Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

“Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής...”

Ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες αναρτήσεις στο μαγικό κόσμο των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, αυτές τις δύσκολες μέρες του εγκλεισμού, είναι οι παλιές φωτογραφίες. Θα μου πείτε υπάρχουν και οι υπερβολές, το βλέπω αλλά είμαι συγκαταβατικός. Πάντα μου άρεσαν οι παλιές φωτογραφίες, αυτές που ξεθωριάζουν λίγο με το χρόνο, που κιτρινίζουν στις άκρες, που μυρίζουν πολυκαιρία, που γεμίζουν ρυτίδες από το τσαλακωμένο χαρτί. Είναι ελκυστικό να τις διαβάζεις, σε ταξιδεύουν στο χρόνο πίσω για κλάσματα του δευτερολέπτου και σε γυρίζουν και πάλι στο παρόν. Οι διαφορές είναι αναμενόμενες, εκείνο όμως που συναρπάζει είναι οι ομοιότητες, ίδια ματιά από τη μονοψήφια ηλικία μέχρι σήμερα.
Το πιο ωραίο πράγμα σε μια φωτογραφία είναι ότι δεν αλλάζει ποτέ, λειτουργεί ως δίαυλος της μνήμης, κρύβει μέσα της την ιστορία ενός προσώπου, Μοιάζει να αποτελεί το μόνο μέσο για να βρούμε ξανά ίχνη ενός χαμένου παρελθόντος, ένα μοναδικό παράθυρο σε ένα κόσμο που έχει αλλάξει.
Κάθε βλέμμα που κοίταξε το φακό τότε, έρχεται σήμερα μπροστά στα δικά μας μάτια που κοιτάνε αυτές τις φωτογραφίες, που καταφέρνουν να παγώσουν μια στιγμή στο χρόνο, να γίνουν μνήμη.
Ανάμεσα στις μυριάδες φωτογραφίες που αναρτώνται στους τοίχους των χρηστών του διαδικτύου, με την ευκολία που μας προσφέρει η εποχή, αυτές οι παλιές φωτογραφίες, ξεχωρίζουν. Με χαρά θα δεχτώ να μπω στο παιγνίδι και να βάλω δίπλα στο σήμερα μια παλιά φωτογραφία.
Είκοσι πέντε χρόνια ήταν αρκετά, για να ρίξει ο χρόνος όλα τα γκάζια στις μεγάλες ανηφόρες. Η σιωπή δεν έφυγε, συνεχίζει να επιδεικνύει την ηλικία μου, τα υπόλοιπα τα κλείνει μέσα, σε στιγμές περασμένες. Μόνο εγώ μπορώ να ακούσω τη φωνή τους.
Οι ρυτίδες στο λαιμό γεμάτες άρνηση. Σε κάποιες πιο ψηλά, όλες οι μνήμες συγκεντρωμένες, που δεν κατάφεραν να γίνουν λήθη, εκτίθενται.
Από ύλη είναι φτιαγμένοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή γινόμαστε όλοι παλιές φωτογραφίες.
“Δε λένε ψέματα οι παλιές φωτογραφίες, ψεύτικος είναι ο πακτωλός των χρωμάτων σήμερα που επί χάρτου υποδύονται μοιραίες διαφορές και τονικότητες” Και ο Μάνος Ελευθερίου πάνω σε μια παλιά φωτογραφία ύφανε την Μαρκίζα “Ό,τι από σένα τώρα έχει μείνει σε μια φωτογραφία της στιγμής
είναι αυτό που δεν τολμούν τα χείλη σ’ εκείνο το τοπίο της βροχής”.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Η μοναχικότητα πιο πέρα από τη μοναξιά

Το ανασύρω από την αποθήκη, παρηγορητικό για όσους ζούνε μόνοι, άλλα δεν είναι μόνοι.
Σίγουρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, αν ξέραμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι. Θα ήταν διαφορετικές οι κοινωνίες, αν οι λέξεις συγγένευαν με το νόημα τους. Δεν χρειάζεται τεκμηρίωση για να στηρίξουμε το αυτονόητο.


"Μοναξιά είναι να μην υπάρχουν άνθρωποι να επικοινωνείς μαζί τους σε οποιοδήποτε επίπεδο. Μοναχικότητα είναι να μην υπάρχει κάποιος να επικοινωνήσεις μαζί του στο δικό σου επίπεδο γνωστικής ικανότητας και συναισθηματικής αντίληψης."
Το παραπάνω γενικώς. Από εδώ αρχίσει ο προσωπικός Γολγοθάς του καθένα μας. Οι μοναχικές πορείες, με φτερά ή με σιδερόμπαλες στα πόδια. Γιατί τελικά όλα στο μυαλό μας είναι, αν θέλουμε να ζήσουμε στη ζέστη και στην υγρασία, θα το κατορθώσουμε και ας φυσάει έξω ο βοριάς…Σ’ αυτήν την προσπάθεια κάποιοι, μεγαλώνουν την απόσταση, απομακρύνονται από το πλήθος, πετούν και χάνονται… Διάβασα κάπου ότι μερικοί άνθρωποι, πνίγονται από τα πολλά χαρίσματα τους, γιατί είναι παράταιροι και παράκαιροι και μέσα και έξω. Έξω γιατί δεν συμβαδίζουν με την εποχή τους. Μέσα, γιατί δεν ξέρουν να διαχειριστούν όλη αυτή τη δύναμη που διαθέτουν και δεν την αναγνωρίζουν, διότι δεν τη διαβάζουν στα μάτια των άλλων. Των άλλων τη μίζερη ζωή.
Εξάλλου αυτό που μετράει εν τέλει τις αντοχές μας και τις προκοπές μας, είναι η συναισθηματική μας νοημοσύνη και η πειθαρχημένη της δύναμη. Πειθαρχία που οι έχοντες τα χαρίσματα, ούτε που θέλουν ν’ ακούν στα αυτιά τους. Έτσι πολλά αντικρίζουν και τυφλώνονται. Δικές τους αλήθειες καθιερώνουν και προσκρούουν στα κοινωνικά στεγανά.
Η ιστορία, μας έχει διδάξει ότι όλοι αυτοί στην εποχή τους έμειναν καταραμένοι, περιθωριακοί, οριακές προσωπικότητες, μόνοι, δυσβάσταχτοι για όλους τους άλλους. Κατόπιν βέβαια γίνανε αθάνατοι.
Γιατί όλοι αγαπούν την όπερα, κανείς την πριμαντόνα. Όλοι αγαπούν την ποίηση κανείς τον ποιητή. Όλοι αγαπούν την μουσική, αλλά ο συνθέτης τις νύχτες ουρλιάζει μόνος. Γιατί είναι η μοναχικότητα πιο πέρα κι απ’ τη μοναξιά. Είναι αυτό που λέει και το τραγούδι "Ποτέ δεν είμαι μοναχός μέσα στη μοναξιά μου"

Είναι η απαγόρευση που σε δαιμονίζει...

Ξεκινάω αισιόδοξα και από τη δεξιά πλευρά, η οθόνη με βομβαρδίζει με φόβο, πρέπει να τους αποκλείσω αυτούς τους ενοχλητικούς.
Καμιά πραγματικότητα δεν είναι ικανή να αντισταθεί στις εμμονές μας. Και αν αξίζει κάτι για να τη ζήσεις αυτή τη ζωή, είναι η δυνατότητα να παίξεις με τους φόβους σου, να τα παίξεις όλα για όλα. «Θέλω να μείνω μόνος», με το «θέλω» να επιβάλλεται από έναν εγωισμό κόντρα σε επιθυμίες. «Θέλω να μείνω μόνος» κόντρα στην επιδίωξη μιας ζωής, να είμαι στο μαζί.
Αισιόδοξα είπαμε. Ξεπερνάμε τις λεπτομέρειες και πάμε στα ουσιαστικά, άλλωστε χωρίς αυτά τι νόημα έχει η ζωή μας. Ας αφήσουμε τον κορωνοϊό να κάνει την δουλειά του. Εμείς τη δική μας.
Είναι η απαγόρευση που σε δαιμονίζει και αυτές οι μέρες είναι οι πλέον κατάλληλες, για να στρέψουν την επιθυμία εκεί που της απαγορεύεται.
Το διάβασα πριν χρόνια τέτοιο περίοδο, στους χαιρετισμούς, «άκρως σεξιστικό» του Οδυσσέα Ιωάννου. Το φύλαξα για την μεγάλη εβδομάδα. Ήθελα να το γνωρίσω με ένα παλαιότερο, δικό μου. «Μεγάλη Παρασκευή των παθών και του πάθους». Ανακατεύω λίγα αποσπάσματα, με μεγάλη ικανοποίηση ότι δεν είμαι μόνος.

«Στους Χαιρετισμούς συνήθως χανόμουν, στο προαύλιο της εκκλησίας. Ξέφευγα από το χέρι της μητέρας μου και έκανα βόλτες ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν έκλαιγα, δεν ζητούσα τους γονείς μου, πάντα με έβρισκαν μετά από λίγο. Όταν έπεφτα σε φουστάνι σταματούσα. Αυτή η βιασύνη των κοριτσιών να βγάζουν τα έξωμα και τα τιραντάκια με τον πρώτο ζεστό ήλιο του Μάρτη, με αναστατώνει ακόμα. Παράλληλα με τις περιπέτειες του Χριστού, ένας καλοντυμένος πιτσιρικάς λέρωνε με τα βουλημικά του μάτια το καθαρό ρούχο της όψιμης κατάνυξης.»
Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα, όταν τα παιδικά βλέμματα συναντήθηκαν, ενώ θα έπρεπε να κοιτάζουν ταπεινά προς τα κάτω, τη στιγμή που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται…Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία…τι μελωδία…τι ήχοι ακούγονται…τι στίχοι…Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σαν χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό…Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος..»
«Άσπρα μπρατσάκια, ωραίοι λαιμοί σαν τρεχούμενα νερά, πόδια με ερεθιστικές γάμπες, τσιτωμένες από την ταλαιπωρία της γόβας. Από όλες τις Μεγάλες Εβδομάδες θυμάμαι μόνο κορίτσια. Με διώχναν τα αρώματα, με τραβούσε η σάρκα, μία μπρος μία πίσω, ζαλισμένος από τις υποσχέσεις μελλοντικών ηδονών. Το έβλεπα αυτό που ερχόταν. Ήξερα πως δεν θα ξεμπέρδευα ποτέ με τα καινούρια σώματα, τις γραμμές ανάμεσα στα στήθη, το χνούδι πίσω στον αυχένα. Ορκίζομαι πως κάποτε άκουσα έναν Χριστούλη, κρεμασμένο σε σταυρό, μέσα σε ένα τέτοιο ντεκολτέ, να με παρακαλάει να του λύσω τα χέρια! Τον άφησα να τυραννιέται στην καβάντζα της αιώνιας ζωής…»
«Στον Επιτάφιο, το φως του κεριού έπαιζε το πιο παράξενο παιχνίδι που έχουν παίξει ποτέ μία φλόγα με ένα γυναικείο πρόσωπο. Έτρεμαν τα μάτια, αναβόσβηναν τα χείλη, λαμπυρίζαν τα μαλλιά, και τα κορίτσια συνοψίζονταν σε αυτό που πραγματικά είναι, μία αέναη εναλλαγή φωτός και σκότους.»
«Τέτοια μέρα; Ναι, τέτοια μέρα! Η πλέον κατάλληλη. Μόνο τη μέρα που κηδεύεται ένας Θεός μπορείς να παραδοθείς στις παλίρροιες του σώματος δίχως την ενοχή του βλάσφημου και τον φόβο του αμαρτωλού. Χωρίς Θεό, τι άλλο μας μένει πέρα από την ακατάσχετη “αιμοραγία” των ερεθισμών;»

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

ανήφορος κατήφορο θα φέρει...


Ημερολόγιο καταστρώματος: 12η ημέρα εθελούσιου εγκλεισμού . Να συνεχίσουμε, απ’ αυτό το οριακό σημείο που δεν σου ξεκαθαρίζει αν έχεις μπροστά σου ανηφόρα ή κατηφόρα.Είναι μια από εκείνες τις μέρες, που τις μετράμε με λεπτά. Προσπάθησα να ξεφύγω κοιτώντας συνεχώς το ρολόι μου. Κακή επιλογή. Όσο περνάει ο καιρός, έχω την αίσθηση ότι περισσεύω σε ένα παρελθόν που προσπάθησα να γίνει μέλλον. Σ’ αυτή τη στάση, τι άλλο από κρυφές ματιές στα περασμένα μπορείς να κανείς; Σκέφτομαι εκείνα τα παραμύθια , που μας μετέφεραν σε κόσμους, που όλα καλώς καμωμένα ήταν και αναρωτιέμαι, που καταλήξαμε τελικά. Δεν είμαστε οι κακοί και όμως
χάσαμε.

Δείτε τα γεγονότα. Δεν είναι οπισθοδρόμηση να πολεμάμε ακόμα; Δεν είναι οπισθοδρόμηση να ζώνονται άνθρωποι με εκρηκτικά και να παίρνουν μαζί τους στο θάνατο αθώους και ένοχους για τα την πίστη την αγία; Δεν είναι οπισθοδρόμηση να πεθαίνουν άνθρωποι από πείνα, δεν είναι οπισθοδρόμηση η τηλεοπτική ξευτίλα, η ανεργία, η μόλυνση του πλανήτη, η μετάλλαξη της φύσης; Δεν είναι, οπισθοδρόμηση η μειωμένη απασχόληση, η μείωση του ελεύθερου χρόνου, η αποστήθιση της μάθησης;  Δεν είναι οπισθοδρόμηση οι εκπτώσεις στην υγεία, στην παιδεία, στις κοινωνικές παροχές;  Δεν είναι οπισθοδρόμηση, ο ρατσισμός, ο εθνικισμός;
Αρκετά εξελίχτηκαν τα κινητά και τα μοντέλα αυτοκινήτων.  Ας εξελίξουμε και λίγο το μυαλό μας, να στραφεί στις  πραγματικές ανάγκες,   που χρόνο με το χρόνο μεγαλώνουν. Να προστατεύσουμε το περιβάλλον πρωτίστως,  για να προλάβουμε τα χειρότερα .
Λίγο καθαρό αέρα χρειαζόμαστε για να πάρουμε βαθιές ανάσες. Λίγο ραδιόφωνο τα βράδια να μας βάζει ερωτηματικά για να ονειρευτούμε.
«Το κινητό σου βγάζει φωτογραφίες; Το δικό μου βγάζει κραυγές. Τι μπέρδεμα! Γιατί νομίζω ότι ξυπνάω όταν κοιμάμαι;»
Εκεί που κλείνω απαισιόδοξα έρχεται η επόμενη λέξη ν’ ανοίξει μια χαραμάδα. Ένα κομμάτι της ζωής μας και αυτή η πανδημία, που θα τελειώσει κάποτε. Μπορεί η ιστορία να επαναλαμβάνεται, ο χρόνος όμως δεν γυρίζει πίσω. Τα γεγονότα, όσο και αν μοιάζουν μεταξύ τους σε άλλο χρόνο είναι άλλα. Και αυτό που ζούμε και αποτελεί ένα κομμάτι του παρόντος μας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια κουκκίδα στις πολλές που συνθέτουν τη ζωή μας . Κάποια στιγμή θα μπει στο φάκελλο της ιστορίας μας, θα ταξινομηθεί και θα περιμένει μέχρι να συμπληρωθεί και να κλείσει...
Ο,τι ζήσαμε πριν τον κορωνοϊό τα ζήσαμε, η επόμενη μέρα θα είναι διαφορετική. Καταλαβαίνω, δεν είναι εύκολο για το καθένα να βλέπει την μεγάλη εικόνα. Δεν είναι εύκολο να χάνεται στην απεραντοσύνη του ουρανού και να μονολογεί μια κουκκίδα είναι γη και μεις ούτε κουκκίδα και ταυτόχρονα να γίνεται ο ίδιος ουρανός.




Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

“Ημερολόγιο καταστρώματος"


11η ημέρα εθελούσιου εγκλεισμού. Δύσκολα. Ξύπνησα με ένα βάρος. Νοιώθω να διακυβεύεται η αίσθηση της ελευθερίας, του ελέγχου των κινήσεών μου. Νοιώθω να χάνεται η αίσθηση ότι είμαι ο κύριος του εαυτού μου. Γέμισα ερωτηματικά.
Υπάρχουν ασκήσεις κατευνασμού του φόβου μας αυτή τη στιγμή, εν μέσω πανδημίας; Σκέφτομαι την ασφάλεια που μας δίνουν οι άνθρωποι που έχουμε μια σχέση εμπιστοσύνης, που είναι δίπλα μας, που είναι κοντά μας.

Ξέρετε πόσο βασανιστικό είναι σήμερα να υποχρεώνονται άνθρωποι να μένουν μόνοι; Πολλοί άνθρωποι είναι αμάθητοι σ’ αυτή την εμπειρία. Αναζωπυρώνονται οι φόβοι τους. Είναι αδιανόητο για πολλούς με το πάτημα ενός κουμπιού να σταματήσουν όλα.
Πως να συνηθίσεις στο ακίνητο ενός εγκλεισμού, εσύ που τόσα χρόνια έτρεχες σαν τον παλαβό να προλάβεις όλα;
Tο κακό είναι ότι αυτό που θα άξιζε να κάνεις ως επιλογή, τώρα σου επιβάλλεται ως καθήκον. Αναγκάζεσαι να μείνεις με τον εαυτό σου, με τις σκέψεις σου, με τη μελαγχολία σου.
Οι συνήθειες που είχε επιβάλλει το διαδίκτυο, με κεντρικό άξονα την ανάπτυξη σχέσεων από μακριά, τώρα αυτές οι εξ’ αποστάσεως σχέσεις, γίνονται η μόνη δυνατή επιλογή.
Στην Ιταλία οι άνθρωποι πεθαίνουν μόνοι στα νοσοκομεία και η μοναδική δυνατότητα για να αποχαιρετήσουν τον αγαπημένο τους, είναι μέσω ενός κινητού. Ένα κινητό στη θέση του τελευταίου αποχαιρετισμού.
Φοβάμαι και τα χειρότερα. Όταν απειλείται η επιβίωσή σου, πρωτόγονα ένστικτα παραμονεύουν.

Έχουμε ευθύνη όμως λένε, απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους. Η ατομική ευθύνη δεν μπορεί να επιβάλλεται όμως , πρέπει αυθόρμητα να εφαρμόζεται από μια δική μας εσωτερική επιταγή.
Τι να κάνουμε; όπως έγραφα και χθες, όλες οι συμπεριφορές καταστροφικής αδιαφορίας, απέναντι στη φύση πρέπει να αλλάξουν. Τίποτα δεν είναι για πάντα. Και για να κλείσουμε το σημερινό ημερολόγιο ενα μικρο απόσπασμα παλαιότερου κειμένου, αυτής εδώ της στήλης
Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… να χτίζεις στην άμμο σα να ’ναι στην πέτρα. Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή.
Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.



Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

Τόση δικαιοσύνη, μόνο η φύση διαθέτει



Το λέγαμε, το κάναμε και ταινίες, το είχαμε στην άκρη του μυαλού μας, όμως η απληστία κυριάρχησε. Δεν έχω καμία αμφιβολία, ο Ιός που τα έχει βάλει με ένα ολόκληρο πλανήτη, δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα, τόση δύναμη, τόση σοφία, τόση τελειότητα, τόση δικαιοσύνη, τόση αποτελεσματικότητα, μόνη η φύση διαθέτει. Η φύση που τις περισσότερες φορές στέκεται στο πλάι, μας αγκαλιάζει, μας προστατεύει. Μπορεί να αντιστέκεται και να λειτουργεί με μια αξιοθαύμαστη αμυντική λειτουργία, μέχρι πότε όμως θα μας συγχωρεί; 
 

Εκεί που έρχονται κάποιες στιγμές που ο κόσμος χάνεται. Εκεί που σκέφτεσαι το χθεσινό, έρχεται το σημερινό με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Και ξαφνικά εκεί που διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, - τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες πριν από λίγο - κάνεις μια προσπάθεια, που δεν είναι η τελευταία πάνω από την υδρόγειο, που βρίσκεται στο γραφείο σου, να χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά. Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και χαμογελάς.
Είναι κάποια πράγματα που όσο η ζωή κι αν επιτάσσει, αυτά μένουν εκεί, στάσιμα. Δυστυχώς σε μια κοινωνία, που χαρακτηρίζεται από υψηλές ταχύτητες, εφοδιασμένη με την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, υπάρχει κάπου η ανορθογραφία της, για να επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Τι πρέπει να γίνει, να χορέψουμε τον χορό του Ζαλόγγου πιασμένοι χέρι, χέρι και να πηδήξουμε στο γκρεμό τραγουδώντας «στην στεριά δε ζει το ψάρι ούτε ανθός στην αμμουδιά» για να επιβεβαιώσουμε με τον αφανισμό μας και το τέλος του δράκου που μας καταβροχθίζει;
Πριν πέσουμε στο γκρεμό, μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε τη στάση μας απέναντι στην ευκολία… στην ευκολία, στάχτη στα ήδη θολωμένα μάτια μας.
Το περιβάλλον, σε όποια μορφή το καταντήσουμε, θα υπάρχει και μετά από εμάς, δηλαδή και μετά το ανθρώπινο είδος. Τόσο απλά. Το στοίχημα είναι εάν εμείς θα υπάρχουμε σε αυτό το περιβάλλον.
Ας μην κοροϊδευόμαστε. Το περιβάλλον το κατέστρεψαν οι ισχυροί και αυτοί συνεχίζουν να το καταστρέφουν. Η πολιτική που υποθηκεύει το μέλλον εις βάρος μιας ανάπτυξης, που δεν έχει να κάνει με την ποιότητα ζωής των λαών. Αλήθεια που είναι εκείνες οι αγορές, που όλα τα ρυθμίζουν να εξαφανίσουν τον φονικό Ιό.
Η ανθρωπότητα νοιώθει σιγά - σιγά πως ο θρόνος της δεν είναι τόσο γερός όσο η φαντασίωση της τον είχε πλάσει και παρακολουθεί, χωρίς να συμμετέχει το δράμα στο οποίο πρωταγωνιστεί. Οι όποιες κατά καιρούς σπασμωδικές κινήσεις, δεν εμπόδισαν τα πράγματα να συνεχίσουν την καταστροφική πορεία τους.
Οι πολιτικοί υπογράφουν συμφωνίες με πρώτο άρθρο το δικαίωμα να μην τις τηρήσουν.
Αν η παγκοσμιοποίηση είχε κάποιο ενδιαφέρον είναι η φροντίδα του πλανήτη που νοσεί.
Η φύση εκδικείται και είναι ανίκητη και αυτή τη δύναμη της, ακόμα και πληγωμένη από την απληστία μας, μας την υπενθυμίζει.
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,
σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές  «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ.

Ναι η ζωή

Ένας τόπος, ένα άρωμα, ένας αέρας, ένας ουρανός... και όσο ακόμα ψάχνω να βρω τι ήταν εκείνο που πυροδότησε τη μνήμη αυτή τη στιγμή, σε χ...