Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

«Πριν απ΄ μάτια μου ήσουν φως»


Με τις λέξεις τα έβαλα χθες στην αντιπαράθεση με τη σιωπή. Γκρεμός οι σκέψεις σήμερα. Βάθος αμέτρητο και απύθμενο η διαδρομή τους. Με πάνε εκεί απέναντι από την κλειστή την πόρτα. Και πουθενά κλειδιά.
Η γραφή εκτός, από γνώση και λίγο ταλέντο, θέλει και τεχνική. Ακόμα και αυτά τα μικρά καθημερινά κείμενα της στήλης, χρειάζονται κάποιες λέξεις κλειδιά, λέξεις που από μόνες τους έχουν κάτι να σου ψιθυρίσουν. Τρεις λέξεις είναι αρκετές για να δώσουν το άρωμα, να κρατηθούν στην μνήμη μια για πάντα. Μια φράση, του Ποιητή, «Πριν απ΄ μάτια μου ήσουν φως» για να νικήσει τις σιωπές και να φωτίσει χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Σε μια διαδρομή λέξεων, αλληλεγγύης σκέψεων, σ’ ένα παιγνίδι που δεν έχει σχέση με τη γνωστή «κρεμάλα», θα επιχειρήσω απ’ αυτήν την εβδομάδα να δώσω τη σκυτάλη, για να συνεχίσουν από εκεί που έμεινα γερά πνευμόνια και φρέσκα μυαλά, να πάνε τα σκέψη παραπέρα από την κλειστή την πόρτα. Μια παλαιότερη διαδρομή σκυταλοδρομίας: «Μόλις διάβασα την …άποψη σου, μόλις τελείωσα την δική μου, στη στέλνω…»
«Δύσκολο να γνωρίσεις τους ανθρώπους. Συνέχεια θα σου ξεφεύγουν», φρασούλα του Σάντλερ, ασήμαντος μέσα στο μυθιστόρημα που σου ξεφεύγει, όπως σου ξεφεύγει και το κλειδί του βιβλίου. Στο οπισθόφυλλο έχεις διαβάσει γι’ αγάπη, πέντε γυναίκες και έναν άντρα νεκρό και το μόνο που βλέπεις είναι νυχιές. Γυναίκες να σπαράσσονται, αλλά θα πρέπει να διανύσεις 263 σελίδες, να βυθιστείς σε ερείπια, παλιά ξενοδοχεία, σπίτια νεκρά, δρόμους πιράνχας και συνοικίες που ακόμα γίνεται πόλεμος και το περιθώριο επιδιώκει μια θέση στον ήλιο, για να διαπιστώσεις μόλις λίγο πριν απ’ το τέλος, ότι αγάπη ήταν όλος αυτός ο σπαραγμός.

Βεβαίως η συγγραφέας το γνώριζε, εξ ου και στο τίτλο «Αγάπη» μας δήλωσε η Τόνι Μόρρισον από την αρχή. Υποδηλώνοντας πρώτα απ’ όλα και τη δική της αγάπη προς τους κατατρεγμένους: μαύρους, γυναίκες, παιδιά και φτωχούς.
Το βιβλίο - παρ’ ότι ο καταλύτης, το επίκεντρο, είναι ένας γοητευτικός νεκρός άντρας- είναι το βιβλίο των γυναικών.
Της Μέι που υπήρξε νύφη του, απολύτως αφοσιωμένη, ως και την κόρη της εξόρισε για να του είναι αρεστή. Της Κριστίν, εγγονής του, που εις μάτην αποζητά την αγάπη από ζώντες και τεθνεώτες. Της Χηντ, που υπήρξε η δεύτερη σύζυγός του, μόλις έντεκα χρόνων όταν την επέλεξε, παρότι παιδί. Της Βίντα, που τον γνώρισε πέντε χρονών παιδάκι, κι ούτε πήρε ποτέ τα μάτια της από πάνω του, εκεί πλύστρα, δούλα πιστή. Της Τζούνιορ που έρχεται από μακριά, για ν’ αρρωστήσει από το άρωμα ενός νεκρού, από το φυλακισμένο βλέμμα του στο πορτρέτο.
Αλλά κι εκείνης που ακόμα και στους φακέλους της εφορίας υπόγραφε με Γ. κι ούτε θα μάθουμε ολόκληρο τ’ όνομά της, παρ’ ότι είναι εκείνη που θα αφηγηθεί, μαγείρισσα κυριολεκτικά που τα μαγειρεύει όλα: την υστεροφημία του, την αλήθεια, το φινάλε του. Κι η Καλλίστω, πανταχού παρούσα στη ζωή του όσο κι αυτός ο νεκρός στις ζωές των άλλων.
Επειδή στη ζωή, παντρευόμαστε την γυναίκα που μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε και πάντοτε αφήνουμε μια αγάπη ανεκπλήρωτη γιατί ο θρήνος της είναι κι ελπιδοφόρος και λυτρωτικός. Όπως λυτρωτική είναι η κατάληξη της ιστορίας. Όλο αυτό το μίσος που τελικά ήταν λατρεία, αγάπη και γνοιάξιμο βαθύ. Γιατί είναι φυσικό να αισθάνεσαι ότι σε αφορά η αγάπη. Μόνο που ποτέ δεν ξέρεις το πότε θα σε βρει και σε ποιο πρόσωπο θα ενσαρκωθεί. Αλλά ένα είναι βέβαιο, αν θέλεις να την συναντήσεις, ότι θα πρέπει να είσαι σε επιφυλακή.
Βεβαίως και διαφωνώ με την απάντηση, ήταν τόσο επηρεασμένη με αυτά που έγραφε για το βιβλίο της Τονι Μορισσον, που την πλήρωσε το χθεσινό μου κειμενάκι. Για να επανέλθω στην αρχή, το κείμενο που χρησιμοποιήθηκε, σαν απάντηση, φανερώνει την τεχνική και την ευκολία να συνεχίζουμε το διάλογο συμφωνώντας η διαφωνώντας στο διηνεκές, και αυτό είναι κέρδος.
«Πριν απ΄ τα μάτια μου ήσουν φως»
Ήταν όμορφη βράδια η χθεσινή. Γλυκιά. Κι ας έκανε ο αέρας βουή τις σκέψεις μου. Τουλάχιστον τις ελευθέρωσε…

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Τι τίτλο να βάλεις;


Τις περισσότερες φορές παίρνουμε τοις μετρητοίς τις λέξεις, χωρίς να λογαριάζουμε τις σιωπές. Οι λέξεις δικάζουν, καταδικάζουν, αθωώνουν. Και αυτή η άτιμη η δικαιοσύνη, θέλει ζύγια σωστά. Που να τα βρεις όμως, για να κερδίσεις την ισορροπία.
Πολλές φορές οι λέξεις δεν αντιπροσωπεύουν την ουσία, γίνονται στρατιωτάκια πήλινα στην υπηρεσία της σκοπιμότητας. Για τη σιωπή όμως που φωτίζει το πρόσωπο, δεν υπάρχουν λέξεις να τη διαψεύσουν.
Εδώ που φτάσαμε δεν ξέρω τι να πω. Ξεχάσαμε να περπατάμε. Τα «δύο βήματα μπρος και ένα πίσω», ακούγεται δογματικό γι’ αυτό πήγαμε πίσω ολοταχώς. Τώρα πάλι από την αρχή, σαν κουρασμένοι ηθοποιοί που επαναλαμβάνουμε για πολλοστή φορά το ρόλο.
Πρώτη φθινοπωρινή μέρα σήμερα, με την πόλη σκοτεινή και τη θλίψη και πάλι στο προσκήνιο, δεν είναι για τα κάστρα, τους δρόμους και τα κτίρια, τα άλλοθί μας δηλαδή, αλλά για τον αντίλαλο από το παιδικό μας το χαμόγελο, που σήμερα μπερδεύεται με ύβρεις. Για την αθωότητα, που έγινε πονηριά. Για την παρέα του γυμνασίου που σήμερα βγάζει τα μάτια της. Για τους φίλους τους παλιούς που ξέχασαν, τα καλύτερα τους χρόνια.

Ποιος θα πιστέψει ότι ζοριστήκαμε για ένα όνειρο, ότι υποφέραμε για μια ιδέα, ότι από την πολύ επικοινωνία μείναμε μόνοι, ότι προσπαθήσαμε πολύ σκληρά να κρατήσουμε τα μάτια και το μυαλό μας ανοιχτά και ότι όλοι αυτοί οι λόγοι ήταν επαρκείς δυσκολίες και ουσιώδεις; Ποιος θα μας πιστέψει για τα τόσα και τόσα πιο σκληρά από τον πόλεμο την πεινά και την κατοχή, του άθλιου καιρού μας;
Ποιος θα μας πιστέψει ότι με δυσκολία κρατιόμαστε στο κόσμο των λογικών και δεν σαλτάρουμε απέναντι;
Πρώτη φθινοπωρινή μέρα σήμερα. Νοιώθω την απειλή ότι είμαι ο τελευταίος ζωντανός σ’ αυτή την πόλη. Τα άσχημα και τα όμορφα γεμίζουν τις λευκές κόλλες της ζωής μας, τα ουδέτερα τις αφήνουν κενές και πολλαπλασιάζουν τις ώρες της προσμονής και το χειρότερο…, η υπομονή μου έχει εξαντληθεί.
Από τέτοιες μοναξιές τελικά φτιάχνουμε Θεούς και έρωτες, μόνο που κάποια στιγμή μας ξεφεύγουν από τα χέρια, ελευθερώνονται μας επιβάλλονται και μας δυναστεύουν.
Πρώτη φθινοπωρινή μέρα σήμερα. Ότι είχαμε να πούμε το είπαμε και το ξαναείπαμε. Μετά απ’ αυτή την κατάχρηση, η γοητευτικότερη λύση είναι να αφεθούμε στις σιωπές.


.

Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Πες μου μια λέξη!


Για άλλη μια φορά τα τελευταία τρία χρόνια, οι έλληνες στους δρόμους για την τιμή των όπλων που παρέδωσαν. Απεργίες που αποκτούν παλλαϊκό χαρακτήρα, που δείχνουν την πλήρη αντίθεση του ελληνικού λαού. Αιρετοί, ένστολοι, δικαστικοί, προστέθηκαν στη μεγάλη οικογένεια των εργαζoμένων.
Σε λίγες μέρες θα έχει προστεθεί ακόμα ένα πακέτο μέτρων αθροίζοντας χρόνο προς τα πίσω, που; Λίγο μετά τον πόλεμο και με κατεύθυνση σε παρελθόντα χρόνο. Απέναντι μας, αόρατα τέρατα, τελευταίοι απόγονοι του καπιταλισμού.

Πες μου μια λέξη!

Πριν τεσσάρα χρόνια, με αμυδρά σημάδια γι’ αυτά που θα ακολουθήσουν, είχα γράψει ένα κείμενο - προτροπή - για να κάνουμε παρέα.
Ένα φρέσκο σύνθημα, ανάγκη μιας κοινωνίας που έχει ξεχάσει να ζει σαν κοινωνία, που μέρα με την μέρα αυτοδιασπάται, περιχαρακώνεται, εξασθενεί, και χάνει κάθε ελπίδα δράσης για να ξεφύγει από τους περιορισμούς της.

Για «ψωμί παιδεία ελευθέρια» με μια φωνή εκατομμύρια άνθρωποι, διεκδικούσαν δυνατά τα αυτονόητα. Με μια φωνή και σήμερα «να ανοίξει το παιχνίδι» για να ζωντανέψουμε τις παρέες, για να ξαναβρούμε το χαμόγελο, για να σταματήσουμε την κούρσα της ανόδου των ποσοστών της κατάθλιψης. «Ένας στους έξι πάσχουν από κατάθλιψη», μας προειδοποιεί ο καθ’ ύλην υπεύθυνος τηλεοπτικός μας σύντροφος και όλοι αυτοί ανεξάρτητα από την ανάγκη του «ψωμί παιδεία ελευθέρια».
Πες μου μια λέξη!

Να σπάσουμε τις γυάλες με τα χρυσόψαρα για να ξανάρθει το χαμόγελο της επικοινωνίας, αυτής που δεν χρειάζεται πληκτρολόγιο και κινητά. Αυτής που έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο, με τα μάτια να εγγυούνται την αλήθεια.
Πώς να ονειρευτείς σ’ αυτό το περιβάλλον του αποκλεισμού που δημιουργήσαμε και καυχόμαστε και από πάνω. «Οι ονειροπόλοι που ζουν, που υπάρχουν;» Αναρωτιέται η συντρόφισσα μου στο «ιατρείο ασμάτων». Εγώ κάτι σώματα σε σχήμα καρέκλας βλέπω, κάτι κεφάλια τετράγωνα με οθόνη TFT και κάτι συνταξιούχους τελειωμένων επαγγελμάτων που περιμένουν τις εκπτώσεις για να ανταλλάξουν τα ευρω τους με ημέρες ή αν κρατά η τσέπη τους, και εβδομάδες. Τοκισμένα χρόνια βλέπω να βαραίνουν ανήλικους που παραπατάνε στο Ιντερνετ καφέ και, αντί να φυλάνε στα χείλη το κορίτσι τους, ψάχνουν στο σώμα του το μπουτόν που θα το κάνει να πηδάει καταρράκτες σαν τη Λάρα Κροφτ. Ποιοι ονειροπόλοι, παιδιά; Προσγειωθείτε, φτάσαμε στο αεροδρόμιο των ανθρωπίνων ομοιωμάτων.

Πες μου μια λέξη!

Πάρτε εισιτήριο. Έξοδος, να ανοίξει το παιχνίδι. Για ναγίνει ο μικρόκοσμος κόσμος, της χαράς.
Η μιζέρια που βιώνουν σήμερα οι δήθεν τακτοποιημένοι, τσακίζει κόκαλα, ούτε οι σκελετοί τους δεν θα μείνουν. Και το χειρότερο ούτε που θα τα καταλάβουν…

Ευθύνη για τον τίτλο και τις παύσεις έχει ο Δημήτρης Χορν,την ώρα που έγραφα το κείμενο, ζητούσε εναγωνίως μια λέξη, αυτή τη μόνη λέξη, και κόντευε έξι «σε λίγο πια θα φέξει» και αυτή στα χείλη είχε μπλέξει…



Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Οι μετεωρολόγοι της κυβέρνησης μόνο θύελλες αναγγέλλουν




Από εκεί που σταμάτησα χθες και έδωσα τη σκυτάλη σε μια αναγνώστρια της νέας γενιάς, αυτής της γενιάς, που έχει δίκιο να διαμαρτύρεται, αφού οι ευθύνες της, ωχριούν μπροστά στη γενιά της μεταπολίτευσης, που οδήγησε την κοινωνία στο γκρεμό.
Οι ποινές που επέβαλλαν οι τρεις «μέγιστοι φωστήρες – σωτήρες», κλείδωσαν και προς το τέλος της εβδομάδας θα ανακοινωθούν. Δυστυχώς ό,τι και να κάνω, όσο και να ξορκίζω το κακό, με περισσότερο κακό για να πέσω στα μαλακά δεν, μπορώ να τα καταφέρω.
Η ομοιοπαθητική θεραπεία, που επιχειρώ κατά καιρούς να εφαρμόσω, με κόντρα ηλικίες, κόντρα μελαγχολίες και υπερβολές, για να αντέξω, , μπροστά σε τούτο τον τυφώνα, έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική. Η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία, ξεπερνάει την υπερβολή. Η πραγματικότητα δεν σηκώνει αστειάκια.
Για τα νέα μέτρα που θα μας ενημερώσει η κυβέρνηση των τριών «μετεωρολόγων» - η τελευταία ιδιότητα - από τησυχνότητα των δελτίων - μέτρων - όπως αυτά του καιρού - μόνο που οι μετεωρολόγοι της κυβέρνησης, μόνο θύελλες αναγγέλλουν. Τους περιμένουμε τις επόμενες μέρες να φέρουν απ’ ευθείας το χειμώνα, μπας και γλιτώσουμε από τις αναμονές.
Είμαι υπερβολικός, που γράφω για την ανικανότητα της ηγεσίας; Πόσες φορές έχουν πάρει μέτρα και νέα μέτρα και άλλα μέτρα; Όλα τα μέτρα έχουν αποτύχει. Και συνεχίζουν να παίρνουν μέτρα σε μια χώρα που έχει πτωχεύσει ,γιατί άραγε;
Είμαι υπερβολικός που γράφω ότι είναι επικίνδυνοι; Εκτελούν εντολές του εχθρού, γιατί τι άλλο μπορεί να είναι οι τοκογλύφοι δανειστές μας; Σε άλλες περιπτώσεις με αδέξιους χειρισμούς, αυτοσχεδιάζουν αναποτελεσματικά μέτρα και τα ενισχύουν με άλλα ακόμα πιο αναποτελεσματικά. Συνεχώς μετρούν ήττες, ήττες που πληρώνει με αίμα ο Λαός

Οι υπερβολές μου ωχριούν, μπροστά σ’ αυτήν την περιδίνηση.
Βεβαίως φίλε αναγνώστη θα πρέπει να μικρύνουμε το κράτος, να εξυγιάνουμε τον δημόσιο τομέα, να αντιμετωπίσουμε τη γραφειοκρατία. Να τελειώσουμε με το πελατειακό κράτος. Να δημιουργήσουμε ένα ελκυστικό περιβάλλον για επενδύσεις. Όχι όμως αυτά τα μέτρα στην παρούσα στιγμή και με αυτόν τον τρόπο. Αυτά αποδεδειγμένα πλέον, επιτείνουν την ύφεση. Αυτή η κυβέρνηση όπως και η προηγούμενη και οι προηγούμενες, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, είναι αυτές που έκτισαν αυτό το σαθρό οικοδόμημα. Αυτό το κράτος είναι δημιούργημα τους, έχεις την εντύπωση ότι πολιτικοί αυτής της πάστας, μπορούν ή και θέλουν να οδηγήσουν τη χώρα στην πρόοδο και την ανάπτυξη; Όλοι αυτοί αγαπητέ φίλε είναι τουλάχιστον επικίνδυνοι. Και αυτό δεν είναι υπερβολή.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Η Γενιά του Καρνέισον


"Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος...», περιμένει ο ελληνικός λαός να συμφωνήσουν τη νέα ποινή του. Την επιπλέον καταδίκη του. Το βέβαιο με τους πολιτικούς νέας κοπής, αυτούς που στερούνται οράματος, που κυβερνούν - ο τρόπος του λέγειν κυβερνούν - μακριά από το λαό, που λειτουργούν, σε παρόντα χρόνο, μεταξύ εκλογικών αναμετρήσεων, υποθηκεύοντας το μέλλον των επόμενων γενναίων, είναι η επανάληψη μιας ακόμα αποτυχίας
Δεν αγαπάνε το λαό. Δεν λειτουργούν αλληλέγγυοι με τους επόμενους, λειτουργούν λες και είναι οι τελευταίοι κάτοικοι σ’ αυτόν τον τόπο. Αμφιβάλλω αν αγαπούν και τον εαυτό τους, αφού το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η εξουσία, η δόξα και κάποιοι πιο πρακτικοί και το χρήμα. Σταματάω, για να συνεχίσει μια αναγνώστρια από την γενιά του Καρνέισον, όπως τιτλοφορεί το κείμενο της, έχει περισσότερα δικαιώματα στη διαμαρτυρία. Τη διαχείριση της εξουσίας από τους παραπάνω «φωστήρες» την πληρώνει σήμερα ακριβά και από ό,τι φαίνεται θα την πληρώνει για πολύ ακόμα.

Οι σημερινοί τριαντάρηδες και τριανταπεντάρηδες, ή εκεί γύρω τελοσπάντων, που μεγαλώσαμε στις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90 και είδαμε, ως ενήλικες πια την οικονομική ανάκαμψη – γιατί ανάπτυξη δεν είχαμε ποτέ – στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα, με χρηματιστήρια, πιστωτικές, στεγαστικά, αυτοκίνητα, διακοπές, διασκεδάσεις και που γενικότερα «λάδωσε το έντερο» πολλών, είμαστε θεωρώ και οι πιο χαμένοι της κρίσης που διανύουμε . Και εξηγούμαι αμέσως .
Όταν η χώρα προσπαθούσε να εκπληρώσει τους όρους σύγκλισης για την είσοδο μας στη Νομισματική Ένωση, αλλά και λίγο μετά την ευρεία κυκλοφορία του ευρώ, υπήρχε ανάταση της οικονομίας και όσοι ήταν τότε σε παραγωγική ηλικία ένα κομπόδεμα το έφτιαξαν. Οι σημερινοί τριαντάρηδες και των τριγύρω ηλικιών, δεν ήμασταν τότε σε ηλικία να αδράξουμε ευκαιρίες γιατί κάποιοι ακόμα σπούδαζαν, κάποιοι άλλοι ήταν στο ξεκίνημα δουλειάς και εν πάσει περιπτώσει, ήμασταν σε μια κατάσταση – και το λέω ευθαρσώς – ολίγον «φλού». Περιμέναμε όμως, σαν παιδιά κι εμείς, να δημιουργήσουμε στα επόμενα χρόνια κάτι αντίστοιχο των προσδοκιών που γεννήθηκαν μέσα μας από την αρχή του τρέχοντος αιώνος. Τι τα θες όμως, παλιοζωή.
Αυτό που μας συνέβη, μου θυμίζει την ταινία, αγαπημένη των παιδικών μας χρόνων, «Γκρέμλινς», όπου ο ήρωας βλέπει τον αξιαγάπητο Γκίζμο που είναι γλυκούλης και όταν γεννιούνται και τα υπόλοιπα χνουδωτά πλάσματα, του αρέσουν κι αυτά, αλλά εκεί που δεν το περιμένει, γίνονται τερατάκια και τα κάνουν όλα Ανάστα ο Κύριος και στο τέλος έρχεται ένας τύπος, που μοιάζει με τον κύριο Μιγιάγκι και παίρνει και τον μικρούλη Γκίζμο και ο ήρωας μένει αμανάτι με τις εφευρέσεις του πατέρα του.
Κάπως έτσι συνέβη και με τη γενιά που η ηλικία τους αρχίζει με το τρία. Αυτό που βλέπαμε και βιώναμε τότε ήταν αρκετά ελπιδοφόρο φαινομενικά και θα βλέπαμε πολλοί τους εαυτούς μας σε ανάλογη κατάσταση κάποια χρόνια αργότερα. Αμ δε. Εκκολάφθηκαν τα Γκρέμλινς και τρέχα να τα μαζέψεις.
Θυμάμαι ρομαντικά και νοσταλγικά τα παιδικά μου χρόνια που πίναμε καρνέισον , τρώγαμε κρυφά μερέντα απ’ το κουτί και βλέπαμε το «Καπλάνι της Βιτρίνας» και τον «Αστυνόμο Σαίνη» και εκεί βρίσκω καταφύγιο όταν σκέφτομαι αυτά που μας συμβαίνουν, στις παιδικές μου αναμνήσεις. Δεν σταματώ να ονειρεύομαι γιατί αυτό μου δίνει δύναμη και συμβουλεύω όλους να το κάνουν. Δεν περιμένω όμως και τίποτα από τους άλλους γιατί και η διαφήμιση παλιά έλεγε «…την καλύτερη γεύση να πίνεις, αν θες σαν τον Καρνέισον να γίνεις.», αλλά εγώ κατέβασα γαλόνια και ούτε σαν τον Καρνέισον έγινα και τη Λόλα μου πήρανε κι έμεινα κι εγώ αμανάτι χωρίς Λόλα, αλλά με πολλά όνειρα πολλές αναμνήσεις και πολύ καρνέισον.

Τα σκουπίδια είναι δικά μας

Η ελπίδα ζητείται και πάλι. Με τ α σκουπίδια που μας πνίγουν , μας στέγνωσαν τα δάκρυα, μας τέλειωσαν οι λέξεις. Συνήθως έτσι συμβαίν...