια απόγνωση προορισμού σαν να ήταν η κάθε μέρα η τελευταία.
Τώρα που γκριζάραμε, υιοθετούμε αδέσποτα και περνάμε την τύφλα μας απέναντι. Χαμένοι: μέσα στις νευρώσεις, στην αμφιθυμία, στο φόβο της ύπαρξης».
Τέλος εποχής με την ελπίδα να μην πάρει και άλλα χρόνια

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Αν δεν υπήρχε η απόσταση...

Εκεί που ψάχνεις κάτι να πεις με όλη την αγωνία να βρεις κάτι στέρεο να πατήσεις, έρχεται ένας στίχος που στα κάνει όλα εύκολα. Βλέπεις μέσα του το “είναι σου”, διαβάζεις την ιστορία σου. Αυτό που ήθελα να πω και δεν ήξερα σαν σχήμα, σαν μορφή, σαν απόδειξη, τώρα ξέρω, που έχει φωνή, έχει ψυχή, έχει την αποφασιστικότητα εκείνη, που δίνει κουράγιο να ξεκινήσει την εξερεύνηση.

Ευχαριστώ τους ποιητές, και ευγνωμονώ για χθες, σε κείνες τις ώρες της αναζήτησης τη Κική Δημουλά για το φως και για το χρόνο που μου χάρισε. Aπό την «εφηβεία της λήθης»
Περιμένω λίγο
να σκουρήνουν οι διαφορές και τ' αδιάφορα
κι ανοίγω τα παράθυρα. Δεν επείγει
αλλά το κάνω έτσι για να μην σκεβρώσει η κίνηση.
Δανείζομαι το κεφάλι της πρώην περιέργειας μου
και το περιστρέφω. Όχι ακριβώς περιστρέφω.
Καλησπερίζω δουλικά όλους αυτούς τους κόλακες
των φόβων, τα αστέρια .Όχι ακριβώς καλησπερίζω.
Στερεώνω με βλεμμάτινη κλωστή
τ' ασημένια κουμπάκια της απόστασης
κάποια που έχουν ξηλωθεί τρέμουνε και θα πέσουν.
Δεν επείγει. Το κάνω μόνο για να δείξω στην απόσταση
πόσο ευγνωμονώ την προσφορά της.

Αν δεν υπήρχε η απόσταση
θα μαραζώνανε τα μακρινά ταξίδια
με μηχανάκι θα μας έφερναν στα σπίτια
σαν πίτσες την υφήλιο που ορέχτηκε η φυγή μας.
Θα ήτανε σαν βδέλλες κολλημένα
πάνω στα νιάτα τα γεράματα
και θα με φώναζαν γιαγιά απ' τα χαράματά μου
εγγόνια μου και έρως αδιακρίτως.
Και τι θα ήταν τ' άστρα
δίχως την υποστήριξη που τους παρέχει η απόσταση.
Επίγεια ασημικά, τίποτα κηροπήγια τασάκια
να ρίχνει εκεί τις στάχτες του ο αρειμάνιος πλούτος
να επενδύει ο θαυμασμός την υπερτίμησή του.
Με το «α» το στερητικό όπλο ανά χείρας, γιατί πως αλλιώς να προχωρήσουμε. Ας είναι, σε μια διαρκή αφαίρεση ζωής, για να μείνει στο τέλος, το πιο πολύτιμο κομμάτι της ψυχής μας. Λίγη ψυχή, γιατί η υπόλοιπη κάλυψε μέρος των υποχρεώσεων.


Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

“Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω...”

Ενώ σου δίνεται η εντύπωση ότι όλα τρέχουνε με χίλια, κύκλους γύρω από τον εαυτό τους κάνουν στην πραγματικότητα. Αν μπορούσα να βρεθώ σε μια απόσταση ασφαλείας, μακριά από τούτη την παραζάλη, θα έβλεπα την ταχύτητα να ανακυκλώνεται.
Όλα τρέχουν λες και τα κυνηγάνε και τώρα που το σκέφτομαι μπορεί και να τα κυνηγάνε. Λες και γίνεται μια μάχη με τον χρόνο, ένα ατέλειωτο κυνηγητό σε νεφελώδεις προορισμούς.
Έχει ενδιαφέρον η ιδεολογική αντιπαράθεση του «γοργόν και χάριν έχει» και του «σπεύδε βραδέως», οι λάτρεις της βραδύτητας, κόντρα στην αμερικανόφερτη ξέφρενη ταχύτητα αρχίζουν σιγά σιγά να παίρνουν την εκδίκηση τους, ένα από τα σύμβολα της ταχύτητας τα αυτοκίνητα, χρόνο με τον χρόνο “πάνε και πιο αργά” με ρυθμούς χελώνας και όσο ο στόλος αυξάνεται τόσο αυτά μένουν ώρες καθηλωμένα. Η ταχύτητα της παραγωγής επιβραδύνει την ταχύτατα της κίνησης. Αυτά στον πληθυντικό, στον ενικό...
«Οι μικρές σιωπές της κάθε μέρας σκεπάζουν με σκόνη τα αισθήματα. Τα αγάλματα της επιθυμίας θρυμματίζονται αχάιδευτα κάθε στιγμή που κοντά σου δεν. Το σπίτι γεμίζει καπνούς, δεν είναι τα τσιγάρα, δεν είναι οι ζωές μας, τι καίγεται λοιπόν τόσα χρόνια κι ακόμα είναι άκαυτο; Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω. Μη μου ζητήσεις εξηγήσεις… έχω». Η ευαίσθητη κυρία που δεν φλυαρεί, που δίνει με λίγες λέξεις ενδιάμεσα το λόγο στο επόμενο τραγούδι.
 

Μια ζωή πόσα παράπονα αντέχει; Αδιαχείριστες καταστάσεις ψυχής οι αποψινές. Έχει δρόμο μέχρι το μεγάλο θυμό και ο χρόνος ο απαραίτητος, που ξέρεις, μπορεί να μας ξεφουσκώσει τα λάστιχα και να βρεθούμε κάπου στο πουθενά, με ένα γαμημένο παράπονο. Ανελέητο. Και αυτό να μείνει όπως τόσα, που έγιναν λήθη.
Ύστερα να μετράω ζωές που έζησα, μέσα από τις ζωές των άλλων.
Μια ζωή, πόσα παράπονα αντέχει; Πόση ανάσα μπορεί να δαπανήσει; Πόσο αλκοόλ να πιει και τι τσιγάρα να καπνίσει; Όλες οι απαντήσεις μου, στιγμές ήταν, που ο χρόνος δεν κατάφερε να τις ορίσει. Απέραντες στιγμές. Διαρκείας. Απόψε μοιάζουν να χορεύουν ένα ταγκό σαν εκείνο στο Παρίσι… Απόψε, που βρίσκομαι εκεί στου δρόμου τα μισά και προσπαθώ να τινάξω από πάνω μου όποια μάτια με λυτρώνουν, να φτάσω μέχρι το ξέσπασμα του θυμού. «Η αλήθεια απεχθάνεται την καθυστέρηση» και η δική μου αλήθεια..., αλήθεια ήρθε πολύ καθυστερημένη.
Είναι από τις μέρες που δεν γράφεις για κανέναν  και όμως υπάρχει η βεβαιότητα ότι μέσα απ’ αυτές τις μπερδεμένες  λέξεις,  κάποιοι θα νοιώσουν το δικό τους αίμα να τις διαπερνά,  είναι αυτοί  που εύκολα  θα τις ξεμπερδέψουν.